Δευτέρα 5 Ιουλίου 2010

Εύγε στη Βάσω Παπανδρέου.


Πρίν από μερικές μέρες (17.06.2010) είχαμε επισημάνει την αστοχία των κυβερνητικών χειρισμών στο τεράστιο σκάνδαλο της Υγείας.

Γράφαμε συγκεκριμένα:


"Αίσχος!!!

Την ώρα, που χωρίς τον παραμικρό ενδοιασμό καλείται ο φτωχός μεροκαματιάρης και ο πεινασμένος συνταξιούχος να υποστεί αιματηρές θυσίες για να πληρωθούν οι διεθνείς τοκογλύφοι, δεν δικαιούται ουδείς κυβερνητικός παράγων να διαπραγματεύεται με απατεώνες, οι οποίοι μάλιστα έχουν εξελιχθεί σε κοινωνικούς τρομοκράτες.

Οφείλει λοιπόν η κυβέρνηση εδώ και τώρα:

Να επιτάξει το απαραίτητο ιατροφαρμακευτικό υλικό για την άμεση ομαλοποίηση του εθνικού συστήματος υγείας.
Να κατάσχει συντηρητικά όλη την κινητή και ακίνητη περιουσία των υπόπτων εμπλεκομένων στο σκάνδαλο της υγείας.
Να διενεργήσει εξονυχιστικό έλεγχο σε όλες τις ύποπτες συναλλαγές, διατάσσοντας την απαγόρευση εξόδου από τη χώρα όλων των σχετιζομένων με τη προμήθεια φαρμάκων και την παροχή υπηρεσιών υγείας σε συνάφεια με το δημόσιο, καθώς και των διατελεσάντων υπουργών και διοικητών νοσοκομείων, καθόσον χρόνο διαρκεί ο έλεγχος.
Μετά το πέρας του ελέγχου να πληρώσει εις το ακέραιο όσους δεν παρανόμησαν και να επιβάλλει τις βαρύτατες των προβλεπομένων ποινών σε όσους εγκληματίες λεηλάτησαν με υπερτιμολογήσεις, μίζες και πάσης φύσεως απατεωνίες τα ασφαλιστικά και τα ευρύτερα δημόσια ταμεία.

Οποιαδήποτε άλλη κυβερνητική στάση είναι κατώτερη των περιστάσεων και θα συμβάλει στην καταστροφή όχι απλώς της ήδη καθημαγμένης οικονομίας, αλλά αυτής καθεαυτής της δημοκρατικής τάξης."



Προχθές λοιπόν προς μεγάλη μας ικανοποίηση καμαρώσαμε την κα Βάσω Παπανδρέου να κάνει περίπου ταυτόσημες επισημάνσεις και κατ’ ουσίαν να μάχεται σθεναρά υπέρ της σοβαρότητας και της αξιοπιστίας του ΠΑΣΟΚ και της κυβέρνησης του.


Η κα Ξενογιαννακοπούλου είναι βεβαίως μια συμπαθέστατη και ικανότατη πολιτικός, που έχει αναλάβει ένα δύσκολο ρόλο σε μια πολύ αντίξοη συγκυρία.

Ουδείς αμφιβάλλει ότι παρέλαβε την «κόπρο του Αυγεία» και καταβάλει υπεράνθρωπες προσπάθειες για να την καθαρίσει. Είμαστε μάλιστα από εκείνους, που αντιμετωπίζουμε με μεγάλη καχυποψία τις συντονισμένες παραινέσεις διαφόρων κύκλων προς τον Πρωθυπουργό να την «ανασχηματίσει». Παραινέσεις που συμπτωματικά εντείνονται κάθε φορά που η Υπουργός προσπαθεί να θίξει κάποια κακώς κείμενα.


Όμως εν προκειμένω η έκρηξη της κας Παπανδρέου είναι απολύτως δικαιολογημένη.


Έχουμε μια περίπτωση όπου δυστυχώς η κυβέρνηση φαίνεται ότι «στραβά αρμενίζει» και μάλιστα εντελώς αδικαιολόγητα.

Διότι αν υπάρχουν κάποιες εξαιρετικά αμφιλεγόμενες και εν πολλοίς έωλες δικαιολογίες για μια σωρεία εξοντωτικών μέτρων εις βάρος των συνταξιούχων, των μισθωτών, των μικρομεσαίων, ακόμη και εναντίον της υγιούς επιχειρηματικότητας, είναι εντελώς ακατανόητη η σπουδή για την συγκάλυψη ενός τεραστίου σκανδάλου στο χώρο της υγείας.


Είναι εντελώς ακατανόητο γιατί θα πρέπει να νομιμοποιηθεί το παράνομο προϊόν πολύ συγκεκριμένων οικονομικών εγκλημάτων διά των οποίων επλούτισαν συγκεκριμένοι οικονομικοί εγκληματίες εις βάρος του εθνικού συστήματος υγείας, τουτέστι κατακλέβοντας τους ασφαλιστικούς οργανισμούς και συμβάλλοντας καθοριστικά στην κατάντια των δημοσίων ταμείων.

Και είναι εξαιρετικά εξοργιστικό να σύρεται η κυβέρνηση σε ένα επαίσχυντο συμβιβασμό επιδεικνύοντας μια επικίνδυνη αδυναμία επιβολής της στοιχειώδους δικαιοσύνης.


Τα περί αδυναμίας ελέγχου λόγω ελλείψεως μηχανογραφικού συστήματος, αποτελούν προφάσεις εν αμαρτίαις. Καθ’ όσον απλούστατα πρόκειται για μια πολύ συγκεκριμένη και ολιγάριθμη ομάδα προμηθευτών συγκεκριμένων προϊόντων και υπηρεσιών, που σύμφωνα με τις δηλώσεις των ιδίων των κυβερνητικών αξιωματούχων προέβαιναν σε υπερβολικές υπερτιμολογήσεις.


Θα αρκούσε λοιπόν κατ’ αρχήν η σύλληψη και αυστηρή τιμωρία πέντε-δέκα «μεγαλοκαρχαριών» και ή πρόσκληση στους υπόλοιπους να προσέλθουν και να επιστρέψουν οικειοθελώς τα κλοπιμαία, προκειμένου να αποφύγουν την ίδια τύχη.

