Δευτέρα 11 Ιουνίου 2012

Η «Σάρα η Μάρα και το κακό συναπάντημα».


Η συνήθης δικαιολογία για τις αστοχίες και τις αντιλαϊκές αθλιότητες των συντηρητικών κομμάτων είναι ότι «η πολιτική είναι η τέχνη του εφικτού».
Με αυτό το ανόητο σόφισμα επιζητείται άφεση αμαρτιών για νεοφιλελεύθερες πολιτικές, που «συμπτωματικά» εξαθλιώνουν τις πλατιές μάζες και ευνοούν τους μεγαλοκαρχαρίες, τους τραπεζίτες και τους πάσης φύσεως «ημετέρους».
Στον αντίποδα τα κόμματα της αριστεράς θεωρούν την πολιτική ως επιστήμη για την ευημερία των πολιτών. Αντίληψη που προφανώς συμφέρει την μεγάλη μάζα των ψηφοφόρων.  
Θα περίμενε λοιπόν κανείς ότι οι αριστεροί θα έπρεπε να μονοπωλούν την εξουσία. Παρ’ όλα αυτά συμβαίνει ακριβώς το αντίθετο. Είναι οι συντηρητικοί που κυβερνούν επί διακόσια χρόνια με εξωφρενικά ελάχιστα lucida intervalla.

 Πρόκειται για ομαδική παράκρουση των πολιτών;
Όχι βέβαια. Πρόκειται απλώς για «μαγεία». Είναι η «μαγική» δύναμη των στρατευμένων Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης που κάνει την διαφορά.
Ορδές ολόκληρες εξωνημένων δημοσιογράφων, εργολαβικά κανάλια, κρατικοδίαιτος κιτρινισμός, μυστήρια πανεπιστημιακά ασκέρια, που οφείλουν τα υψηλά τους εισοδήματα σε κοινοτικές επιδοτήσεις και σκοτεινά κονδύλια ευαγών υπερεθνικών Ιδρυμάτων τύπου Σώρος, Ρότσιλδ και δεν συμμαζεύεται, αναλαμβάνουν δράση.

Το έργο τους βαρύ, αλλά άκρως προσοδοφόρο και τουλάχιστον μέχρι τώρα τα έχουν καταφέρει μια χαρά.
Στον μικρό αλλά πάντοτε επαρκή προεκλογικό χρόνο καταφέρνουν να κάνουν την νύκτα μέρα. Να παρουσιάσουν το άσπρο μαύρο.
Αγιοποιούν τους φαύλους, αθωώνουν τους λωποδύτες, εγκωμιάζουν τους «ξεγάνωτους τενεκέδες», ηρωοποιούν τους οσφυοκάμπτες.
Από την άλλη κατηγορούν τους σοβαρούς, σπιλώνουν τους έντιμους, συκοφαντούν τους ικανούς, δαιμονοποιούν τους πατριώτες.

Έτσι και τώρα προσπαθούν να διατηρήσουν στην κυβέρνηση κόμματα που μαθηματικώς ρημάζουν τη χώρα με βασικό επιχείρημα ότι οι άθλιοι είναι δεδομένοι, ενώ οι αδοκίμαστοι απρόβλεπτοι. Ότι οι απατεώνες έχουν μεταμεληθεί, ενώ οι αντίπαλοί τους ίσως ψεύδονται. Ότι οι αχρείοι έχουν αποκτήσει εμπειρία, ενώ οι «άλλοι» είναι ανέτοιμοι να κυβερνήσουν. Ότι οι εθνικοί μειοδότες είναι «ρεαλιστές», ενώ οι «άλλοι» είναι «εθνικά επικίνδυνοι».

Απειλούν, κινδυνολογούν, τρομοκρατούν.

Όμως του κάκου πασχίζουν και βυσσοδομούν.

