Δευτέρα 30 Μαΐου 2011

Η ΓΕΝΙΑ ΤΗΣ ΠΛΑΤΕΙΑΣ: Αγανακτήστε, είναι μεταδοτικό….


Οι προπαππούδες τους ήταν η γενιά του 40.

Παππούδες τους υπήρξε η γενιά του 114.

Οι γονείς τους ανήκουν στην γενιά του Πολυτεχνείου.

Οι ίδιοι φαίνεται ότι προορίζονται να γράψουν ιστορία ως η γενιά της Πλατείας.

Πρόκειται για την αδικημένη γενιά των πρώην 700 ευρώ, που έχουν γίνει ήδη 400 και κάτω με σαφή τάση μηδενισμού.

Οι προηγούμενες γενιές γούρμασαν σε αντίξοες συνθήκες, ονειρεύθηκαν ένα καλύτερο κόσμο, πολέμησαν για λευτεριά, ψωμί, παιδεία, ελευθερία και εν πολλοίς τα κατάφεραν να ζήσουν μερικές στιγμές ατομικών και συλλογικών-εθνικών επιτυχιών.

Στις προηγούμενες γενιές υπήρχε στέρηση υλικών μέσων, αλλά περίσσευαν οι ιδεολογικοί οραματισμοί.

Για την καινούργια γενιά ο καταναλωτισμός ήταν το προωθούμενο υποκατάστατο αντί οποιασδήποτε άλλης ιδεολογίας.

Και ενώ υπό μία έννοια η καινούργια γενιά ξεκίνησε με τις λαμπρότερες των προϋποθέσεων, αιφνιδίως της απαγόρευσαν να ελπίζει, να χαμογελά και να ονειρεύεται.

Πολυεθνικοί κερδοσκόποι, υπερεθνικές γραφειοκρατίες και πειθήνιες πολιτικές μαριονέτες πίστεψαν και ίσως εξακολουθούν να πιστεύουν, ότι μπορούν να πειθαναγκάσουν αυτή τη γενιά να υπομείνει την απίστευτη βαρβαρότητα, που έχουν σκηνοθετήσει στον πλανήτη.

Αυταπατώνται.

Δεν υπάρχει ιστορικό προηγούμενο όπου η νεολαία να αποδέχεται αμαχητί την αδικία, τον αυταρχισμό, τον κοινωνικό αποκλεισμό, την εξαθλίωση.

Με έκπληξη διαπιστώνουν ότι η μαζική πλύση εγκεφάλου των διεθνών ΜΜΕ δεν είχε τα προσδοκώμενα αποτελέσματα.

Νόμιζαν ότι κατασκευάζουν μια εύκολα διαχειρήσιμη απολίτικη γενιά της καλοπέρασης, της ανεμελιάς, της νωθρότητας. Μια γενιά απομονωμένη, χαμένη στο λαβύρινθο της ηλεκτρονικής εικονικής πραγματικότητας.

Πλάνη οικτρά!

Ανακαλύπτουν με δέος ότι η νεολαία δεν παραπλανάται, δεν ευνουχίζεται , δεν συμβιβάζεται.

Δεν χάνει το πολιτικό της αισθητήριο, αλλά αντιθέτως οξύνει το πολιτικό της κριτήριο και για αυτό ενώ αποστρέφεται τα μεταλλαγμένα κόμματα και τις ανάξιες πολιτικές ηγεσίες τους, δεν αποστασιοποιείται από την πολιτική.

Τουναντίον απαιτεί να έχει τον πρωτεύοντα ρόλο, που της ανήκει στην χάραξη και άσκηση της πολιτικής, που την αφορά.

Μετατρέπει τους ηλεκτρονικούς υπολογιστές, από μέσα ατομικής απομόνωσης σε εργαλεία κοινωνικής συνεννόησης και πολιτικής συναντίληψης.

Αντιλαμβάνεται την παγκοσμιοποίηση ως μοντέλο διάδοσης της φτώχειας και της οικονομικής εξαθλίωσης.

Αντιλαμβάνεται ότι αυτό, που άρχισε στην Ελλάδα και επεκτάθηκε στην Ιρλανδία, την Πορτογαλία, την Ισπανία, σύντομα θα κτυπήσει την πόρτα και των υπόλοιπων χωρών της Ευρώπης.

