Παρασκευή 31 Μαΐου 2013

Ο Σόϊμπλε, ο Βούρτσης, ο Φούχτελ και το παιδομάζωμα...




Ένα από τα βασικά κόλπα της Γκεμπελικής προπαγάνδας, που εφαρμόζεται κατά κόρον στην πατρίδα μας τα τελευταία χρόνια, είναι ο βομβαρδισμός της κοινής γνώμης με πληθώρα πληροφοριών.

Πληροφορίες σημαντικές και ασήμαντες, αληθινές και ψευδείς, συγκλίνουσες και αντιφατικές, χρήσιμες και άχρηστες κατακλύζουν τα μέσα ενημέρωσης. Σερβιριζόμενες με τρόπο, που να συσκοτίζουν, να παραπλανούν και να αφήνουν μια μπερδεμένη και αβέβαιη εικόνα στον ενδιαφερόμενο.

Και βεβαίως πάντα καμιά είδηση δεν είναι ολοκληρωμένη. Καμιά πληροφορία δεν είναι πλήρης. Τουναντίον τα θέματα τεμαχίζονται και επιμελώς τμήματα του ίδιου ζητήματος παρουσιάζονται ξεχωριστά, σε διαφορετικές χρονικές στιγμές σε διαφορετικές θεματολογίες, ώστε ο πολίτης να μη μπορεί ποτέ να έχει την εικόνα του δάσους, αλλά να χάνεται σε ατελείωτες περιπλανήσεις από δένδρο σε δένδρο. Να έχει μεγεθύνσεις από διάφορες λεπτομέρειες του πίνακα, αλλά ποτέ μια γενική άποψη της εικόνας.
Έτσι για τον πολίτη που επιθυμεί να είναι ορθά ενημερωμένος για ότι τον ενδιαφέρει και τον αφορά, η ανεύρεση της ολοκληρωμένης αληθινής πληροφορίας καταντά ένα πραγματικό κυνήγι θησαυρού στον σκουπιδότοπο των Ελληνικών και όχι μόνο ΜΜΕ. Ένα ιδιότυπο βασανιστικό παζλ, όπου χρειάζεται ιδιαίτερη προσπάθεια και οξυδέρκεια, προκειμένου να μαζέψει τις διάφορες ψηφίδες, να τις αξιολογήσει, να τις κατηγοριοποιήσει, να τις συνδυάσει και να δημιουργήσει τελικά το πλήρες περιεχόμενο ενός θέματος.



Ένα τέτοιο κλασικό παράδειγμα αποτελεί και το θέμα της όψιμης μεταστροφής του κ Σόϊμπλε, ο οποίος ξαφνικά ψυχοπονέθηκε για τη «χαμένη γενιά του Ευρωπαϊκού Νότου».


Η είδηση πέρασε στην κοινή γνώμη περίπου σαν μια θεία επιφοίτηση, που έκανε τον κο Σόϊμπλε να αναβλέψει και από σκληρός και άτεγκτος διώκτης του διεφθαρμένου, τεμπέλικου και φιλήδονου Ευρωπαϊκού Νότου, να μετατραπεί εν μια στιγμή σε φιλεύσπλαχνο διάκονο της χειμαζόμενης από την ανεργία νεολαίας .

Και ενώ μέχρι χθες δήλωνε σε όλους τους τόνους ότι ο Γερμανός φορολογούμενος δεν μπορεί να πληρώνει τους τεμπέληδες εταίρους, αποφάσισε να ζητήσει από τη Κρατική αναπτυξιακή τράπεζα να επιδοτήσει προγράμματα για μικρομεσαίους στην Ισπανία και στη συνέχεια στις υπόλοιπες αποικιοκρατούμενες περιοχές.

Προηγουμένως σε μια άλλη έκρηξη «ευαισθησίας», ο ίδιος κύριος είχε επιπλήξει δημοσίως την Κομισιόν και την λοιπή Ευρωπαϊκή γραφειοκρατία για την ασύγγνωστη ολιγωρία της στην εφαρμογή αποφασισμένων προγραμμάτων καταπολέμησης της ανεργίας στο Νότο.

