Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Διακυβέρνηση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Διακυβέρνηση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 30 Ιανουαρίου 2015

Σαμαρική φαντασιοπληξία ή Ευρωπαϊκός ρεαλισμός.


Οι θεωρίες περί πειραματόζωων, γερμανικού εθνικισμού ή προτεσταντικής αυστηρότητας, που αναπτύχθηκαν κατά κόρον τα τελευταία χρόνια, έχουν περισσότερη σχέση με την προπαγανδιστική σκοπιμότητα, παρά με τις συνιστώσες διαμόρφωσης της γερμανικής τακτικής.
Η Γερμανική πολιτική είναι σίγουρα εθνοκεντρική, αλλά είναι υποχρεωμένη να κινείται εντός των ορίων του πολιτικού ρεαλισμού.
Αυτός ήταν άλλωστε και ο λόγος, που παρά την ισχυρή συγγένειά της με τη ΝΔ, η Γερμανίδα Καγκελάριος δε δίστασε καθόλου προεκλογικά να εγκαταλείψει αβοήθητο τον Σαμαρά, από τη στιγμή που παγιώθηκε η αίσθηση πως επρόκειτο να ηττηθεί στις επερχόμενες εκλογές.

Το ίδιο ακριβώς είχε πράξει στην παρόμοια περίπτωση της Γαλλίας, όπου παρά την συμπάθεια προς τον  Σαρκοζί, την επομένη των Γαλλικών εκλογών επεδίωξε και πέτυχε αγαστή συνεργασία με τον σοσιαλιστή Ολάντ.
Ο κος Τσίπρας βεβαίως προδιαγράφεται σημαντικά ριζοσπαστικότερος του Γάλλου Προέδρου, όμως δεν παύει να είναι ζωτικής σημασίας για την Γερμανία η προσαρμογή σε ένα modus vivedi με την κυβέρνηση μιας χώρας, που καλώς ή κακώς συμμετέχει στην Ευρωζώνη.

Το χάος που χωρίζει το συνολικό σχέδιο της Άγκελας Μέρκελ για την έξοδο της ΕΕ από την οικονομική κρίση από το αντίστοιχο της νέας Ελληνικής Κυβέρνησης είναι αναμφισβήτητο.
Αυτό όμως δε σημαίνει καθόλου ότι οι επί μέρους πολιτικές της κυβέρνησης Τσίπρα είναι a priori απορριπτέες από την Γερμανική καγκελαρία.
Τουναντίον μάλιστα. Υπάρχουν πολύ σημαντικά επί μέρους ζητήματα, που όσο κι αν φανεί περίεργο, οι σχεδιαζόμενοι χειρισμοί του Τσίπρα θα είναι περισσότερο συμβατοί με τη Γερμανική λογική από όσο οι σχετικοί χειρισμοί του Σαμαρά.

Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση των δύο θεμάτων, που πρωταγωνίστησαν στην επικαιρότητα τις δύο τελευταίες μέρες και παρουσιάσθηκαν από την αντιπολίτευση και τα εχθρικά προς την κυβέρνηση ΜΜΕ ως θέματα ρήξης με την ΕΕ.

Η περίπτωση της θέσης της ΕΕ για το Ρωσσο-Ουκρανικό ζήτημα εμφανίσθηκε στην Ελλάδα και  από μεγάλη μερίδα του Ευρωπαϊκού τύπου ως μια χονδροειδής γκάφα της νεοσύστατης Ελληνικής Κυβέρνησης.
Ο ίδιος ο Σούλτς, πολιτικός που αν δεν ήταν Γερμανός δε θα έψηνε ούτε καφέδες στο Ευρωκοινοβούλιο,  προέβη καθ’ οδόν προς την Αθήνα σε δηλώσεις  φρίκης και αποτροπιασμού. 
Επιδεικνύοντας  αήθη διπλωματική ανεπάρκεια εξόκειλε σε βάρβαρη εκβιαστική σύνδεση του δικαιώματος της Ελλάδας να απολαμβάνει της εταιρικής αλληλεγγύης με την ενδοτικότητά της στη διαμόρφωση της ευρωπαϊκής εξωτερικής πολιτικής.
Παρ’ όλα αυτά την επομένη το Γιούρογκρουπ, δικαίωσε την θέση της Ελλάδος, υιοθετώντας μετριοπαθέστερες θέσεις και μια πιό ήπια διατύπωση στο κείμενο της κοινής απόφασης των Υπουργών Εξωτερικών.
Την πρώτη μέρα οι άσπονδοι εχθροί της Κυβέρνησης Τσίπρα, προεξάρχοντος του κου Σαμαρά πανηγύρισαν την επιβεβαίωση των κινδυνολογικών τους προεκλογικών προβλέψεων, την επικείμενη βέβαιη πτώση της κυβέρνησης και την θριαμβευτική επάνοδο της ΝΔ στην εξουσία.
Την επομένη όχι απλώς διαψεύσθηκαν οι φρούδες ελπίδες τους, αλλά αποδείχθηκε πως νέος Έλληνας Υπουργός Εξωτερικών παρέδωσε μαθήματα υψηλής διπλωματίας, εκπλήσσοντας μάλλον ευχάριστα τους Εταίρους και βοηθώντας το Γιούρογκρουπ να πάρει μια ισορροπημένη απόφαση συμβατή με τα συμφέροντα όλων των χωρών της ΕΕ.
Εξ' άλλου είναι προς το συμφέρον της Ευρώπης να υπάρχουν εταίροι, που να μπορούν να χρησιμεύσουν ως συνομιλητές  με την Κρεμλίνο, οψέποτε χρειάζεται και στο μέτρο που αυτό καθίσταται αναγκαίο.

Ομοίως στο κομβικό ζήτημα της εξυπηρετήσεως του χρέους και δή στο κρίσιμο θέμα της δημοσιονομικής πολιτικής σε σχέση με την πάταξη της φοροδιαφυγής, θα αποδειχθεί οσονούπω ότι η πολιτική Τσίπρα θα είναι πιο αρεστή στην Γερμανική Καγκελαρία.
Τοώντι η τακτική της κυβέρνησης Σαμαρά να συνθλίβει φορολογικά τα μεσαία και κατώτερα εισοδηματικά στρώματα, αφήνοντας ασύλληπτη την φοροαποφυγή της διαπλεκόμενης μαζί της οικονομικής ελίτ, ήταν αποκλειστικά δικής της επιλογή.
Αυτή η τακτική όμως, υπήρξε και ένας από τους κύριους γενεσιουργούς παράγοντες της εξαθλίωσης του πληθυσμού, της συρρίκνωσης της αγοράς, των λουκέτων, της ανεργίας και του συνεχούς υφεσιακού σπιράλ της οικονομίας.
Διότι βεβαίως η μείωση του λαϊκού εισοδήματος οδηγεί σε μείωση της κατανάλωσης, απώλεια δημοσίων εσόδων και εν τέλει σε αδυναμία εξυπηρέτησης του χρέους.
Αντίθετα οι εξαγγελίες της νέας κυβέρνησης για αύξηση των κατώτερων μισθών και συντάξεων θα οδηγήσει σε αναθέρμανση της αγοράς, δεδομένου ότι τα ασθενή εισοδηματικά στρώματα καταναλώνουν το σύνολο του εισοδήματός τους για αγορά αγαθών επιβίωσης. 
Το κράτος εισπράττει ΦΠΑ, οι εγχώρια παραγωγή αυξάνεται, νέες θέσεις εργασίας δημιουργούνται και ούτω καθεξής η ύφεση μεταστρέφεται σε ανάπτυξη.
Κατ’ ακολουθίαν και οι δανειστές εξασφαλίζουν καλλίτερα την προσδοκία τους να πάρουν πίσω τα χρήματά τους, με μια κυβέρνηση, που εφαρμόζει αναπτυξιακή πολιτική και μέσω αυτής καταφέρνει να βελτιώσει την κατάσταση του ταμείου της χώρας.