Αντιλαμβάνεται ότι κερδοσκόποι, τεχνοκρατικές γραφειοκρατίες και επαγγελματίες πολιτικοί, που ενδιαφέρονται για την βιωσιμότητα των χρεών και όχι για την επιβίωση των λαών, είναι ικανοί μόνο να οδηγήσουν τον πλανήτη στην απόλυτη ερήμωση.

Αγανακτούν, εγκαταλείπουν τον εφησυχασμό, γυρνούν την πλάτη στις πλαστές δευτερεύουσες αντιθέσεις (ιδιωτικοί υπάλληλοι εναντίον δημοσίων, χαμηλόμισθοι εναντίον «ρετιρέ», αγρότες εναντίον φορτηγατζήδων, γιατροί εναντίον ασφαλισμένων και τα τοιαύτα) βγαίνουν στις πλατείες, παραμερίζουν τους διαβρωμένους κομματικούς και συνδικαλιστικούς μηχανισμούς και διεκδικούν το δημοκρατικό αυτονόητο.

Τίποτε περισσότερο από αυτό που τους υποσχέθηκε ο κος Παπανδρέου, αλλά και οι άλλοι Ευρωπαίοι ομόλογοί του, προεκλογικά:

Δημόσια διαβούλευση, συμμετοχή στις αποφάσεις που τους αφορούν, ισότητα, δικαιοσύνη, εργασία, αξιοπρέπεια.

Είναι οι γνήσιοι απόγονοι της γενιάς του σαράντα, της γενιάς του ένα-ένα τέσσερα, της γενιάς του πολυτεχνείου.

Το πολιτικό κατεστημένο της Ευρώπης αδυνατεί να αντιληφθεί ή δεν θέλει να παραδεχθεί την πραγματικότητα.

Ευελπιστεί ότι το κίνημα της «πλατείας» θα εκτονωθεί, θα φυλλορροήσει, στην ανάγκη θα αντιμετωπισθεί με γκλομπς και δακρυγόνα.

Πρόκειται δυστυχώς για μια γενιά πολιτικών γραφειοκρατών, που οφείλει την ύπαρξή της στα ΜΜΕ, δεν έχει άμεση επαφή με τις Ευρωπαϊκές κοινωνίες, κινείται σαν μια χαζοχαρούμενη παρεούλα μεταξύ συνεδριάσεων και δεξιώσεων και συνεπώς αδυνατεί να κατανοήσει τις ταξικές αντιθέσεις, τους μηχανισμούς της αγοράς, τα κοινωνικά ρεύματα.

Παρότι ομολογούν ότι το πρόβλημα της Ελλάδος, της Ιρλανδίας, της Πορτογαλίας δεν είναι δικό τους πρόβλημα, αλλά πρόβλημα της Ευρώπης, του Δυτικού κόσμου, της Παγκόσμιας οικονομίας, δεν κατανοούν ότι το ντόμινο της οικονομικής δυσπραγίας θα οδηγήσει σε ντόμινο κινήματος αγανακτισμένων σε όλες τις ευρωπαϊκές χώρες.

Πολύ περισσότερο στερούμενοι εμπειριών αδυνατούν να προβλέψουν, ότι τα κινήματα αυτά σύντομα θα γνωρίσουν πρωτόφαντη μαζικότητα, θα αυτοοργανωθούν κατά χώρα, θα διασυνδεθούν διακρατικά και πολύ γρήγορα θα αναδείξουν νέες ηγετικές προσωπικότητες, που θα διεκδικήσουν σθεναρά την εξουσία.

Όπως γράψαμε και άλλη φορά, αντίθετα από ότι υποστηρίζεται, στην Δημοκρατία υπάρχουν αδιέξοδα, ιδιαίτερα όταν αυτοαναιρείται παρουσιάζοντας τα απύθμενα συμπτώματα σήψης και παρακμής, που βιώνουμε σήμερα.

Στην ιστορία, όμως δεν υπάρχουν αδιέξοδα.

Η ιστορία πάντα προχωράει μπροστά μέσα από μαζικές κινητικότητες, που στέλνουν στον σκουπιδοτενεκέ τις ξεπερασμένες μορφές εξουσίας και τις ξοφλημένες ηγεσίες και αναδεικνύοντας νέες, ικανές να ανταποκριθούν στις απαιτήσεις των καιρών.

Αυτή είναι η ονομαζόμενη ιστορική νομοτέλεια, που ελέγχεται και κινείται μέσα από την εξέλιξη-ωρίμανση των λεγόμενων αντικειμενικών και υποκειμενικών συνθηκών.

