Δευτέρα 17 Μαρτίου 2014

Το Bras de fer των ευρωπαίων πολιτικών με τη Γερμανία είναι μονόδρομος..

Με αυτά τα λόγια ο Ιταλός Πρωθυπουργός έδωσε το στίγμα της λογικής, που τον διακατέχει εν όψει της σημερινής του συνάντησης με την Γερμανίδα καγκελάριο.
Θα ήταν λάθος αυτή η δήλωση να ερμηνευθεί σαν μια έκρηξη ιταλικού εθνικισμού.
Κάθε άλλο. Πρόκειται κατά βάση για ένα ξεκαθάρισμα του πλαισίου μέσα στο οποίο θα πρέπει να κινούνται οι συναντήσεις ηγετών της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Για να μην υπάρξουν μάλιστα παρανοήσεις ο κος Ρέτζι συμπλήρωσε ότι δεν βλέπει την συνάντηση σαν μαθητική εξέταση, όπου θα πρέπει να δεχθεί υποδείξεις για το πώς να διορθώσει την εργασία του. «Είναι γνωστό τι πρέπει να κάνει η Ιταλία και θα το κάνει. Δεν είμαστε κακοί μαθητές και δεν θα σταθούμε μπροστά στο μαυροπίνακα. Η χώρα μας έχει δικαίωμα να πεί ότι η Ευρώπη πρέπει να αλλάξει».
Δεν είναι βέβαια καθόλου σίγουρο ότι η στάση του Ιταλού πρωθυπουργού κατά την συνάντησή του με την κα Μέρκελ θα είναι τόσο σκληρή όσο η φρασεολογία του επί Ιταλικού εδάφους ενώπιον των Ιταλικών μέσων ενημέρωσης.
Όμως δεν παύει να έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον, πολλώ μάλλον καθόσον αποτελεί καινοτομία σε σχέση με προηγούμενες επισκέψεις στην Γερμανική καγκελαρία όχι μόνο Ιταλών, αλλά και λοιπών Ευρωπαίων ηγετών.
Και προφανώς η ρητορεία αυτή, που δυσαρέστησε τη Γερμανική κυβέρνηση και δεν πέρασε απαρατήρητη από τον γερμανικό τύπο ( η Die Welt έγραψε ότι μοιάζει με κήρυξη πολέμου στη γερμανική πολιτική για την Ευρώπη), δεν αποτελεί κεραυνό εν αιθρία για όσους παρακολουθούν στοιχειωδώς τα ευρωπαϊκά και διεθνή δρώμενα.

Η πολιτική της Γερμανίας έχει οδηγεί μαθηματικά σε αδιέξοδο την Ευρωπαϊκή οικονομία, για τον απλούστατο λόγο ότι έχει επιφέρει οικονομική ασφυξία σε όλες σχεδόν τις επί μέρους χώρες ανεξαρτήτως μεγέθους. Και μπορεί ο Ευρωπαϊκός νότος να βρίσκεται ήδη αντιμέτωπος με μια ανθρωπιστική καταστροφή. Όμως ήδη και για τη Γαλλία καθώς και για  τις λοιπές χώρες του δήθεν παραδεισένιου βορρά η αίσθηση ότι η Γερμανία μεθοδεύει την οικονομική τους αφαίμαξη είναι πλέον έντονη.
Και ο προβληματισμός των εταίρων σε σχέση με τους εθνικούς στρατηγικούς σχεδιασμούς της Γερμανίας και πόσο αυτοί μπορεί να βλάψουν τα ευρύτερα ευρωπαϊκά και τα επί μέρους εθνικά συμφέροντα εντείνεται συνεχώς.

Ο χειρισμός του Ουκρανικού ζητήματος εξ άλλου υπήρξε χαρακτηριστικός για το πόσο επικίνδυνος για την Ευρώπη, αλλά και για τις διεθνείς ισορροπίες μπορεί να αποβεί ο μικρομεγαλισμός και ιδίως ο απερίσκεπτος και σουρεαλιστικός επεκτατισμός της Γερμανικής Καγκελαρίας.
Στην προσπάθειά της να αυξήσει τη σφαίρα επιρροής της η Γερμανία ενέπλεξε την Ευρώπη στα εσωτερικά της Ουκρανίας, υπέθαλψε τις εσωτερικές ταραχές, ενίσχυσε ετερόκλητες αντιπολιτευτικές ομάδες να ανατρέψουν την κυβέρνηση Γιανουκόβιτς και να στήσουν την αμφιβόλου νομιμότητας νέα Ουκρανική κυβέρνηση, που άγεται και φέρεται από ακροδεξιές και ναζιστικές οργανώσεις. Σαν μαθητευόμενος μάγος άνοιξε τους ασκούς του Εώλου σε μια περιοχή ευαίσθητων Ρωσικών συμφερόντων.
Χωρίς πλάνο για την επόμενη μέρα έφερε την στρατιωτικά αδύναμη και πλήρως εξαρτώμενη από το Ρωσικό αέριο Ευρώπη σε ιδιαίτερα μειονεκτική θέση. Και αντί να επιτύχει τη επέκταση της ευρωπαϊκής επιρροής κατ’ ουσίαν ωφέλησε τον Ρωσικό επεκτατισμό δίνοντας στην Ρωσία την αφορμή για να προσαρτήσει την Κριμαία. Και αν συνεχισθεί η αλλοπρόσαλλη αυτή πολιτική στήριξης μιας φιλοναζιστικής κυβέρνησης σύντομα και άλλες Ουκρανικές περιφέρειες θα αναζητήσουν την ένωσή τους με τη Ρωσία στο αμέσως προσεχές διάστημα.