Όταν λοιπόν ο νέος Υπουργός Οικονομικών υπόσχεται μια αλλαγή του φορολογικού συστήματος στην κατεύθυνση ελάφρυνσης των χαμηλών εισοδημάτων και της μικρής ακίνητης περιουσίας και της σύλληψης της φοροδιαφυγής της οικονομικής ελίτ, είναι βέβαιο ότι δεν θα βρεί αντίθετους τους δανειστές.
Τουναντίον μάλιστα πολλές φορές κορυφαίοι οικονομικοί και πολιτικοί παράγοντες προσκείμενοι στην Γερμανική Καγκελαρία προέτρεψαν στο παρελθόν την κυβέρνηση Σαμαρά να ασχοληθεί με την φοροαποφυγή της πλουτοκρατίας, αλλά εκείνη εκώφευσε λόγω των άρρηκτων δεσμών που την συνέδεαν με την εγχώρια οικονομικο-πολιτική διαπλοκή.

Έτσι λοιπόν παρά τις ονειροφαντασίες Σαμαρά, που συνεχίζει να ψευδολογεί και να κινδυνολογεί ασύστολα, γαντζωμένος πεισματικά στην αρχηγική καρέκλα, είναι πλέον ή βέβαιον ότι όσο πιο γρήγορα τον ξεφορτωθεί η ΝΔ, τόσο το καλλίτερο για αυτήν.
Οι διαδικασίες της αντικατάστασής του με τη σύμφωνη γνώμη, αν όχι με την προτροπή, του Ευρωπαϊκού Λαϊκού κόμματος, είναι προφανές ότι έχουν ήδη δρομολογηθεί.
Είναι θέμα ολίγων εβδομάδων, αν όχι ημερών, να εξαναγκασθεί σε παραίτηση και να ανακοινωθεί ο οδικός χάρτης εκλογής του νέου Αρχηγού.
Το θέμα εξαρτάται από το χρόνο, που θα χρειασθεί το ξεκαθάρισμα της υποψηφιότητας για την εκλογή ΠτΔ και για τον συμβιβασμό των «βαρώνων», που ήδη διαβουλεύονται πυρετωδώς.

Πιό σύντομα, από όσο φαντάζονται οι αμετανόητοι παπαγάλοι των καναλιών, η νέα Κυβέρνηση θα τύχει της πανηγυρικής αποδοχής των Ευρωπαίων εταίρων και της συγκαταβατικής αντιμετώπισης των δανειστών, Ευρωπαίων και υπερατλαντικών.
Κι ακόμα πιο γρήγορα οι διάφοροι οικονομικοί, δημοσιογραφικοί και λοιποί παράγοντες του Δημόσιου βίου θα συνειδητοποιήσουν ότι είναι προς τον συμφέρον τους να συνεργασθούν με μια κυβέρνηση, που καλώς ή κακώς θα εξαντλήσει την τετραετία της.

Η αξιωματική αντιπολίτευση λοιπόν πρέπει να σπεύσει να αλλάξει σελίδα, αν θέλει να επιβιώσει πολιτικά.

Η δε κυβέρνηση να πάρει το μάθημά της από την πρώτη της εβδομάδα στο πηδάλιο της χώρας και δη από τον τρόπο που τα κανάλια των εργολάβων και των εφοπλιστών σκοπεύουν να υπονομεύουν τα συμφέροντα του τόπου συνεχίζοντας την τακτική της κίτρινης προπαγάνδας, της επιλεκτικής παρουσίασης των πληροφοριών, και της συστηματικής διαστρέβλωσης των συμβάντων και των γεγονότων.

Διότι αυτό που, αν μη τι άλλο, προέκυψε κατά τρόπο αδιαμφισβήτητο είναι η αδήριτη ανάγκη ενός δημόσιου πλουραλιστικού μέσου, που απαλλαγμένο βρόμικων οικονομικών συμφερόντων θα προσφέρει αντικειμενική ενημέρωση και υψηλής ποιότητας προγράμματα τέχνης και πολιτισμού.

Παρασκευή 25 Ιουλίου 2014

Κυβερνητική πλοήγηση με GPS..

Διαδοχικές συναντήσεις με τους υπουργούς της κυβέρνησης έχει από το πρωί ο πρωθυπουργός Αντώνης Σαμαράς, παρουσία του αντιπροέδρου της κυβέρνησης Ευ. Βενιζέλου.

Αντικείμενο των συγκυβερνητικών συνευρέσεων, όπως γράφεται στα ΜΜΕ, είναι η αντιμετώπιση των εκκρεμοτήτων εν όψει της επιστροφής της Τρόικας το Φθινόπωρο.

Πάνω που είχαμε χαρεί με τις μεγαλοστομίες του κου Σαμαρά, πως είχε σκίσει το μνημόνιο φύλο-φύλο, ήρθε η Τρόικα με τον νέο μας Υπουργό Οικονομικών να μας προσγειώσουν στην πεζή πραγματικότητα.
Η χώρα χρειάζεται να διευθετήσει ένα πακετάκι εκκρεμότητες και να ολοκληρώσει καμιά εξακοσαριά μνημονιακές προσαρμογούλες, αν θέλει να πάρει την επόμενη δόση και να παραμείνει εντός πλαισίου Ευρωζωνικής «διάσωσης».

Από τον ουρανό της κατάργησης του μνημονίου μέχρι τα Τάρταρα της στυγνής εφαρμογής μέτρων περαιτέρω εξαθλίωσης, η απόσταση είναι πολύ μεγάλη για να χωνευθεί αμάσητη από τους ιθαγενείς.
Εξ΄ου και επιστρατεύθηκαν τα γνωστά μιντιακά παπαγαλεία, ξαναστήθηκε το επαναλαμβανόμενο σκηνικό των «ανταρτών» βουλευτών, αξιοποιήθηκαν δεόντως στημένα και τυχαία περιστατικά της επικαιρότητας.
Από τον κροκόδειλο στην Κρήτη, μέχρι τις ενδοκυβερνητικές ψευτοκόντρες, και από τον Μαζιώτη μέχρι τις εστίες πυρός στην ευρύτερη περιοχή, τίποτε δεν αφέθηκε να πάει χαμένο, προκειμένου να ξεφύγει η προσοχή της κοινής γνώμης από την αλγεινή κυβερνητική δραστηριότητα.

Στο πλαίσιο λοιπόν αυτής της επικοινωνιακής διαχείρισης πρέπει να ενταχθεί και η χθεσινή συνάντηση του κου Σαμαρά με τον κο Βενιζέλο, οι οποίοι επισήμως σχεδίασαν τον «οδικό χάρτη» ανάκαμψης της χώρας, ανεπισήμως όμως μάλλον σχεδίασαν το σενάριο λαϊκής παραμυθίας. 
Τα επί μέρους δρώμενα και τους κατ’ ιδίαν ρόλους.

Τι ανάγκη άλλωστε «οδικού χάρτη» υπάρχει, αφού ως γνωστόν η Φράου Μέρκελ τους έχει προ πολλού εφοδιάσει με κατάλληλο GPS, στο οποίο έχει φροντίσει να τοποθετήσει η ίδια το «σωτήριο» σημείο τελικού προορισμού της αποικίας.