Απέναντι λοιπόν σ’ αυτά τα ιστορικά νομοτελειακά δρώμενα των ευρωπαϊκών και όχι μόνο κινημάτων της «πλατείας», πρωτοκλασάτοι Ευρωπαίοι καρεκλοκένταυροι προσπαθούν να περισώσουν εαυτούς προωθώντας μια αφελή συνταγή κρατικής καταστολής, εκλογικών συστημάτων υπερενισχυμένης αναλογικής (όρα ιδέα κου Πάγκαλου) και διακομματικής κυβερνητικής συνεργασίας μεταξύ αποστεωμένων και παλιομοδίτικων κομμάτων.

Μάταιος κόπος.

Το κίνημα των «αγανακτισμένων» είναι πολύ σοβαρή υπόθεση για να αντιμετωπισθεί με τόση φαιδρότητα.

Είναι η μαζική κίνηση της σημερινής γενιάς, προς το ιστορικό της πεπρωμένο. Κοντά σ’ αυτούς θα συστρατευθούν οι γονείς, οι παππούδες, τα παιδιά τους.

Αν δεν αρθούν οι αιτίες, που προκαλούν την αγανάκτηση της, αν δε ικανοποιηθούν τα αιτήματά της, σύντομα θα πάρει την μορφή χιονοστιβάδας.

Και όπως κι άλλοτε έχουμε πει όταν ξεκινήσει η χιονοστιβάδα τίποτε δεν μπορεί να αντέξει στο διάβα της και ο μόνος τρόπος να γλιτώσει κανείς είναι να παραμερίσει.

Όπως ακριβώς δηλώνουν σε όλους τους τόνους οι αγανακτισμένοι Ευρωπαίοι, που συγκεντρώνονται κατά χιλιάδες στις πλατείες, οι λαοί της Ευρώπης έχουν πλέον ξυπνήσει.

Αν οι προφανώς στερούμενοι πολιτικής οξυδέρκειας Ευρωπαίοι ηγέτες διαθέτουν τουλάχιστον στοιχειώδες ένστικτο πολιτικής αυτοσυντήρησης, καλά θα κάνουν να ξυπνήσουν και εκείνοι και να σπεύσουν να συμπορευθούν.

Αν δεν το πράξουν εγκαίρως, φοβούμαι ότι οι προηγούμενες γενιές κλήθηκαν να αγωνισθούν για να αλλάξουν τον κόσμο, αλλά η παρούσα γενιά σύντομα θα υποχρεωθεί να τον ανατρέψει…

Τρίτη 24 Μαΐου 2011

Στην πολιτική ο πατριωτισμός αρχίζει εκεί που τελειώνει η λογική.

Με την πρόφαση της θρησκευτικής ευλάβειας, έχουν διαπραχθεί κατά καιρούς τεράστιες ανηθικότητες, στο όνομα της δικαιοσύνης έχουν συντελεσθεί απίθανες αδικίες και όσο πιο έντονη είναι η επίκληση του πατριωτισμού από τους εκάστοτε κυβερνώντες, τόσο μεγαλύτερες είναι ιστορικά οι προκαλούμενες εθνικές καταστροφές.

Καθηγητές της πατριδοκαπηλίας αναδείχθηκαν στο πρόσφατο παρελθόν οι δικτάτορες συνταγματάρχες με κατάληξη την οπισθοδρόμηση της χώρας και την εθνική τραγωδία της Κύπρου.

Και είναι απολύτως βέβαιο ότι οι πατριωτικές κορώνες αποτελούν προπέτασμα καπνού πίσω από το οποίο συνήθως επιχειρείται η απόκρυψη της έλλειψης λογικών επιχειρημάτων για την προώθηση αντιλαϊκών πολιτικών.

Θλιβερό λοιπόν να το επισημαίνουμε, αλλά μάλλον αποτελεί μια πικρή αλήθεια για τις πρόσφατες δηλώσεις του κου Πρωθυπουργού στο Υπουργικό Συμβούλιο, ότι αδυνατώντας να δικαιολογήσει τα αδικαιολόγητα επιστράτευσε το παλιομοδίτικο επιχείρημα της άκρατης πατριδολογίας.