Τόσο απλό είναι το ζήτημα.


Αντ’ αυτού όμως η κυβέρνηση σπεύδει να δώσει συγχωροχάρτι σε κοινούς οικονομικούς εγκληματίες και με την φενάκη της εκπτώσεως του 15% χαρίζει σε μεγαλοαπατεώνες δισεκατομμύρια σε μια τόσο δύσκολη οικονομική συγκυρία για τον τόπο.


Είναι αλήθεια ότι πρόκειται για κυβερνητική απόφαση. Είναι αλήθεια ότι δεν αποτελεί πρωτοβουλία της κατά τα άλλα συμπαθεστάτης Υπουργού. Όμως αυτό δεν αποτελεί σοβαρό άλλοθι για το καθ’ ύλην Υπουργείο, δεν παρηγορεί, αλλά μάλλον ανησυχεί περισσότερο τους πολίτες και πάντως δεν αποτελεί ουσιώδη λόγο για να συρθούν οι βουλευτές σε μια ψήφο, που θα υπονομεύσει την κοινωνική συνοχή και την έννομη τάξη.


Αρχή άνδρα δείκνυσι έλεγαν οι αρχαίοι ημών πρόγονοι.

Προφανώς το ίδιο ισχύει και για τις γυναίκες αξιωματούχους.


Οι πολίτες είχαν την προσδοκία να στηρίξουν μια κυβέρνηση διαφάνειας και κάθαρσης.

Να στηρίξουν μια Υπουργό, που θα ήταν ακάματη στην στήριξη των ασθενέστερων και άτεγκτη στην προστασία του δημοσίου συμφέροντος.

Περίμεναν να δοθεί ισχυρό πλήγμα στα μεγάλα συμφέροντα που λυμαίνονταν τη δημόσια υγεία τα τελευταία χρόνια και να απονεμηθεί επί τέλους δικαιοσύνη, αρχής γενομένης από το φιάσκο των εκατομμυρίων αντιγριπικών εμβολίων.


Αποτελεί λοιπόν αναγκαιότητα στοιχειώδους αυτοσυντήρησης για την κυβερνητική αξιοπιστία να πολιτευθεί με γνώμονα το δημόσιο συμφέρον και στόχο την πάταξη της διαφθοράς.

Να επιδείξει τουλάχιστον παρόμοιο ζήλο στην εφαρμογή της κοινωνικής δικαιοσύνης, όσο δείχνει στην εφαρμογή των αντιλαϊκών και φορομπηχτικών μέτρων, που της υπαγορεύουν τα ξένα κερδοσκοπικά κέντρα.


Η κα Βάσω Παπανδρέου, όπως και άλλα ιστορικά στελέχη του Κινήματος έχει ένα μεγάλο χρέος να υπερασπίσει τη βαριά προσωπική της ιστορία.

Το ίδιο χρέος έχουν και όσοι βουλευτές προέρχονται από λαϊκούς και ιδεολογικούς αγώνες και όχι από αριστοκρατικές λέσχες, ευρωπαϊκά σαλόνια ή τηλεοπτικά παράθυρα.


Όσο η κυβέρνηση εκθέτει εαυτήν χωρίς λόγο και όσο οι πρωτοβουλίες της απομακρύνονται από την ιδεολογία της και τα λαϊκά στρώματα, τα οποία υποτίθεται ότι ιστορικά εκπροσωπεί, τόσο οι Υπουργοί της θα απομονώνονται και θα μοιάζουν σαν «κουτσονούρες αλεπούδες», που ματαίως κατά τον Αισώπιο μύθο θα αναζητούν και άλλες «κουτσονούρες» στο χώρο των ανιδιοτελών βουλευτών και των στελεχών.


Και όσοι άφρονες ευελπιστούν να βρούν επαρκή στήριξη στους βουλευτές άλλων πολιτικών χώρων, ας διαβάσουν τον μύθο του Αισώπου για την καλιακούδα, που εγκατέλειψε τους συντρόφους της για να συναναστραφεί τα παγώνια, για να κατανοήσουν το ατυχές μέλλον, που τους περιμένει.


Τρίτη 29 Ιουνίου 2010

Εθνικός υβριστής ο κος Πάγκαλος


 

Θ.Πάγκαλος:Ο Τύπος δίνει την εντύπωση στον ελληνικό λαό ότι κάποιοι έκλεψαν τα χρήματα και γι' αυτό χρεοκοπήσαμε. Ψευδές. Όσοι και να έκλεψαν δεν χρεοκοπεί μια χώρα. Μόνο με τη γενίκευση της κακοδιαχείρισης μπορεί να χρεοκοπήσει. Τα λεφτά τα φάγαμε όλοι μαζί σε μισθούς, σε επιδόματα, σε φακελάκια».

Δημοσιογράφος :«Υπάρχει και ένα μεγάλο ποσοστό κανονικά εργαζόμενων ανθρώπων».

Θ.Πάγκαλος: «Φυσικά. Αλλά πρέπει να σας πω ότι όποιος δεν έχει κλέψει την εφορία ή δεν έχει κάνει αυθαίρετο είναι σπάνιος». Και συνοψίζει: «Η κρίση αυτή υπάρχει γιατί για πρώτη φορά οι Ελληνες ήρθαν πρόσωπο με πρόσωπο με την πραγματικότητά τους. Οι μύθοι κατέρρευσαν. Και η πραγματικότητα αυτή δεν τους αρέσει. Οι πιο σοβαροί και διαυγείς βλέπουν ότι αυτό το αποτρόπαιο πρόσωπο είναι και δικό τους».

(απόσπασμα από την Καθημερινή της Κυριακής της 27/06/2010)


Όσοι λόγω ηλικίας είχαν την δεινή τύχη να παρακολουθήσουν την δημόσια πολιτική διαδρομή του κου Παγκάλου γνωρίζουν καλά ότι ο εν λόγω πολιτικός διακρίθηκε για την εξοργιστική του αμετροέπεια, ενώ συνήθως  κάθε ανάθεση σοβαρού ρόλου από οποιονδήποτε πρωθυπουργό κατέληγε σε κάποιο πολιτικό φιάσκο.

