Κυριακή 16 Μαρτίου 2008

ΤΡΙΑ ΦΑΟΥΛ ΣΕ ΕΝΑ ΠΕΝΑΛΤΥ

Γ.Στην ανεπιφύλακτη πρόταση για ολόπλευρη συνεργασία του προέδρου του ΠΑΣΟΚ κ. Παπανδρέου, ο συμπαθέστατος πρόεδρος της Κοινοβουλευτικής ομάδας του ΣΥΡΙΖΑ κ. Α.Αλαβάνος απάντησε ρητά και κατηγορηματικά ότι η συνεργασία αποκλείεται και ότι ο στόχος του κόμματος του παραμένει η μείωση των δυνάμεων του δικομματισμού.
Η απάντηση αυτή, εκτιμούμενη με πολιτικούς όρους και με εργαλείο την κοινή λογική, περιέχει τρία στοιχεία: ένα μύθο, μια ουτοπία και μια συντηρητική εμμονή.

Ο ΜΥΘΟΣ
Μύθος είναι το επικοινωνιακό σόφισμα περί δικομματισμού, που μονότονα αναμασούν τα τρία κόμματα της ελάσσονος αντιπολίτευσης.
Οι συνήθεις εκδοχές αυτού του ψηφοθηρικού σλόγκαν είναι δύο.
Σύμφωνα με την πρώτη το σύστημα στην Ελλάδα είναι δήθεν δικομματικό. Με αυτή ή παρόμοιες διατυπώσεις, η εκδοχή αυτή έχει περίπου πολιτειακό περιεχόμενο.
Είναι όμως απολύτως γνωστό τοις πάσι ότι το πολίτευμα της χώρας είναι πολυκομματικό. Ουδείς εμποδίζεται να δημιουργήσει κόμμα και ήδη πέντε κόμματα μοιράζονται δημοκρατικά την άσκηση της κοινοβουλευτικής εξουσίας.
Σύμφωνα με την δεύτερη εκδοχή το μεν πολίτευμα επιτρέπει την ελεύθερη συμμετοχή των κομμάτων στην εκλογική διαδικασία, πλην όμως την εξουσία ασκεί μόνο ο δικομματισμός ήτοι το ΠΑΣΟΚ και η ΝΔ.
Στη βάση της αυτή η διατύπωση περιέχει ένα αληθινό γεγονός. Πράγματι τα τελευταία τριάντα χρόνια τα δύο αυτά κόμματα κυβερνούν την χώρα.
Όμως κάθε μύθος, που σέβεται τον εαυτό του εμπεριέχει μια αλήθεια στον πυρήνα του. Ας πούμε όπως κάθε φάκα έχει στο βάθος της λίγο τυράκι.
Το πρώτο ψέμα είναι ότι τα δύο κόμματα δήθεν κυβερνούν την χώρα. Η αλήθεια είναι ότι τα δύο κόμματα εναλλάσσονται στην κυβέρνηση. Σε κάθε κυβερνητική περίοδο δεν κυβερνάει ο δικομματισμός, αλλά ένα συγκεκριμένο κόμμα κάθε φορά βρίσκεται στην εξουσία.
Το δεύτερο ψέμα είναι ο σαφής υπαινιγμός ότι τα δύο κόμματα είναι ίδια. Μετά τον Ηράκλειτο, δηλαδή πάνω από 2.500 χρόνια κάθε συζήτηση περί ταύτισης δύο διαφορετικών οντοτήτων στερείται επιστημονικής σοβαρότητας. Για την ακρίβεια η θέση του αρχαίου φιλοσόφου ήταν ότι ανά πάσα στιγμή όλα αλλάζουν και ποτέ τίποτε δεν είναι ίδιο, ούτε με τον εαυτό του. Την θεωρία αυτή, που μαθηματικά εκφράζεται από την παράσταση α διάφορο του α, κανείς σοβαρός επιστήμονας δεν τόλμησε να αμφισβητήσει ανά τους αιώνες και πάντως την υιοθέτησαν ανεπιφύλακτα όλοι ανεξαίρετα οι ανήκοντες στο διαλεκτικό φιλοσοφικό χώρο.
Πέρα όμως από την επιστημονική της σαθρότητα η δήλωση αδυναμίας διάκρισης των διαφορών ανάμεσα στις εφαρμοσμένες πολιτικές δύο διαφορετικών κομμάτων, αν δεν υποκρύπτει υποκρισία αποτελεί ασύγγνωστη πολιτική ανεπάρκεια. Και τέτοιου μεγέθους βέβαια πολιτική ανεπάρκεια κανένα πολιτικό από τα κοινοβουλευτικά τουλάχιστον κόμματα δεν χαρακτηρίζει.
Το τρίτο και μεγαλύτερο ψέμα είναι ότι δήθεν τα κόμματα της πέραν του ΠΑΣΟΚ αριστεράς απορρίπτουν τη συνεργασία γιατί δήθεν τριάντα χρόνια τώρα ο δικομματισμός είναι κακό και εξορκιστέο πράγμα. Η αλήθεια είναι ότι και παλαιότερα, που δεν υπήρχε δικομματισμός και την κυβέρνηση μονοπωλούσε ένα μονάχα κόμμα πάλι οι ηγεσίες των κομμάτων αυτών δεν κατάφερναν να διακρίνουν διαφορές και δεν έστεργαν σε συνεργασία με κανένα κόμμα, ούτε καν μεταξύ τους.
Είναι λοιπόν προφανές ότι ο δικομματισμός και τα τοιαύτα αποτελεί ένα επικοινωνιακό κατασκεύασμα, που καλύπτει διαχρονικά στην καλλίτερη περίπτωση ιδεολογικές και προγραμματικές ανεπάρκειες και στην χειρότερη ύποπτες πολιτικές σκοπιμότητες ή ανομολόγητες προσωπικές ιδιοτέλειες.