Με δεδομένη λοιπόν την δυστυχία, που έχει επισωρεύσει στους λαούς της Ευρώπης η επιβαλλόμενη από τους Γερμανούς πολυετής λιτότητα. Με την εμμονή των Γερμανών στη τήρηση μιας στείρας δημοσιονομικής πειθαρχίας, που κατ’ ουσίαν διασώζει τις γερμανικές τράπεζες, αλλά απειλεί με πλήρη κατάρρευση τις εθνικές οικονομίες και εντεύθεν το κατεστημένο πολιτικό προσωπικό των κρατών μελών. Και με την απροκάλυπτη αλαζονεία των Γερμανών αξιωματούχων και των υψηλόβαθμων υπαλλήλων της ΕΕ (ουσιαστικά φερέφωνων της γερμανικής Καγκελαρίας).
Ο ευρωσκεπτικισμός δεν αποτελεί μια μειοψηφική πολιτική τάση, αλλά μια κυρίαρχη αντίληψη υπαγορευόμενη από το ένστικτο αυτοσυντήρησης των λαών της Ευρώπης.

Όσο και αν τα καθεστωτικά ΜΜΕ προσπαθούν να εξωραΐσουν τον Γερμανικό ηγεμονισμό και τον ρόλο του ευρώ ως εργαλείου μεταφοράς πλούτου από την ευρωπαϊκή περιφέρεια στο Γερμανικό κορβανά, οι Ευρωπαίοι πολίτες συνειδητοποιούν μαζικά και εναργώς, ότι η πολιτική της Καγκελαρίας οδηγεί με μαθηματική ακρίβεια σε μια μεγάλη οικονομική αποικία , όπου στη Γερμανία επιφυλάσσεται ο ρόλος του αποικιοκράτη.
Κάτω από αυτές τις συνθήκες η επιβίωση κομμάτων ή πολιτικών προσωπικοτήτων, που δεν θα αρθρώνουν στοιχειώδη καταγγελτικό λόγο για  τα τερτίπια της γερμανικής και ευρωπαϊκής νομενγκλατούρας, είναι περίπου αδύνατη.

Την αδήριτη αυτή ανάγκη έκφρασης της κοινής γνώμης των Ιταλών και κατ’ επέκτασιν των Ευρωπαίων ψηφοφόρων σηματοδοτούν λοιπόν οι δηλώσεις του Ιταλού πρωθυπουργού.
Όσο μάλιστα πλησιάζουμε στις ευρωεκλογές τόσο θα πολλαπλασιάζονται και θα εντείνονται οι δηλώσεις πολιτικών όλων των πολιτικών αποχρώσεων, που θα κινούνται σε πλαίσιο απόρριψης των Γερμανικών σχεδιασμών και αναστύλωσης της εθνικής οικονομικής κυριαρχίας των κατ’ ιδίαν εταίρων.

Επειδή δε η Ευρώπη έχει περιέλθει στα όρια όχι απλώς της επιβίωσής της ως ένωσης, αλλά και της ύπαρξής της ως καθ’ έκαστον κρατών, οι επερχόμενες εκλογές αποτελούν ένα σύνθετο υπαρξιακό  ιστορικό σταυροδρόμι.
Πρόκειται για μια άνευ προηγουμένου ευκαιρία για τους Ευρωπαίους ψηφοφόρους να πάρουν την τύχη τους στα χέρια τους και αμυνθούν εθνικών και ευρύτερων κοινών ευρωπαϊκών συμφερόντων, που δυστυχώς μέχρι σήμερα αλλεπάλληλες εθνικές κυβερνήσεις παρέστησαν ανίκανες να περισώσουν.

Είναι ηλίου φαεινότερο ότι, αν η Ευρωπαϊκή Ένωση δεν αλλάξει άρδην πλεύση, θα οδηγηθεί σε οικονομική κατάρρευση, κοινωνική αναστάτωση τεραστίων διαστάσεων και μεσαιωνικό βιοτικό περιβάλλον.
Η ανατροπή της κοντόφθαλμης και εθνοκεντρικής Γερμανικής πολιτικής που στοχεύει στην εξασφάλιση του τραπεζικού συστήματος μέσω της σκληρής λιτότητας και της εσωτερικής υποτίμησης πρέπει να ανατραπεί εκ θεμελίων. Πρέπει να αντικατασταθεί από ένα πρόγραμμα, που θα έχει ως επίκεντρο τον Ευρωπαίο πολίτη με εργαλείο την ανάπτυξη και την ισότιμη συμμετοχή των ευρωπαϊκών κρατών στην διανομή του συνολικού ευρωπαϊκού πλούτου.