Ακόμη και οι πλέον δύσπιστες αναλύσεις γύρω από τις αήθεις αυτές δηλώσεις του Γερμανού Υπουργού οικονομικών δεν υπερέβησαν την άποψη ότι ο κος Σόιμπλε εν όψει Γερμανικών εκλογών επεχείρησε να γλυκάνει το προφίλ της Γερμανικής Καγκελαρίας, που ήδη έχει γίνει τόσο αντιπαθής στην Ευρωπαϊκή Ένωση, ώστε τα απόνερα της αντιπάθειας έχουν αρχίσει να επηρεάζουν τον μέσο Γερμανό ψηφοφόρο. 
Οι πλέον υποψιασμένοι σκέφθηκαν ότι ο Τσάρος της Γερμανικής Οικονομίας σκέφθηκε ένα ακόμη τρικ κερδοφορίας για τις Γερμανικές τράπεζες, παρέχοντας με το αζημίωτο ρευστότητα στις διψασμένες επιχειρήσεις των PIGS
Και κάπου εκεί τελείωσαν οι πολιτικές 
(ψυχ)αναλύσεις.


Μετά από λίγα εικοσιτετράωρα έσκασε το φιάσκο του Ελληνικού Υπουργείου Εργασίας. 
Το οποίο Υπουργείο αφού είχε βομβαρδίσει με τόνους αισιοδοξίας και κυβερνητικής περιαυτολογίας τους δυστυχείς ανέργους περί τεράστιου επιδοτούμενου από την ΕΕ προγράμματος. Αφού επί εβδομάδες τα σεσημασμένα παπαγαλάκια παρηγορούσαν την κοινή γνώμη με απείρου κάλλους παραμύθια για την επί θύραις επιστροφή στην απασχόληση εκατοντάδων χιλιάδων λιμοκτονούντων. Μας πληροφόρησε αιφνιδίως, με μια απλή, απέριττη σεμνή ανακοίνωση, ότι το περί ού η πανήγυρης πρόγραμμα δεν έτυχε ποτέ εγκρίσεως από την Κομισιόν. Κατά  δήλωση των εκπροσώπων της Κομισιόν τέτοιο πρόγραμμα δεν είναι συμβατό με τα σχέδια της Κομισιόν αφήνοντας να εννοηθεί ότι ουδέποτε η Ελληνική Κυβέρνηση είχε μπει στον κόπο να εξετάσει τέτοιες «λεπτομέρειες» προτού παίξει μπιλιάρδο στην ψυχολογία χιλιάδων αναξιοπαθούντων οικογενειών….


Η  περίπτωση λοιπόν του κου Σόϊμπλε και του κου Βούρτση είναι φαινομενικά ασύνδετες. 
Και θα μπορούσαν να παραμείνουν έτσι στο διηνεκές, εάν δεν μεσολαβούσε ο κος Φούχτελ.


Όπως λέει μια πολύ γνωστή ελληνική παροιμία «από μικρό και από χαζό μαθαίνεις την αλήθεια».

Ο κος Φούχτελ προφανώς δεν είναι χαζός. Αντίθετα μπορεί να θεωρηθεί πανέξυπνος, αφού σε ελάχιστο χρόνο έχει παραμυθιάσει δεκάδες άρχοντες της Τοπικής Αυτοδιοίκησης και όχι μόνο.Είναι όμως μικρός συγκρινόμενος με τον κο Σόϊμπλε τον τιτανομέγιστο αυτό αστέρα του παγκόσμιου πολιτικο-οικονομικού στερεώματος.

Για να προσφερθεί σε νέους η δυαδική επαγγελματική κατάρτιση σύμφωνα με το γερμανικό πρότυπο, «η Γερμανία διαθέτει πολλές διαθέσιμες θέσεις σε σχολές μαθητείας και επιθυμεί να καλυφθούν από νέους που προέρχονται από την Ελλάδα, την Πορτογαλία και την Ισπανία» ανακοίνωσε ο κος Φούχτελ σε ημερίδα του Δημαρχείου Θεσσαλονίκης. Και όπως ο ίδιος διευκρίνισε ότι τα προγράμματα αυτά θα χρηματοδοτηθούν από ποσό 6 δις ευρώ, που θα διαθέσει η ΕΕ.
Χάρη σ’ αυτές τις κατατοπιστικές πληροφορίες η σύνθεση του παζλ μπορεί πλέον αβίαστα να ολοκληρωθεί.
 
Κατ’ αρχήν καμία επιφοίτηση και καμία αλλαγή νοοτροπίας δεν προέκυψε στον κο Σόϊμπλε. Ο κος Σόιμπλε ευφυής υπηρέτης επιχειρηματικών, τραπεζικών και λοιπών κερδοσκοπικών Γερμανικών συμφερόντων ανεζήτησε και ανεύρε για πολλοστή φορά ευκαιρίες κέρδους για τους ομίλους, που εξυπηρετεί.