Προφανώς ούτε το ένδοξο οικονομικό επιτελείο, ούτε οι ορδές των εγχώριων και εξωτικών πολυτελών οικονομικών συμβούλων είναι πλέον ικανοί να ανεύρουν την παραμικρή λογική δικαιολογία για την απόλυτη αστοχία της μέχρι σήμερα εφαρμοσθείσας οικονομικής πολιτικής. Προφανέστατα δεν έχουν κανένα λογικό επιχείρημα για την επιμονή στην μεθοδολογία της φοροεπιδρομής, της καταλήστευσης των μικρομεσαίων εισοδημάτων, της απελπιστικής ακρίβειας, που αντί να αντιμετωπίζει το δημοσιονομικό πρόβλημα, βαθαίνει την ύφεση και επιταχύνει την ολική καταστροφή της εγχώριας αγοράς και εντεύθεν της εθνικής οικονομίας.

Και ο παραλογισμός έχει προσβάλει δυστυχώς το σύνολο του πολιτικού μας κόσμου, αφού για άλλη μια φορά υποτίθεται ότι προσέρχονται οι πολιτικοί αρχηγοί σε συνάντηση με τον Πρωθυπουργό προκειμένου να συζητήσουν και να παράσχουν την συναίνεσή τους σε μέτρα «εξόδου από την κρίση», ενώ ήδη την προηγούμενη μέρα όλα αυτά έχουν προαποφασισθεί από το Υπουργικό Συμβούλιο και συνιστούν γενικώς μια πολιτική με τον οποία όλοι τους εκ προοιμίου διαφωνούν οριζοντίως και καθέτως.

Ποιά λογική υπάρχει στην ερμηνεία των ευρημάτων των δημοσκοπήσεων, όπου η συντριπτική πλειοψηφία δηλώνει δυσαρεστημένη από την εφαρμοζόμενη κυβερνητική πολιτική, αλλά τα δημοσιογραφικά παπαγαλάκια αντιλαμβάνονται ότι οι πολίτες δυσανασχετούν γιατί οι Υπουργοί καθυστερούν την εκτέλεση των εντολών των δανειστών μας;

Ποια λογική υπάρχει να διατείνεται ο Υπουργός Οικονομικών πως αν δεν μας χορηγηθεί η πέμπτη δόση θα προκύψει στάση πληρωμών των μισθών και των συντάξεων, όταν γνωρίζει πλέον και «η κουτσή Μαρία», ότι τα περιβόητα 110 δις του μνημονίου εξαντλούνται ολοσχερώς και αποκλειστικά στην πληρωμή τοκοχρεολυσίων; Όταν είναι επίσης γνωστό ότι και το επόμενο υπό συζήτηση πακέτο «στήριξης» προορίζεται ακριβώς για την εξυπηρέτηση των πρόσθετων χρεών, που δημιουργεί ο πρόσφατος τοκογλυφικός δανεισμός από την επάρατη τρόικα και ακριβώς γι’ αυτό ασχολούνται οι Ευρωπαίοι μεγαλοεταίροι μας, οι οποίοι ενδιαφέρονται διακαώς για την «βιωσιμότητα» του Ελληνικού χρέους (όπως κυνικότατα δηλώνουν) και αδιαφορούν απολύτως για την βιωσιμότητα του μέσου («τεμπέλη») Έλληνα.

Δεν είναι παράλογο να μην αντιλαμβάνεται ο Υπουργός Οικονομικών αυτό, που αντιλαμβάνεται και ο πλέον ευήθης των Ελλήνων; Και δεν είναι ακόμη πιο παράλογο μεταξύ της πληρωμής τοκογλυφικών δανειακών υποχρεώσεων και της καταβολής μισθών και συντάξεων να προτιμά την ικανοποίηση των ξένων τοκογλύφων παρά την σίτιση των κατοίκων αυτού του τόπου;

Ο κόσμος λοιπόν τόχει τούμπανο ότι με την ακολουθούμενη πολιτική η Ελλάδα οδηγείται με μαθηματική ακρίβεια στην οικονομική καταστροφή και η κοινωνία μας σε πλήρη διάλυση και μόνο η Κυβέρνηση τόχει κρυφό καμάρι ότι επιτελεί το πατριωτικό της καθήκον .

Υπό αυτές τις συνθήκες και ανεξάρτητα από το τι θα πράξουν οι πολιτικοί αρχηγοί είναι μάλλον απίθανο να πεισθούν οι πεινασμένοι πολίτες να συναινέσουν στην δι’ ασιτίας εξόντωσή τους.