Αλίμονο αν ο Ευρωπαίος ψηφοφόρος δεν αντιληφθεί την ιδιαίτερη βαρύτητα της ψήφου του και σ’ αυτή την μοναδική ιστορική στιγμή αφεθεί έρμαιο στις σειρήνες των ανά χώρα καθεστωτικών μέσων ενημέρωσης.
Αλίμονο αν παρασυρθεί και εκτραπεί σε στήριξη νεοφανών κομματικών μορφωμάτων με θολό πολιτικό πρόσημο, που αποτελούν το δούρειο ίππο του γερμανόδουλου  ευρωπαϊκού κατεστημένου.
Η καταιγίδα φοροληστρικής επιδρομής και η απροκάλυπτη μεταφορά του δημόσιου πλούτου στα ταμεία των Γερμανικών τραπεζών και πολυεθνικών, που θα επακολουθήσει μετά από ένα τέτοιο ολέθριο σφάλμα των Ευρωπαίων ψηφοφόρων θα έχει κοσμογονικές διαστάσεις.

Και βέβαια λόγω του μεγέθους της καταστροφής, που έχει ήδη συντελεσθεί και της οριακής κατάστασης στην οποία βρίσκεται η Ευρώπη, δεύτερη ευκαιρία ομαλής διάσωσης δεν θα υπάρξει.

Ο νοών νοείτω, διότι οι καιροί ου μενετοί…

Τετάρτη 12 Μαρτίου 2014

Πτήση ΜΗ370: Το τρίγωνο της Μαλάκας ή το πείραμα της Κουάλα Λουμπούρ?


Όταν μετά από 48 ώρες εξαφάνισης του  Boeing 777 της Malaysia Airlines έγραφα στο Τουήτερ ότι, όσοι ψάχνουν να το βρουν, θα πρέπει να προσέξουν πως χάθηκε στον γεωγραφικό αντίποδα του τριγώνου των Βερμούδων, ήθελα απλώς να ελαφρύνω το βαρύ κλίμα της τραγικής απώλειας. Να ειρωνευθώ ευγενικά τις κρατικές υπηρεσίες πολλών εμπλεκόμενων και όχι μόνο κρατών, που παρουσίαζαν μια ακατανόητη αδυναμία να εντοπίσουν ένα τόσο μεγάλο αντικείμενο. Σε μια περιοχή, που δεν είναι καθόλου ερημική, αλλά, τουλάχιστον αεροπορικά, πολυσύχναστη.

Με αυτό το πνεύμα εξ άλλου ερμηνεύτηκε το σχόλιο μου από τους πολυάριθμους φίλους μου, που μετά από τόσο καιρό και αρκετές χιλιάδες τουήτ, που προηγήθηκαν, γνωρίζουν ότι είμαι ο τελευταίος άνθρωπος στον πλανήτη, που θα υποστήριζε σενάρια τέτοιου είδους.

Λίγα λεπτά αργότερα όμως (10.03.2014) στο ΣΚΑΙ ένας ειδικός εμπειρογνώμονας συζητώντας με το Νίκο Ευαγγελάτο για τις πιθανές αιτίες της εξαφάνισης δεν παρέλειψε, πολύ διστακτικά είναι η αλήθεια, να περιλάβει και την περίπτωση της «επιστημονικής φαντασίας», όπως την χαρακτήρισε στον προβληματισμό του.
Δεν συγκράτησα δυστυχώς το όνομά του, όμως σύμφωνα με τις διαβεβαιώσεις του έγκριτου παρουσιαστή-δημοσιογράφου ο άνθρωπος ήταν ένας από τους πλέον ειδικούς σε θέματα αεροπλοΐας και ατυχημάτων με άρτια επιστημονική κατάρτιση και  εξαιρετική εμπειρία. Η προχωρημένη άλλωστε ηλικία του και το εν γένει παρουσιαστικό του παρέπεμπε σε άνθρωπο όχι απλώς γνώστη του αντικειμένου του, αλλά και αρκούντως  σοβαρό και μετρημένο. 
Ήταν μόλις 48 ώρες, που είχαν χαθεί τα ίχνη της πτήσης ΜΗ370 και ο σεβάσμιος εμπειρογνώμονας, ενώ στο ξεκίνημα μίλησε για τρείς κατηγορίες εξεταστέων περιπτώσεων, στη συνέχεια αναφέρθηκε μόνο στην πιθανότητα του τρομοκρατικού κτυπήματος και της έκρηξης από μηχανική βλάβη. Και μόνο μετά από φορτική πίεση του δημοσιογράφου αναγκάσθηκε δειλά δειλά να αποκαλύψει ότι η τρίτη περίπτωση, που είχε «στο πίσω μέρος του μυαλού του», ήταν διάφορες εκδοχές σεναρίων επιστημονικής φαντασίας, τις οποίες δεν ήθελε με κανένα τρόπο να διευκρινίσει σε εκείνη τη συζήτηση. Φυσικό, αφού μόνο τη δικαιολογημένη θυμηδία των τηλεθεατών θα μπορούσαν να προκαλέσουν τέτοιου είδους ισχυρισμοί.