Συνέλαβε κατ’ αρχήν την φαεινή ιδέα ενίσχυσης της κερδοφορίας των Γερμανικών τραπεζών μέσω δανεισμού μικρομεσαίων επιχειρήσεων του Ευρωπαϊκού Νότου, αυτονοήτως με επιτόκια πολλαπλάσια από αυτά που οι Γερμανικές τράπεζες χρεώνουν στις Γερμανικές επιχειρήσεις. 
Έτσι με ένα σμπάρο ο κος Σόιμπλε στοχεύει πολλά τρυγόνια.. Κέρδη για τις Γερμανικές τράπεζες. Υποδούλωση των επιχειρήσεων του Νότου στο γερμανικό τραπεζικό κύκλωμα για πολλά χρόνια. Έλεγχο της ανταγωνιστικότητας των επιχειρήσεων του Νότου με το εργαλείο της διαφοράς επιτοκίων, ώστε οι Γερμανικές επιχειρήσεις να διατηρούν εσαεί ένα συντριπτικό πλεονέκτημα.


Παράλληλα όμως αυτός ο Γκουρού της σύγχρονης αποικιοκρατίας με την αδηφάγο μανία, που τον χαρακτηρίζει, αποφάσισε ότι και από τα κονδύλια  της ΕΕ για τον περιορισμό της ανεργίας η Γερμανία και οι Γερμανικές επιχειρήσεις θα έπρεπε να κατασπαράξουν την μερίδα του λέοντος.

Αυτό περιέγραψε ουσιαστικά εν τη αφελεία του ή ίσως εν τη αναιδεία του ο κος Φούχτελ.

Η Γερμανία, όχι η Ελλάδα ή οι λοιπές μαστιζόμενες από την ανεργία χώρες του Νότου, θα είναι εκείνη που θα διοργανώσει τις δράσεις των σχετικών προγραμμάτων, άρα θα εισπράξει είτε ως χώρα είτε ως επιχειρήσεις τα σχετικά κονδύλια. Διότι δήθεν αυτή διαθέτει τα σύγχρονα επαγγελματικά πρότυπα και διότι εξ άλλου οι «κατηρτισμένοι» επαγγελματίες του ευρωπαϊκού μέλλοντος οφείλουν να μάθουν την Γερμανική (αυτοκρατορική) γλώσσα. 

Και εδώ βεβαίως τα «τρυγόνια» είναι πολλά. Εκτός από το ζεστό χρήμα της ΕΕ που θα τονώσει την ήδη σε υφεσιακή τροχιά Γερμανική οικονομία, εκτός από την καταναγκαστική εκμάθηση της γερμανικής σε χιλιάδες Ευρωπαίους νέους, οι γερμανικές επιχειρήσεις θα έχουν την ευκαιρία να τρυγήσουν τον ανθό της Ευρωπαϊκής επιστημονικής και εν γένει παραγωγικής ικανότητας. 
Διότι είναι αυτονόητο ότι μετά το τέλος της «κατάρτισης» θα έχουν την δυνατότητα να κρατούν τους αρίστους επωφελούμενες από τις μορφωτικές και λοιπές ικανότητές τους και αποκτώντας έτσι ανέξοδα ένα ακόμη ανταγωνιστικό πλεονέκτημα έναντι των επιχειρήσεων του Νότου, που θα περιορίζονται στην απασχόληση των εργαζομένων, που δεν θα ενδιαφέρουν τους επικυρίαρχους.
Πρόκειται για μια πεντακάθαρη μορφή "παιδομαζώματος" με όρους σύγχρονης νεοαποικιοκρατίας...

Κάπου εκεί η Κομισιόν ανακάλυψε ότι το Ελληνικό πρόγραμμα είναι «ασύμβατο», ενώ το Γερμανικό απολύτως συμβατό και κάπως έτσι ναυάγησαν τα μεγαλόπνοα σενάρια του κου Βούρτση…


Άυτή λοιπόν είναι η πραγματικότητα. 
Ο κος Σόϊμπλε δεν «αλλαξοπίστησε», όπως τεχνηέντως και ο ίδιος και η κατά τόπους ενορχηστρωμένη προπαγάνδα επεχείρησε να μας πείσει.

Αντιθέτως έστησε άλλη μία πλεκτάνη που θα εξασφαλίσει εξάρτηση των επιχειρήσεων του Νότου από τις Γερμανικές τράπεζες.