Η ΟΥΤΟΠΙΑ
Η σύγχρονη πολιτική όχι μόνο σαν εφηρμοσμένη διακυβέρνηση, αλλά και ως σοβαρή και ελπιδοφόρα αντιπολίτευση οφείλει να διακρίνεται από ρεαλισμό.
Ρεαλισμός στην πολιτική σημαίνει χάραξη στρατηγικής και τακτικής, που εδράζεται στην επιστημονική ανάλυση των αντικειμενικών και υποκειμενικών συνθηκών, που διαμορφώνονται και εξελίσσονται σε μια συγκεκριμένη χώρα, σε μια συγκεκριμένη χρονική στιγμή, λαμβάνοντας υπόψη τις συνθήκες και τις τάσεις, που επικρατούν παγκοσμίως.
Ουτοπία στην πολιτική είναι να κινείσαι ως πολιτικός εκτός τόπου και χρόνου χαράζοντας στόχους και επιλέγοντας δράσεις, που δεν λαμβάνουν υπόψη τους τα παραπάνω στοιχεία.
Οι αντικειμενικές συνθήκες που διαμορφώνονται σήμερα στο πολιτικό τοπίο αναμφίβολα δεν ευνοούν την επίτευξη μονοκομματικών κυβερνήσεων. Στις δημοσκοπήσεις αποτυπώνεται έντονα η θετική στάση των πολιτών απέναντι στην ιδέα των κυβερνήσεων συνεργασίας (=ώριμες υποκειμενικές συνθήκες). Το σχετικό εγχείρημα έχει ήδη εφαρμοσθεί με εν πολλοίς θετικά αποτελέσματα διεθνώς.
Όταν λοιπόν ως πολιτικός αποκλείεις a priori την συνεργασία με άλλες πολιτικές δυνάμεις εύλογα δίνεις την αίσθηση ότι βρίσκεσαι εκτός τόπου και χρόνου.
Από την άλλη μεριά αδιαμφισβήτητο αίτημα-στόχος της Ελληνικής κοινωνίας είναι η βελτίωση του βιοτικού της επιπέδου. Στόχος, που υπό προϋποθέσεις μπορεί να εξυπηρετηθεί από συνεργασίες.
Όταν εσύ σαν πολιτικός δεν το αφουγκράζεσαι, φαίνεσαι «να μη καταλαβαίνεις, να μη ξέρεις πού πατάς και πού πηγαίνεις», κατά την ποιητικά φτωχή, αλλά επικοινωνιακά προσφυή διατύπωση του άλλου συμπαθέστατου Προέδρου του Συνασπισμού, του κ. Α.Τσίπρα. Φαίνεσαι να μην έχεις επαφή με τον τόπο τούτο. Και αυτό τι άλλο είναι αν όχι ο ορισμός της ουτοπίας?

Η ΣΥΝΤΗΡΗΤΙΚΉ ΕΜΜΟΝΗ
Η πολιτικοί γίνονται συμπαθείς από τις θεωρητικές αγαθές τους προθέσεις αλλά αξιολογούνται και κρίνονται από τις πρακτικές τους επιλογές και τα αποτελέσματά τους.
Όταν λες ότι αγωνίζεσαι ενάντια σε μια αντιλαϊκή πολιτική γιατί θέλεις να βελτιώσεις την καθημερινότητα του πολίτη θεωρητικά κινείσαι σε «προοδευτική» κατεύθυνση.
Όταν όμως δηλώνεις ότι αποκλείεις το ενδεχόμενο μιας συνεργασίας, που θα μπορούσε να προσφέρει μια προοδευτική εναλλακτική κυβερνητική λύση, τότε στην πράξη αγωνίζεσαι για την συντήρηση του υπάρχοντος συστήματος.
Όταν μάλιστα δηλώνεις ότι για σένα η συρρίκνωση του δικομματισμού αποτελεί αυτοσκοπό, τότε εμμέσως πλην σαφώς αποκαλύπτεις ότι το πραγματικό σου ενδιαφέρον είναι, να συντηρήσεις με νύχια και με δόντια το κατεστημένο πολιτικό «χρηματιστήριο αξιών», με μοναδικό μέλημα την αύξηση της χρηματιστηριακής αξίας της «επιχείρησής» σου.
Και αυτή είναι μια βαθειά συντηρητική πρακτική, πού όταν ασκείται επίμονα επί δεκαετίες αποκτά τα χαρακτηριστικά της εμμονής με την ιατρική έννοια του όρου.