Και εν πάση περιπτώσει θα ήταν περισσότερο κατανοητό ως πατριωτικό καθήκον του κου Πρωθυπουργού και ως πλέον δόκιμο μέσο οικονομικής σωτηρίας της χώρας, αν μας καλούσε σε συστράτευση για την αποκάλυψη και τιμωρία των καταχραστών της δημόσιας περιουσίας και όχι για την εκποίηση των υπολειμμάτων της.

Δευτέρα 16 Μαΐου 2011

Υπόθεση Στρος Καν: Όπου φαίνεται ότι οι Νεοϋορκέζοι δεν εκτιμούν το Μεσογειακό ταμπεραμέντο.

Ρώτησα χθες ένα φίλο από την Λάρισα αν έμαθε τίποτε για τον Στρος Καν.

Και εκείνος μου απάντησε:

Ε! του λέει κι τόνομάτ ‘, η καμαριέρα πήγε να Στρωσ’, αλλά εκειός ήθλε να του Κάν’…!!!

Αν αληθεύουν έστω και ελάχιστα από αυτά που καταμαρτυρούνται εις βάρος του Διευθυντού του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου, τότε ο κος Στρος Καν χρήζει αν μη τι άλλο επείγουσας ψυχιατρικής θεραπείας.

Διότι το «σπορ της παρενόχλησης της καμαριέρας» ( ή της οικιακής βοηθού) είναι τόσο παλιό και τόσο διαδεδομένο στις δυτικές κοινωνίες, που αποτελεί ως γνωστόν συνηθισμένο θέμα έμπνευσης τόσο για μεγάλους θεατρικούς συγγραφείς και κλασικούς λογοτέχνες, όσο και για φθηνούς σεναριογράφους και πεζογράφους ιστοριών ευρείας λαϊκής κατανάλωσης.

Ας μη λησμονούμε ότι στοιχεία συναισθηματικής εμπλοκής πλουσίου εξουσιαστή με πτωχή οικιακή βοηθό εμπεριέχει υπό μία έννοια και ο πασίγνωστος και διεθνώς δημοφιλής μύθος της συμπαθητικής Σταχτομπούτας.

Οι Δυτικές λοιπόν κοινωνίες είναι παιδιόθεν εξοικειωμένες στην ιδέα ότι αυτό μπορεί να συμβαίνει, υπό την προϋπόθεση ότι δεν εκφεύγει κάποιων ορίων στοιχειώδους κοινωνικής ευπρέπειας, τα οποία ποικίλουν μεν από εποχή σε εποχή και από χώρα σε χώρα, αλλά σε γενικές γραμμές προϋποθέτουν την στοιχειώδη εξασφάλιση της ανοχής του θύματος, ώστε τα δρώμενα και τα συμβαίνοντα να μην βλέπουν το φως της δημοσιότητας.

Αν λοιπόν ένας άνθρωπος 62 χρονών τέτοιου επιπέδου μορφώσεως, τόσο μεγάλου πολιτικού βεληνεκούς και τόσο πλούσιος δεν καταφέρνει να συγκρατήσει τις ούτως ή άλλως εκ φύσεως περιορισμένες βιολογικές του ορέξεις, ώστε να του δοθεί ο χρόνος να κάμψει διά της πειθούς ή δι’ άλλων ειρηνικών πρόσφορων μεθόδων τις αντιστάσεις του υποκειμένου της επιθυμίας του και καταφεύγει σε βιαιοπραγίες, τότε είναι προφανές ότι δεν έχουμε απλώς αντικοινωνική αλλά μάλλον ψυχασθενική συμπεριφορά.

Αυτά όμως είναι θέματα, που οφείλει να διαλευκάνει η αμερικανική αστυνομία και δικαιοσύνη και επί του παρόντος δεν μας επιτρέπεται μεγαλύτερος σχολιασμός.

Εκείνο όμως, που φαίνεται να περνάει απαρατήρητο και που κατά την άποψή μας έχει την μεγαλύτερη σημασία δεν είναι το κεντρικό γεγονός και οι όποιες σκανδαλιστικές ή πολιτικές λεπτομέρειές του. Το πλέον σημαντικό φρονούμε ότι είναι τα αντανακλαστικά της Αμερικανικής Πολιτείας και κατά την ταπεινή μας διαίσθηση του ιδίου του Αμερικανού Προέδρου.