Δευτέρα 24 Ιουνίου 2013

Μη γελάτε με τις δημοσκοπήσεις. Εκτελούν εθνοσωτήριο αποστολή….



Τα τελευταία χρόνια τα δημοσκοπικά ευρήματα όλο και περισσότερο διαψεύδουν τις εικόνες της κοινής λογικής και οι εικόνες της κάλπης διαψεύδουν τα ευρήματα των δημοσκοπήσεων.


Αυτό δεν είναι τυχαίο.

Ανέκαθεν οι δημοσκοπήσεις χρησιμοποιήθηκαν ως εργαλείο διαχείρισης, χειραγώγησης και ανακατεύθυνσης των κοινωνικών τάσεων και πολιτικών ρευμάτων. Έτσι όσο μεγαλύτερη είναι η απόκλιση της κοινής γνώμης από τα «καλά» και συμφέροντα του συστήματος εξουσίας, τόσο πιο δημιουργικά και ευφάνταστα πρέπει να λειτουργούν οι επαγγελματίες δημοσκόποι.


Είναι κοινό μυστικό ότι από την έναρξη της υφεσιακής περιόδου και της επιβολής αλλεπάλληλων πακέτων αυστηρής έως ληστρικής λιτότητας, η αντιμνημονιακή διάθεση των μαζών έχει ενταθεί και η δημοφιλία των φιλομνημονιακών κομμάτων και πολιτικών στελεχών βαίνει συνεχώς μειούμενη.

Αυτό όμως το φυσιολογικό φαινόμενο, το οποίο διαισθάνεται και βιώνει στο καθημερινό του περιβάλλον ο μέσος πολίτης, όλως περιέργως διαλανθάνει της προσοχής των δημοσκοπήσεων.


Παρότι οι μετρήσεις της κοινής γνώμης  πολλαπλασιάσθηκαν με γεωμετρική πρόοδο καλύπτοντας το σύνολο των θεμάτων, που απασχολούν καθημερινά την κοινωνία, ελάχιστα φαίνεται να αποδίδουν τον πραγματικό σφυγμό της ψυχολογίας των μαζών. Ιδιαίτερα αυτές, που βλέπουν το φως της δημοσιότητας κάνουν «μπαμ από μακριά» ότι  στοχεύουν μάλλον να φρενάρουν και να αντιστρέψουν το κλίμα, παρά να το θερμομετρήσουν.


Τί  κι αν ο καθένας μας συναντά στο κοινωνικό του περιβάλλον ολοένα και περισσότερους φίλους και γνωστούς, που εγκαταλείπουν τις παραδοσιακές κομματικές προτιμήσεις τους και στρέφονται μαζικά σε πιο ριζοσπαστικούς και κυρίως αντιμνημονιακούς σχηματισμούς. Τι και αν ολοένα και πιο πολλοί πολίτες αγανακτούν με τη χιονοστιβάδα των αντιλαϊκών μέτρων, που τινάζουν στον αέρα τον οικογενειακό τους προγραμματισμό και κατακρημνίζουν το βιοτικό τους επίπεδο.

Σε πείσμα της κοινής λογικής όσο πιο πολύ απλώνεται η εξαθλίωση των μαζών, όσο περισσότερο βαραίνει η φορολογία και σκληραίνει το πρόσωπο της εξουσίας, τόσο οι δημοσκοπήσεις ανακαλύπτουν βελτίωση των ποσοστών του κυβερνώντος κόμματος και παράδοξες πλειοψηφίες πολιτών, που εγκρίνουν τους πάσης φύσεως εξοντωτικούς κυβερνητικούς χειρισμούς.


Έχουμε μια Κυβέρνηση συνεργασίας, που εφαρμόζει μια άκρως αντιλαϊκή πολιτική, εκ διαμέτρου αντίθετη με τις προεκλογικές της υποσχέσεις. Μια κυβέρνηση η δραστηριότητα της οποίας εξαντλείται στην φοροεισπρακτική επιδρομή με μοναδικό στόχο την ικανοποίηση των πιστωτών. Ένα Πρωθυπουργό, που πληθώρα πρωτοβουλιών του απέβησαν άκαρπες ή ακόμη χειρότερο κατέληξαν σε φιάσκο.

Όμως οι δημοσκόποι καταφέρνουν να βρίσκουν σταθερά και συχνά ανοδικά τα ποσοστά των κυβερνητικών κομμάτων, ιδιαίτερα της ΝΔ, ενώ ο κος Σαμαράς παραμένει αδιαφιλονίκητα ο «καταλληλότερος» για πρωθυπουργός.


Και οι θαυμαστές ανακαλύψεις αυτού του τύπου δεν περιορίζονται στα θέματα σφυγμομέτρησης της πολιτικής επιρροής των κομμάτων και των πολιτικών αρχηγών.

Ακόμη και σε ειδικά ζητήματα με εξόφθαλμη την αρνητική άποψη της κοινής γνώμης, ακολουθεί μια δημοσκόπηση, που ω! του θαύματος, δικαιώνει την όποια κυβερνητική ανοησία.


Πρόσφατο παράδειγμα η άθλια κίνηση κατάργησης της ΕΡΤ, όπου οι πανελλαδικές, και όχι μόνο, αντιδράσεις δεν αφήνουν καμιά αμφιβολία για την έντονη αντίρρηση του κόσμου απέναντι στους κυβερνητικούς χειρισμούς. Παρά ταύτα η τελευταία δημοσκόπηση αφήνει να εννοηθεί ότι το 72,7 % ων ερωτηθέντων μάλλον συμφωνεί με τον Πρωθυπουργικό τσαρλατανισμό, διότι δήθεν θέλει «να ανοίξει η ΕΡΤ αφού μειωθεί το προσωπικό και εξορθολογισθεί η λειτουργία της».

 Πώς είναι δυνατόν να βγει ένα τέτοιο δημοσκοπικό αποτέλεσμα; Είναι πολύ απλό.

Έχουμε να κάνουμε με το κλασικό τέχνασμα του στησίματος των ερωτημάτων.

Δεν ζητείται απάντηση σε ένα καθαρό δίλημμα του τύπου συμφωνείτε ή διαφωνείτε με το κλείσιμο της ΕΡΤ. Σε ένα τέτοιο ερώτημα είναι  βέβαιο ότι πάνω από το 90% θα απαντούσε ότι διαφωνεί. Δεν τίθεται καν το επίσης  καθαρό ερώτημα «θέλετε να καταργηθεί ή να ξανανοίξει η ΕΡΤ;», όπου και πάλι η συντριπτική πλειοψηφία υπέρ του ανοίγματος είναι δεδομένη.

 Αντ’ αυτών ο κουτοπόνηρος δημοσκόπος, αφού ήδη έχουν κλείσει  την ΕΡΤ και επί ένα δεκαήμερο έχουν βομβαρδίσει τον ερωτώμενο με ένα μπαράζ πληροφοριών περί ρουσφετιών, ατασθαλιών και σκανδάλων, του θέτει το δίλημμα «θέλεις να ξανανοίξει η ΕΡΤ όπως ήταν ή κατόπιν κάθαρσης και εξυγίανσης;».  Ε! λοιπόν τί πιο φυσικό και αναμενόμενο  ο πολίτης να απαντήσει ότι προτιμά την χρηστή λειτουργία από την καταστροφική φαυλότητα.