Υψηλότερα επιτόκια, που θα αποφέρουν μεγαλύτερα κέρδη στις τράπεζες, αλλά και ανταγωνιστικό πλεονέκτημα στις δανειζόμενες με χαμηλότερο επιτόκιο γερμανικές επιχειρήσεις.

 Λεόντεια αφαίμαξη των κοινοτικών κονδυλίων, που θα τονώσει την ελλειμματική γερμανική οικονομία.

Ενίσχυση των γερμανικών επιχειρήσεων με τα κονδύλια «κατάρτισης» και επάνδρωσή τους με ότι καλύτερο στελεχιακό δυναμικό διαθέτει η Ευρώπη αυτή την περίοδο. Καταναγκαστική ταχεία εκμάθηση της γερμανικής σε χιλιάδες υψηλού επιπέδου ευρωπαίους πολίτες.


Αυτή επομένως είναι η μεγάλη εικόνα, που κρύβεται με τον τεμαχισμό της πληροφορίας και την δέουσα μιντιακή κοπτοραπτική…


Πρακτικό συμπέρασμα;

Ο πολίτης που επιθυμεί να έχει την πραγματική εικόνα χρειάζεται να απορρίπτει εκ προοιμίου την επίσημη εκδοχή των γεγονότων που τεχνηέντως σερβίρουν οι «έγκυροι και έγκριτοι» δημοσιογράφοι. Να αναζητά πληροφορίες δεύτερης και τρίτης διαλογής. Και τέλος να τις αξιολογεί και να τις συνδυάζει βρίσκοντας την εσωτερική σχέση, που τις συνδέει.

Πρόκειται σίγουρα για μπελαλίδικη δουλειά.

 Είναι όμως ό μόνος τρόπος για να αποφύγει να πιαστεί κορόιδο, από κατεστημένα κυκλώματα. Κυκλώματα που απαρτίζονται κατά τεκμήριο από άτομα μειωμένης ευφυΐας, εκπαιδευμένα όμως να ταΐζουν συστηματικά τις σοκαρισμένες κοινωνίες του Ευρωπαϊκού Νότου με τόνους Γκεμπελικής προπαγάνδας. Σε καθημερινή βάση….

Τετάρτη 22 Μαΐου 2013

Η σημειολογία των επιστρατεύσεων.



Η αυθαιρεσία, ο αυταρχισμός, ο περιορισμός των ατομικών ελευθεριών είναι αναπόφευκτα συμπτώματα σε καθεστώτα νεοαποικιακού τύπου.
Σε καθεστώτα όπου τα πάντα σχεδιάζονται και εκτελούνται με γνώμονα τα ληστρικά οικονομικά συμφέροντα ξένων ή εγχώριων στενών οικονομικών κύκλων.
Από αυτή την άποψη ούτε η κατευθυνόμενη δικαιοσύνη, ούτε η συντριβή των διαδηλώσεων, ούτε η επιστράτευση επαγγελματικών ομάδων είναι απρόσμενα ή δυσεξήγητα φαινόμενα .
Η ιστορία, εθνική και συγκριτική είναι γεμάτη από τέτοια παραδείγματα.

Στην πρόσφατη όμως περίπτωση της προληπτικής επιστράτευσης των εκπαιδευτικών  υπάρχουν κάποια στοιχεία, που έχουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον γιατί μπορούν να φωτίσουν σκοτεινές πλευρές του πολιτικού μας συστήματος και πολιτικούς σχεδιασμούς αναγόμενους σε βάθος μελλοντικού χρόνου. Σχεδιασμούς που δεν περιορίζονται στο στενό συνδικαλιστικό τοπίο ενός συγκεκριμένου επαγγελματικού κλάδου, αλλά στοχεύουν στη διαμόρφωση του νέου κοινωνικού και πολιτικού περιβάλλοντος, που θα εξασφαλίσει την νομή της εξουσίας στους εκφραστές του νεοφιλελεύθερου, νεοαποικιακού μοντέλου, που επιχειρείται να εδραιωθεί στην Ευρώπη και όχι μόνο.