Το ΔΝΤ ανεξάρτητα από την παγκοσμιότητα, που υποδηλώνει η προμετωπίδα του, αποτελεί κατ’ ουσίαν Αμερικανικό «μαγαζί». Είναι λοιπόν αδιανόητο να έχει κινηθεί η διαδικασία διώξεως του Διευθυντή του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου, χωρίς να έχει ενημερωθεί και να έχει εγκρίνει τις κινήσεις των διωκτικών αρχών ο Αμερικανός Πρόεδρος.

Είναι λοιπόν εξαιρετικά εντυπωσιακή και πάντως προς τιμή της Αμερικανικής Πολιτείας και προσωπικά του κου Ομπάμα η ταχύτητα των αντανακλαστικών, που επέδειξαν ώστε σε ένα ελάχιστο χρόνο από την στιγμή της καταγγελίας του περιστατικού μέχρι την απογείωση του Γαλλικού αεροσκάφους να καταφέρουν να εμποδίσουν την απομάκρυνση του κου Στρος Καν από το Αμερικανικό έδαφος.

Και βεβαίως είναι εξ ίσου εντυπωσιακή η λειτουργία των θεσμών, που δεν κάμπτονται από τον πλούτο ή τα αξιώματα των κατηγορουμένων, καθώς και ο επαγγελματισμός της αστυνομίας, που τηρεί με ευλάβεια τους κανονισμούς και δεν παραλείπει να φορέσει χειροπέδες ακόμη και σε ένα επίλεκτο μέλος της διεθνούς κοινότητας, το οποίο μετά την σύλληψή του είναι απίθανο να επιδιώξει απόδραση.

Λυπούμε να πω ότι δεν γνωρίζω πόσες πραγματικά Ευρωπαϊκές δημοκρατίες θα μπορούσαν να επιδείξουν ανάλογα αντανακλαστικά.

Και λυπούμε ιδιαίτερα γιατί γνωρίζω ότι σίγουρα δεν θα έπραττε ακριβώς έτσι η δική μας Δημοκρατία, η οποία στο πρόσφατο παρελθόν έχει επιδείξει αφόρητη αδράνεια σε πολύ σοβαρότερες υποθέσεις.

Είναι νωπή η μνήμη των περιπτώσεων των Ελλήνων πρωτοπαλίκαρων της Ζήμενς, των οποίων όχι απλώς δεν παρεμποδίσθηκε, αλλά αντιθέτως περίπου διευκολύνθηκε η διαφυγή στο εξωτερικό.

Και είναι ακόμη πιο απογοητευτική η περίπτωση των Ελλήνων Πρωθυπουργών εκ των οποίων ο μεν κος Καραμανλής έκανε ότι ήταν ανθρωπίνως δυνατόν για να παραγραφούν οι σκανδαλώδεις ευθύνες διαφόρων κρατικών αξιωματούχων, ο δε κος Παπανδρέου απεδείχθη ασυνεπής στις προεκλογικές υποσχέσεις του για «μάτωμα» και άπλετο φως στις υποθέσεις των σκανδάλων.

Το αποτέλεσμα είναι ότι η Πρωθυπουργική μας Δημοκρατία έχει καταστεί θλιβερά αναξιόπιστη τόσο στο εσωτερικό όσο και στο εξωτερικό, ως προς το ζήτημα της αφόρητης ατιμωρησίας πάσης φύσεως εγκληματικότητας, που αναπτύσσεται από την πολιτική ελίτ, αλλά και την αφρόκρεμα των λοιπών επαγγελματικών ομάδων επί τη βάσει μιας προκλητικής διαπλοκής.

Εν προκειμένω η αντίδραση του κορυφαίου πολιτειακού παράγοντα της Αμερικανικής Δημοκρατίας κατέδειξε πώς πρέπει να λειτουργούν οι πολιτικοί ηγέτες για να αποφεύγουν τις κακοτοπιές, τουτέστιν να μην εμπλέκονται σε συγκαλύψεις εγκληματικών δραστηριοτήτων χάριν ή εξ αιτίας διαπροσωπικών σχέσεων ή κακώς εννοούμενης επαγγελματικής αλληλεγγύης.

Ηθικό δίδαγμα: Ισως θα πρέπει η ημετέρα Δημοκρατία αντί να αναζητά τον εκσυγχρονισμό στην περικοπή των μισθών και των συντάξεων των δημοσίων υπαλλήλων και στην αφαίμαξη των μισθωτών και των συνταξιούχων να ξεκινήσει από τον εκσυγχρονισμό της σκέψης και της πρακτικής των πρωθυπουργών της.