Όμως οι μέρες αναζήτησης του αεροσκάφους συνέχισαν να κυλούν βασανιστικά για τους συγγενείς των θυμάτων και ανησυχητικά για την παγκόσμια κοινή γνώμη.
Είκοσι τέσσερεις ώρες το εικοσιτετράωρο όλα τα διεθνή μέσα αφιέρωσαν άπειρο χρόνο στην αναμετάδοση πληροφοριών, εικόνων και απόψεων που στο σύνολο τους έχουν ένα κοινό παρανομαστή. Υπήρξαν γενικά ασαφείς, συγκεχυμένες, αλληλοσυγκρουόμενες.
Σαν τέτοιες είναι απολύτως φυσικό να συσκοτίζουν αντί να διαφωτίζουν την υπόθεση, να ανησυχούν αντί να καθησυχάζουν την κοινή γνώμη και να εξάπτουν αντί να χαλιναγωγούν την φαντασία.

Διανύοντας ήδη την έκτη μέρα από τη μοιραία εξαφάνιση εξακολουθεί να μην υπάρχει το παραμικρό εύρημα του χαμένου αεροσκάφους, αφού ήδη όλες οι μέχρι στιγμής σχετικές ανακοινώσεις, έχουν επισήμως διαψευσθεί.
Παραμένει μυστήριο η απώλεια του ίχνους του από όλα τα ραντάρ και τους λοιπούς επίγειους και διαστημικούς τρόπους παρακολούθησης κάθε γωνιάς του πλανήτη.

Και, σαν να μην έφθαναν αυτά, μια περίεργη πληροφορία από συγγενείς των θυμάτων ότι εξακολουθούσαν για ώρες μετά την εξαφάνιση να αντιδρούν θετικά στις κλήσεις τους τα κινητά τηλέφωνα των αγνοούμενων συγγενών τους, ήρθε για να καταρρίψει την κρατούσα θεωρία περί μεγάλης καταστροφικής έκρηξης στο αεροπλάνο.
Διότι αρχικά η κρατούσα περισσότερο ρεαλιστική γνώμη όπου συνέκλιναν οι εμπειρογνώμονες ήταν ότι είτε από μηχανική βλάβη είτε από τρομοκρατική ενέργεια μια τεραστίας διαστάσεως έκρηξη θα πρέπει να είχε κάνει συντρίμμια το αεροπλάνο στον αέρα. Ότι η έκρηξη αυτή ήταν τόσο απρόοπτη που δεν επέτρεψε στο πλήρωμα του αεροσκάφους να εκπέμψει οποιοδήποτε σήμα επείγουσας ανάγκης. Και ότι ήταν τόσο καταστροφική που αφ’ ενός κονιορτοποίησε το αεροσκάφος, αφ’ ετέρου κατέστρεψε ακόμη και «το μαύρο κουτί» και κάθε άλλη συσκευή αυτόματης εκπομπής σήματος.
Αυτή λοιπόν η σχετικά λογική και τουλάχιστον για την κοινή γνώμη επιστημονικά τεκμηριωμένη ερμηνεία της σπάνιας εξαφάνισης ανετράπη ανεπανόρθωτα από τις περί λειτουργίας των κινητών τηλεφώνων μαρτυρίες των θυμάτων.
Γιατί βεβαίως η κοινή λογική δεν μπορεί να εννοήσει τι είδους τρομακτική έκρηξη ήταν αυτή που λειτούργησε επιλεκτικά κονιορτοποιώντας τα πάντα εκτός των κατά τεκμήριον ευπαθών συσκευών κινητών τηλεφώνων;

Έτσι όσο περνούν οι μέρες και οι έρευνες παραμένουν άκαρπες και όσο συνεχίζεται η αδυναμία των αρμόδιων αρχών να προσφέρουν σοβαρές πληροφορίες και αξιόπιστες απαντήσεις στα εύλογα ερωτηματικά των συγγενών και όχι μόνον, τόσο θα δημιουργείται έδαφος για παραφιλολογία και μεταφυσικές φαντασιώσεις.
Γιατί όπου δεν μπορεί να απαντήσει η επίσημη επιστήμη, εκεί δημιουργούνται κενά που αρχαιόθεν επιχειρεί να καλύψει η μεταφυσική και παλαιόθεν η επιστημονική φαντασία.
Είναι λοιπόν πλέον ή βέβαιο πως στο επόμενο διάστημα γύρω από την μυστηριώδη εξαφάνιση της πτήσης ΜΗ370 θα υπάρξει κύμα θεωριών, που θα την κατατάσσουν σε μια πλειάδα άλλων περιπτώσεων, που μέχρι σήμερα παραμένουν ανεξιχνίαστες.