Για παράδειγμα έχει μείνει ιστορικό το ανόητο διπλωματικό επεισόδιο με τη Γερμανία επί εποχής Ανδρέα Παπανδρέου,   με το οποίο ο τότε Υφυπουργός Εξωτερικών μηδένισε κυριολεκτικά τις άριστες εντυπώσεις μιας ελληνικής προεδρίας, που είχε πετύχει  μια σημαντική διεύρυνση της   ΕΕ και βεβαίως η διοργάνωσή της είχε στοιχίσει αρκετά χρήματα στον ελληνικό λαό.

Όπως ιστορική ήταν και η ήττα του ως υποψήφιου Δημάρχου από τον «κο Τίποτα», όπως απρεπώς είχε αποκαλέσει τότε τον πανηγυρικά εκλεγέντα κο Αβραμόπουλο. Όπως ακόμη πιο επώδυνο υπήρξε το φιάσκο της υπόθεσης  Οτσαλάν.

Είναι επίσης γνωστό ότι όχι τόσο αυτές καθαυτές οι  λαθεμένες πολιτικές του απόψεις αλλά κυρίως ο τρόπος και η εκάστοτε χρονική συγκυρία διατύπωσης τους υπήρξαν διαχρονικά η πλέον μεθοδική  υπονόμευση κάθε προσπάθειας συνεργασίας των προοδευτικών δυνάμεων αυτού του τόπου, όποτε κάποιος πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ, προσπαθούσε να αναπτύξει κάποια σχετική πρωτοβουλία.

Οι τελευταίες πάντως δηλώσεις του κου Αντιπροέδρου στην Καθημερινή της Κυριακής υπερβαίνουν κάθε όριο κοινωνικής ανοχής.

Με λογικές ακροβασίες και κακόβουλες διαστρεβλώσεις, κινούμενος μεταξύ απερίσκεπτων υπερβολών και αναιδέστατων ύβρεων επιχειρεί να δημιουργήσει μια εντελώς στρεβλή εικόνα άκρως ταπεινωτική για τον ελληνικό λαό και ιδιαίτερα επικίνδυνη για το έθνος.

Ας δούμε όμως αναλυτικότερα τι μας λέει ο κος Αντιπρόεδρος.

Η επίθεσή του κατά του τύπου αποτελεί μνημείο υποκρισίας. Όλοι γνωρίζουν  την πολυδιάστατη διαπλοκή των κατά μεγάλο ποσοστό κρατικοδίαιτων μεγάλων ΜΜΕ με την εκάστοτε κυβέρνηση όπως και την ειδική εύνοια της οποίας χαίρει μια μεγάλη ομάδα πολιτικών μεταξύ των οποίων και ο ίδιος ο κος Πάγκαλος. Και βεβαίως πολλοί είναι κατά καιρούς οι μύθοι που καλλιεργούνται από μερίδα του επαγγελματικού τύπου. Όμως εν προκειμένω το ψεύδος βρίσκεται ολόκληρο στην πλευρά του κου Πάγκαλου.

 Δεν είναι ο τύπος, που καλλιεργεί την εντύπωση στον λαό ότι κάποιοι έκλεψαν τα χρήματα και γι’ αυτό χρεοκοπήσαμε. Αντιθέτως ο τύπος αναγκάσθηκε με μεγάλη καθυστέρηση να συρθεί πίσω από αυτή την άποψη, όταν πλέον αυτή είχε ήδη καταστεί προ πολλού εδραία πεποίθηση του συνόλου των πολιτών. Όπως ακριβώς συνέβη και με τις κομματικές ηγεσίες, οι οποίες με μεγάλη καθυστέρηση αναγκάσθηκαν να αρχίσουν με «τον αραμπά» τη διερεύνηση των σκανδάλων, συρόμενες από την καθολική αγανάκτηση της κοινής γνώμης.

Όσοι και αν έκλεψαν  δεν χρεοκοπεί μια χώρα.  Σκέψη απολύτως αφελής,  αν όχι σκοπίμως αποπροσανατολιστική. Διότι το κρίσιμο ζήτημα δεν είναι το πόσοι έκλεψαν, αλλά το πόσα πολλά έκλεψαν και το επί πόσα πολλά χρόνια έκλεβαν. Γιατί αν δυο-τρεις χιλιάδες διαπλεκόμενοι διαφόρων επαγγελμάτων (ελάχιστοι συγκριτικά με τα δέκα εκατομμύρια των πολιτών) με την κάλυψη ή την ανεπάρκεια, την συμμετοχή ή την ανοχή κυβερνητικών παραγόντων καταβρόχθιζαν βουλιμικά επί σειρά ετών τον δημόσιο πλούτο, τότε δεν είναι απίθανο να αδειάσουν τα δημόσια ταμεία ή να ροκανισθούν  εν μια νυκτί  τα αποθεματικά του ασφαλιστικού συστήματος. Μήπως άραγε αυτά τα τρωκτικά εκτός από λίγα είναι και πολύ γνωστά και συγκεκριμένα και γι αυτό οι εξεταστικές επιτροπές επί κυβερνήσεων Καραμανλή απεφεύγοντο, ενώ και σήμερα όσες συνιστώνται, συνεδριάζουν πάντα μυστικά;