Και προσέξτε το απατηλό δίλημμα τίθεται πάντα στη βάση της λειτουργίας της ΕΡΤ. Ούτε για αστείο δεν τολμούν στις ψευτοδημοσκόπησεις του είδους, να ρωτήσουν αν ο κόσμος επιθυμεί την διάσωση της ΕΡΤ ή την ίδρυση ενός άλλου νέου ιδιωτικού φορέα.


Λίγο πιο πολύπλοκος είναι ο μηχανισμός δημιουργικής ανίχνευσης των εκλογικών ποσοστών.

Εδώ πρέπει να συντηρείται η εικόνα ενός ελαφρού προβαδίσματος του κυβερνώντος κόμματος έναντι του ΣΥΡΙΖΑ και μιας αντίστοιχης υπεροχής του αθροίσματος των ποσοστών της κυβερνητικής συμμαχίας, έναντι οποιασδήποτε άλλης πιθανής συμμαχικής εκδοχής. Αυτή η εικόνα, πρέπει να έχει μια στοιχειώδη κινητικότητα, αλλά κινούμενη στα όρια του στατιστικού λάθους να μη παρουσιάζει ανεπιθύμητες ισχυρές ανατροπές. Κι όλα αυτά να περιορίζονται στο πλαίσιο του 100%.


Έτσι αν θελήσει κανείς να παρατηρήσει λίγο καλλίτερα τη διακύμανση των ποσοστών θα ανακαλύψει ότι όταν αυξάνονται τα ποσοστά της ΝΔ, μειώνονται τα ποσοστά των ΑΝΕΞ.ΕΛ και ιδίως στις τελευταίες δημοσκοπήσεις της Χ.Α. Αντίστοιχα για να μειωθούν τα ποσοστά του  ΣΥΡΙΖΑ αυξάνονται αναλόγως τα ποσοστά των αναποφάσιστων,  και πάει λέγοντας.

Σημειωτέον ότι αυτό το δημιουργικό «άγγιγμα» των δημοσκοπικών ευρημάτων δεν είναι ούτε ιδιαίτερα δύσκολο, ούτε εύκολα ανιχνεύσιμο.

 Σκεφθείτε ότι οι πλείστες εξ αυτών υποτίθεται ότι γίνονται πανελλαδικά , τηλεφωνικά, σε δείγματα που δεν ξεπερνούν τα 1000 άτομα. 
Τι σημαίνει αυτό;

Εκτός που μπορεί κάποιος να ρωτήσει περισσότερους από γεωγραφικές περιοχές, ηλικίες, κοινωνικά στρώματα, εκπαιδευτικές βαθμίδες, κ.λ.π, από όπου κατά τεκμήριο θα συλλέξει πιο βολικές απαντήσεις. Μπορεί πανεύκολα να αλλάξει την εικόνα με μια πολύ μικρή αντιμετάθεση προτιμήσεων.

Στα 1000 ερωτώμενα άτομα κάθε 10 προτιμήσεις αντιστοιχούν με μία ποσοστιαία μονάδα.
 Τι σημαίνει αυτό;   
Πολύ απλά ότι ,αν μετακινηθούν μόλις 5 ψηφοφόροι ενός κόμματος σε ένα άλλο, θα του προσφέρουν προβάδισμα 1%...!!! Η ότι μια διαφορά μισής ποσοστιαίας μονάδας μπορεί εύκολα να «ανευρεθεί» αν μετακινηθούν 2,5 ερωτώμενοι στο αντίπαλο κόμμα ή απλώς δηλώσουν 5 από αυτούς αναποφάσιστοι…. Η  ακόμη καλλίτερα αν μετακινήσουμε 1 ερωτώμενο στο άλλο κόμμα και εμφανίσουμε 3 επί πλέον αναποφάσιστους… και πάει λέγοντας….


Πόσο αξιόπιστες λοιπόν μπορεί να είναι αυτές οι δημοσκοπήσεις, που σημειωτέον μονίμως παρουσιάζουν ευρήματα βολικά στις εκάστοτε κυβερνήσεις; Δημοσκοπήσεις, που έρχονται αντιμέτωπες με την κοινή λογική και που όχι μόνο στην Ελλάδα, αλλά πλέον και πανευρωπαϊκά διαψεύδονται  οικτρά από τα πραγματικά αποτελέσματα της κάλπης;


Παρότι όμως είναι προτιμότερο να εμπιστεύεται κανείς το ένστικτό του και να μη τις παίρνει στα σοβαρά, δεν μπορούμε να πούμε ότι οι δημοσκοπικές εταιρίες είναι για γέλια.

Τουναντίον για όσους είναι υπέρμαχοι της πάση θυσία διατήρησης της κοινωνικής γαλήνης, οι δημοσκόποι εκτελούν ένα «κοινωνικό λειτούργημα».

Φαντάζεσθε τί κοινωνική αναστάτωση θα δημιουργούσε η δημοσιοποίηση ευρημάτων όπου η ΝΔ θα ήταν 10 μονάδες πίσω από  τον ΣΥΡΙΖΑ και οι ΑΝΕΞ.ΕΛ θα είχαν ψηφοφόρους περισσότερους από το άθροισμα ΠΑΣΟΚ και ΔΗΜΑΡ;

Ποιός θα δεχόταν να πληρώνει χαράτσια αν ,ας πούμε, βρισκόταν ότι το 80% του κόσμου τάσσεται υπέρ της άμεσης ανατροπής των μνημονιακών μεθοδεύσεων;

Φαντάζεσθε τί πανηγύρι θα γινόταν, αν κάποιος δημοσκόπος είχε την επιστημονική διαστροφή, να θέσει  το ερώτημα «υπέρ ή κατά του μνημονίου», «υπακοή ή αντίσταση στην Τρόϊκα»;


Η προσφορά επομένως  των δημοσκόπων στον αγώνα της Κυβέρνησης συνεργασίας για την «σωτηρία» της χώρας είναι αδιαμφισβήτητα σημαντική.

Στην κατεύθυνση λοιπόν αυτή, η ΝΔ και το ΠΑΣΟΚ, ως μετέχοντες του κυβερνητικού συνασπισμού θα πρέπει να συνεχίσουν να εμφανίζουν ένα ελαφρύ, αλλά σταθερό προβάδισμα έναντι των υπολοίπων, ώστε να αποτρέπονται οι πολίτες από «ανθυγιεινές» σκέψεις. Ένα προβάδισμα, που εξ άλλου μέχρι τις εκλογές θα παραμένει εντός των ορίων του στατιστικού λάθους, ώστε όλες οι εκδοχές εκλογικού αποτελέσματος να είναι διαθέσιμες στα εξωθεσμικά εκλογικά «μαγειρεία» (Ο νοών νοείτω…).


Ειδικά τώρα μετά την απεμπλοκή του κυρίου  Κουβέλη από την κυβερνητική  συμμαχία, θα πρέπει να αναμένονται «ευρήματα», που θα δείχνουν πτώση της ΔΗΜΑΡ και αντίστοιχη άνοδο του ΠΑΣΟΚ. Ως  «κατακραυγή» των ψηφοφόρων για την «ασυνέπεια» της ΔΗΜΑΡ και επιβράβευση της «υπευθυνότητας» του ΠΑΣΟΚ.
Σα να λέμε ότι οι ψηφοφόροι θεωρούσαν συνεπή την άκρως αντίθετη με τις προεκλογικές εξαγγελίες μετεκλογική διακυβέρνηση και τώρα κρίνουν ασυνέπεια την επιστροφή στο αντιμνημονιακό προεκλογικό πρόγραμμα.
Και από την άλλη κρίνουν σαν υπεύθυνη στάση την περίπου διαπομπευτική αποπομπή του  τέως Προέδρου του ΠΑΣΟΚ και τέως Πρωθυπουργού κου Παπανδρέου για την είσοδο μας στο μνημόνιο και στην υποτέλεια του ΔΝΤ και συγχρόνως την "ευγενή άμιλλα" των διαδόχων του στην Προεδρία του κόμματος και την Πρωθυπουργία, για το ποιός θα αποδειχθεί στον κο Σόιμπλε σαν ό πλέον αποτελεσματικός και πειθήνιος εφαρμοστής των μνημονιακών προγραμμάτων και των Τροϊκανών κελευσμάτων.