Για παράδειγμα ο τρόπος και ο χρόνος, που επέλεξε η κυβέρνηση για να εμπλακεί  σε σύγκρουση με τους εκπαιδευτικούς είναι άξιος ιδιαίτερης προσοχής.
Μπορεί το προπαγανδιστικό της επιτελείο να προώθησε  και μέσω των διακαναλικών φερεφώνων να επέβαλε εν τινι μέτρω την άποψη, ότι δήθεν οι καθηγητές επέλεξαν τις πανελλαδικές εξετάσεις, για να προβάλλουν τα εργασιακά τους αιτήματα σε σχέση με ένα νόμο, που είχε ψηφισθεί από τον περασμένο Νοέμβριο. Η πραγματικότητα όμως είναι, ότι αντιθέτως εκείνη επέλεξε, να προωθήσει το εφαρμοστικό διάταγμα στην παρούσα περίοδο, παρότι από την προσκείμενη σ’ αυτήν συνδικαλιστική ηγεσία του κλάδου  προφανώς είχε πλήρη ενημέρωση για τις εντάσεις και τις αντιδράσεις, που θα συνεπαγόταν αυτή της η επιλογή. 

Και υπάρχει και μια πρόσθετη σημαντική λεπτομέρεια.
Ακόμη και τα πιο ολοκληρωτικά καθεστώτα προσπαθούν να αποφεύγουν εκδηλώσεις κρατικής βίας και αυταρχισμού, όπου αυτό είναι δυνατόν. Αντίστοιχη κυβέρνηση στην Ισπανία, δεν δίστασε να αποσύρει εκπαιδευτικό νομοσχέδιο εξ αιτίας φοιτητικών αντιδράσεων μια βδομάδα νωρίτερα.
Η ελληνική τρικομματική συγκυβέρνηση δεν είχε άραγε την πρόνοια να προγραμματίσει μετά τις πανελλαδικές την ψήφιση των επίμαχων διατάξεων; Και αν υποθέσουμε, ότι δεν αξιολόγησε ορθά τις πληροφορίες της συνδικαλιστικής της παράταξης, πόσο δύσκολο ήταν, να αναβάλει για μια δυό εβδομάδες την προώθηση ενός προεδρικού διατάγματος, εφαρμοστικού ενός νόμου ο οποίος ούτως ή άλλως τελούσε επί έξι μήνες σε χειμερία νάρκη, χωρίς να έχει εξ αυτής της καθυστερήσεως προκληθεί η συντέλεια της μέσης εκπαίδευσης;

Προφανώς λοιπόν οι κύριοι Σαμαράς, Βενιζέλο, Κουβέλης, παρά τις περί του αντιθέτου διαβεβαιώσεις τους αδιαφόρησαν για την τύχη των υποψηφίων ρισκάροντας να τινάξουν στον αέρα τις πανελλαδικές, οι οποίες σώθηκαν την τελευταία στιγμή χάριν της αυτοσυγκράτησης των ίδιων των καθηγητών.
Κι αυτό είναι απολύτως αληθινό γιατί κατά πρωτότυπο τρόπο από την ημέρα της πρώτης περί προτάσεως απεργίας απόφασης της ΟΛΜΕ, μέχρι την ημέρα επιβολής της επιστράτευσης, κατά παγκόσμια πρωτοτυπία αντί προσπάθειας συνδιαλλαγής οι εκπρόσωποι της κυβέρνησης φρόντιζαν να ρίχνουν λάδι στη φωτιά.
Με εμπρηστικές δηλώσεις, με αλαζονικές απειλές, ακόμη και με ιταμές ύβρεις (τεμπέληδες, γαϊδούρια καθηγητές κ.λ.π) κύκλοι προσκείμενοι στον πρωθυπουργό ή αργυρώνητοι δημοσιογραφικοί κονδηλοφόροι με αιχμή του δόρατος γνωστούς γυρολόγους των καναλιών, προσπαθούσαν με κάθε τρόπο να δημιουργήσουν υπερβάλλουσα όξυνση, συγκρουσιακή ατμόσφαιρα, «πολεμική σύρραξη», και ταύτα πάντα με όρους κοινωνικού διχασμού.