Και τι απελπιστική σύγχυση παρουσιάζει ο συλλογισμός του ευφυέστατου κου Πάγκαλου όταν με υπερκειμένη παραδοχή ότι «η κακοδιαχείριση μπορεί να χρεοκοπήσει την χώρα», καταλήγει στο συμπέρασμα ότι «τα λεφτά τα φάγαμε όλοι μαζί σε μισθούς, επιδόματα και φακελάκια»;.  Δεν αντιλαμβάνεται ο ευφυέστατος κος Πάγκαλος ότι για κακοδιαχείριση μπορεί να ευθύνονται μόνο οι διαχειριστές, τουτέστιν οι εκάστοτε κυβερνώντες και όχι οι εισπράττοντες μισθούς  δηλαδή οι μισθωτοί-κυβερνώμενοι. Και δεν γνωρίζει επίσης ότι οι όποιοι μισθοί και τα όποια επιδόματα επιστρέφουν ούτως ή άλλως διά της κατανάλωσης στο οικονομικό σύστημα και επομένως συμβάλλουν στην αναθέρμανσή του, ενώ αντίθετα σε χρεωκοπία μπορεί να οδηγήσει ή αθέμιτη οικονομική αφαίμαξη του συστήματος, η οποία ξεκινά από την άμεση τυπική υπεξαίρεση των χρημάτων των δημοσίων ταμείων και φθάνει υπό ευρεία έννοια και στο ξεπούλημα των δημοσίων επιχειρήσεων, των δημοσίων εκτάσεων, των λιμανιών, του ορυκτού και υδάτινου πλούτου της χώρας και πάει λέγοντας…;  Και ποια αλήθεια ύποπτα συμφέροντα εξυπηρετεί η ενοχοποίηση των μισθών και των επιδομάτων για την πτώχευση της χώρας; Ποια παράδοξη και διαστροφική της αλήθειας οπτική μπορεί να συνδέει παρατακτικά την νόμιμη αντιπαροχή για την εξηρτημένη εργασία με την εγκληματική δωροληψία που συνιστούν «τα φακελάκια»;  

Όσο για την άκρως υποτιμητική για τον Έλληνα πολίτη δήλωση του κου Αντιπροέδρου πως όλοι μαζί «φάγαμε τα λεπτά» και ότι περίπου το σύνολο των κατοίκων αυτής της χώρας έχει «κλέψει την  εφορία» και «έχει κάνει αυθαίρετο», υπερβαίνει σε ανθελληνισμό και τα πλέον κατάπτυστα γερμανικά ή αγγλικά δημοσιεύματα των τελευταίων μηνών. 

Κρίμα πραγματικά γι’ αυτόν το τόπο να έχει τέτοιους πολιτικούς, που μπορούν να σκέπτονται τόσο απαξιοτικά για τους πολίτες και να εκφράζονται τόσο υβριστικά για το έθνος, όταν μάλιστα συμβαίνει να συμμετέχουν ανελλιπώς σε σοσιαλιστικές κυβερνήσεις από το 1981 μέχρι σήμερα.  

Έτσι λοιπόν κε Αντιπρόεδρε;  Αυτή είναι η αντίληψη, που έχετε για τον σύγχρονο Έλληνα, ο οποίος είχε την αφέλεια να σας εμπιστευθεί την εξουσία; «Οι Έλληνες ήρθαν πρόσωπο με πρόσωπο με την πραγματικότητά τους» και είδαν ότι έχουν «αποτρόπαιο πρόσωπο»;

Και τι άραγε μεσολάβησε από τότε (μόλις πριν από λίγους μήνες) όταν σεις ο ίδιος εν πολλοίς και πάλι αμετροεπώς εγκαλούσατε στη διεθνή τάξη τη Γερμανική κυβέρνηση, που ανεχόταν κακόβουλα δημοσιεύματα του γερμανικού τύπου, πολύ λιγότερο ισοπεδωτικά και υβριστικά από τις σημερινές δικές σας διατυπώσεις;

Πότε ακριβώς είχατε πνευματική διαύγεια; Τότε ή τώρα;

Μήπως όμως η αλήθεια είναι  λίγο διαφορετική;

Μήπως πράγματι «οι μύθοι καταρρέουν» ραγδαία ο  ένας μετά τον άλλο και οι Έλληνες πλέον συνειδητοποιούν καθημερινά όλο και βαθύτερα την δεινή πραγματικότητα και μήπως (γιατί άραγε;) σας δυσαρεστεί το  γεγονός ότι όλο και περισσότεροι πλέον αξιολογούν ως αποτρόπαιο το πρόσωπο μιας μερίδος ανθρωποειδών, που λήστευαν και  ερήμωσαν τον τόπο και που για ακατανόητους λόγους κάποιοι επιφανείς και ευφυείς πολιτικοί το μεν αμέλησαν να εμποδίσουν το δε ολιγωρούν να τιμωρήσουν;

Δεν είναι όμως σκόπιμο επί του παρόντος να αναλύσουμε το ψυχισμό, πάνω στον οποίο εδράζονται πολιτικά αρρωστημένες αντιλήψεις περί της ποιότητας της ελληνικής κοινωνίας. Αυτό μπορεί να έχει ακαδημαϊκό ενδιαφέρον για ψυχολόγους ή ιστορικούς.

Την δε πολιτική απαξία ή την πολιτική σκοπιμότητα ή πολλώ μάλλον την πολιτική ζημιά για την κυβέρνηση, που έχει η αναιδής προβολή τέτοιων απόψεων, ο μέσος Έλληνας πολίτης είναι βέβαιο ότι την έχει δεόντως αξιολογήσει και ευχής έργο θα ήταν να την αξιολογήσει κάποτε και ο κος Πρωθυπουργός.

Όμως έχει ενδιαφέρον να φωτίσουμε λίγο μια άλλη πλευρά του θέματος σε συνάφεια, αλλά και επέκεινα της πολιτικής:

Η δήλωση «Τα λεφτά τα φάγαμε όλοι μαζί… σε φακελάκια» και ότι «όποιος δεν έχει κλέψει την εφορία είναι σπάνιος», αποτελεί αναμφισβήτητα  ένα άνευ σοβαρότητος ισχυρισμό σε σχέση με οποιοδήποτε τρίτο, αλλά δεν παύει να είναι μια ισχυρή ομολογία για τον ίδιο τον δηλούντα, σε σχέση με τον οποίο αποτελεί πλήρη απόδειξη.

Οι ίδιοι εξ’ άλλου ισχυρισμοί, στο μέτρο που θίγουν δημοσίως την τιμή και υπόληψη εκατομμυρίων κατά τεκμήριο εντίμων και νομοταγών πολιτών, πληρούν αναμφιβόλως την ποινική υπόσταση της εξύβρισης και τουλάχιστον της δυσφήμισης.

Κατ’ ακολουθίαν θα ήταν χρήσιμο οι πάσης φύσεως ελεγκτικές αρχές να ζητήσουν από τον κο Πάγκαλο να απολογηθεί για όσα περί «φαγώματος λεφτών» από τον ίδιο ομολογεί και να προσκομίσει όσα στοιχεία διαθέτει για «φάγωμα λεφτών» από άλλους (τουλάχιστον 9.999.000), όπως  με τόση βεβαιότητα υποστηρίζει.