Λογικά ακούγονται, θα μου πείτε… Τί όχι…;

Τετάρτη 12 Ιουνίου 2013

ΕΡΤ : το νέο φιάσκο της τρικομματικής συγκυβέρνησης



 Δεν πέρασαν 24 ώρες από το φιάσκο της GAZPROM και η ΝΔ κατάφερε να προσφέρει στην Ελληνική, αλλά και την διεθνή κοινή γνώμη ένα νέο ακόμη μεγαλύτερο. Ίσως και με την κουτοπόνηρη σκέψη ότι το νέο θα σκέπαζε τη σοβαρότητα του προηγούμενου.
Το κλείσιμο της Δημόσιας Ραδιοτηλεόρασης και ιδιαίτερα ο τρόπος με τον οποίο επιβλήθηκε, αποτελεί ένα τυπικό δείγμα ακραίου αυταρχισμού, που καμία δημοκρατική και ελάχιστες ολοκληρωτικές κυβερνήσεις τόλμησαν ποτέ να επιχειρήσουν στα τελευταία 100 χρόνια.
Αυτός ο απρόκλητος πρωτόφαντος  αυταρχισμός εξ άλλου είναι, που ξεσήκωσε θύελλα αντιδράσεων όχι μόνο σ’ όλη τη χώρα, αλλά και σε όλη την ομογένεια. Σε όλα τα μήκη και τα πλάτη της γης. Tουλάχιστον όπου κατοικούν πολιτισμένοι άνθρωποι σε στοιχειωδώς δημοκρατικές χώρες.

Αντιδράσεις σίγουρα απρόσμενες για τους πρωταγωνιστές αυτής της απίθανης πολιτικής ασχημίας.  Απρόσμενες όμως, για να είμαστε ειλικρινείς, και για τους «παρεπιδημούντες την Ιερουσαλήμ», τους θεατές και ακροατές των κρατικών μέσων ενημέρωσης.
Και τούτο διότι η στάση των εργαζομένων, ιδιαίτερα των δημοσιογράφων της ΕΡΤ τα τελευταία χρόνια κάθε άλλο παρά φιλολαϊκή θα μπορούσε να χαρακτηρισθεί.
Άλλοι χρωστώντας υποχρέωση στους πολιτικούς τους πάτρωνες, στους οποίους όφειλαν τον ρουσφετολογικό διορισμό τους και άλλοι δέσμιοι δημοσιοϋπαλληλικής νοοτροπίας, αφέθηκαν να γίνουν κύμβαλα μνημονιακής προπαγάνδας.
 Ιδιαίτερα όσοι συμμετείχαν σε δελτία ειδήσεων και εκπομπές πολιτικού περιεχομένου, ελάχιστα κινήθηκαν με γνώμονα την πλήρη και  αντικειμενική  ενημέρωση. Με προφανή ιδιοτέλεια και χωρίς ιδιαίτερο δισταγμό συμμετείχαν «φιλότιμα» στα επικοινωνιακά τερτίπια της πλύσης εγκεφάλου, της ,  παραπληροφόρησης, της προώθησης του κοινωνικού αυτοματισμού , της δυσφήμισης των λαϊκών αγώνων και της συκοφάντησης κοινωνικών ομάδων και επαγγελματικών κλάδων, που κατά καιρούς αντιδρούσαν στα κακώς κείμενα και αισχρώς δρώμενα της Τρόϊκας και των συνοδοιπόρων της.
Έτσι οι παλλαϊκές αντιδράσεις με τη στενή έννοια της συμπαράστασης στους εργαζόμενους στην ΕΡΤ θα μπορούσαν να θεωρηθούν και ανεξήγητες. 

Η αλήθεια είναι ότι υπάρχει ένα σημαντικό ελπιδοφόρο τμήμα πολιτών, που επιμένουν να μη «χάνουν το δάσος θαμπωμένοι  από το δένδρο». Γι αυτούς τους πολίτες ήταν εύκολο να παραμερίσουν την πικρία από την πρότερη αντικοινωνική στάση του δημοσιογραφικού επιτελείου της ΕΡΤ και να εστιάσουν στη σημασία του πολύτιμου αγαθού της δημόσιας Ραδιοτηλεόρασης.
Επιπλέον η συντριπτική πλειοψηφία του λαού καθώς και του αποδήμου Ελληνισμού επέδειξε ένα εξαιρετικό αισθητήριο πολιτισμού και δημοκρατίας.
Γιατί πρωτίστως την Δημοκρατία και τον πολιτισμό έσπευσαν να υπερασπισθούν όλοι αυτοί, με την φυσική τους παρουσία στους ανά την επικράτεια ραδιοτηλεοπτικούς σταθμούς. Με την  έντονη κινητικότητά τους στο διαδίκτυο. Με την άσκηση πίεσης σε συλλογικούς, συνδικαλιστικούς, κομματικούς φορείς.
Διατράνωσαν ουσιαστικά με κάθε τρόπο και με κάθε μέσο την αντίθεσή τους στον αυταρχισμό, στον σκοταδισμό, στην αποικιοκρατική χειραγώγηση του τύπου και στην σκανδαλώδη παρεμπόδιση της ελεύθερης διακίνησης των ιδεών.

Χάρι σ’ αυτό το υψηλό πολιτιστικό επίπεδο, την βαθειά δημοκρατική συνείδηση και το μεγαλείο ψυχής του απλού Έλληνα πολίτη οι εργαζόμενοι της  ΕΡΤ έτυχαν μιας ανέλπιστης συμπαράστασης και η Ελλάδα κατάφερε να στείλει ένα καθοριστικής σημασίας μήνυμα στον υπόλοιπο κόσμο.
Ότι παραμένει μια πολιτισμένη χώρα, παρά την βάρβαρη διακυβέρνηση που υφίσταται από «συμμάχους» και ανεγκέφαλους ιθαγενείς που συμπράττουν απερίσκεπτα μαζί τους σε πάσης φύσεως ασχημία και αβελτηρία.

Αυτό είναι το πραγματικό νόημα της λαϊκής αντίδρασης, που ανάγκασε πολλούς βουλευτές με βεβαρυμμένο κοινοβουλευτικό  «μητρώο» να πάρουν θέση  και να σύρουν και τους αρχηγούς των κομμάτων σε μια έστω απρόθυμη ενδοκυβερνητική διχογνωμία.
Βεβαίως η στάση των κκ Βενιζέλου και Κουβέλη επί του παρόντος ουδόλως αφήνει περιθώρια περί σοβαρής πρόθεσής τους να υπερασπισθούν την ΕΡΤ ή ακόμη περισσότερο να αποσύρουν την στήριξή τους στην παρωδία συγκυβερνήσεως, όπου συμμετέχουν.