Πεδίο δόξης λαμπρόν φαίνεται πως ανοίγεται για τους οπαδούς του Ντένιγκεν, τους ερευνητές του τριγώνου των Βερμούδων, τους θιασώτες της ιστορίας του πειράματος της Φιλαδέλφειας.  
Οι εξωγήινοι, ο συνδυασμός μυστηριωδών σκοτεινών δυνάμεων και φυσικών φαινομένων ή μυστικά στρατιωτικά πειράματα ευθύνονται για την παράξενη εξαφάνιση του αεροσκάφους και των άμοιρων πολυάριθμων επιβατών του; Διαλέξτε και πάρτε…
Αυτό, που τις πρώτες μέρες ήταν «στο πίσω μέρος του μυαλού» του συμπαθούς ηλικιωμένου εμπειρογνώμονα, προβλέπεται να έρθει γρήγορα στο προσκήνιο.
Μακάρι, πρώτα και κύρια για τους δυστυχείς αγνοούμενους και τους συγγενείς τους, να υπάρξει γρήγορα αίσιο αποτέλεσμα και να μη καταλήξει αυτή η υπόθεση ανεξιχνίαστος φάκελλος του τριγώνου της Μαλάκας ή χειρότερα του πειράματος της Κουάλα Λουμπούρ.

Γιατί αν στο αμέσως επόμενο διάστημα δεν υπάρξει πρόοδος στις έρευνες. Αν η σιωπή ή πολύ περισσότερο οι απαντήσεις των αρμοδίων αρχών αυξάνουν αντί να μειώνουν τα ερωτηματικά των συγγενών. Αν οι απανταχού ειδικοί και εμπειρογνώμονες αδυνατούν να παράσχουν σοβαρές εξηγήσεις για την υπόθεση.
Η εμπλοκή των πάσης φύσεως ευφάνταστων «ερευνητών» θα είναι αναπόφευκτη.


Και γιατί όχι άλλωστε….?

Δευτέρα 10 Μαρτίου 2014

Η πολύφερνη «κεντροαριστερά» και οι καγκουρομνηστήρες…



Ο όρος κεντροαριστερά έχει τη ίδια πολιτική αξία όση έχουν και οι όροι σοσιαλδημοκρατία ή εθνικοσοσιαλισμός. Τουτέστιν καμία απολύτως.
Και στις τρείς αυτές περιπτώσεις, και όχι μόνο, πρόκειται απλώς για ονοματολογικούς εξωραϊσμούς ανομολόγητων πολιτικών στόχων προκειμένου να ξεγελασθούν οι μάζες και να εγκλωβισθούν σε ψευδεπίγραφα πολιτικά σχήματα, τα οποία ανερχόμενα στην εξουσία κινούνται μονίμως σε κυβερνητικές κατευθύνσεις εκ διαμέτρου αντίθετες με τις προεκλογικές τους ρητορίες.

Δεν χρειάζεται ιδιαίτερη νοημοσύνη για να αντιληφθεί κανείς ότι ο όρος «εθνικοσοσιαλισμός» θεωρητικά και πρακτικά αποτελεί μνημείο οξύμωρου σχήματος, μιας που ο σοσιαλισμός είναι απόλυτα ανθρωποκεντρικός χωρίς διακρίσεις οποιουδήποτε είδους. Αντίθετα με τον απόλυτο ρατσισμό που χαρακτηρίζει  τον υποκρυπτόμενο φασιστικό ιδεολογικό πυρήνα του εθνικοσοσιαλισμού αποκλείονται και στοχοποιούνται μεγάλες ομάδες του πληθυσμού (αλλοεθνείς, ετερόδοξοι, ομοφυλόφιλοι, ιδεολογικοί αντιπάλοι κ.λ.π) και ο εθνικοσοσιαλισμός παύει να είναι σοσιαλισμός, ο δε προβαλλόμενος εθνικισμός του πόρρω απέχει από τον πατριωτισμό, όπως σε κάθε κρίσιμη ιστορική στιγμή αποδείχθηκε.

Παρομοίως και η περίφημη «σοσιαλδημοκρατία» αποτελεί ένα ανούσιο λεκτικό πλεονασμό. Οι έχοντες μικρή γνώση των πολιτικών θεωριών γνωρίζουν καλά ότι ούτως ή άλλως ο σοσιαλισμός είναι σύμφυτος με την έννοια  της δημοκρατίας και επομένως παρέλκει η οποιαδήποτε ονοματολογική σύνθεση των δύο αυτών όρων. Διότι απλούστατα ο σοσιαλισμός είναι η πεμπτουσία της άσκησης της εξουσίας από την δημοκρατικά δομημένη, διαβουλευόμενη, συναποφασίζουσα και εν τέλει διακυβερνώσα κοινωνία. Ενώ ιστορικά έχει αποδειχθεί στην πράξη, ότι όπου επικράτησαν «σοσιαλδημοκρατικές» δυνάμεις, η κοινωνία παρέμεινε στη γωνία, η δημοκρατία υπέστη πλήθος περιορισμών και οι εφαρμοζόμενες πολιτικές ελάχιστα διαφοροποιήθηκαν από τις αντίστοιχες «φιλελεύθερες».