Στη συνέχεια, όπως ήδη είχε προαναγγελθεί από τους διακαναλικούς προπαγανδιστές,  η επιστράτευση επιβλήθηκε και μάλιστα (μετά το μάθημα του Μετρό) προ της κηρύξεως της απεργίας, προκειμένου να αποφευχθεί η βεβαία συσπείρωση και άλλων κλάδων.
Οι καθηγητές ενέδωσαν στην κρατική βούληση και αποφάσισαν να συμμετάσχουν φιλότιμα στις πανελλαδικές. Θα περίμενε λοιπόν κανείς ότι η κυβέρνηση θα φρόντιζε να ρίξει τους τόνους και να φροντίσει για την αποκατάσταση κλίματος κοινωνικής ηρεμίας και εκπαιδευτικής γαλήνης. Όμως αντιθέτως οι γνωστοί προπαγανδιστικοί κύκλοι συνέχισαν τις φραστικές επιθέσεις, το αχαλίνωτο υβρεολόγιο και την αλαζονική αμετροέπεια. Συνέχισαν να περιφέρονται στα κανάλια μιλώντας για ιδιοτελείς καθηγητές, για συντριπτική ήττα του κλάδου, για ξοφλημένη συνδικαλιστική ηγεσία, που όφειλε να παραιτηθεί αμέσως.
Παράλληλα δεν παραλείπουν  με εριστική διάθεση και αυταρχικό ύφος να υπερτονίζουν την ειλημμένη και αταλάντευτη απόφαση της Κυβέρνησης (ιδίως του Πρωθυπουργού προσωπικά) να επιβάλλει τον νόμο και την τάξη  τσακίζοντας στην κυριολεξία οποιεσδήποτε «συντηρητικές συντεχνιακές δυνάμεις του παρελθόντος τολμήσουν να εναντιωθούν στην προσπάθεια ανασυγκρότησης της χώρας». 
 Αυτή η αλήστου μνήμης σχεδόν στρατοκρατική φρασεολογία θα ήταν γραφική, αν εκφερόταν από φασιστοειδή μορμολύκεια. Προβαλλόμενη όμως από επίσημα χείλη κυβερνητικών συμβούλων, πρωτοκλασάτων στελεχών και διακεκριμένων βουλευτών και  αναπαραγόμενη φιλότιμα από τα κεντρικά δελτία όλων των μεγάλων τηλεοπτικών σταθμών, αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα και ενδιαφέρον.

Αν μάλιστα προσέξουμε:
Ότι αυτή δεν είναι η μόνη επιστράτευση.
 Ότι πέραν των επιστρατεύσεων και σε πλήθος άλλο περιπτώσεων κοινωνικής ανησυχίας η κυβέρνηση δεν έχασε ποτέ την ευκαιρία, να επιδείξει υπερβολικό αυταρχισμό και ασύμμετρη κατά περίπτωση κρατική βία.
Ότι πάντοτε σε επικοινωνιακό επίπεδο οι ίδιοι δημοσιογραφικοί και κυβερνητικοί παράγοντες επιδίδονται στερεότυπα στις ίδιες λεκτικές, εμπρηστικές και διχαστικές τακτικές.
Ότι σε κάθε ευκαιρία συστηματικά  στοχοποιούνται  εκ περιτροπής όχι μόνο οι συνδικαλιστικές ηγεσίες, αλλά και ολόκληρες αδιακρίτως οι διάφορες επαγγελματικές ομάδες με αποτέλεσμα να μην υπάρχει πλέον σχεδόν καμία, που να έχει αποφύγει το χαρακτηρισμό του «τεμπέλη», «του επίορκου», «του μιζαδόρου», «του φοροφυγά», «του σαμποτέρ της εθνικής προσπάθειας διάσωσης και ανασυγκρότησης».
Ότι σε ανύποπτο χρόνο διάφορα στελέχη της Κυβέρνησης , αλλά και Ευρωπαίοι παράγοντες αναφέρονται με τρόπο προκλητικό έως ειρωνικό στην παραδειγματική ανοχή του λαού στα τραγικά μέτρα ανηλεούς λιτότητας.

Αν όλα αυτά τα συνδυάσουμε με την άνοδο της Χρυσής Αυγής και κυρίως την προνομιακή προβολή της από τον προσκείμενο, και όχι μόνο, στην Κυβέρνηση τύπο,
Αν προσθέσουμε την προστατευτική έως υποτελή στην Χρυσή Αυγή στάση της Νέας Δημοκρατίας. (Άρνηση του Γραμματέα της να ψηφίσει υπέρ της άρσης ασυλίας βουλευτή της ΧΑ).

Τότε αρχίζει να ολοκληρώνεται το πάζλ και αβίαστα να προκύπτουν σημαντικά  συμπεράσματα και ενδιαφέρουσες προβλέψεις.