Χαρακτηριστική μάλιστα είναι η φαιδρή πρωτοβουλία της ΔΗΜΑΡ για κατάθεση προτάσεως νόμου περί ακυρώσεως της πράξεως νομοθετικού περιεχομένου.
Αντί να απαιτήσουν την απόσυρση της κατάπτυστης πράξης και την εισαγωγή στη Βουλή νομοσχεδίου με την ΕΡΤ λειτουργούσα, καταφεύγουν σε ένα κουτοπόνηρο τέχνασμα. Ένα τρίκ που πρακτικά κλείνει την ΕΡΤ, διατηρεί σε ισχύ την ΠΝΠ και εν τέλει διά της βεβαίας απορρίψεως από την κοινοβουλευτική πλειοψηφία της πρότασης Κουβέλη θα την επικυρώσει πανηγυρικά.

Βεβαίως τα δύο δήθεν κεντροαριστερά κομματικά μορφώματα που λειτουργούν  σαν δεκανίκια στήριξης αποικιοκρατικών μέτρων, ελάχιστα πλέον ξεγελούν με τις κουτοπονηριές τους την πλειοψηφία του χειμαζόμενου λαού.
Έτσι και στην προκειμένη υπόθεση θα ήταν ανοησία να ελπίσει κανείς ότι το σχέδιο αντικατάστασης της ΕΡΤ με ένα απόλυτα ελεγχόμενο εργαλείο σκληροπυρηνικής προπαγάνδας,  επανδρωμένο αυστηρά με πραιτοριανούς της Νέας Δημοκρατίας, θα μπορούσε να ματαιωθεί από τις προσχηματικές αντιρρήσεις των κυβερνητικών εταίρων.

Η πραγματικότητα είναι ότι τα πάντα εξαρτώνται από την εξέλιξη των αντιδράσεων του κόσμου.
Και προς αυτή την κατεύθυνση κρίσιμο ρόλο θα παίξει αυτή καθεαυτή η στάση των ίδιων των εργαζομένων της ΕΡΤ. Ιδιαίτερα αυτών που έχουν αναλάβει τον ρόλο του συντονισμού των εκπομπών της.
Αν δεν καταφέρουν να υπερβούν το στενό πεδίο του προσωπικού επαγγελματικού τους προβλήματος και να κάνουν τις εν λόγω εκπομπές βήμα προβολής των ευρύτερων ζητημάτων οικονομικής εξαθλίωσης και καθεστωτικής ανελευθερίας του συνόλου της ελληνικής κοινωνίας, πολύ γρήγορα  θα χάσουν τη στήριξη των ευρύτερων λαϊκών στρωμάτων.

Τετάρτη 22 Μαΐου 2013

Η σημειολογία των επιστρατεύσεων.



Η αυθαιρεσία, ο αυταρχισμός, ο περιορισμός των ατομικών ελευθεριών είναι αναπόφευκτα συμπτώματα σε καθεστώτα νεοαποικιακού τύπου.
Σε καθεστώτα όπου τα πάντα σχεδιάζονται και εκτελούνται με γνώμονα τα ληστρικά οικονομικά συμφέροντα ξένων ή εγχώριων στενών οικονομικών κύκλων.
Από αυτή την άποψη ούτε η κατευθυνόμενη δικαιοσύνη, ούτε η συντριβή των διαδηλώσεων, ούτε η επιστράτευση επαγγελματικών ομάδων είναι απρόσμενα ή δυσεξήγητα φαινόμενα .
Η ιστορία, εθνική και συγκριτική είναι γεμάτη από τέτοια παραδείγματα.

Στην πρόσφατη όμως περίπτωση της προληπτικής επιστράτευσης των εκπαιδευτικών  υπάρχουν κάποια στοιχεία, που έχουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον γιατί μπορούν να φωτίσουν σκοτεινές πλευρές του πολιτικού μας συστήματος και πολιτικούς σχεδιασμούς αναγόμενους σε βάθος μελλοντικού χρόνου. Σχεδιασμούς που δεν περιορίζονται στο στενό συνδικαλιστικό τοπίο ενός συγκεκριμένου επαγγελματικού κλάδου, αλλά στοχεύουν στη διαμόρφωση του νέου κοινωνικού και πολιτικού περιβάλλοντος, που θα εξασφαλίσει την νομή της εξουσίας στους εκφραστές του νεοφιλελεύθερου, νεοαποικιακού μοντέλου, που επιχειρείται να εδραιωθεί στην Ευρώπη και όχι μόνο.

Για παράδειγμα ο τρόπος και ο χρόνος, που επέλεξε η κυβέρνηση για να εμπλακεί  σε σύγκρουση με τους εκπαιδευτικούς είναι άξιος ιδιαίτερης προσοχής.
Μπορεί το προπαγανδιστικό της επιτελείο να προώθησε  και μέσω των διακαναλικών φερεφώνων να επέβαλε εν τινι μέτρω την άποψη, ότι δήθεν οι καθηγητές επέλεξαν τις πανελλαδικές εξετάσεις, για να προβάλλουν τα εργασιακά τους αιτήματα σε σχέση με ένα νόμο, που είχε ψηφισθεί από τον περασμένο Νοέμβριο. Η πραγματικότητα όμως είναι, ότι αντιθέτως εκείνη επέλεξε, να προωθήσει το εφαρμοστικό διάταγμα στην παρούσα περίοδο, παρότι από την προσκείμενη σ’ αυτήν συνδικαλιστική ηγεσία του κλάδου  προφανώς είχε πλήρη ενημέρωση για τις εντάσεις και τις αντιδράσεις, που θα συνεπαγόταν αυτή της η επιλογή. 

Και υπάρχει και μια πρόσθετη σημαντική λεπτομέρεια.
Ακόμη και τα πιο ολοκληρωτικά καθεστώτα προσπαθούν να αποφεύγουν εκδηλώσεις κρατικής βίας και αυταρχισμού, όπου αυτό είναι δυνατόν. Αντίστοιχη κυβέρνηση στην Ισπανία, δεν δίστασε να αποσύρει εκπαιδευτικό νομοσχέδιο εξ αιτίας φοιτητικών αντιδράσεων μια βδομάδα νωρίτερα.
Η ελληνική τρικομματική συγκυβέρνηση δεν είχε άραγε την πρόνοια να προγραμματίσει μετά τις πανελλαδικές την ψήφιση των επίμαχων διατάξεων; Και αν υποθέσουμε, ότι δεν αξιολόγησε ορθά τις πληροφορίες της συνδικαλιστικής της παράταξης, πόσο δύσκολο ήταν, να αναβάλει για μια δυό εβδομάδες την προώθηση ενός προεδρικού διατάγματος, εφαρμοστικού ενός νόμου ο οποίος ούτως ή άλλως τελούσε επί έξι μήνες σε χειμερία νάρκη, χωρίς να έχει εξ αυτής της καθυστερήσεως προκληθεί η συντέλεια της μέσης εκπαίδευσης;

Προφανώς λοιπόν οι κύριοι Σαμαράς, Βενιζέλο, Κουβέλης, παρά τις περί του αντιθέτου διαβεβαιώσεις τους αδιαφόρησαν για την τύχη των υποψηφίων ρισκάροντας να τινάξουν στον αέρα τις πανελλαδικές, οι οποίες σώθηκαν την τελευταία στιγμή χάριν της αυτοσυγκράτησης των ίδιων των καθηγητών.
Κι αυτό είναι απολύτως αληθινό γιατί κατά πρωτότυπο τρόπο από την ημέρα της πρώτης περί προτάσεως απεργίας απόφασης της ΟΛΜΕ, μέχρι την ημέρα επιβολής της επιστράτευσης, κατά παγκόσμια πρωτοτυπία αντί προσπάθειας συνδιαλλαγής οι εκπρόσωποι της κυβέρνησης φρόντιζαν να ρίχνουν λάδι στη φωτιά.
Με εμπρηστικές δηλώσεις, με αλαζονικές απειλές, ακόμη και με ιταμές ύβρεις (τεμπέληδες, γαϊδούρια καθηγητές κ.λ.π) κύκλοι προσκείμενοι στον πρωθυπουργό ή αργυρώνητοι δημοσιογραφικοί κονδηλοφόροι με αιχμή του δόρατος γνωστούς γυρολόγους των καναλιών, προσπαθούσαν με κάθε τρόπο να δημιουργήσουν υπερβάλλουσα όξυνση, συγκρουσιακή ατμόσφαιρα, «πολεμική σύρραξη», και ταύτα πάντα με όρους κοινωνικού διχασμού.