Ειδικότερα δε στην Ευρωπαϊκή Ένωση ο βίος κι η πολιτεία των αυτοαποκαλούμενων «σοσιαλδημοκρατικών» κομμάτων υπήρξε ιδιαίτερα «αμαρτωλός».
Στην πράξη σε κυβερνητικό επίπεδο τα κόμματα αυτά εφάρμοσαν απαρέγκλιτα τις κεντρικές εντολές του Ευρωπαϊκού Διευθυντηρίου παρουσιάζοντας συνήθως μεγαλύτερη αποτελεσματικότητα στην επιβολή αντιλαϊκών μέτρων  από τα «αντίπαλά» τους φιλελεύθερα κόμματα.
 Σε προσωπικό δε επίπεδο τα πολιτικά τους στελέχη διεπλάκησαν εξ ίσου ισχυρά και παραβατικά με τις κατά τόπους ομάδες συμφερόντων, αλλά και με μεγάλους οικονομικούς παράγοντες του εξωτερικού.
Έτσι αφού στο διάστημα 1990-2000 αμαύρωσαν τη εικόνα του εφηρμοσμένου στη Δυτική Ευρώπη σοσιαλισμού, κατάφεραν στην επόμενη δεκαετία 2000-2010 να ξευτιλίσουν και την ψευδεπίγραφη έννοια της λεγόμενης σοσιαλδημοκρατίας, με αποκορύφωμα την ταύτισή της με τις πλέον σκληρές νεοφιλελεύθερες πολιτικές. 
Και τέτοια υπήρξε η αναισχυντία της Ευρωπαϊκής Σοσιαλδημοκρατίας, που δε δίστασε επί των ημερών μας να συγκυβερνήσει με τα συντηρητικά κόμματα. Αποδεχόμενη το ρόλο του κυβερνητικού κομπάρσου που αποτελεί το αναγκαίο δεκανίκι του κατά τόπους κυβερνώντος δεξιού κόμματος και αρκούμενη σε πολιτική και οικονομική ικανοποίηση της κομματικής της νομεγκλατούρας  και σε στοιχειώδη επαγγελματική κάλυψη της εκλογικής της πελατείας.

Βεβαρημένη λοιπόν με σωρεία θεσμικών παραβιάσεων, κινούμενη τα τελευταία χρόνια στον αστερισμό των μνημονίων και εφαρμόζοντας σκληρά προγράμματα λιτότητας και εσωτερικής υποτίμησης. Πρωτοστατώντας σε ραγδαία εξαθλίωση των λαϊκών μαζών, οικονομική εξόντωση της λεγόμενης μεσαίας τάξης, βιβλική καταστροφή των παραγωγικών υποδομών, ρευστοποίηση κάθε είδους δημόσιας περιουσίας και  σε παραχώρηση κάθε στοιχείου εθνικού πλούτου σε εξωχώριους δανειστές και πολυεθνικές. Η ευρωπαϊκή σοσιαλδημοκρατία δεν είναι απλώς βαρύτατα εκτεθειμένη στα μάτια του μέσου Ευρωπαίου ψηφοφόρου. Έχει διαρρήξει πλήρως τη σχέση της με τα κοινωνικά στρώματα, που ιστορικά αποτέλεσαν την μήτρα δημιουργίας της και την διαχρονική βάση εκλογικής της δύναμης.

Σε άλλες εποχές  ο κος Σουλτς θα ήταν ο αδιαφιλονίκητος νικητής των επερχόμενων ευρωεκλογών στην βάση και μιας άτυπης συμφωνίας κυρίων, που προβλέπει την εναλλαγή των δύο μεγάλων ευρωπαϊκών ομάδων (σοσιαλιστικής και συντηρητικής) στις θεσμικές θέσεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Τώρα, εξ αιτίας της κρίσης και της πολιτικής αναλγησίας που πρυτάνευσε στην διαχείρισή της, μια αξιοπρεπής ήττα θα μπορούσε να είναι ένα καλό αποτέλεσμα για τους σοσιαλδημοκράτες καθώς και για τους συντηρητικούς συνεταίρους τους.

Τα πράγματα όμως είναι ακόμη χειρότερα για την ντόπια σοσιαλδημοκρατία και τους εγχώριους αντιπροσώπους της. Κόμματα όπως το ΠΑΣΟΚ και η ΔΗΜΑΡ, αλλά και πολιτικά στελέχη, που συμμετείχαν σε μνημονιακές κυβερνήσεις ή ερωτοτρόπησαν μ’ αυτές παντοιοτρόπως, βρίσκονται πλέον μπροστά στο φάσμα της απόλυτης εκλογικής συντριβής.
Μια τέτοια δε ορατή εξέλιξη είναι σφόδρα πιθανό να συνεπιφέρει και δυσάρεστες δικαστικές περιπέτειες σε μια σειρά από πρωτοκλασάτα στελέχη αυτών των κομμάτων, που ευλόγως ανησυχούν πως η όψιμη νομοθεσία περί μη καταλογισμού ευθυνών σε διαχειριστές δημόσιας περιουσίας δύσκολα θα αποτελέσει σοβαρή ασπίδα δικανικής τους προστασίας.