Εξ άλλου επειδή ως ευνόητο είναι δύσκολο σ’ αυτούς τους χαλεπούς καιρούς να προσφύγουν ατομικά στη δικαιοσύνη οι θιγόμενοι πολίτες θα ήταν κοινωνικά χρήσιμο να κινητοποιηθούν μαζικά και αφιλοκερδώς οι δικηγορικοί σύλλογοι της χώρας, προς υπεράσπιση της τιμής των εκατομμυρίων αδίκως και απροκλήτως  εξυβρισθέντων.

Επίσης θα ήταν ενδιαφέρον να αποτιμηθεί από το αρμόδιο Υπουργείο Οικονομικών το κόστος, που μπορεί να επιφέρουν στο Ελληνικό Δημόσιο αυτού του είδους οι δηλώσεις ενός στελέχους της κυβέρνησης με το ειδικό βάρος του Αντιπροέδρου της στην παρούσα δυσμενή συγκυρία για την χώρα, όταν κοινή αντίληψη του Πρωθυπουργού και του συνόλου των πολιτικών και οικονομικών παραγόντων του τόπου παραμένει, πως προκαλεί σοβαρή οικονομική ζημιά στη χώρα κάθε ενέργεια, που παρεμποδίζει την ανάκτηση της διεθνούς αξιοπιστίας της.

Με αφορμή λοιπόν αυτή την ατυχή συνέντευξη, ας μας επιτραπεί μια ερώτηση προς τον εξοχότατο κο Πρωθυπουργό:

Ειλικρινά πιστεύει ότι η επιμήκυνση του προσδόκιμου ζωής του γενικού πληθυσμού συμβαδίζει αναγκαίως και με το προσδόκιμο πνευματικής διαύγειας των πολιτικών ή μήπως θα πρέπει να τεθεί σε διαβούλευση ο προσδιορισμός ενός ηλικιακού ορίου υποχρεωτικής εξόδου τους από το επάγγελμα;

Και μια παραίνεση προς όσους δημοσιογράφους (και δυστυχώς δεν είναι λίγοι) διατηρούν το επώδυνο για τους αναγνώστες πάθος (κοινώς  «βίτσιο») να δέχονται συνεντεύξεις από τον εντιμότατο κο Αντιπρόεδρο:

Καλοί μου άνθρωποι όταν συναντάτε τον καθ’ έξιν και κατ’ εξακολούθηση εθνικό μας υβριστή, προσφέρετέ του αντί μικροφώνου μουμουζέλα.

Το αποτέλεσμα θα είναι εξ ίσου κακόηχο, αλλά σίγουρα λιγότερο επιζήμιο για την κυβέρνηση, την δημοκρατία και την πατρίδα.


Κυριακή 27 Ιουνίου 2010

Ο κος Σαμαράς βούλιαξε στα βαλτόνερα των μικρο-εσωκομματικών συμβιβασμών


Για να δικαιολογήσει το ρίξιμο της κυβέρνησης Μητσοτάκη το 1993, ο κος Σαμαράς είχε επικαλεσθεί την ενδοτική στάση της στο ζήτημα του σφετερισμού του ονόματος της Μακεδονίας από τα Σκόπια.
Ο κος Μητσοτάκης την ίδια στιγμή απέδιδε την πτώση του σε συνομωσία σκοτεινών οικονομικών συμφερόντων, υπονοώντας εμμέσως πλην σαφώς ότι ο τότε Υπουργός εξωτερικών υπήρξε όργανό τους.

Είκοσι επτά χρόνια μετά ο κος Σαμαράς υποστηρίζει πλέον μια εθνικά μειοδοτικότερη λύση από εκείνη του κου Μητσοτάκη για το Μακεδονικό, ενώ με την τελική στάση του στο συνέδριο της ΝΔ αποδεικνύει ότι είναι ικανός να συμμαχήσει ακόμη και με τον διάολο προκειμένου να εξυπηρετήσει την προσωπική του ανέλιξη αδιαφορώντας πλήρως για το μακροπρόθεσμο συμφέρον της παράταξής του ή της πατρίδας.

Διότι είναι πλέον ή βέβαιο ότι το μέλλον ανήκει σε όσους πολιτικούς καταφέρουν να πείσουν στο επόμενο διάστημα, ότι είναι αμείλικτοι σε θέματα διαφθοράς και διαθέτουν το αναγκαίο εθνικό σθένος ώστε να εναντιωθούν στην πολυμέτωπη επίθεση, που ήδη δέχεται η χώρα από οικονομικούς εχθρούς και πολιτικούς «φίλους».

Τα τελευταία έξι χρόνια οι πολίτες έχουν δεχθεί τέτοιο καταιγισμό ψευδολογίας από το πολιτικό προσωπικό των κομμάτων εξουσίας και έχουν γίνει τόσο απελπιστικά καχύποπτοι, που είναι αδύνατον πλέον να «παραμυθιαστούν» από κοινότυπες μεγαλοστομίες και ιδεολογικές μπουρδολογίες. Πολύ περισσότερο είναι αδύνατον να παραπλανηθούν από τους ανέξοδους φανφαρονισμούς του κου Σαμαρά, ο οποίος άλλωστε δεν διακρίνεται ούτε για την σκηνική του παρουσία, ούτε για την ρητορική του ικανότητα.
Τα πολιτικά ολισθήματα εξ άλλου που σέρνει στην πλάτη του από το παρελθόν απαιτούν περισσότερα έργα και λιγότερα λόγια για να του εξασφαλίσουν τον στοιχειώδη εξ ων ουκ άνευ πολιτικό εξαγνισμό τόσο σε προσωπικό, όσο και σε παραταξιακό επίπεδο.

Δεν αρκεί προφανώς να αλλάξει το όνομα, τα σύμβολα, τα χρώματα ή το διαχρονικώς ασυνάρτητο ιδεολογικό πλαίσιο του κόμματος για να κερδίσει εκ νέου την εμπιστοσύνη των ψηφοφόρων. Δεν γίνεται παλιός γάιδαρος καινούργια περπατησιά, (έστω και αν του αλλάξουνε το σαμάρι), όπως λέει και η παροιμία.