Στη συνέχεια, όπως ήδη είχε προαναγγελθεί από τους διακαναλικούς προπαγανδιστές,  η επιστράτευση επιβλήθηκε και μάλιστα (μετά το μάθημα του Μετρό) προ της κηρύξεως της απεργίας, προκειμένου να αποφευχθεί η βεβαία συσπείρωση και άλλων κλάδων.
Οι καθηγητές ενέδωσαν στην κρατική βούληση και αποφάσισαν να συμμετάσχουν φιλότιμα στις πανελλαδικές. Θα περίμενε λοιπόν κανείς ότι η κυβέρνηση θα φρόντιζε να ρίξει τους τόνους και να φροντίσει για την αποκατάσταση κλίματος κοινωνικής ηρεμίας και εκπαιδευτικής γαλήνης. Όμως αντιθέτως οι γνωστοί προπαγανδιστικοί κύκλοι συνέχισαν τις φραστικές επιθέσεις, το αχαλίνωτο υβρεολόγιο και την αλαζονική αμετροέπεια. Συνέχισαν να περιφέρονται στα κανάλια μιλώντας για ιδιοτελείς καθηγητές, για συντριπτική ήττα του κλάδου, για ξοφλημένη συνδικαλιστική ηγεσία, που όφειλε να παραιτηθεί αμέσως.
Παράλληλα δεν παραλείπουν  με εριστική διάθεση και αυταρχικό ύφος να υπερτονίζουν την ειλημμένη και αταλάντευτη απόφαση της Κυβέρνησης (ιδίως του Πρωθυπουργού προσωπικά) να επιβάλλει τον νόμο και την τάξη  τσακίζοντας στην κυριολεξία οποιεσδήποτε «συντηρητικές συντεχνιακές δυνάμεις του παρελθόντος τολμήσουν να εναντιωθούν στην προσπάθεια ανασυγκρότησης της χώρας». 
 Αυτή η αλήστου μνήμης σχεδόν στρατοκρατική φρασεολογία θα ήταν γραφική, αν εκφερόταν από φασιστοειδή μορμολύκεια. Προβαλλόμενη όμως από επίσημα χείλη κυβερνητικών συμβούλων, πρωτοκλασάτων στελεχών και διακεκριμένων βουλευτών και  αναπαραγόμενη φιλότιμα από τα κεντρικά δελτία όλων των μεγάλων τηλεοπτικών σταθμών, αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα και ενδιαφέρον.

Αν μάλιστα προσέξουμε:
Ότι αυτή δεν είναι η μόνη επιστράτευση.
 Ότι πέραν των επιστρατεύσεων και σε πλήθος άλλο περιπτώσεων κοινωνικής ανησυχίας η κυβέρνηση δεν έχασε ποτέ την ευκαιρία, να επιδείξει υπερβολικό αυταρχισμό και ασύμμετρη κατά περίπτωση κρατική βία.
Ότι πάντοτε σε επικοινωνιακό επίπεδο οι ίδιοι δημοσιογραφικοί και κυβερνητικοί παράγοντες επιδίδονται στερεότυπα στις ίδιες λεκτικές, εμπρηστικές και διχαστικές τακτικές.
Ότι σε κάθε ευκαιρία συστηματικά  στοχοποιούνται  εκ περιτροπής όχι μόνο οι συνδικαλιστικές ηγεσίες, αλλά και ολόκληρες αδιακρίτως οι διάφορες επαγγελματικές ομάδες με αποτέλεσμα να μην υπάρχει πλέον σχεδόν καμία, που να έχει αποφύγει το χαρακτηρισμό του «τεμπέλη», «του επίορκου», «του μιζαδόρου», «του φοροφυγά», «του σαμποτέρ της εθνικής προσπάθειας διάσωσης και ανασυγκρότησης».
Ότι σε ανύποπτο χρόνο διάφορα στελέχη της Κυβέρνησης , αλλά και Ευρωπαίοι παράγοντες αναφέρονται με τρόπο προκλητικό έως ειρωνικό στην παραδειγματική ανοχή του λαού στα τραγικά μέτρα ανηλεούς λιτότητας.

Αν όλα αυτά τα συνδυάσουμε με την άνοδο της Χρυσής Αυγής και κυρίως την προνομιακή προβολή της από τον προσκείμενο, και όχι μόνο, στην Κυβέρνηση τύπο,
Αν προσθέσουμε την προστατευτική έως υποτελή στην Χρυσή Αυγή στάση της Νέας Δημοκρατίας. (Άρνηση του Γραμματέα της να ψηφίσει υπέρ της άρσης ασυλίας βουλευτή της ΧΑ).

Τότε αρχίζει να ολοκληρώνεται το πάζλ και αβίαστα να προκύπτουν σημαντικά  συμπεράσματα και ενδιαφέρουσες προβλέψεις.

Η συνεργασία με την ΔΗΜΑΡ και το ΠΑΣΟΚ απετέλεσε ένα χρήσιμο εργαλείο για την επαναφορά της ΝΔ στη διακυβέρνηση της χώρας, αλλά από την πρώτη στιγμή ήταν ορατό στο πρωθυπουργικό επιτελείο ότι αυτό το σχήμα θα είχε ημερομηνία λήξεως.
Ήδη τα ποσοστά της ΔΗΜΑΡ είναι ανύπαρκτα, ενώ ο ΠΑΣΟΚ ψυχορραγεί υπό το βάρος οικονομικών σκανδάλων και ευθυνών για την κατάντια της οικονομίας, που η ΝΔ εντέχνως κατάφερε να του φορτώσει στο ακέραιο.
Είναι λοιπόν βέβαιο ότι σε επόμενες εκλογές αυτά τα κόμματα δεν θα μπορέσουν να παραμείνουν αξιόλογοι κυβερνητικοί εταίροι.
Από την άλλη η ΝΔ δεν έχει καμία ελπίδα να προσελκύσει ψηφοφόρους από τα δύο αυτά κόμματα, που αποτελούν φυσιολογικά δεξαμενές για τον ΣΥΡΙΖΑ και  ενδεχομένως για άλλους περισσότερο ριζοσπαστικούς  αντιμνημονιακούς φορείς.
Έτσι μοναδικός χώρος, που θα μπορούσε να αναζητήσει ψήφους η ΝΔ είναι ο χώρος της παραδοσιακής κεντροδεξιάς, όπου όμως οι δυσκολίες παραμένουν μεγάλες εξ αιτίας των σκληρών μέτρων λιτότητας, που συνδυάζονται με κινήσεις αμφιβόλου εθνικού οφέλους.