Η συνεργασία με την ΔΗΜΑΡ και το ΠΑΣΟΚ απετέλεσε ένα χρήσιμο εργαλείο για την επαναφορά της ΝΔ στη διακυβέρνηση της χώρας, αλλά από την πρώτη στιγμή ήταν ορατό στο πρωθυπουργικό επιτελείο ότι αυτό το σχήμα θα είχε ημερομηνία λήξεως.
Ήδη τα ποσοστά της ΔΗΜΑΡ είναι ανύπαρκτα, ενώ ο ΠΑΣΟΚ ψυχορραγεί υπό το βάρος οικονομικών σκανδάλων και ευθυνών για την κατάντια της οικονομίας, που η ΝΔ εντέχνως κατάφερε να του φορτώσει στο ακέραιο.
Είναι λοιπόν βέβαιο ότι σε επόμενες εκλογές αυτά τα κόμματα δεν θα μπορέσουν να παραμείνουν αξιόλογοι κυβερνητικοί εταίροι.
Από την άλλη η ΝΔ δεν έχει καμία ελπίδα να προσελκύσει ψηφοφόρους από τα δύο αυτά κόμματα, που αποτελούν φυσιολογικά δεξαμενές για τον ΣΥΡΙΖΑ και  ενδεχομένως για άλλους περισσότερο ριζοσπαστικούς  αντιμνημονιακούς φορείς.
Έτσι μοναδικός χώρος, που θα μπορούσε να αναζητήσει ψήφους η ΝΔ είναι ο χώρος της παραδοσιακής κεντροδεξιάς, όπου όμως οι δυσκολίες παραμένουν μεγάλες εξ αιτίας των σκληρών μέτρων λιτότητας, που συνδυάζονται με κινήσεις αμφιβόλου εθνικού οφέλους.

Στην Ελλάδα υπήρχαν βεβαίως πάντα δύο μορφές της δεξιάς. Η λεγόμενη λαϊκή δεξιά, που εκ συστήματος διεξήγαγε τον προεκλογικό αγώνα και η ρεαλιστική δεξιά που την επομένη των εκλογών ανελάμβανε τη διακυβέρνηση, την οποία ασκούσε μονίμως με ένα συγκεκριμένο τρόπο, ο οποίος της εξασφάλιζε το παρατσούκλι της «επάρατης». Αυτής που οδηγούσε στο χαρακτηριστικό, αλλά μάλλον ουτοπικό σύνθημα «ο λαός δεν ξεχνά, τι σημαίνει δεξιά».
Η στροφή επομένως στην ακροδεξιά δεν είναι σύμπτωμα ιδεολογικής διαστροφής της ηγετικής της ομάδας, είναι συνειδητή προσπάθεια συντήρησης ενός αναγκαίου κομματικού ποσοστού και διαμόρφωσης μιας πολιτικής πλατμόρφας, που θα αποτελέσει τη βάση για μετεκλογική κυβερνητική σύμπραξη με τη ΧΑ. Το μόνο κόμμα του ευρύτερου δεξιού τόξου, που θα μπορούσε να αποτελέσει σανίδα κυβερνητικής σωτηρίας του κου Σαμαρά.

Αυτός λοιπόν είναι ο λόγος, που από πολύ νωρίς υπήρξε φροντίδα συλλογής συμβούλων, κομματικών στελεχών, βουλευτών και πολιτευτών από τον ακροδεξιό χώρο. 
Αυτός είναι ο λόγος, που στα τηλεοπτικά πάνελ πρωτοστατούν στην εκπροσώπηση της ΝΔ πολιτικά στελέχη γνωστά για τις φιλοχουντικές έως φασιστικές αντιλήψεις τους. 
Και κυρίως αυτός είναι ο λόγος, που ολοένα και περισσότερο η ΝΔ παρασύρει ολόκληρη την κυβέρνηση στην επιβολή ενός σκληρού, αυταρχικού και αντιδημοκρατικού προσώπου, με στόχο να ψαρέψει οπαδούς στα πλέον συντηρητικά και αντιδραστικά τμήματα της κοινωνίας.

Επειδή δεν μπορεί εκ των πραγμάτων να συναγωνισθεί ην ΧΑ στο πεδίο του λαϊκισμού, αναγκάζεται να υπερθεματίζει σε ζητήματα καταστολής των λαϊκών αντιδράσεων, λογοκρισίας, ξενοφοβίας και ψευτοϊδεολογικού φανατισμού.
Παράλληλα δημιουργεί μια τεχνητή πόλωση με το ΣΥΡΙΖΑ διεκδικώντας την πρωτοβουλία του ιδεολογικού πολέμου με τον «αναρχοκομμουνισμό», που ευελπιστεί να της εξασφαλίσει την πρωτοκαθεδρία στον δεξιό χώρο, αλλά και να την καθιερώσει ως τον κυρίαρχο συντηρητικό πόλο στα πλαίσια του δικομματισμού. 