Το αδήριτο προσωπικό υπαρξιακό τους πρόβλημα, που κλήθηκαν ως εκ τούτου να λύσουν οι παντοειδείς «σοσιαλδημοκράτες», ήταν πώς θα αποφύγουν την κομματική και προσωπική εκλογική συντριβή. Δεν άργησαν να συνειδητοποιήσουν, ότι για να το πετύχουν, θα έπρεπε όχι απλώς να θυσιάσουν τα κομματικά τους «μαγαζάκια», αλλά να βρούν και μια νέα ιδεολογική φενάκη, μιας και η παλιά σοσιαλδημοκρατική τους «προβιά»  είχε γίνει κουρέλι.

Το να σχίσουν τις κομματικές τους ταυτότητες και να παραμερίσουν τις μέχρι πρότινος υπερφίαλες προσωπικές τους φιλοδοξίες ήταν αναπόφευκτο. Η πλειοψηφία από τα γκρουπούσκουλα και τις κατ’ ιδίαν «προσωπικότητες» δεν άργησαν να το κατανοήσουν.
Εκεί που δυσκολεύθηκαν περισσότερο φαίνεται πως ήταν η επιλογή της ιδεολογικο-πολιτικής δηθενιάς.
 Εκτιμώντας ορθά ότι εξ αιτίας της λιτότητας και των μνημονιακών αθλιοτήτων η εκλογική μάζα ριζοσπαστικοποιείται στρεφόμενη προς τα αριστερά, εφηύραν την «κεντροαριστερή» τιποτολογία. Μια έννοια κενή ουσιαστικού περιεχομένου, πέραν ίσως του τοπικού προσδιορισμού της θέσεως βουλευτικών εδράνων ανά τα βουλευτήρια της Ευρωπαϊκής ηπείρου.

 Άρχισαν λοιπόν να συνέρχονται, να συσκέπτονται και να ομιλούν για την «επανίδρυση της κεντροαριστεράς». Γρήγορα όμως κατάλαβαν ότι οι μεγαλεπήβολες παπαρολογίες τους δεν έπειθαν κανένα, διότι εκτός των άλλων τα αριστερόστροφα στελέχη χωρίς σκελετούς στο ντουλάπι και οι αντίστοιχοι ψηφοφόροι δεν είχαν καμιά διάθεση να ρισκάρουν σε αμφιβόλου ποιότητας μνημονιακούς σχηματισμούς. Εκτός του ότι ακόμη και στην υποκριτική χρήση του όρου αριστερά, έστω και εν συνθέσει με απολίτικα προσδιοριστικά στοιχεία, μεγάλη μερίδα των αναγκαίων συνδαιτυμόνων πάθαινε  ενός είδους πολιτική αλλεργία.

Έτσι το μεγαλύτερο ποσοστό των «επώνυμων» στελεχών με κύριο κορμό το εν πολλαίς αμαρτίαις περιπεσόν ΠΑΣΟΚ κατάφεραν να βολευθούν κάτω από την τετριμμένη ταμπέλα της «Δημοκρατικής Παράταξης», η οποία ιδεολογικά και πολιτικά δεν παραπέμπει πουθενά. 
Στην καλλίτερη δε περίπτωση αποτελεί μια ξεπερασμένη πολιτική «κουρελού» κάτω από την οποία μπορούν να κρυφθούν όπως-όπως η ανυπαρξία πολιτικής πλατφόρμας και στρατηγικής, τα λάθη και οι παραλήψεις, οι προσωπικές φιλοδοξίας και τα ενοχικά σύνδρομα των ετερόκλητων εταίρων.

Στερούμενοι δε και στοιχειώδους φαντασίας οι μικρού βεληνεκούς πρωτεργάτες της εν λόγω κίνησης υιοθέτησαν ακρίτως και τον διακριτικό τίτλο της ΕΛΙΑΣ. Τίτλο που δεν αποτελεί κάποιου είδους εννοιολογική ακροστιχίδα κατά τα ειωθότα, αλλά είναι μια δάνεια κενή περιεχομένου ξενόφερτη ονομασία, που ουδόλως συνδιαλέγεται με την ιδιοσυγκρασία του μέσου Έλληνα ψηφοφόρου και κυρίως ουδόλως απεικονίζει διαλεκτικά τις υποκειμενικές τάσεις των δεδομένων αντικειμενικών συνθηκών της παρούσης ιστορικής συγκυρίας.   