Τα εκατομμύρια των έντιμων ψηφοφόρων είναι βέβαιο ότι παρακολουθούν με σκεπτικισμό και οδύνη τα καμώματα του νέου αρχηγού αυτού του κόμματος, ο οποίος με τόση θρασύτητα ακροβατεί καθημερινά σε μια απίθανη αντίφαση πολιτικής μεγαλοστομίας και μια εκ διαμέτρου αντίθετη μικροπολιτική πρακτική, η οποία εμφανέστατα εξυπηρετεί την συντήρηση κάποιων επωφελών για τον ίδιο, αλλά υπονομευτικών για το μέλλον της παράταξης εσωκομματικών ισορροπιών.

Και ο τελευταίος έντιμος οπαδός της ΝΔ γνωρίζει ότι αυτό που έχει ανάγκη περισσότερο από οτιδήποτε άλλο ο τόπος είναι η κάθαρση της δημοκρατίας και των κομμάτων από όλους ανεξαιρέτως τους πολιτικούς, που είτε εκ δόλου είτε εξ αμελείας έβλαψαν τον τόπο με την εκτροφή ή την συγκάλυψη της διαφθοράς, που οδήγησε τη χώρα στην οικονομική εξαθλίωση και στην απώλεια της εθνικής της κυριαρχίας. Καλώς ή κακώς την μερίδα του λέοντος στην πολιτική (και όχι μόνο) ευθύνη αυτής της κατάντιας την φέρει ακεραία ο πρώην Πρωθυπουργός, οι Υπουργοί του, οι στενοί του συνεργάτες και μια πλειάδα πολιτικών στελεχών, που τα τελευταία χρόνια άσκησαν διοικητική ή οικονομική διαχείριση ελέω Καραμανλικής ευνοίας.
Παρά τα μεγάλα λόγια του για εκστρατεία καθάρσεως του κόμματος του και για δήθεν επιθυμία του να «χυθεί άπλετο φως» στα εγκλήματα υπεξαίρεσης και διασπάθισης του δημόσιου πλούτου, η πρακτική του σε όλες τις υποθέσεις με αποκορύφωμα το πόρισμα της ΝΔ για το πολύκροτο σκάνδαλο του Βατοπεδίου δεν αφήνουν την παραμικρή αμφιβολία και στον πλέον ευκολόπιστο των οπαδών, ότι και ο νέος αρχηγός ακολουθεί κατά γράμμα την ευτελιστική για το κόμμα τακτική του προηγούμενου, ήτοι της ένοχης συγκάλυψης

Και βεβαίως ουδείς πείθεται ότι ο κος Σαμαράς ενδιαφέρεται ειλικρινά να διώξει «όσους πλήγωσαν τον ελληνικό λαό» ή «να απαλλάξει το κόμμα από τζάκια, βαρωνίες και οικογένειες»। Αφού μέχρι στιγμής την μόνη που έδιωξε ήταν την εσωκομματική του αντίπαλο κα Μπακογιάννη, στην οποία πολλά μπορεί να καταλογίσει κανείς, αλλά όχι ότι αποτελεί αντιπροσωπευτικό δείγμα αυτών τους οποίους υπαινίσσεται, όμως δεν τολμά να θίξει ο κομπορρήμων νέος αρχηγός। Ομοίως όλοι αντιλαμβάνονται ότι το ενδιαφέρον του περιορίζεται στην εξόντωση πολύ συγκεκριμένων βαρόνων και κάποιων ειδικών οικογενειών η εξάρθρωση των οποίων συνδέεται άμεσα με την δική του σταθεροποίηση στο κόμμα και την προώθηση των δικών του λεγεωνάριων στην κομματική ιεραρχία και όχι με τα πραγματικά συμφέροντα της παράταξης. Έτσι εξηγούνται προφανώς οι όψιμοι ασπασμοί με τον κο Καραμανλή, ο οποίος εκπροσωπεί την μεγαλύτερη και προς το παρόν ισχυρότερη «φαμίλια» μέσα στην κομματική δομή. Έτσι εξηγείται η σκανδαλωδώς εργολαβική συγκάλυψη των σκανδάλων, που επιμελείται προσωπικά ο νέος αρχηγός. 'Ετσι εξηγούνται οι όψιμοι διθύραμβοι στο παλλαϊκώς κατάπτυστο πρόσφατο κυβερνητικό παρελθόν.

Και ακριβώς οι έπαινοι του κου Σαμαρά ακόμη και στην διακυβέρνηση Μητσοτάκη, την οποία ο ίδιος είχε φροντίσει να ρίξει καταγγέλλοντας την ως μέλος της για περίπου εθνική μειοδοσία, καταδεικνύουν ότι ο άνθρωπος μπροστά στην αχαλίνωτη επιθυμία του για ισχυροποίηση της αρχηγικής του καρέκλας δεν διστάζει να υπερβεί ακόμη και τα όρια της στοιχειώδους πολιτικής αξιοπρέπειας.

Το συνέδριο της ΝΔ θα μπορούσε να αποτελέσει πραγματική κολυμπήθρα του Σιλωάμ για την αναγέννηση της δεξιάς παράταξης. Δυστυχώς όμως η ευκαιρία αυτή απωλέσθη ανεπιστρεπτί.

Το «γύρισμα της σελίδας», που απεγνωσμένα κατ’ επανάληψη εξήγγειλε με στόμφο ο κος Σαμαράς απεδείχθη πολύ «βαριά καλογερική» για τους αδύναμους πολιτικούς του ώμους.Γιατί το γύρισμα της σελίδας όπως τουλάχιστον το εννοεί ο μέσος ψηφοφόρος προαπαιτεί κάθαρση και συνολική διάρρηξη του ομφάλιου λώρου που συνδέει την παράταξη με τα διαπλεκόμενα συμφέροντα που ρήμαξαν τον τόπο. Δυστυχώς όμως αυτό που φάνηκε ξεκάθαρα ότι επιχείρησε να μεθοδεύσει ο κος Σαμαράς δεν ήταν το γύρισμα μιας σελίδας υπό την ανωτέρω έννοια. Αυτός προσπάθησε στην πραγματικότητα να παραχαράξει την πολιτική ιστορία της νεοτέρας Ελλάδας και στην καλύτερη περίπτωση να κουκουλώσει την μαύρη βίβλο της πολιτικής φαυλότητας του προκατόχου του.

Έτσι συμβιβασμένος με τις εσωκομματικές «παράγκες», αντί να οδηγήσει το σκάφος στο ταξίδι των μεγάλων οριζόντων, κατάφερε να προσαράξει ο ίδιος στα βαλτόνερα των ένοχων μικροϋπολογιστικών ισορροπιών. Κρίμα για όσους είχαν εναποθέσει σ’ αυτόν κάποιες ελπίδες.

Πάντως το καλύτερο ανέκδοτο του «Συνεδρίου» είναι η εξαγγελία ότι στις 7 Ιουλίου η νέα ΝΔ του κου Σαμαρά θα ανακοινώσει τις προτάσεις της για την έξοδο από την κρίση. Όχι γιατί αυτοί που ευθύνονται κατά μεγάλο ποσοστό για την οικονομική ερήμωση της χώρας δεν είναι οι καταλληλότεροι να δώσουν συμβουλές σωτηρίας. Αλλά γιατί ο κος Σαμαράς που καθημερινά κατηγορεί τους κυβερνώντες για αδικαιολόγητη καθυστέρηση στη λήψη μέτρων, μετά από επτά μήνες περισυλλογής ακόμη εμφανίζεται ανίκανος να παρουσιάσει κάποιες πενιχρές ιδέες στο ίδιο το συνέδριο του κόμματός του.

Στους ομηρικούς χρόνους «φοριόταν» η έκκληση «Αιδώς Αργείοι !».
Μήπως ήρθε το πλήρωμα του χρόνου να (ανα)κράξουμε εν χορώ …Αιδώς Καλαματιανέ!;

Τρίτη 22 Ιουνίου 2010

Εργασιακά: Ότι πάσχει ο ιδιοκτήτης δεν το νοιώθει ο μεσίτης….

Η εγκατάλειψη της ιδέας του προεδρικού διατάγματος για τα εργασιακά και η εισαγωγή τους προς ψήφιση στη Βουλή, αποτελεί αναμφίβολα μια θετική εξέλιξη.
Μπορεί να σηματοδοτεί την δημοκρατική ευαισθησία του Πρωθυπουργού. Ίσως…
Πάντως προδίδει σίγουρα με πανηγυρικό τρόπο την ακαταγώνιστη δύναμη της λαϊκής βούλησης, όταν αυτή εκφράζεται δημοκρατικά, αλλά πάνδημα, με τρόπο αποφασιστικό και συγκροτημένο.

Ακόμη και αν πρόκειται για βαριά πληγωμένες δημοκρατίες, που τείνουν να μεταβληθούν σε αποικιακό προτεκτοράτο, η στοιχειώδης ανοχή των κυβερνωμένων είναι αναγκαία προϋπόθεση για την επιβολή οποιουδήποτε αντιλαϊκού μέτρου. (Η καταπίεση αρχαιόθεν δεν υπερέβη ποτέ το όριο, που «ζητούσε το πετσί» του καταπιεσμένου).

Αυτό το γνωρίζουν βεβαίως καλλίτερα από όλους οι ανάλγητοι επιτηρητές μας, μια που προέρχονται από χώρες, που στην πλειοψηφία τους ιστορικά υπήρξαν βάρβαρα αποικιοκρατικές για μεγάλα χρονικά διαστήματα.

Έτσι η προβλεπόμενη στο μνημόνιο και εν συνεχεία στο σχετικό νόμο πλαίσιο δυνατότητα χρήσης προεδρικών διαταγμάτων δεν μπόρεσε να αξιοποιηθεί μπροστά στην γενικευμένη λαϊκή κατακραυγή, που ανάγκασε ακόμη και τον ίδιο τον εισηγητή Υπουργό να αρνείται δημοσίως κατηγορηματικά στα κανάλια και την πατρότητα, και την ορθότητα, και την σκοπιμότητα, και την αποτελεσματικότητά τους.
Αν δεν επρόκειτο για τόσο τραγικό ζήτημα σε τόσο τραγικές στιγμές, θα μπορούσε να διεκδικήσει μια περίοπτη θέση στο βιβλίο Γκίνες ως η πιο αστεία τηλεοπτική υποστήριξη κυβερνητικής πρωτοβουλίας.

Είναι λοιπόν παρήγορο, που έστω και έτσι τα δημοκρατικά αντανακλαστικά της Κυβέρνησης φαίνεται να μην έχουν απονεκρωθεί.
Παρά ταύτα τα κατ’ ιδίαν μέτρα παραμένουν κεντρική επιδίωξη των πιστωτών μας και το μόνο που ουσιαστικά έχει διαφοροποιηθεί είναι ο βαθμός δυσκολίας της Κυβέρνησης να τα «περάσει» στην κοινοβουλευτική της ομάδα.
Η εμπειρία από παρόμοιες καταστάσεις διδάσκει ότι η πλειοψηφία των βουλευτών είναι πρόθυμη να υπερψηφίσει αβασάνιστα οτιδήποτε της ζητηθεί με την προϋπόθεση ότι αυτό δεν θα είναι καταστροφικό για την πολιτική τους σταδιοδρομία, υπό την έννοια της οριστικής διάρρηξης της σχέσης προτίμησης με τους ψηφοφόρους τους στις εκλογικές τους περιφέρειες. Αυτό που χρειάζονται συνήθως είναι ένα ικανοποιητικό επιχείρημα δικαιολόγησης της στάσης τους και σε τέτοιες ακραίες περιπτώσεις αυτό το ρόλο παίζει η «βελτίωση» των σκληρών διατάξεων του νομοσχεδίου «κατόπιν της εντόνου παρεμβάσεως του τοπικού βουλευτή».

Όπως λοιπόν η αλλαγή του νομικού τύπου των ρυθμίσεων επιβλήθηκε από το μέγεθος των λαϊκών αντιδράσεων, έτσι και η ένταση με την οποία αυτές θα συνεχισθούν θα καθορίσει την τελική σοβαρότητα των αλλαγών του αρχικού σχεδίου.
Διότι το ασφαλέστερο συμπέρασμα, που προέκυψε από όλη αυτή την κατά τα άλλα αποκαρδιωτική ιστορία, είναι ότι ούτε η συμπαθητική μορφή του Έλληνα Πρωθυπουργού, ούτε το καλοκάγαθο ύφος του κου Παπακωνσταντίνου, ούτε η «μαχητική» διάθεση του κου Λοβέρδου μπορούν να έχουν την διαπραγματευτική ισχύ που απεδείχθη ότι διαθέτουν οι αντιδράσεις των ίδιων των ενδιαφερομένων.
Και είναι λογικό, διότι… «ότι πάσχει ο ιδιοκτήτης δεν το νοιώθει ο μεσίτης».
Και στην προκειμένη περίπτωση ιδιοκτήτης των εργατικών δικαιωμάτων είναι ο ίδιος ο εργαζόμενος. Ο κος Λοβέρδος είναι ένας μαχητικός μεσολαβητής, που αγωνίζεται ευσυνείδητα για να περιορίσει τη συμφορά, που απειλεί τον δυστυχή ιδιοκτήτη, αλλά σε τελική ανάλυση είναι άλλο πράγμα να κινδυνεύεις να χάσεις «το σπίτι» και άλλο να ρισκάρεις απλώς τα «μεσιτικά». Ακόμα και ο αγοραστής (η τρόϊκα) είναι ικανός να το καταλάβει και όταν σε βλέπει «μοναχικό καβαλάρη» να διαπραγματεύεσαι μόνος κι έρημος φυσικό είναι να μη σε παίρνει στα σοβαρά. Αν όμως δει από πίσω ολόκληρη την οικογένεια του νοικοκύρη με άγριες διαθέσεις τότε προφανώς και τα επιχειρήματα του «μεσίτη» καθίστανται αυτομάτως πιο πειστικά.

Ηθικό δίδαγμα:

Αν η πολιτική ευπρέπεια στις ολιγαρχικές δημοκρατίες της Ευρωζώνης απαιτεί την διαμεσολάβηση τοπικών κυβερνήσεων ενώπιον των κατά περίπτωση υπερεθνικών διευθυντηρίων, τότε για την ενίσχυση των όποιων διαμεσολαβητικών προσπαθειών τους επιβάλλεται η ανάπτυξη όσο το δυνατόν ισχυρότερων λαϊκών κινημάτων.

Και μάλιστα τώρα που το σκέφτομαι, όλο και περισσότερο κλείνω στην ιδέα ότι αυτό ήταν και το κάλεσμα, που εμμέσως πλην σαφώς απηύθυνε ο κος Λοβέρδος στις τελευταίες απελπισμένες τηλεοπτικές εμφανίσεις του.
Διότι τι άλλο από προσκλητήριο για λαϊκό ξεσηκωμό μπορεί να είναι οι αγωνιώδεις κραυγές ενός Υπουργού, ο οποίος δηλώνει ότι ο ξένος παράγοντας τον πιέζει να λάβει αισχρά, αντιλαϊκά μέτρα, που ο ίδιος δεν επιθυμεί, ούτε πιστεύει ότι συμφέρουν τον τόπο;
Δεν είναι όμως μόνο ο κος Λοβέρδος. Παρόμοια δυσφορία με τα μέτρα, που τους αναγκάζουν να εφαρμόσουν οι «κακοί πιστωτές μας» εκδηλώνουν καθημερινά σχεδόν όλοι οι υπουργοί, οι οποίοι δηλώνουν συγχρόνως εξαιρετικά δυστυχισμένοι, που δεν μπορούν να εφαρμόσουν το πρόγραμμα για το οποίο εξελέγησαν και αντίθετα εφαρμόζουν πολιτικές εντελώς αντίθετες με την ιδεολογία και τη συνείδησή τους. Το ίδιο αντίθετα είναι και τα μικρότερα κόμματα, ενώ ομοίως αρνητικός είναι και ο κος Σαμαράς (ανεξαρτήτως του ότι ο Πρόεδρος του ΕΒΕΑ φαίνεται ενθουσιασμένος. Αλλά όλοι ξέρουμε ότι την επίσημη θέση της ΝΔ την εκφράζει ο Πρόεδρός της. Ο κος Μίχαλος εκφράζει απλώς την κρατούσα γνώμη αυτής της παράταξης…).

Επομένως επειδή δεν έχουμε σαν λαός κανένα λόγο να αμφιβάλλουμε για την ειλικρίνεια όλων αυτών των αξιότιμων κυρίων, αυτό που προκύπτει αβίαστα ως χρέος μας είναι να αντιδράσουμε πάνδημα και συντονισμένα σε όλα τα μέτρα που έρχονται προς υλοποίηση του μνημονίου, ώστε να υποστηρίξουμε ενεργά τον αγώνα, που δίνει η λαοπρόβλητή μας κυβέρνηση στις καθημερινές μάχες των Υπουργών με την τρόϊκα…
Διότι όπως αποδείχθηκε περίτρανα ο βασικός λόγος, που η Κυβέρνηση και ιδιαίτερα ο Υπουργός απασχόλησης τα πήγε μέχρι τώρα τόσο χάλια στις διαπραγματεύσεις με την ΕΕ και το ΔΝΤ ήταν οι αναιμικές έως μηδαμινές αντιδράσεις των ΜΜΕ και της κοινής γνώμης, που έδωσαν την εντύπωση στους κερδοσκόπους ότι είχαν να κάνουν με ένα λαό «χαϊβάνι».
Και βεβαίως την ίδια υποχρέωση δυναμικής υποστήριξης έχουμε και απέναντι στον κο Σαμαρά κάθε φορά που πηγαίνει στις συναθροίσεις του ευρωπαϊκού Λαϊκού Κόμματος «φορώντας την φανέλα της εθνικής», ώστε να μη μαζεύει τόσα γκολ, όπως κάνει συνήθως ο κακομοίρης….