Η ευόδωση αυτής της στρατηγικής της και ιδίως η τακτική που ακολουθεί διέρχεται μέσα από μια βαθειά πόλωση της κοινωνίας, η οποία όμως όχι μόνο δεν την ανησυχεί, αλλά τουναντίον την θεωρεί χρήσιμη. Και τούτο διότι η εντεινόμενη δυσαρέσκεια των λαϊκών στρωμάτων πιθανολογείται ότι αργά ή γρήγορα θα διαμορφώσει εκρηκτικές κοινωνικές αντιδράσεις. Αυτές θα είναι ευκολότερα ελέγξιμες και διαχειρήσιμες εάν ένα σημαντικό ποσοστό ακροδεξιών στοιχείων συμπράττει με τις δυνάμεις καταστολής μέσα σε ένα ευρύτερο εμφυλιοπολεμικό περιβάλλον.

Έτσι εξηγούνται οι εμπρηστικές καθημερινές κορώνες του Κυβερνητικού εκπροσώπου, οι οποίες συστηματικά κινούνται στο αστερισμό της αντικομμουνιστικής υστερίας, που μάλιστα στοχοποιεί επιλεκτικά τον ΣΥΡΙΖΑ και όχι το ΚΚΕ, όπως θεωρητικά θα ήταν αναμενόμενο.
 Έτσι εξηγούνται οι προκλητικές, αλαζονικές και φασίζουσες τοποθετήσεις των εκπροσώπων της ΝΔ στα διάφορα τηλεοπτικά πάνελ, που είναι βέβαιο ότι εξοργίζουν και αηδιάζουν τεράστιο τμήμα των τηλεθεατών, συνεχίζουν όμως και κλιμακώνονται μεθοδικά διότι ακριβώς ο διχασμός της κοινωνίας είναι το κυβερνητικό ζητούμενο.
Έτσι εξηγείται η νεκρανάσταση της εμετικής προπαγανδιστικής θεωρίας των «δύο άκρων», που ελάχιστα βεβαίως μπορεί να πλήξει τον ΣΥΡΙΖΑ, αλλά προσφέρει εξαγνιστικές υπηρεσίες στην ΧΑ, παρουσιάζοντας τις έκνομες δραστηριότητές της ως φυσική αντίδραση στις ανάλογες συμπεριφορές της Αξιωματικής Αντιπολίτευσης.

Αυτή λοιπόν είναι εν πολλοίς η ερμηνεία της τακτικής και στρατηγικής της ΝΔ, από την οποία προκύπτει αβίαστα ότι ο πολιτικός της σχεδιασμός συμπυκνώνεται στο στόχο αλιείας ψήφων από τους πλέον συντηρητικούς και ιδιοτελείς χώρους της Ελληνικής κοινωνίας, καθώς και η δημιουργία προϋποθέσεων μετεκλογικής σύμπραξης με την ΧΑ.

Η εφαρμογή βεβαίως αυτού του σχεδιασμού λαμβάνει ως δεδομένη την εκλογική κατάρρευση των κομμάτων, που σήμερα την στηρίζουν.
 Ούτως ή άλλως και μόνη η τακτική της πόλωσης ενισχύει τον δικομματισμό και συμπιέζει εξοντωτικά τα μικρότερα κόμματα. Επιπροσθέτως όμως η ΝΔ φροντίζει  να φορτώνει επικοινωνιακά στο μεν ΠΑΣΟΚ το σύνολο των ευθυνών για την διαφθορά, την λιτότητα και τα μνημόνια, στη δε ΔΗΜΑΡ τις όποιες «καθυστερήσεις» εφαρμογής του σχεδίου ανάκαμψης και τις δήθεν κυβερνητικές αρρυθμίες.

Παρ’ όλα αυτά οι δύο κυβερνητικοί της εταίροι αφήνονται να παρασύρονται και να διασύρονται,  συμπράττοντας σε πολιτικές και τακτικές, που εξοντώνουν τα ευρύτερα λαϊκά στρώματα, απογυμνώνουν τη χώρα από κάθε περιουσιακό της στοιχείο και εν πάση περιπτώσει οδηγούν στον πολιτικό τους αφανισμό.
Πρόκειται αν μη τι άλλο για ένα πολιτικό αυτοχειριασμό, που αν δεν εδράζεται στις ιδιοτελείς προσωπικές στρατηγικές συγκεκριμένων μελών των ηγετικών τους ομάδων, προδίδει σε κάθε περίπτωση ασύγγνωστη έλλειψη πολιτικής διαίσθησης και διορατικότητας…