Είναι ηλίου φαεινότερο ότι αυτός ο σχηματισμός δεν αποτελεί ομοιογενή παράταξη, αλλά απλώς μια συγκυριακή συμπαράταξη ετερόκλητων φιλομνημονιακών στοιχείων, την ανάγκη φιλοτιμία ποιούμενων, για προφανείς λόγους πρόσκαιρης εκλογικής σκοπιμότητος. 
Και είναι ακόμη προφανέστερο ότι στις παρούσες συνθήκες η «δημοκρατία» είτε ως εσωκομματική οργανωτική διαχείριση είτε ως πολιτειακή δομή δεν αποτελεί το κυρίαρχο αίτημα των ψηφοφόρων, που θέτουν ευλόγως άλλου τύπου και επιπέδου υπαρξιακά ζητήματα στις επερχόμενες εκλογές.
Ζητήματα που αναφέρονται στην ατομική, οικογενειακή και εθνική τους επιβίωση. 

Ζητήματα που αναπότρεπτα παρά τις φιλότιμες προσπάθειες διαφόρων ευρωπαϊκών και εγχώριων κύκλων καθιστούν μη πειστικά έως φαιδρά τα εγχειρήματα κάλυψης του λεγόμενου «κενού» στο χώρο της κεντροαριστεράς.
Πρώτον γιατί ο όρος κεντροαριστερά είναι ο ίδιος ένα άχρηστο κέλυφος κενό ιδεολογίας και με πολλούς «σκελετούς στο ντουλάπι».
Δεύτερον διότι η αριστερά γενικώς δεν παρουσιάζει κανένα κενό βρίθουσα πέραν του ΣΥΡΙΖΑ από πολλές άλλες κομματικές συλλογικότητες και διαθέτουσα πληθώρα προσωπικοτήτων αμόλυντων πολιτικά, αν μη τι πλέον.
Τρίτον διότι το «Κέντρο» ως πολιτική πλατφόρμα και ως παράταξη απέθνηξε  ανεπιστρεπτί μετά τον αείμνηστο Ζίγδη και πολλώ μάλλον κανένα περιθώριο αναβίωσής της δεν δίνει η πόλωση που νομοτελειακά δημιουργούν η λιτότητα και οι αντικοινωνικές πολιτικές των μνημονίων.
Τέταρτον διότι τόσο τα κόμματα (ΠΑΣΟΚ,ΔΗΜΑΡ), που έχουν στηρίξει τις μνημονιακές πολιτικές, όσο και τα διάφορα στελέχη που εμφανίζονται να αναλαμβάνουν τις σχετικές πρωτοβουλίες, ακόμη και οι από δήθεν παρθενογένεση προκύπτοντες από το πουθενά εκλεκτοί γνωστών δημοσιογραφικών οργανισμών, είναι αδύνατον να κερδίσουν την εμπιστοσύνη των υποψιασμένων ψηφοφόρων.

Έχοντας βιώσει στο πετσί του επί πέντε χρόνια τα ψέματα και την κοινωνική αναλγησία των υποστηρικτών των μνημονίων, ο μέσος ψηφοφόρος στέκεται πλέον κριτικά και καχύποπτα απέναντι σε όψιμα συγκυριακά μορφώματα τύπου «ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΚΗΣ ΕΛΙΑΣ», «ΤΡΙΤΟΥ ΠΟΛΟΥ», «ΠΟΤΑΜΙΟΥ» και τα τοιαύτα. Ιδιαίτερα δε οι πρωταγωνιστές τους, οι πλείστοι των οποίων έχουν «λερωμένη τη φωλειά τους» είτε λόγω συμμετοχής σε μνημονιακές κυβερνήσεις, είτε λόγω τυχοδιωκτικών μετακινήσεων σε διάφορα κατά καιρούς κόμματα, είτε λόγω μακράς επαγγελματικής τους θητείας σε φιλομνημονιακά ΜΜΕ, αδυνατούν παντελώς να περιβληθούν την εικόνα του ανιδιοτελούς σωτήρα.

Αντίθετα στις περισσότερες των περιπτώσεων οι χαροκαμένοι ψηφοφόροι τους αντιλαμβάνονται ως πολιτικούς σαλτιμπάγκους, ένα νεοφανές είδος πολιτικού κάγκουρα, που διακρίνεται από ιδεολογική άνοια, πολιτική ασυνέπεια, ρητορική μπουρδολογία, απίθανη αναισχυντία και απέραντη ιδιοτέλεια.

Και σαν τέτοιους αναμφίβολα θα τους «τιμήσει» δεόντως στις επερχόμενες εκλογές, όπου προς μεγάλη λύπη του Ευρωπαϊκού Διευθυντηρίου, των ιθαγενών κυβερνητικών παρατρεχάμενων και των καθεστωτικών ΜΜΕ, το διακύβευμα σε όλη την Ευρώπη και εις τα καθ’ ημάς θα είναι ναι η όχι στη συνέχιση των μνημονιακών πολιτικών λιτότητας, οικονομικής εξαθλίωσης και εθνικής υποτέλειας…