Είναι ηλίου φαεινότερο ότι ο λαός δεν τους εμπιστεύεται, δεν τους αντέχει, δεν τους ακούει.
Αντίθετα, όσα περισσότερα «ζόμπι» της πολιτικής, της δημοσιογραφίας και της «τεχνοκρατίας» παραληρούν στα κανάλια, τόσο μαζικότερα εγκαταλείπουν οι ψηφοφόροι τα κόμματα των μνημονίων, της ατέλειωτης λιτότητας και των τυφλών φοροεπιδρομών.
Όσο περισσότερο οι αρχηγοί της συγκυβέρνησης ανακαλύπτουν αιφνιδίως τα «διαπραγματεύσιμα κενά» και τα «αρνητικά στοιχεία» των μνημονίων, τόσο περισσότερο καταγέλαστοι γίνονται για την όψιμη «λαχτάρα» τους να «επαναδιαπραγματευθούν» την εξαθλίωση του λαού και την «επιμήκυνση» του χρόνου ξεπουλήματος του εθνικού πλούτου.
Όσο πιο πολύ κλαψουρίζουν περί δραχμής και ευρωζώνης, τόσο περισσότερο αποκαλύπτουν ότι «κάτι λάκκον έχει η φάβα».
Όσο ο κος Σόϊμπλε και οι συν αυτώ κοινοτικοί μανδαρίνοι ουρλιάζουν περί της αναγκαιότητος εκλογικής τους επιβολής και τους πλέκουν το εγκώμιο, τόσο περισσότερο απεχθείς γίνονται στους ψηφοφόρους.

Των πραγμάτων λοιπόν ούτως εχόντων δεν έχουμε χρεία δημοσκοπήσεων για να πληροφορηθούμε τα ρεύματα που επικρατούν στις επιλογές  των ψηφοφόρων.
Αρκεί ο πανικός, που αποπνέει η καθημερινή ρητορική των δυστυχισμένων ιπποτών του μνημονίου και της δημοσιογραφικής τους καμαρίλας για να υποθέσουμε την φτωχή ανταπόκριση των διχαστικών «προσκλητηρίων» τους.
Αρκεί η καταφυγή τους στις ανόητες αρνητικές διαφημίσεις για να υποψιασθούμε το μέγεθος της επερχόμενης εκλογικής τους συντριβής.
Αρκεί η παράληψη αναφοράς στο πρόγραμμά τους και η επιμονή τους σε κουτσομπολιά και ανούσια λασπολογία  κατά των πολιτικών τους αντιπάλων, για να διαισθανθούμε τον φόβο, που τους έχει κυριεύσει.

«Ου δύναται πόλις κρυβήναι επάνω όρους κειμένη», όπως πάνσοφα επισημαίνει η ευαγγελική περικοπή.
«Χωριό που φαίνεται κολαούζο δεν θέλει», όπως προσφυώς παρατηρεί η λαϊκή θυμοσοφία. 

Και πώς θα μπορούσε άλλωστε να γινόταν διαφορετικά;
Όση «φιλότιμη» προσπάθεια και αν καταβάλλουν οι εξωνημένοι κονδυλοφόροι και τα αργυρώνητα μικρόφωνα, πώς θα μπορούσαν να γίνουν ελκυστικά τα θλιβερά απομεινάρια των δύο πάλαι ποτέ μεγάλων πολιτικών παρατάξεων.
Τι σχέση έχει το ΠΑΣΟΚ του κου Βενιζέλου με το σοσιαλιστικό ΠΑΣΟΚ του αείμνηστου Ανδρέα Παπανδρέου και τι σχέση έχει  η εθνικά αξιοπρεπής ΝΔ του κου Καραμανλή με το σημερινό ερείπιο του οποίου ηγείται ο κος Σαμαράς;
Τι πολιτικό όραμα μπορεί να προκύψει από τα  δύο «απορριμματοφόρα»  των παλαιών ένδοξων κομματικών σχηματισμών, όπου συνευρίσκονται περιστασιακά η «Σάρα» και η «Μάρα»,  που την ανάγκην φιλοτιμία ποιούμενες συναπαντώνται κακώς με την ιστορία αυτού του τόπου, στοχεύοντας αποκλειστικά στην δική τους πολιτική σωτηρία, αδιαφορώντας για τα μαρτύρια του λαού; 

Και ως τέτοια δεν μπορούν να έχουν καμία τύχη σε μια ιστορική συγκυρία, όπου διακυβεύεται η μοίρα των ανθρώπων αυτού του τόπου, αλλά και των λοιπών ευρωπαϊκών λαών σε βάθος πολλών επερχόμενων δεκαετιών.

Δεν υπάρχουν σχόλια: