Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΝΔ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΝΔ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 30 Ιανουαρίου 2015

Σαμαρική φαντασιοπληξία ή Ευρωπαϊκός ρεαλισμός.


Οι θεωρίες περί πειραματόζωων, γερμανικού εθνικισμού ή προτεσταντικής αυστηρότητας, που αναπτύχθηκαν κατά κόρον τα τελευταία χρόνια, έχουν περισσότερη σχέση με την προπαγανδιστική σκοπιμότητα, παρά με τις συνιστώσες διαμόρφωσης της γερμανικής τακτικής.
Η Γερμανική πολιτική είναι σίγουρα εθνοκεντρική, αλλά είναι υποχρεωμένη να κινείται εντός των ορίων του πολιτικού ρεαλισμού.
Αυτός ήταν άλλωστε και ο λόγος, που παρά την ισχυρή συγγένειά της με τη ΝΔ, η Γερμανίδα Καγκελάριος δε δίστασε καθόλου προεκλογικά να εγκαταλείψει αβοήθητο τον Σαμαρά, από τη στιγμή που παγιώθηκε η αίσθηση πως επρόκειτο να ηττηθεί στις επερχόμενες εκλογές.

Το ίδιο ακριβώς είχε πράξει στην παρόμοια περίπτωση της Γαλλίας, όπου παρά την συμπάθεια προς τον  Σαρκοζί, την επομένη των Γαλλικών εκλογών επεδίωξε και πέτυχε αγαστή συνεργασία με τον σοσιαλιστή Ολάντ.
Ο κος Τσίπρας βεβαίως προδιαγράφεται σημαντικά ριζοσπαστικότερος του Γάλλου Προέδρου, όμως δεν παύει να είναι ζωτικής σημασίας για την Γερμανία η προσαρμογή σε ένα modus vivedi με την κυβέρνηση μιας χώρας, που καλώς ή κακώς συμμετέχει στην Ευρωζώνη.

Το χάος που χωρίζει το συνολικό σχέδιο της Άγκελας Μέρκελ για την έξοδο της ΕΕ από την οικονομική κρίση από το αντίστοιχο της νέας Ελληνικής Κυβέρνησης είναι αναμφισβήτητο.
Αυτό όμως δε σημαίνει καθόλου ότι οι επί μέρους πολιτικές της κυβέρνησης Τσίπρα είναι a priori απορριπτέες από την Γερμανική καγκελαρία.
Τουναντίον μάλιστα. Υπάρχουν πολύ σημαντικά επί μέρους ζητήματα, που όσο κι αν φανεί περίεργο, οι σχεδιαζόμενοι χειρισμοί του Τσίπρα θα είναι περισσότερο συμβατοί με τη Γερμανική λογική από όσο οι σχετικοί χειρισμοί του Σαμαρά.

Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση των δύο θεμάτων, που πρωταγωνίστησαν στην επικαιρότητα τις δύο τελευταίες μέρες και παρουσιάσθηκαν από την αντιπολίτευση και τα εχθρικά προς την κυβέρνηση ΜΜΕ ως θέματα ρήξης με την ΕΕ.

Η περίπτωση της θέσης της ΕΕ για το Ρωσσο-Ουκρανικό ζήτημα εμφανίσθηκε στην Ελλάδα και  από μεγάλη μερίδα του Ευρωπαϊκού τύπου ως μια χονδροειδής γκάφα της νεοσύστατης Ελληνικής Κυβέρνησης.
Ο ίδιος ο Σούλτς, πολιτικός που αν δεν ήταν Γερμανός δε θα έψηνε ούτε καφέδες στο Ευρωκοινοβούλιο,  προέβη καθ’ οδόν προς την Αθήνα σε δηλώσεις  φρίκης και αποτροπιασμού. 
Επιδεικνύοντας  αήθη διπλωματική ανεπάρκεια εξόκειλε σε βάρβαρη εκβιαστική σύνδεση του δικαιώματος της Ελλάδας να απολαμβάνει της εταιρικής αλληλεγγύης με την ενδοτικότητά της στη διαμόρφωση της ευρωπαϊκής εξωτερικής πολιτικής.
Παρ’ όλα αυτά την επομένη το Γιούρογκρουπ, δικαίωσε την θέση της Ελλάδος, υιοθετώντας μετριοπαθέστερες θέσεις και μια πιό ήπια διατύπωση στο κείμενο της κοινής απόφασης των Υπουργών Εξωτερικών.
Την πρώτη μέρα οι άσπονδοι εχθροί της Κυβέρνησης Τσίπρα, προεξάρχοντος του κου Σαμαρά πανηγύρισαν την επιβεβαίωση των κινδυνολογικών τους προεκλογικών προβλέψεων, την επικείμενη βέβαιη πτώση της κυβέρνησης και την θριαμβευτική επάνοδο της ΝΔ στην εξουσία.
Την επομένη όχι απλώς διαψεύσθηκαν οι φρούδες ελπίδες τους, αλλά αποδείχθηκε πως νέος Έλληνας Υπουργός Εξωτερικών παρέδωσε μαθήματα υψηλής διπλωματίας, εκπλήσσοντας μάλλον ευχάριστα τους Εταίρους και βοηθώντας το Γιούρογκρουπ να πάρει μια ισορροπημένη απόφαση συμβατή με τα συμφέροντα όλων των χωρών της ΕΕ.
Εξ' άλλου είναι προς το συμφέρον της Ευρώπης να υπάρχουν εταίροι, που να μπορούν να χρησιμεύσουν ως συνομιλητές  με την Κρεμλίνο, οψέποτε χρειάζεται και στο μέτρο που αυτό καθίσταται αναγκαίο.

Ομοίως στο κομβικό ζήτημα της εξυπηρετήσεως του χρέους και δή στο κρίσιμο θέμα της δημοσιονομικής πολιτικής σε σχέση με την πάταξη της φοροδιαφυγής, θα αποδειχθεί οσονούπω ότι η πολιτική Τσίπρα θα είναι πιο αρεστή στην Γερμανική Καγκελαρία.
Τοώντι η τακτική της κυβέρνησης Σαμαρά να συνθλίβει φορολογικά τα μεσαία και κατώτερα εισοδηματικά στρώματα, αφήνοντας ασύλληπτη την φοροαποφυγή της διαπλεκόμενης μαζί της οικονομικής ελίτ, ήταν αποκλειστικά δικής της επιλογή.
Αυτή η τακτική όμως, υπήρξε και ένας από τους κύριους γενεσιουργούς παράγοντες της εξαθλίωσης του πληθυσμού, της συρρίκνωσης της αγοράς, των λουκέτων, της ανεργίας και του συνεχούς υφεσιακού σπιράλ της οικονομίας.
Διότι βεβαίως η μείωση του λαϊκού εισοδήματος οδηγεί σε μείωση της κατανάλωσης, απώλεια δημοσίων εσόδων και εν τέλει σε αδυναμία εξυπηρέτησης του χρέους.
Αντίθετα οι εξαγγελίες της νέας κυβέρνησης για αύξηση των κατώτερων μισθών και συντάξεων θα οδηγήσει σε αναθέρμανση της αγοράς, δεδομένου ότι τα ασθενή εισοδηματικά στρώματα καταναλώνουν το σύνολο του εισοδήματός τους για αγορά αγαθών επιβίωσης. 
Το κράτος εισπράττει ΦΠΑ, οι εγχώρια παραγωγή αυξάνεται, νέες θέσεις εργασίας δημιουργούνται και ούτω καθεξής η ύφεση μεταστρέφεται σε ανάπτυξη.
Κατ’ ακολουθίαν και οι δανειστές εξασφαλίζουν καλλίτερα την προσδοκία τους να πάρουν πίσω τα χρήματά τους, με μια κυβέρνηση, που εφαρμόζει αναπτυξιακή πολιτική και μέσω αυτής καταφέρνει να βελτιώσει την κατάσταση του ταμείου της χώρας.

Όταν λοιπόν ο νέος Υπουργός Οικονομικών υπόσχεται μια αλλαγή του φορολογικού συστήματος στην κατεύθυνση ελάφρυνσης των χαμηλών εισοδημάτων και της μικρής ακίνητης περιουσίας και της σύλληψης της φοροδιαφυγής της οικονομικής ελίτ, είναι βέβαιο ότι δεν θα βρεί αντίθετους τους δανειστές.
Τουναντίον μάλιστα πολλές φορές κορυφαίοι οικονομικοί και πολιτικοί παράγοντες προσκείμενοι στην Γερμανική Καγκελαρία προέτρεψαν στο παρελθόν την κυβέρνηση Σαμαρά να ασχοληθεί με την φοροαποφυγή της πλουτοκρατίας, αλλά εκείνη εκώφευσε λόγω των άρρηκτων δεσμών που την συνέδεαν με την εγχώρια οικονομικο-πολιτική διαπλοκή.

Έτσι λοιπόν παρά τις ονειροφαντασίες Σαμαρά, που συνεχίζει να ψευδολογεί και να κινδυνολογεί ασύστολα, γαντζωμένος πεισματικά στην αρχηγική καρέκλα, είναι πλέον ή βέβαιον ότι όσο πιο γρήγορα τον ξεφορτωθεί η ΝΔ, τόσο το καλλίτερο για αυτήν.
Οι διαδικασίες της αντικατάστασής του με τη σύμφωνη γνώμη, αν όχι με την προτροπή, του Ευρωπαϊκού Λαϊκού κόμματος, είναι προφανές ότι έχουν ήδη δρομολογηθεί.
Είναι θέμα ολίγων εβδομάδων, αν όχι ημερών, να εξαναγκασθεί σε παραίτηση και να ανακοινωθεί ο οδικός χάρτης εκλογής του νέου Αρχηγού.
Το θέμα εξαρτάται από το χρόνο, που θα χρειασθεί το ξεκαθάρισμα της υποψηφιότητας για την εκλογή ΠτΔ και για τον συμβιβασμό των «βαρώνων», που ήδη διαβουλεύονται πυρετωδώς.

Πιό σύντομα, από όσο φαντάζονται οι αμετανόητοι παπαγάλοι των καναλιών, η νέα Κυβέρνηση θα τύχει της πανηγυρικής αποδοχής των Ευρωπαίων εταίρων και της συγκαταβατικής αντιμετώπισης των δανειστών, Ευρωπαίων και υπερατλαντικών.
Κι ακόμα πιο γρήγορα οι διάφοροι οικονομικοί, δημοσιογραφικοί και λοιποί παράγοντες του Δημόσιου βίου θα συνειδητοποιήσουν ότι είναι προς τον συμφέρον τους να συνεργασθούν με μια κυβέρνηση, που καλώς ή κακώς θα εξαντλήσει την τετραετία της.

Η αξιωματική αντιπολίτευση λοιπόν πρέπει να σπεύσει να αλλάξει σελίδα, αν θέλει να επιβιώσει πολιτικά.

Η δε κυβέρνηση να πάρει το μάθημά της από την πρώτη της εβδομάδα στο πηδάλιο της χώρας και δη από τον τρόπο που τα κανάλια των εργολάβων και των εφοπλιστών σκοπεύουν να υπονομεύουν τα συμφέροντα του τόπου συνεχίζοντας την τακτική της κίτρινης προπαγάνδας, της επιλεκτικής παρουσίασης των πληροφοριών, και της συστηματικής διαστρέβλωσης των συμβάντων και των γεγονότων.

Διότι αυτό που, αν μη τι άλλο, προέκυψε κατά τρόπο αδιαμφισβήτητο είναι η αδήριτη ανάγκη ενός δημόσιου πλουραλιστικού μέσου, που απαλλαγμένο βρόμικων οικονομικών συμφερόντων θα προσφέρει αντικειμενική ενημέρωση και υψηλής ποιότητας προγράμματα τέχνης και πολιτισμού.

Πέμπτη 2 Οκτωβρίου 2014

Τι σηματοδοτεί η κρίση ειλικρίνειας του κ. Μπάμπη.

Αν κάποιος σήμερα το πρωΐ έτυχε να παρακολουθήσει την καθημερινή εκπομπή του ΣΚΑΙ θα πίστευε ότι ο γνωστός σχολιαστής του καναλιού κος Μπάμπης Παπαδημητρίου είχε περιέλθει σε μία σοβαρή κρίση ειλικρινείας.
«Το μνημόνιο ούτως ή άλλως λήγει τον Νοέμβριο και αυτό είναι θέμα νομικό. Δεν είναι πολιτικό»!
«Την αποχώρηση της Τρόικας την θέλουν οι ίδιοι οι δανειστές περισσότερο από μας»!!
«Τα χρήματα, που θα δανειζόμαστε από τις αγορές, θα τα δίνουμε στους δανειστές, όπως μέχρι τώρα δίναμε τα χρήματα, που παίρναμε από το ΔΝΤ»!!!

Πράγματι ο κος Παπαδημητρίου ένας από τους σοβαρότερους υπέρμαχους του προγράμματος οικονομικής διακυβέρνησης, που εφαρμόζεται στη χώρα μας τα τελευταία χρόνια, είπε απερίφραστα αυτά, που όλο αυτό τον καιρό η κυβέρνηση με όλα τα προσκείμενα σ’ αυτήν ΜΜΕ προσπαθούσε να διαψεύσει.
Όσα αυτός ο ίδιος συνήθιζε να αντικρούει μετά βδελυγμίας στα τηλεοπτικά παράθυρα, όταν τολμούσαν να τα ψελλίσουν οι συνομιλητές του, σήμερα παρουσιάσθηκε να τα υποστηρίζει αναφανδόν.

Τι άραγε συνέβη? Κρίση συνειδήσεως? Επιφοίτηση του Αγίου Πνεύματος? Ειλικρινής μετάνοια?
Πόσες πιθανότητες όμως υπάρχουν στο να συμβούν αυτά σε ένα ομολογουμένως νουνεχή και συγκροτημένο επαγγελματία διαμορφωτή κοινής γνώμης (opinion maker) όπως ο κ Παπαδημητρίου?  Μαθηματικώς καμία.
Οδηγούμαστε λοιπόν εύκολα στο συμπέρασμα ότι εγκαινιάσθηκε γενικά από τα ΜΜΕ μια στροφή 180ο  στο «μασάζ» της κοινής γνώμης.

Μια στροφή, η οποία υπαγορεύεται από αναπότρεπτα δεδομένα, τα σπουδαιότερα των οποίων είναι:
Η απόφαση του ΔΝΤ να αποχωρήσει από το πρόγραμμα δανειοδότησης, από την στιγμή που η Γερμανία δεν δέχεται την περικοπή του χρέους και επομένως παύει κατά την αντίληψη του Ταμείου να είναι ασφαλής η διάσωση των χρημάτων του.
Η κόπωση της κοινής γνώμης από την επαναλαμβανόμενη υπερβάλλουσα ψευδολογία σε σχέση με ζητήματα ηλίου φαεινότερα.
Η πεποίθηση των ξένων δανειστών και της εγχώριας οικονομικο-μιντιακής διαπλοκής ότι η παρούσα συγκυβέρνηση βρίσκεται σε τροχιά αναπότρεπτης πτώσης, με σφόδρα πιθανό το ενδεχόμενο διαδοχής της από ένα αριστερό σχήμα.

Αυτός ο τρίτος παράγοντας είναι μάλιστα ο σημαντικότερος στην απόφαση αλλαγής του προπαγανδιστικού αφηγήματος.
Όσο στην εξουσία βρισκόταν μια κυβέρνηση απολύτως πρόθυμη να ακολουθεί πιστά το πρόγραμμα της Τρόικας, τα χρήματα που παίρναμε από αυτήν τα χρησιμοποιούσαμε για να πληρώσουμε μισθούς και συντάξεις.
 Γι αυτό «ήμασταν υποχρεωμένοι να δεχόμαστε την λήψη επώδυνων μέτρων, που σε αρχική φάση δε θέλαμε, αλλά μετά καταλάβαμε ότι θα έπρεπε να τα παίρνουμε και μόνοι μας».
 «Το τέλος του μνημονίου ήταν αποτέλεσμα των προσπαθειών της Κυβέρνησης». 
«Η τρόικα θα έφευγε στο τέλος του χρόνου μετά από σκληρή διαπραγμάτευση της ηρωϊκής Ελληνικής κυβέρνησης και προσωπικά του Πρωθυπουργού και των συμβούλων του.

Τώρα όμως οι αρμόδιοι ξένοι και εγχώριοι γνωστοί και μη εξαιρετέοι κύκλοι αποφάσισαν ότι αυτή η κυβέρνηση δεν έχει καμιά ελπίδα διάσωσης και επομένως όταν το μνημόνιο θα «τελειώνει»  και η Τρόικα θα «φεύγει», στην κυβέρνηση θα βρίσκεται ο ΣΥΡΙΖΑ.
Επομένως πρέπει ο κόσμος να γνωρίζει ότι το μνημόνιο τελείωσε μόνον τυπικά, λόγω νομικής λήξεως της προθεσμίας του. 
Ότι η Τρόικα θα σταματήσει να έρχεται κάθε 3 μήνες, όπως την ξέραμε μέχρι τώρα, αλλά η Ελλάδα θα συνεχίσει να βρίσκεται υπό αυστηρή επιτήρηση για να εφαρμόζει και ολοκληρώνει όλο και περισσότερα μέτρα σκληρής λιτότητας και δημοσιονομικής εξόντωσης.
Ότι τα χρήματα από το δανεισμό των αγορών και από τα φοροληστρικά μέτρα και τα αυταρχικά φοροεισπρακτικά συστήματα πηγαίνουν κατ’ ευθείαν στις τσέπες των ξένων κερδοσκόπων.

Έτσι ο λαός δεν θα είναι κοιμισμένος όπως επιμελώς φρόντιζαν να τον κρατούν, για ευνόητους λόγους, ώστε συνεργάσιμες κυβερνήσεις, ΤΑΙΠΕΔ και εγχώρια μεγαλοεπιχειρηματικά συμφέροντα επιδίδονταν στο εθνοσωτήριο έργο τους.
Τώρα χρειάζονται ένα λαό, που γνωρίζοντας την πραγματικότητα θα είναι υποψιασμένος και επομένως καχύποπτος σε κάθε βήμα της κεντροαριστεράς κυβέρνησης.
Ανυπόμονος και απαιτητικός για την χαλάρωση της λιτότητας και την εφαρμογή μέτρων ανακούφισης των χειμαζόμενων νοικοκυριών.

Έτσι πιστεύουν ότι θα διευκολυνθούν στον αυριανό τους ρόλο.
Ρόλο φθοράς και της αυριανής κυβέρνησης, που θα τους δίνει τη δυνατότητα είτε να την χειραγωγούν είτε να την ρίξουν.

Αυτή μάλιστα η νέα στρατηγική του Ευρωπαϊκού Διευθυντηρίου, της εγχώριας διαπλοκής και των ΜΜΕ ήταν και η βασική αιτία που ναυάγησαν όλες οι προσπάθειες επικοινωνιακής διάσωσης της κυβέρνησης.
Γι αυτό σχεδόν γελοιοποιήθηκε η προσπάθεια του κου Σαμαρά να εκμεταλλευθεί πολιτικά το σήριαλ της Αμφίπολης.
Γι αυτό υποβαθμίσθηκε πρωτοφανώς η παρουσία του στην ΔΕΘ συγκριτικά με την πράγματι επιτυχημένη παρουσία του αρχηγού της αξιωματικής αντιπολίτευσης.
Γι αυτό ο Τόμσεν με την απουσία του από τις συζητήσεις στο Παρίσι απαξίωσε εντελώς το όλο εγχείρημα.
Γι αυτό η Γερμανίδα Καγκελάριος αρνήθηκε να προσφέρει την παραμικρή στήριξη στον ικέτη πλην άχρηστο πλέον για τους μεσομακροπρόθεσμους σχεδιασμούς της Έλληνα Πρωθυπουργό.

Κι αυτή την στροφή στο επικοινωνιακό πεδίο δεν την σηματοδότησε μόνο ο κος Μπάμπης Παπαδημητρίου.
Πριν από αυτόν ήταν οι δημοσκόποι που έδωσαν το εναρκτήριο σύνθημα.
Διότι ευρήματα με την κατάρρευση των ποσοστών της ΝΔ και του ΠΑΣΟΚ υπήρχαν σταθερά από την αρχή του χρόνου. Όμως επιμελώς οι δημοσκόποι τηρούσαν το καθήκον τους να δημοσιοποιούν επικοινωνιακά διαχειρίσιμες και πολιτικά χρήσιμες διαφορές μεταξύ συγκυβέρνησης και ΣΥΡΙΖΑ. 
Διαφορές που οι κυβερνητικοί εκπρόσωποι και τα συνεργαζόμενα παπαγαλεία μπορούσαν να παρουσιάζουν σαν φυσική και ευχερώς αναστρέψιμη φθορά.

Ήρθε όμως  η δημοσκόπηση που παρουσίασε διαφορά 11 μονάδων. Παρουσίασε το άθροισμα των ποσοστών ΝΔ-ΠΑΣΟΚ μικρότερο του ποσοστού του ΣΥΡΙΖΑ. Και τον κο Τσίπρα δημοφιλέστερο του Πρωθυπουργού.
Αυτή η δημοσκόπηση υπήρξε όντως καταλυτική στην διαμόρφωση της εκλογικής εικόνας των κομμάτων και στην αποκάλυψη της τεράστιας αποδοκιμασίας των πολιτών έναντι του κυβερνητικού συνασπισμού.
Το σπουδαιότερο όμως, που πανικόβαλε την κυβέρνηση, είναι ότι κατάλαβε, πως οι κύκλοι όπου στήριζε την ύπαρξή της και την παραμονή της στην εξουσία την είχαν στην κυριολεξία εγκαταλείψει και τραβούσαν ψυχρά το χαλί κάτω  από τα πόδια της.
Εξ ού και η οργισμένη αντίδραση της συνήθως κυκλοθυμικής και ασυγκράτητης Κυβερνητικής Εκπροσώπου. Η οποία ούτε λίγο ούτε πολύ βγήκε και είπε το αυτονόητο.  Ότι όποιος δημοσιοποιεί ένα τόσο μεγάλο ποσοστό διαφοράς 11 μονάδων στην πραγματικότητα υπονομεύει την κυβέρνηση. Γιατί ο κόσμος καταλαβαίνει πως αυτή η διαφορά είναι μη αναστρέψιμη και «σπεύδει να τρέχει πίσω από το κόμμα που θα είναι ο νικητής των επερχόμενων εκλογών».

Ο κύβος λοιπόν ερρίφθη για τους εταίρους, τους δανειστές, αλλά και την εγχώρια πολιτική παράγκα, που επί ημερών μνημονίου και λίγο νωρίτερα ανεβοκατέβαζε κυβερνήσεις.
Βρισκόμαστε εναργώς στη φάση όπου έχουμε ένα Πρωθυπουργό εν αναμονή και δύο συπρωθυπουργεύοντες εν αποπομπή.
Ο Ερχόμενος φαίνεται να το ξέρει πολύ καλά. Πιθανόν άλλωστε να το έχουν αφήσει να εννοηθεί αρκετοί από αυτούς, που τον τελευταίο χρόνο συναντά στις ταξιδιωτικές ευρωπαϊκές περιπλανήσεις του.
Οι δύο Απερχόμενοι φαίνεται να το ψυχανεμίζονται, αλλά να μη θέλουν να το αποδεχθούν οι δυστυχείς.
Εξ ου και κάνουν απέλπιδες προσπάθειες προσωπικής σωτηρίας. Βλέπουν ότι το απεχθές τέλος πλησιάζει, αλλά ευελπιστούν ότι κάτι ως από μηχανής θεός θα τους σώσει την τελευταία στιγμή.

Στο πλαίσιο αυτό των απέλπιδων προσπαθειών συγκαταλέγεται και η φαεινή ιδέα του ψήφου εμπιστοσύνης.
Λες και αυτό που λείπει στην κυβέρνηση είναι η επιβεβαίωση της πειθαρχίας 151 κομματικών λεγεωνάριων, που επιθυμούν εναγωνίως να παρατείνουν κι αυτοί έστω για λίγες ακόμη μέρες τα βουλευτικά τους προνόμια. Αυτά που ξέρουν ότι λόγω του φιλομνημονιακού βίου και της αντιλαϊκής πολιτείας τους θα αποχαιρετήσουν διά παντός μετά την πτώση της κυβέρνησης Βενιζέλου-Σαμαρά.
Λες και δεν είναι το πραγματικό ζητούμενο η εμπιστοσύνη ή έστω η ανοχή των ευρύτερων λαϊκών μαζών.
Ζητούμενο για μια υποτυπώδη ευρωπαϊκή δημοκρατία. Αλλά ακόμη και από τον ξένο παράγοντα και την ντόπια διαπλοκή, που αποφασίζει για το κατά πόσο του είναι χρήσιμη, άρα υποστηρικτέα μια κυβέρνηση.
Έτσι είναι πλέον ή βέβαιον ότι όποιο κι αν είναι το αποτέλεσμα της διαδικασίας ψήφου εμπιστοσύνης η επιούσα θα είναι χειρότερη της προτεραίας για την κυβέρνηση.
Πολλώ μάλλον καθ’ όσον τα μέτρα εξαθλίωσης του κοσμάκη και η δραστηριότητα ξεπουλήματος των «ασημικών» από το ΤΑΙΠΕΔ θα ενταθούν.
Κι αυτό μπορεί να το ξορκίζουν οι δύο επικεφαλής της συγκυβέρνησης κρύβοντας το κεφάλι τους στην άμμο.
Το ξέρουν όμως καλά όλοι υπόλοιποι.

Έτσι δεν είναι τυχαίο που ο ξένος τύπος απαξιώνει την φαιδρή κίνηση της ψήφου εμπιστοσύνης και εστιάζει στην αδυναμία εξεύρεσης των 180, που απαιτούνται για την Προεδρική εκλογή.

Ούτε βεβαίως τυχαίες είναι οι δημόσιες δηλώσεις καλώς ενημερωμένων βουλευτών της συμπολίτευσης ότι αυτή η φαρσοκωμωδία της ψήφου εμπιστοσύνης είναι κατ’ ουσίαν χαμένος πολιτικός χρόνος… 

Τρίτη 16 Σεπτεμβρίου 2014

Ο λαός βαρέθηκε την αναλγησία της δεξιάς και την «συνέπεια» της αριστεράς.


Αντίθετα με τους εμφατικούς τίτλους των εφημερίδων ο κος Τσίπρας στη ΔΕΘ δεν έκλεψε την παράσταση.
Στην πραγματικότητα του την χάρισαν οι πολιτικοί του κυβερνητικοί αντίπαλοι.
Για δεύτερη χρονιά ο Πρωθυπουργός επεχείρησε με κάθε τρόπο να υποβαθμίσει το πολιτικό ενδιαφέρον ενός θεσμού εμπορικού μεν, αλλά που παραδοσιακά εγκαινιάζει την χειμερινή πολιτική περίοδο της χώρας.
Περνώντας και πάλι τρέχοντας από το Βελλίδειο. Εκφωνώντας ένα άχρωμο ανούσιο λόγο γεμάτο γενικολογίες κι αοριστίες. Αποφεύγοντας τη συνέντευξη τύπου. Το μόνο που μπορούσε να ελπίζει, ήταν να περάσει κατά το δυνατόν απαρατήρητος.

Ομοίως κι ο Αντιπρόεδρος, γεννημένος για τα «δύσκολα», δεν κατάφερε να σώσει την παρτίδα. 
Με την συνήθη εγωπάθειά του εξήντλησε την ευκαιρία, που του δόθηκε, στην προβολή του εαυτού του. Την διάσωση του κόμματός του. Την διαμάχη του με τους εσωκομματικούς του αντιπάλους.  Και προκειμένου να οριοθετήσει το στίγμα του έναντι της ΝΔ, δεν δίστασε να επικρίνει ακόμη και το κόμμα με το οποίο συγκυβερνά.
Με αυτή την αποκαρδιωτική παρουσία των κυβερνητικών συνεταίρων, ήταν βέβαιο πως οποιαδήποτε εμφάνιση του αρχηγού της αξιωματικής αντιπολίτευσης, θα απέβαινε επικοινωνιακός περίπατος.

Δεν είναι λοιπόν καθόλου παράδοξο ότι  ο κος Τσίπρας κατάφερε να εντυπωσιάσει με το λόγο και την αδιαμφισβήτητη σκηνική του υπεροχή.
Πολλώ μάλλον αφού και η ομιλία του στο Βελλίδειο ήταν ιδιαίτερα προσεγμένη, με αξιόλογη εσωτερική δομή. 
Κυρίως σε άμεση διαλεκτική σχέση με τους προβληματισμούς, τους καημούς του εκλογικού σώματος.

Το πλήθος των δημοσιογράφων και ο καταιγισμός των ερωτήσεων στη συνέντευξη της επόμενης μέρας, αποτέλεσε την απόδειξη του τεράστιου ενδιαφέροντος, που προκάλεσε στην κοινή γνώμη αυτή η ομιλία.
 Μια ομιλία, που σημειωτέον, μικρόψυχα και μικρόνοα η συγκυβέρνηση είχε φροντίσει να αποκλείσει τη μετάδοσή της από τα ΜΜΕ.
Διαβασμένος όμως όσο ποτέ άλλοτε ο κος Τσίπρας κατάφερε με την συνέντευξη τύπου όχι απλώς να επικοινωνήσει στο ευρύτερο κοινό το πλαίσιο και τις λεπτομέρειες του κυβερνητικού του προγράμματος, αλλά να διεξέλθει και αβρόχοις ποσί τις δημοσιογραφικές κακοτοπιές.

Κατόπιν αυτού επήλθε επικοινωνιακός ορυμαγδός.
Ούτε η Αμφίπολη, ούτε τα βυζαντινά χειρόγραφα, ούτε η χρυσαυγιάδα, οι τζιχαντιστές, ή η επιδείνωση του καιρού ήταν ικανά να εκτρέψουν το ενδιαφέρον της κοινής γνώμης.
Αναγκαστικά εφημερίδες και τηλεοράσεις περιέστρεψαν τη θεματολογία τους γύρω από το πακέτο μέτρων που εξήγγειλε ο κος Τσίπρας,  δημιουργώντας de facto κλίμα έντονης προεκλογικής περιόδου.

Το αποτέλεσμα ήταν η κυβέρνηση να περιέλθει σε πανικό. Κι αντί να προσπαθήσει να απαντήσει με σοβαρότητα στα σοβαρά ζητήματα, που τέθηκαν από την αντιπολίτευση, επιδόθηκε σε επικοινωνιακές επιθέσεις υβριστικού χαρακτήρα.
Ψεύτη, Μαυρογυαλούρο, διχαστικό αποκάλεσε τον κο Τσίπρα ο κος Βενιζέλος. 
Λαϊκιστή, εξτρεμιστή και τρομοκράτη, που επιχειρεί να τρομοκρατήσει τους βουλευτές να μη ψηφίσουν για Πρόεδρο της Δημοκρατίας, τον χαρακτήρισε ο κος Σαμαράς.
Ως πολιτικό απατεώνα τον περιέγραψε αλαφιασμένη η Κυβερνητική εκπρόσωπος.

Λάθος τακτική.
Όταν ο πολιτικός σου αντίπαλος αρθρώνει απλό, συγκροτημένο και σαφή πολιτικό λόγο δεν έχεις ελπίδα να τον αντιμετωπίσεις με εξυπνακισμούς, ύβρεις και ξαναζεσταμένη προπαγάνδα.
Τα κυβερνητικά στελέχη είτε γιατί είναι ξεκομμένα από το εκλογικό σώμα, είτε γιατί είναι εγκλωβισμένα σε μια έξωθεν επιβαλλόμενη οικονομικο-πολιτική πλατφόρμα, δεν φρόντισαν στον πανικό τους να κατανοήσουν την ουσία και τη βαρύτητα των εξαγγελιών του ΣΥΡΙΖΑ.

Γιατί στην πραγματικότητα αυτά που υποσχέθηκε να κάνει ο κος Τσίπρας δεν ήταν ούτε ουτοπικός σοσιαλισμός, ούτε «ακατάσχετη παροχολογία».
Τα ελάχιστα αυτονόητα υποσχέθηκε ο άνθρωπος.
Σε μια κοινωνία, που πεινάει, που συνθλίβεται από τα χρέη, που εξαθλιώνεται από την ανεργία και την ακατάσχετη φοροκαταιγίδα, που μαστίζεται από την έλλειψη ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης, υποσχέθηκε να δώσει ένα πιάτο φαΐ, να προσφέρει στοιχειώδη πρωτοβάθμια ιατρική φροντίδα.
 Όχι να χαρίσει τα χρέη. Να διευκολύνει και έτσι να εξασφαλίσει την πληρωμή τους δεσμεύθηκε ο άνθρωπος.

Σαν ψιχάλα βροχής σε διψασμένο χώμα από την μακρόχρονη ξηρασία της λιτότητας έπεσαν τα λόγια του στις καρδιές των ταλαίπωρων ψηφοφόρων.
Σαν βάλσαμο παρηγορίας στις τσουρουφλισμένες από την μνημονιακή αναλγησία ψυχούλες τους.

Τόση ήταν η απήχηση ακόμη και στους παραδοσιακούς, πλην χαροκαμένους ψηφοφόρους του κυβερνητικού συνασπισμού, και τόσο θορυβήθηκε η κυβέρνηση, που η κα Βούλτεψη αλαφιασμένη επιδόθηκε σε απέλπιδα προσπάθεια να περισώσει τουλάχιστον όσους απέμειναν. Τους ένστολους. Τους αγρότες. Τους νοικοκυραίους ιδιοκτήτες ακινήτων, τους ΕΝΦΙόπληκτους.

Μάταιος κόπος. Λάθος τρόπος.
Όσο πιο πολύ κατηγορούν το ΣΥΡΙΖΑ για παροχολογία και Μαυρογιαλουρισμό οι καθηγητές του παλαιοκομματισμού, οι πρωταγωνιστές των Ζαππείων και οι εφευρέτες του πελατειακού κράτους, τόσο περισσότερο μοιάζουν να «μιλούν για σχοινί στο σπίτι του κρεμασμένου».
Το χειρότερο είναι ότι χαρακτηρίζοντας σαν μεγάλες, «λαϊκιστικές» και αδύνατες τις στοιχειώδεις υποσχέσεις του ΣΥΡΙΖΑ, τόσο πιο πολύ πείθουν τον κόσμο πως οι ίδιοι δεν έχουν σκοπό να τον ανακουφίσουν, παρά θα εμμείνουν στην εξαθλιωτική τους τακτική.
Χαρακτηρίζοντας τον Τσίπρα σπάταλο λαϊκιστή, επειδή υπόσχεται συσσίτια στους πεινασμένους και φάρμακα στους αρρώστους, το μόνο που καταφέρνουν είναι να πείσουν για τη δική τους απύθμενη κοινωνική αναλγησία.
Κατηγορώντας τον ως ουρανοβάμονα επειδή υπόσχεται να διευκολύνει τους οφειλέτες να μη χάσουν τα σπίτια και δεσμεύεται να διαπραγματευτεί σκληρά με τους δανειστές, το μόνο που επιτυγχάνουν είναι να πείθουν τους έντρομους ψηφοφόρους, ότι η σούπερ-μνημονιακή συγκυβέρνηση, με το «ρεαλισμό» που τη διακρίνει, θα εφαρμόσει αναντίρρητα τα κελεύσματα της Γερμανικής Καγκελαρίας, απογυμνώνοντας τη χώρα και τους πολίτες της από κάθε ίχνος περιουσιακού στοιχείου.
Παρόλα αυτά οι σπασμωδικές κινήσεις μιας δεξιάς αυγκυβέρνησης, που βρίσκεται σε πλήρη δυσαρμονία με το προεκλογικό της πρόγραμμα και συνακόλουθα με την εκλογική της βάση, είναι αναμενόμενες και απολύτως κατανοητές.

Πιο παράδοξες προβάλλουν όμως οι αντιδράσεις της ευρύτερης αριστεράς, που σπεύδοντας και αυτή να επιτεθεί στις εξαγγελίες του ΣΥΡΙΖΑ δεν μπορεί να αποφύγει  in praxis την φρασεολογική συμπόρευση με τους δεξιούς επικριτές του.
Για δεξιά στροφή, ιδεολογική υποχώρηση και παραπλανητική τακτική του κου Τσίπρα γκρινιάζει η πέραν του ΣΥΡΙΖΑ αριστερά.
Πόσο δικαιολογημένες όμως είναι οι αιτιάσεις και πόσο καλόπιστες οι ανησυχίες της?

Ορθώς διακρίνει το ΚΚΕ ή η ΑΝΤΑΡΣΥΑ, πως τα όσα εξήγγειλε ο αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης στο Βελλίδειο πόρρω απέχουν από ένα πρόγραμμα σοσιαλιστικής διακυβέρνησης.
Ορθώς επισημαίνουν ότι στο πλαίσιο της ΕΕ ούτε η εθνική ανεξαρτησία είναι εφικτή, ούτε η λαϊκή κυριαρχία εξασφαλίζεται, ούτε ο παραγόμενος πλούτος μπορεί να διανεμηθεί ακριβοδικαίως.

Όμως αυτό τι σημαίνει άραγε? 
Μήπως ότι στο βωμό ενός μαξιμαλιστικού στόχου θα πρέπει να αφεθεί η χώρα να κυβερνάται από ανάλγητες νεοφιλελεύθερες κυβερνήσεις μέχρι «να βγάλει ο ήλιος κέρατα»?
Ότι οι προοδευτικές πατριωτικές δυνάμεις του τόπου, θα πρέπει να κάθονται να παρακολουθούν τους καλοθελητές να εξανεμίζουν την δημόσια περιουσία και να ξεπουλούν τον εθνικό πλούτο στο διηνεκές?
Ότι η αριστερά θα πρέπει να ομφαλοσκοπεί, να διαιρείται σαν την αμοιβάδα και να αυτοϊκανοποιείται σε παραγωγή ιδεών, κριτικών και αναλύσεων, παρακολουθώντας εκ του μακρόθεν την εξόντωση των εργαζομένων, των συνταξιούχων, των μικρομεσαίων, των αγροτών.
Να παρακολουθεί κατ’ ουσίαν απαθής την νεοφιλελεύθερη δεξιά να οργανώνει και να διαχειρίζεται το πάρτι των τραπεζιτών, των δανειστών και των ντόπιων διαπλεκόμενων ολιγαρχών στην καμπούρα των ραγδαίως εξαθλιούμενων λαϊκών στρωμάτων?

Προφανώς αυτή δεν μπορεί να είναι η λογική της αριστεράς.
Γιατί ο μαξιμαλισμός, ο σεχταρισμός και ο μηδενισμός υπήρξε διαχρονικά το δεκανίκι, «το βούτυρο στο ψωμί» των δεξιών κυβερνήσεων.

Αυτό που φαίνεται για άλλη μια φορά να μη κατανοεί η πέραν του ΣΥΡΙΖΑ αριστερά είναι ότι πέρα από την βασική αντίθεση της ιδιοκτησίας των μέσων παραγωγής, υπάρχει μια κυρίαρχη αντίθεση, που χαρακτηρίζει την ιστορική συγκυρία και είναι ικανή να κινητοποιήσει την κοινωνία σε μια προοδευτική κατεύθυνση.

Η κυρίαρχη λοιπόν αντίθεση στην παρούσα φάση είναι η αντίθεση μνημόνιο – αντιμνημόνιο.

Αυτήν ξορκίζουν σε κάθε ευκαιρία τα κυβερνητικά στελέχη, γιατί φαίνεται να έχουν αντιληφθεί καλλίτερα από την αριστερά, ότι αυτή η αντίθεση είναι ικανή να συσπειρώσει ευρύτερα στρώματα του πάσχοντος πληθυσμού και να δημιουργήσει μια υπερκομματική εκλογική χιονοστιβάδα, που θα ανατρέψει τις πολιτικές δυνάμεις της διαπλοκής και του σκοταδισμού.

Το σημαντικότερο λοιπόν από την παρουσία του κου Τσίπρα στην ΔΕΘ ήταν ακριβώς αυτό.
Ότι παρουσίασε ένα πακέτο εξαγγελιών που καλύπτουν τα ελάχιστα προαπαιτούμενα συγκρότησης ενός ευρέως αντιμνημονιακού μετώπου.
Πέρα από κομματικές αγκυλώσεις.
Πέρα από ιστορικές προκαταλήψεις.
Πέρα από  μεμψίμοιρες ιδεοληψίες.
Και για αυτό το λόγο δικαίως η δεξιά αναγνωρίζει στο λόγο του Τσίπρα τον μόνο «επικίνδυνο» αντίπαλό της.
Γιατί παρουσιάζει ένα ρεαλιστικό πρόγραμμα σωτηρίας της χώρας που μπορεί να συσπειρώσει όλες τις προοδευτικές, αντιμνημονιακές, πατριωτικές δυνάμεις, που ονειρεύονται, ποθούν και ευαγγελίζονται ανιδιοτελώς την σωτηρία του λαού και του τόπου.

Και ως τέτοιο το συγκεκριμένο πρόγραμμα δεν είναι η πεμπτουσία του σοσιαλιστικού μετασχηματισμού.
Προβάλλει όμως αναμφίβολα ρεαλιστικό, στοιχειωδώς φιλολαϊκό, ανατρεπτικό μιας ανάλγητης νεοφιλελεύθερης διακυβέρνησης, πατριωτικό.
Αφουγκράζεται την αγωνία της κοινωνίας και απαντά θετικά στις άμεσες ανάγκες του κοσμάκη.
Αντιλαμβάνεται την αδήριτη διαλεκτική αναγκαιότητα και χρησιμοποιεί την κυρίαρχη αντιμνημονιακή αντίθεση ως εφαλτήριο για την απαλλαγή της χώρας από τα δεσμά και τον «θανατηφόρο» εναγκαλισμό των δανειστών της.

Έτσι αυτό το πρόγραμμα, το «μετριοπαθές» για την αριστερά, το υπερβολικά «απλόχερο» για την δεξιά, καθίσταται το μόνο πραγματικά αριστερό πλαίσιο δράσης.
Τόσο αφοπλιστικά αριστερό που ταυτοποιεί αυτόματα ως αντιδραστικούς όλους συλλήβδην τους επικριτές του από οποιοδήποτε πολιτικό χώρο κι αν προέρχονται. Από οποιαδήποτε οπτική γωνία και αν επιχειρούν να του ασκήσουν κριτική.

Ο λαός έχει κουραστεί τόσο από την αναλγησία της δεξιάς, όσο και από την αδιέξοδη «συνέπεια» της αριστεράς.
 Ως εκ τούτου η ιστορική συγκυρία θα επιβάλλει την λύση του δράματος στη βάση της αντίθεσης που κυριαρχεί.
Γιατί μπορεί οι δημοκρατίες να έχουν αδιέξοδα, κυρίως όταν παραβιάζεται η συνταγματική τους λειτουργία.
Όμως η ιστορία δεν έχει, γιατί ακριβώς αναπτύσσει δυναμικές στη βάση των συγκυριακών κοινωνικών αντιθέσεων. 
Δημιουργεί κοινωνικά ρεύματα και γεννά ηγετικές προσωπικότητες.
Σε μια τέτοια ιστορική στιγμή βρίσκεται πλέον η χώρα, αλλά και η Ευρώπη.

Ο νοών νοείτω…

Κυριακή 27 Ιουλίου 2014

Ο κ.Μεϊμαράκης δήλωσε παρών στην κούρσα διαδοχής..

Και την ώρα που το στρατόπεδο Σαμαρά-Βενιζέλου προσπαθεί με νύχια και με δόντια να πείσει ότι ο μαγικός αριθμός είναι εξασφαλισμένος, ούτως ώστε να περιορίσει τις φυγόκεντρες τάσεις των βουλευτών της συμπολίτευσης και να συντηρήσει την εύθραυστη κυβερνητική συνοχή, έρχεται ο κ. Μεϊμαράκης να χαλάσει την συνταγή.
Στo περιθώριο του εορτασμού της 40ης επετείου της Δημοκρατίας ο εξοχότατος Πρόεδρος της Βουλής, προτείνει τη διεξαγωγή συνεδρίου το φθινόπωρο με στόχο την συστράτευση της Κεντροδεξιάς παράταξης για να φτιαχτεί ένα εθνικό σχέδιο που θα ξαναφέρει την ΝΔ στο 40(!)

Η ανατρεπτική αυτή πρόταση μπορεί από πρώτη άποψη να μοιάζει εκτός τόπου και χρόνου. Kινείται σε μια κατεύθυνση εκ διαμέτρου αντίθετη από αυτήν του Πρωθυπουργού.
Σαμαράς και Βενιζέλος προσπαθούν να ψαρέψουν παρασκηνιακά μερικούς πρόθυμους βουλευτές και να εξασφαλίσουν στα μουλωχτά μερικούς ακόμη μήνες διακυβέρνησης. Κι έρχεται ο κος Μεϊμαράκης και κατ’ ουσίαν ζητάει από τον αρχηγό της ΝΔ να αφήσει τις σκοτεινές ίντριγκες καi δολοπλοκίες, να βγεί στο ξέφωτο και να διεκδικήσει με σοβαρούς πολιτικούς όρους την ηγεμονία στο πολιτικό σκηνικό της χώρας.

Συνέδριο μέχρι το φθινόπωρο είναι αδύνατον να οργανωθεί. 
Εθνικό σχέδιο με τρόικα και τήρηση των μνημονιακών δεσμεύσεων είναι έννοιες ασύμβατες. Πανστρατιά της κεντροδεξιάς με τον κο Σαμαρά, όπως και της κεντρο«αριστεράς» με τον κο Βενιζέλο αποτελεί ουτοπία, που ούτε οι ίδιοι πιστεύουν.
Γιατί λοιπόν ο κος Μεϊμαράκης κάνει μια πρόταση, που είναι εκ των προτέρων βέβαιο ότι θα πάει άπατη?
Αν επρόκειτο για κανένα νέο ερασιτέχνη η εξήγηση θα ήταν εύκολη.
Ο κος Μεϊμαράκης όμως και οξυδερκής είναι και παλιά καραβάνα στην πολιτική.
Επομένως η κίνησή του, καθώς και ο χρόνος που επέλεξε να την κάνει έχουν και βαρύτητα και σημασία.

Κατ’ αρχήν είναι ενδιαφέρον ότι επέλεξε να την κάνει απ’ ευθείας σε δημοσιογράφους και όχι σε κομματικό όργανο ή, το φυσιολογικότερο, στον Πρόεδρο του κόμματος.
Απ’ αυτό και μόνο το γεγονός θα πρέπει να συμπεράνουμε ότι ελάχιστα τον ενδιέφερε η υιοθέτησή της από την ηγετική ομάδα της ΝΔ. Ήθελε πρωτίστως να την κάνει γνωστή στην ευρύτερη κοινή γνώμη με όλη την σημειολογία, που η κίνηση και η πρότασή του εμπεριέχει.

Η πρόταση λοιπόν αυτή αποτελεί ευθεία απόρριψη των χειρισμών του κου Σαμαρά και των συμβούλων του.
Η προτροπή για συνέδριο, εθνικό σχέδιο και πρόσκληση ενότητας είναι η επιτομή της θαρραλέας, ανοιχτής εσωκομματικής και κοινωνικής πολιτικής σύγκρουσης. Είναι ακριβώς αυτό που φοβούνται και ξορκίζουν οι ηγετικές ομάδες των δύο συγκυβερνώντων κομμάτων, οι οποίες προσπαθούν να κερδίσουν πολιτικό χρόνο με προπαγανδιστικά παραμύθια και έξωθεν στήριξη.
Ουσιαστικά λοιπόν ο κος Μεϊμαράκης θέτει στον κο Σαμαρά μια πρόταση παγίδα. Αν την δεχθεί θα οδηγηθεί σε συνέδριο αυτοκτονίας. Αν όχι παρουσιάζεται δειλός και ανίκανος να αναλάβει θαρραλέες πρωτοβουλίες στον ευρύτερο πολιτικό στίβο, όπως περίπου τον κατηγορεί και η αντιπολίτευση.

Αυτή τη στιγμή η ΝΔ βρίσκεται στο χειρότερο σημείο αποσύνθεσης. Πάμπολλα ιστορικά στελέχη της έχουν διαγραφεί, αποχωρήσει, αποστασιοποιηθεί από το κόμμα. Ακόμα και από όσα έχουν παραμείνει, πολλά βρίσκονται απομονωμένα από την πέριξ του Πρωθυπουργού ομάδα.
Σε τι συνέδριο λοιπόν να πάει ο Σαμαράς? Και πώς να επιτευχθεί «πανστρατιά» με ένα αρχηγό που απομάκρυνε το 80% της παράταξης?
Το χειρότερο απ’ όλα, πώς να ηγηθεί παραταξιακής πανστρατιάς ένα πρόσωπο, που έχει ταυτισθεί με την σκληρή εφαρμογή του μνημονίου, την ώρα ακριβώς που η ελληνική κοινωνία αναζητά τον απεγκλωβισμό της από αυτό?
Είναι λοιπόν ηλίου φαεινότερο ότι ο κος Μεϊμαράκης θέλει να καταδείξει πως η ΝΔ με αυτόν τον αρχηγό είναι εγκλωβισμένη σε μια αυτοκτονική πορεία, που την οδήγησε σε αυτή την ιστορικά πρωτοφανή συρρίκνωση και μαθηματικά την σύρει στην πλήρη αποσύνθεσή της.

Και για να μην υπάρξει αμφιβολία ο κος Μεϊμαράκης φροντίζεινα ε επεξηγήσει την πρότασή του: «απαιτείται πρόγραμμα, σχέδιο, επιχειρήματα στις εξαγγελίες και όχι φούσκες που θα βλέπει ο κόσμος πως δεν υλοποιούνται». 
Χρειάζεται μεγάλη εξυπνάδα για να καταλάβει κανείς ποιους λοιδορεί ο κος Μεϊμαράκης?
Ποιος τα τελευταία δύο χρόνια έχει κουράσει τον κόσμο με «φούσκες που στο τέλος βλέπει ότι δεν υλοποιούνται»? 
Ποιος άλλος εκτός από τον Πρωθυπουργό, τους κυβερνητικούς εκπροσώπους, τους Υπουργούς Οικονομικών οι οποίοι κάθε τρείς μήνες ανανεώνουν τις σαπουνόφουσκες περί εξόδου από τα μνημόνια, σταθεροποίησης της οικονομίας, φρεναρίσματος της ανεργίας, προσέλκυσης επενδύσεων, ανάκαμψης και άλλα παρόμοια, που ανήκουν στη σφαίρα της φαντασιοπληξίας?

Με την παρέμβασή του λοιπόν δεν απευθύνεται στην παρούσα ηγετική ομάδα, που γνωρίζει εκ προοιμίου ότι δεν πρόκειται να τον ακούσει.
Απευθύνεται στην ευρύτερη κομματική και παραταξιακή στελεχιακή βάση και ρίχνει τον σπόρο της ανάγκης ανατροπής της ακολουθούμενης αδιέξοδης πολιτικής και συνακόλουθα της ανεπαρκούς και φοβικής κομματικής ηγεσίας.

Ο κος Μεϊμαράκης αντιλαμβάνεται πολύ καλά ότι η παρούσα κυβέρνηση πνέει τα λοίσθια.
Ότι η επέλευση των εκλογών είναι νομοτελειακά αναπόφευκτη.
 Όχι από αδυναμία εξεύρεσης 180 ιδιοτελών οσφυοκαμπτών, αλλά εξ αιτίας των εκρηκτικών κοινωνικών συνθηκών, που δημιουργεί η εξαθλίωση των πολιτών και η αδιαλλαξία των δανειστών.
Σπεύδει λοιπόν να προλάβει τις εξελίξεις και να δηλώσει παρών στις επερχόμενες εσωκομματικές ανακατατάξεις.

Με την πρότασή του προβάλλει τον εαυτό του ως ηγετική φυσιογνωμία ικανή να κάνει όλα αυτά, που δεν μπορεί να κάνει ο κος Σαμαράς.
Να ενώσει την παράταξη, να συντάξει εθνικό σχέδιο, να εμπνεύσει εμπιστοσύνη στους  ψηφοφόρους και να οδηγήσει το κόμμα στην εξουσία στηριζόμενο στην ιστορική του πλειοψηφία του 40% και όχι στη εγχώρια διαπλοκή και στα ξένα κέντρα οικονομικών συμφερόντων.
Αυτή είναι η σημειολογία και η εσωτερική σκοπιμότητα της πρότασης Μεϊμαράκη.

Και προφανώς δεν είναι καθόλου τυχαίο ότι παρότι την έκανε δημόσια συζητώντας με πολιτικούς συντάκτες, πέρασε περίπου απαρατήρητη από τα ΜΜΕ και τους επαγγελματίες σχολιαστές..

Σάββατο 5 Απριλίου 2014

Καμένο επικοινωνιακό χαρτί η επίσκεψη Μέρκελ..

Όταν το επιτελείο της κας Μέρκελ προγραμμάτιζε την επίσκεψή της στην Αθήνα, δεν φανταζόταν πόσο ζοφερή θα μπορούσε να είναι η περιρρέουσα ατμόσφαιρα.
Η συνήθης προεκλογική κονσομασιόν της Γερμανίδας Καγκελαρίου σε μια Γερμανική οικονομική αποικία της Ευρωπαϊκής περιφέρειας, είχε προβλεφθεί να γίνει σε περιβάλλον σακσές στόρυ.
Αντ’ αυτού το κλίμα στην Ελλάδα είναι ιδιαίτερα βαρύ, έχοντας επισκιασθεί πλήρως από ένα θεσμικό σεισμό, την απόλυτη ευθύνη του οποίου φέρει ακεραία το στενό Πρωθυπουργικό περιβάλλον.
Το βίντεο του Χρυσαυγίτη βουλευτή, που έχει κάνει το γύρο του πλανήτη και εμφανίζει τον Γεν.Γραμματέα της Κυβέρνησης να χρησιμοποιεί υβριστικούς χαρακτηρισμούς για τον Πρωθυπουργό και ιδίως να εμπλέκει την Κυβέρνηση και την ηγεσία της Δικαιοσύνης σε σκοτεινές ιστορίες σκευωρίας εναντίον πολιτικού κόμματος, δεν είναι δα και το καλλίτερο «χαλί» για την τελετή υποδοχής της κας Μέρκελ.

Έχοντας ξαναδεί το έργο της παρόμοιας επίσκεψής της στο παρελθόν και ο πλέον αφελής των αυτοχθόνων ιθαγενών αντιλαμβάνεται πλήρως τα κίνητρα αυτής της επίσκεψης. Ουδείς στο εσωτερικό της χώρας εμπιστεύεται τον άδολο θαυμασμό της κας Μέρκελ για τις «ελληνικές επιτυχίες» και την όψιμη συμπόνοια της για τις θυσίες του λαουτζίκου.
Και ο πιό ηλίθιος των ψηφοφόρων κατανοεί ότι η Γερμανίδα Καγκελάριος με αυτό το ταξίδι αστραπή επιθυμεί να συνδυάσει το τερπνόν μετά του ωφελίμου. Να δώσει ένα φιλί ζωής στην δημοσκοπικά χαροπαλεύουσα συγκυβέρνηση και συγχρόνως να επισημάνει στους αρμόδιους παράγοντες τα φιλέτα του εθνικού πλούτου και τους οικονομικούς τομείς, που ενδιαφέρουν ιδιαιτέρως τις γερμανικές πολυεθνικές.
Η αμηχανία του Γερμανού κυβερνητικού εκπροσώπου στο ερώτημα περί του σκοπού επίσκεψης της καγκελαρίου, η φαιδρή απάντησή του ότι «η κα Μέρκελ δε χρειάζεται ιδιαίτερο λόγο» για να επισκεφθεί την Αθήνα, αλλά και η διευκρίνησή του ότι θα υπάρξουν επαφές με την κυβέρνηση και οικονομικούς παράγοντες, δεν αφήνουν περιθώρια για ψευδαισθήσεις.
Όμως έστω και έτσι θα ήταν χρήσιμο για την ίδια την υψηλή επισκέπτη και τους ατυχείς οικοδεσπότες της να παρέμενε η ψευδαίσθηση ευφορίας, που είχε σκηνοθετηθεί με αποκορύφωμα το Γιούρογκρουπ.

Δυστυχώς όμως, ως κεραυνός εν αιθρία, η άθλια εικόνα της βιντεοσκοπημένης συνομιλίας ανέτρεψε τους μεγαλεπήβολους επικοινωνιακούς σχεδιασμούς των δύο νεοφιλελεύθερων κυβερνήσεων.
Αντί της στήριξης μιας κυβέρνησης που αρίστευσε στη διαχείριση ενός οικονομικού μοντέλου «επανόδου στην ανάπτυξη», η Καγκελάριος θα φανεί διεθνώς ότι στηρίζει ένα γκρίζο κυβερνητικό σχήμα, που έχοντας προκαλέσει απίστευτο πόνο και εντεύθεν τεράστια λαϊκή δυσαρέσκεια, μετέρχεται πλέον κάθε είδους θεσμικού ατοπήματος προκειμένου, να γαντζωθεί στην εξουσία.
Είναι επομένως απολύτως κατανοητό, που η Κυβέρνηση επείγεται σφόδρα να αλλάξει την ατζέντα στο Δημόσιο διάλογο και να επαναφέρει τα ΜΜΕ στο «σωστό δρόμο» της «ανάκαμψης» και της «εξόδου στις αγορές».
Δυστυχώς όμως γι αυτήν ο χρόνος, που απομένει είναι ασφυκτικός κι από την άλλη δεν είναι διόλου απίθανο στις επόμενες μέρες να υπάρξουν και άλλα παρόμοια οπτικοακουστικά δρώμενα, αφού όπως διατείνεται η ΧΑ, ο πρώην Γεν.Γραμματέας δεν ήταν ο μόνος που συνήθιζε να «κελαηδάει» στις συναντήσεις του με τους βουλευτές της.
Υπήρχαν και άλλα κυβερνητικά στελέχη, που αντήλλασσαν τις πολιτικές τους ανησυχίες και τους προβληματισμούς τους για το κυβερνητικό έργο καθώς και για τον βαθμό διάκρισης-εξάρτησης των λειτουργιών της Ελληνικής Δημοκρατίας, όπως τουλάχιστον προειδοποιούν σε κάθε ευκαιρία δημόσιας εμφάνισης οι Χρυσαυγίτες.

Πρόκειται για πραγματικό επικοινωνιακό εφιάλτη, τον οποίο τα ξόρκια περί αγνοίας του Πρωθυπουργού, παρανόμου βιντεοσκόπησης και αντιπολιτευτικής εκμετάλλευσης δεν μπορούν να διαλύσουν.
Το βέβαιο λοιπόν είναι ότι ακόμη και μέχρι την ημέρα των εκλογών το συγκυβερνητικό επιτελείο θα μένει ξάγρυπνο με το φόβο ότι ανά πάσα στιγμή ένα νέο βιντεάκι θα αποκαλύψει νέους σκελετούς στα ντουλάπια κυβερνητικών ή κομματικών στελεχών της Ν.Δ.
Και αν κάτι τέτοιο συμβεί, το φιάσκο της επίσκεψης της Γερμανίδας Καγκελαρίου, θα είναι αστεία υπόθεση μπροστά στην τραγωδία των εκλογικών αποτελεσμάτων.

Διότι βεβαίως καμιά εμπιστοσύνη δεν μπορεί να εμπνέουν οι ενεχόμενοι σε βαρύτατα εγκλήματα χρυσαυγίτες, αλλά ο βίος και η πολιτεία της συγκυβέρνησης  έχει οδηγήσει  της αξιοπιστία της στο ναδίρ, απειλώντας να συμπαρασύρει μαζί τη και στελέχη των άλλων θεσμικών λειτουργιών.
Ιδίως όσα τέτοια στελέχη διορίζονται από αυτήν...


Δευτέρα 24 Ιουνίου 2013

Μη γελάτε με τις δημοσκοπήσεις. Εκτελούν εθνοσωτήριο αποστολή….



Τα τελευταία χρόνια τα δημοσκοπικά ευρήματα όλο και περισσότερο διαψεύδουν τις εικόνες της κοινής λογικής και οι εικόνες της κάλπης διαψεύδουν τα ευρήματα των δημοσκοπήσεων.


Αυτό δεν είναι τυχαίο.

Ανέκαθεν οι δημοσκοπήσεις χρησιμοποιήθηκαν ως εργαλείο διαχείρισης, χειραγώγησης και ανακατεύθυνσης των κοινωνικών τάσεων και πολιτικών ρευμάτων. Έτσι όσο μεγαλύτερη είναι η απόκλιση της κοινής γνώμης από τα «καλά» και συμφέροντα του συστήματος εξουσίας, τόσο πιο δημιουργικά και ευφάνταστα πρέπει να λειτουργούν οι επαγγελματίες δημοσκόποι.


Είναι κοινό μυστικό ότι από την έναρξη της υφεσιακής περιόδου και της επιβολής αλλεπάλληλων πακέτων αυστηρής έως ληστρικής λιτότητας, η αντιμνημονιακή διάθεση των μαζών έχει ενταθεί και η δημοφιλία των φιλομνημονιακών κομμάτων και πολιτικών στελεχών βαίνει συνεχώς μειούμενη.

Αυτό όμως το φυσιολογικό φαινόμενο, το οποίο διαισθάνεται και βιώνει στο καθημερινό του περιβάλλον ο μέσος πολίτης, όλως περιέργως διαλανθάνει της προσοχής των δημοσκοπήσεων.


Παρότι οι μετρήσεις της κοινής γνώμης  πολλαπλασιάσθηκαν με γεωμετρική πρόοδο καλύπτοντας το σύνολο των θεμάτων, που απασχολούν καθημερινά την κοινωνία, ελάχιστα φαίνεται να αποδίδουν τον πραγματικό σφυγμό της ψυχολογίας των μαζών. Ιδιαίτερα αυτές, που βλέπουν το φως της δημοσιότητας κάνουν «μπαμ από μακριά» ότι  στοχεύουν μάλλον να φρενάρουν και να αντιστρέψουν το κλίμα, παρά να το θερμομετρήσουν.


Τί  κι αν ο καθένας μας συναντά στο κοινωνικό του περιβάλλον ολοένα και περισσότερους φίλους και γνωστούς, που εγκαταλείπουν τις παραδοσιακές κομματικές προτιμήσεις τους και στρέφονται μαζικά σε πιο ριζοσπαστικούς και κυρίως αντιμνημονιακούς σχηματισμούς. Τι και αν ολοένα και πιο πολλοί πολίτες αγανακτούν με τη χιονοστιβάδα των αντιλαϊκών μέτρων, που τινάζουν στον αέρα τον οικογενειακό τους προγραμματισμό και κατακρημνίζουν το βιοτικό τους επίπεδο.

Σε πείσμα της κοινής λογικής όσο πιο πολύ απλώνεται η εξαθλίωση των μαζών, όσο περισσότερο βαραίνει η φορολογία και σκληραίνει το πρόσωπο της εξουσίας, τόσο οι δημοσκοπήσεις ανακαλύπτουν βελτίωση των ποσοστών του κυβερνώντος κόμματος και παράδοξες πλειοψηφίες πολιτών, που εγκρίνουν τους πάσης φύσεως εξοντωτικούς κυβερνητικούς χειρισμούς.


Έχουμε μια Κυβέρνηση συνεργασίας, που εφαρμόζει μια άκρως αντιλαϊκή πολιτική, εκ διαμέτρου αντίθετη με τις προεκλογικές της υποσχέσεις. Μια κυβέρνηση η δραστηριότητα της οποίας εξαντλείται στην φοροεισπρακτική επιδρομή με μοναδικό στόχο την ικανοποίηση των πιστωτών. Ένα Πρωθυπουργό, που πληθώρα πρωτοβουλιών του απέβησαν άκαρπες ή ακόμη χειρότερο κατέληξαν σε φιάσκο.

Όμως οι δημοσκόποι καταφέρνουν να βρίσκουν σταθερά και συχνά ανοδικά τα ποσοστά των κυβερνητικών κομμάτων, ιδιαίτερα της ΝΔ, ενώ ο κος Σαμαράς παραμένει αδιαφιλονίκητα ο «καταλληλότερος» για πρωθυπουργός.


Και οι θαυμαστές ανακαλύψεις αυτού του τύπου δεν περιορίζονται στα θέματα σφυγμομέτρησης της πολιτικής επιρροής των κομμάτων και των πολιτικών αρχηγών.

Ακόμη και σε ειδικά ζητήματα με εξόφθαλμη την αρνητική άποψη της κοινής γνώμης, ακολουθεί μια δημοσκόπηση, που ω! του θαύματος, δικαιώνει την όποια κυβερνητική ανοησία.


Πρόσφατο παράδειγμα η άθλια κίνηση κατάργησης της ΕΡΤ, όπου οι πανελλαδικές, και όχι μόνο, αντιδράσεις δεν αφήνουν καμιά αμφιβολία για την έντονη αντίρρηση του κόσμου απέναντι στους κυβερνητικούς χειρισμούς. Παρά ταύτα η τελευταία δημοσκόπηση αφήνει να εννοηθεί ότι το 72,7 % ων ερωτηθέντων μάλλον συμφωνεί με τον Πρωθυπουργικό τσαρλατανισμό, διότι δήθεν θέλει «να ανοίξει η ΕΡΤ αφού μειωθεί το προσωπικό και εξορθολογισθεί η λειτουργία της».

 Πώς είναι δυνατόν να βγει ένα τέτοιο δημοσκοπικό αποτέλεσμα; Είναι πολύ απλό.

Έχουμε να κάνουμε με το κλασικό τέχνασμα του στησίματος των ερωτημάτων.

Δεν ζητείται απάντηση σε ένα καθαρό δίλημμα του τύπου συμφωνείτε ή διαφωνείτε με το κλείσιμο της ΕΡΤ. Σε ένα τέτοιο ερώτημα είναι  βέβαιο ότι πάνω από το 90% θα απαντούσε ότι διαφωνεί. Δεν τίθεται καν το επίσης  καθαρό ερώτημα «θέλετε να καταργηθεί ή να ξανανοίξει η ΕΡΤ;», όπου και πάλι η συντριπτική πλειοψηφία υπέρ του ανοίγματος είναι δεδομένη.

 Αντ’ αυτών ο κουτοπόνηρος δημοσκόπος, αφού ήδη έχουν κλείσει  την ΕΡΤ και επί ένα δεκαήμερο έχουν βομβαρδίσει τον ερωτώμενο με ένα μπαράζ πληροφοριών περί ρουσφετιών, ατασθαλιών και σκανδάλων, του θέτει το δίλημμα «θέλεις να ξανανοίξει η ΕΡΤ όπως ήταν ή κατόπιν κάθαρσης και εξυγίανσης;».  Ε! λοιπόν τί πιο φυσικό και αναμενόμενο  ο πολίτης να απαντήσει ότι προτιμά την χρηστή λειτουργία από την καταστροφική φαυλότητα.

Και προσέξτε το απατηλό δίλημμα τίθεται πάντα στη βάση της λειτουργίας της ΕΡΤ. Ούτε για αστείο δεν τολμούν στις ψευτοδημοσκόπησεις του είδους, να ρωτήσουν αν ο κόσμος επιθυμεί την διάσωση της ΕΡΤ ή την ίδρυση ενός άλλου νέου ιδιωτικού φορέα.


Λίγο πιο πολύπλοκος είναι ο μηχανισμός δημιουργικής ανίχνευσης των εκλογικών ποσοστών.

Εδώ πρέπει να συντηρείται η εικόνα ενός ελαφρού προβαδίσματος του κυβερνώντος κόμματος έναντι του ΣΥΡΙΖΑ και μιας αντίστοιχης υπεροχής του αθροίσματος των ποσοστών της κυβερνητικής συμμαχίας, έναντι οποιασδήποτε άλλης πιθανής συμμαχικής εκδοχής. Αυτή η εικόνα, πρέπει να έχει μια στοιχειώδη κινητικότητα, αλλά κινούμενη στα όρια του στατιστικού λάθους να μη παρουσιάζει ανεπιθύμητες ισχυρές ανατροπές. Κι όλα αυτά να περιορίζονται στο πλαίσιο του 100%.


Έτσι αν θελήσει κανείς να παρατηρήσει λίγο καλλίτερα τη διακύμανση των ποσοστών θα ανακαλύψει ότι όταν αυξάνονται τα ποσοστά της ΝΔ, μειώνονται τα ποσοστά των ΑΝΕΞ.ΕΛ και ιδίως στις τελευταίες δημοσκοπήσεις της Χ.Α. Αντίστοιχα για να μειωθούν τα ποσοστά του  ΣΥΡΙΖΑ αυξάνονται αναλόγως τα ποσοστά των αναποφάσιστων,  και πάει λέγοντας.

Σημειωτέον ότι αυτό το δημιουργικό «άγγιγμα» των δημοσκοπικών ευρημάτων δεν είναι ούτε ιδιαίτερα δύσκολο, ούτε εύκολα ανιχνεύσιμο.

 Σκεφθείτε ότι οι πλείστες εξ αυτών υποτίθεται ότι γίνονται πανελλαδικά , τηλεφωνικά, σε δείγματα που δεν ξεπερνούν τα 1000 άτομα. 
Τι σημαίνει αυτό;

Εκτός που μπορεί κάποιος να ρωτήσει περισσότερους από γεωγραφικές περιοχές, ηλικίες, κοινωνικά στρώματα, εκπαιδευτικές βαθμίδες, κ.λ.π, από όπου κατά τεκμήριο θα συλλέξει πιο βολικές απαντήσεις. Μπορεί πανεύκολα να αλλάξει την εικόνα με μια πολύ μικρή αντιμετάθεση προτιμήσεων.

Στα 1000 ερωτώμενα άτομα κάθε 10 προτιμήσεις αντιστοιχούν με μία ποσοστιαία μονάδα.
 Τι σημαίνει αυτό;   
Πολύ απλά ότι ,αν μετακινηθούν μόλις 5 ψηφοφόροι ενός κόμματος σε ένα άλλο, θα του προσφέρουν προβάδισμα 1%...!!! Η ότι μια διαφορά μισής ποσοστιαίας μονάδας μπορεί εύκολα να «ανευρεθεί» αν μετακινηθούν 2,5 ερωτώμενοι στο αντίπαλο κόμμα ή απλώς δηλώσουν 5 από αυτούς αναποφάσιστοι…. Η  ακόμη καλλίτερα αν μετακινήσουμε 1 ερωτώμενο στο άλλο κόμμα και εμφανίσουμε 3 επί πλέον αναποφάσιστους… και πάει λέγοντας….


Πόσο αξιόπιστες λοιπόν μπορεί να είναι αυτές οι δημοσκοπήσεις, που σημειωτέον μονίμως παρουσιάζουν ευρήματα βολικά στις εκάστοτε κυβερνήσεις; Δημοσκοπήσεις, που έρχονται αντιμέτωπες με την κοινή λογική και που όχι μόνο στην Ελλάδα, αλλά πλέον και πανευρωπαϊκά διαψεύδονται  οικτρά από τα πραγματικά αποτελέσματα της κάλπης;


Παρότι όμως είναι προτιμότερο να εμπιστεύεται κανείς το ένστικτό του και να μη τις παίρνει στα σοβαρά, δεν μπορούμε να πούμε ότι οι δημοσκοπικές εταιρίες είναι για γέλια.

Τουναντίον για όσους είναι υπέρμαχοι της πάση θυσία διατήρησης της κοινωνικής γαλήνης, οι δημοσκόποι εκτελούν ένα «κοινωνικό λειτούργημα».

Φαντάζεσθε τί κοινωνική αναστάτωση θα δημιουργούσε η δημοσιοποίηση ευρημάτων όπου η ΝΔ θα ήταν 10 μονάδες πίσω από  τον ΣΥΡΙΖΑ και οι ΑΝΕΞ.ΕΛ θα είχαν ψηφοφόρους περισσότερους από το άθροισμα ΠΑΣΟΚ και ΔΗΜΑΡ;

Ποιός θα δεχόταν να πληρώνει χαράτσια αν ,ας πούμε, βρισκόταν ότι το 80% του κόσμου τάσσεται υπέρ της άμεσης ανατροπής των μνημονιακών μεθοδεύσεων;

Φαντάζεσθε τί πανηγύρι θα γινόταν, αν κάποιος δημοσκόπος είχε την επιστημονική διαστροφή, να θέσει  το ερώτημα «υπέρ ή κατά του μνημονίου», «υπακοή ή αντίσταση στην Τρόϊκα»;


Η προσφορά επομένως  των δημοσκόπων στον αγώνα της Κυβέρνησης συνεργασίας για την «σωτηρία» της χώρας είναι αδιαμφισβήτητα σημαντική.

Στην κατεύθυνση λοιπόν αυτή, η ΝΔ και το ΠΑΣΟΚ, ως μετέχοντες του κυβερνητικού συνασπισμού θα πρέπει να συνεχίσουν να εμφανίζουν ένα ελαφρύ, αλλά σταθερό προβάδισμα έναντι των υπολοίπων, ώστε να αποτρέπονται οι πολίτες από «ανθυγιεινές» σκέψεις. Ένα προβάδισμα, που εξ άλλου μέχρι τις εκλογές θα παραμένει εντός των ορίων του στατιστικού λάθους, ώστε όλες οι εκδοχές εκλογικού αποτελέσματος να είναι διαθέσιμες στα εξωθεσμικά εκλογικά «μαγειρεία» (Ο νοών νοείτω…).


Ειδικά τώρα μετά την απεμπλοκή του κυρίου  Κουβέλη από την κυβερνητική  συμμαχία, θα πρέπει να αναμένονται «ευρήματα», που θα δείχνουν πτώση της ΔΗΜΑΡ και αντίστοιχη άνοδο του ΠΑΣΟΚ. Ως  «κατακραυγή» των ψηφοφόρων για την «ασυνέπεια» της ΔΗΜΑΡ και επιβράβευση της «υπευθυνότητας» του ΠΑΣΟΚ.
Σα να λέμε ότι οι ψηφοφόροι θεωρούσαν συνεπή την άκρως αντίθετη με τις προεκλογικές εξαγγελίες μετεκλογική διακυβέρνηση και τώρα κρίνουν ασυνέπεια την επιστροφή στο αντιμνημονιακό προεκλογικό πρόγραμμα.
Και από την άλλη κρίνουν σαν υπεύθυνη στάση την περίπου διαπομπευτική αποπομπή του  τέως Προέδρου του ΠΑΣΟΚ και τέως Πρωθυπουργού κου Παπανδρέου για την είσοδο μας στο μνημόνιο και στην υποτέλεια του ΔΝΤ και συγχρόνως την "ευγενή άμιλλα" των διαδόχων του στην Προεδρία του κόμματος και την Πρωθυπουργία, για το ποιός θα αποδειχθεί στον κο Σόιμπλε σαν ό πλέον αποτελεσματικός και πειθήνιος εφαρμοστής των μνημονιακών προγραμμάτων και των Τροϊκανών κελευσμάτων.

Λογικά ακούγονται, θα μου πείτε… Τί όχι…;