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ
Όταν ο κ. Παπανδρέου κάλεσε τον κ. Α.Τσίπρα να μιλήσει στο συνέδριο του ΠΑΣΟΚ, φάνηκε, με ποδοσφαιρικές αναλογίες, σαν να του στήνει την μπάλα σε θέση πέναλτι. Μάλιστα πολλοί ήταν εκείνοι, πού έσπευσαν με τις κάμερες για να αποθανατίσουν την φάση του γκολ.
Όμως ο κ. Παπανδρέου έκανε ένα τρυκ. Απομάκρυνε κάθε τερματοφύλακα αλλά έστησε στη θέση του μια πινακίδα, που έγραφε με κεφαλαία γράμματα τη λέξη ΣΥΝΕΡΓΑΣΙΑ.
Το αποτέλεσμα ήταν καταλυτικό. Τα συντηρητικά αντανακλαστικά του επιφανούς «μπαλαδόρου» λειτούργησαν αυτόματα και πέταξε αμήχανα την μπάλα στην εξέδρα, ψελλίζοντας προσχηματικές δικαιολογίες για λογικές αντιφάσεις και άλλα τοιαύτα.
Η μεγάλη ποδοσφαιρική έκπληξη προέκυψε από τον Πρόεδρο κ. Αλαβάνο, όταν στην προσπάθειά του να καλύψει το άστοχο «σουτ» του Προέδρου κ. Τσίπρα, διέπραξε τα τρία «φάουλ» που «σφυρίξαμε» παραπάνω.
Αν δεν μιλούσαμε για πολιτική, αλλά επρόκειτο πραγματικά για ποδόσφαιρο, τότε η φάση όπου ο αρχηγός της ομάδας αποτυγχάνει κατά την εκτέλεση πέναλτι και την ίδια στιγμή ο προπονητής εισβάλει στον αγωνιστικό χώρο και διαπράττει τριπλό φάουλ με μια κίνηση, θα αποτελούσε παγκόσμια πρωτοτυπία, άξια να καταχωρηθεί στο βιβλίο Γκίνες.

ΕΠΙΜΥΘΙΟ
Τα «πρωτοκλασάτα» στελέχη του ΠΑΣΟΚ, που αντιμετωπίζουν την πολιτεία του ΣΥΡΙΖΑ με κομπλεξικό τρόπο (όρα δηλώσεις περί Σούπερ Μάρκετ) ή με φοβικό σύνδρομο (όρα ατάκες περί δωρεάς οργάνων), θα πράξουν σοφότερα αν ακολουθήσουν το παράδειγμα του Προέδρου τους, που απευθύνεται σε μια εν δυνάμει συνοδοιπόρο πολιτική δύναμη με απλότητα, καλοπιστία, ανοικτό μυαλό και καθαρές προτάσεις.
Δεν ξέρω βέβαια πόσο εύκολο είναι αυτό για τα «πρωτοκλασάτα» στελέχη. Σίγουρα όμως θα είναι απείρως πιο αποτελεσματικό και τουλάχιστον επωφελές για τον τόπο.

1 σχόλιο:

Νικόλαος Οικονόμου είπε...

Πρωτίστως σας συγχαίρω για το blog όσο και για την ορθότητα των λόγων σας.
Η στάση του νυν και του πρώην προέδρου του ΣΥΡΙΖΑ ίσως μπορεί να ερμηνευθεί υπό το πρίσμα της συμαντικής και ταχύτατης ενίσχυσης του κόμματος τους (διότι περί κόμματος πρόκειται). Ίσως θεωρούν ότι με σκληρή γλώσσα το ρεύμα υπέρ τους θα συντηρηθεί και θα ενισχυθεί. Όμως τί εκφράζει η στάση τους αυτή παρά την επιθυμία τους να αντικαταστήσουν το ΠΑΣΟΚ στο δικομματισμό; Διότι εάν αντιτίθεντο πραγματικά σε αυτόν δέν θα απέκλειαν εκ προοιμίου οποιαδήποτε
πρόταση συνεργασίας...
Ας ελπίσουμε ότι όποιος και αν βγεί
κερδισμένος μεσοπρόθεσμα θα ξεφύγει από τη λογική του εγώ κ όχι εσύ προκειμένου να προχωρήσει επιτέλους
'η μεγάλη ανέλκυση'...