Στην Ελλάδα υπήρχαν βεβαίως πάντα δύο μορφές της δεξιάς. Η λεγόμενη λαϊκή δεξιά, που εκ συστήματος διεξήγαγε τον προεκλογικό αγώνα και η ρεαλιστική δεξιά που την επομένη των εκλογών ανελάμβανε τη διακυβέρνηση, την οποία ασκούσε μονίμως με ένα συγκεκριμένο τρόπο, ο οποίος της εξασφάλιζε το παρατσούκλι της «επάρατης». Αυτής που οδηγούσε στο χαρακτηριστικό, αλλά μάλλον ουτοπικό σύνθημα «ο λαός δεν ξεχνά, τι σημαίνει δεξιά».
Η στροφή επομένως στην ακροδεξιά δεν είναι σύμπτωμα ιδεολογικής διαστροφής της ηγετικής της ομάδας, είναι συνειδητή προσπάθεια συντήρησης ενός αναγκαίου κομματικού ποσοστού και διαμόρφωσης μιας πολιτικής πλατμόρφας, που θα αποτελέσει τη βάση για μετεκλογική κυβερνητική σύμπραξη με τη ΧΑ. Το μόνο κόμμα του ευρύτερου δεξιού τόξου, που θα μπορούσε να αποτελέσει σανίδα κυβερνητικής σωτηρίας του κου Σαμαρά.

Αυτός λοιπόν είναι ο λόγος, που από πολύ νωρίς υπήρξε φροντίδα συλλογής συμβούλων, κομματικών στελεχών, βουλευτών και πολιτευτών από τον ακροδεξιό χώρο. 
Αυτός είναι ο λόγος, που στα τηλεοπτικά πάνελ πρωτοστατούν στην εκπροσώπηση της ΝΔ πολιτικά στελέχη γνωστά για τις φιλοχουντικές έως φασιστικές αντιλήψεις τους. 
Και κυρίως αυτός είναι ο λόγος, που ολοένα και περισσότερο η ΝΔ παρασύρει ολόκληρη την κυβέρνηση στην επιβολή ενός σκληρού, αυταρχικού και αντιδημοκρατικού προσώπου, με στόχο να ψαρέψει οπαδούς στα πλέον συντηρητικά και αντιδραστικά τμήματα της κοινωνίας.

Επειδή δεν μπορεί εκ των πραγμάτων να συναγωνισθεί ην ΧΑ στο πεδίο του λαϊκισμού, αναγκάζεται να υπερθεματίζει σε ζητήματα καταστολής των λαϊκών αντιδράσεων, λογοκρισίας, ξενοφοβίας και ψευτοϊδεολογικού φανατισμού.
Παράλληλα δημιουργεί μια τεχνητή πόλωση με το ΣΥΡΙΖΑ διεκδικώντας την πρωτοβουλία του ιδεολογικού πολέμου με τον «αναρχοκομμουνισμό», που ευελπιστεί να της εξασφαλίσει την πρωτοκαθεδρία στον δεξιό χώρο, αλλά και να την καθιερώσει ως τον κυρίαρχο συντηρητικό πόλο στα πλαίσια του δικομματισμού. 

Η ευόδωση αυτής της στρατηγικής της και ιδίως η τακτική που ακολουθεί διέρχεται μέσα από μια βαθειά πόλωση της κοινωνίας, η οποία όμως όχι μόνο δεν την ανησυχεί, αλλά τουναντίον την θεωρεί χρήσιμη. Και τούτο διότι η εντεινόμενη δυσαρέσκεια των λαϊκών στρωμάτων πιθανολογείται ότι αργά ή γρήγορα θα διαμορφώσει εκρηκτικές κοινωνικές αντιδράσεις. Αυτές θα είναι ευκολότερα ελέγξιμες και διαχειρήσιμες εάν ένα σημαντικό ποσοστό ακροδεξιών στοιχείων συμπράττει με τις δυνάμεις καταστολής μέσα σε ένα ευρύτερο εμφυλιοπολεμικό περιβάλλον.

Έτσι εξηγούνται οι εμπρηστικές καθημερινές κορώνες του Κυβερνητικού εκπροσώπου, οι οποίες συστηματικά κινούνται στο αστερισμό της αντικομμουνιστικής υστερίας, που μάλιστα στοχοποιεί επιλεκτικά τον ΣΥΡΙΖΑ και όχι το ΚΚΕ, όπως θεωρητικά θα ήταν αναμενόμενο.
 Έτσι εξηγούνται οι προκλητικές, αλαζονικές και φασίζουσες τοποθετήσεις των εκπροσώπων της ΝΔ στα διάφορα τηλεοπτικά πάνελ, που είναι βέβαιο ότι εξοργίζουν και αηδιάζουν τεράστιο τμήμα των τηλεθεατών, συνεχίζουν όμως και κλιμακώνονται μεθοδικά διότι ακριβώς ο διχασμός της κοινωνίας είναι το κυβερνητικό ζητούμενο.
Έτσι εξηγείται η νεκρανάσταση της εμετικής προπαγανδιστικής θεωρίας των «δύο άκρων», που ελάχιστα βεβαίως μπορεί να πλήξει τον ΣΥΡΙΖΑ, αλλά προσφέρει εξαγνιστικές υπηρεσίες στην ΧΑ, παρουσιάζοντας τις έκνομες δραστηριότητές της ως φυσική αντίδραση στις ανάλογες συμπεριφορές της Αξιωματικής Αντιπολίτευσης.

Αυτή λοιπόν είναι εν πολλοίς η ερμηνεία της τακτικής και στρατηγικής της ΝΔ, από την οποία προκύπτει αβίαστα ότι ο πολιτικός της σχεδιασμός συμπυκνώνεται στο στόχο αλιείας ψήφων από τους πλέον συντηρητικούς και ιδιοτελείς χώρους της Ελληνικής κοινωνίας, καθώς και η δημιουργία προϋποθέσεων μετεκλογικής σύμπραξης με την ΧΑ.

Η εφαρμογή βεβαίως αυτού του σχεδιασμού λαμβάνει ως δεδομένη την εκλογική κατάρρευση των κομμάτων, που σήμερα την στηρίζουν.
 Ούτως ή άλλως και μόνη η τακτική της πόλωσης ενισχύει τον δικομματισμό και συμπιέζει εξοντωτικά τα μικρότερα κόμματα. Επιπροσθέτως όμως η ΝΔ φροντίζει  να φορτώνει επικοινωνιακά στο μεν ΠΑΣΟΚ το σύνολο των ευθυνών για την διαφθορά, την λιτότητα και τα μνημόνια, στη δε ΔΗΜΑΡ τις όποιες «καθυστερήσεις» εφαρμογής του σχεδίου ανάκαμψης και τις δήθεν κυβερνητικές αρρυθμίες.

Παρ’ όλα αυτά οι δύο κυβερνητικοί της εταίροι αφήνονται να παρασύρονται και να διασύρονται,  συμπράττοντας σε πολιτικές και τακτικές, που εξοντώνουν τα ευρύτερα λαϊκά στρώματα, απογυμνώνουν τη χώρα από κάθε περιουσιακό της στοιχείο και εν πάση περιπτώσει οδηγούν στον πολιτικό τους αφανισμό.
Πρόκειται αν μη τι άλλο για ένα πολιτικό αυτοχειριασμό, που αν δεν εδράζεται στις ιδιοτελείς προσωπικές στρατηγικές συγκεκριμένων μελών των ηγετικών τους ομάδων, προδίδει σε κάθε περίπτωση ασύγγνωστη έλλειψη πολιτικής διαίσθησης και διορατικότητας…