Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΣΕΒ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΣΕΒ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 3 Δεκεμβρίου 2010

Ταξικοί εχθροί και φίλοι γίναν’ όλοι τους ρεζίλι…

Η κοινωνική αξιολόγηση του τρόπου με τον οποίον πολιτεύονται οι δημόσιοι άνδρες, δεν είναι τυχαία ή συμπτωματική. Τουναντίον μάλιστα υπόκειται σε κανόνες λογικούς και διαχρονικούς.

Ένας τέτοιος κανόνας είναι ότι κανείς δεν μπορεί να γίνει ρεζίλι, αν ο ίδιος δεν θέσει τις βασικές προϋποθέσεις.

Θλιβερή επιβεβαίωση του εν λόγω κανόνα αποτέλεσε η πρόσφατη φαιδρή εμφάνιση των αυτοαποκαλούμενων «κοινωνικών εταίρων», οι οποίοι συνελθόντες σε «άτυπη» παρασκηνιακή συνάντηση το μόνο το οποίο κατάφεραν τελικά ήταν να εκθέσουν εαυτούς και αλλήλους στην ελληνική κοινή γνώμη (ίσως όχι για πρώτη και μάλλον ούτε για τελευταία φορά).

Ανεξάρτητα από τις δικαιολογίες και τις αιτιάσεις της κάθε πλευράς και αδιαφόρως προς τον τρόπο, που το κάθε ΜΜΕ αξιοποίησε το θέμα, ένα πράγμα είναι απολύτως βέβαιο.

Ότι οι εν λόγω συνευρεθέντες απώλεσαν κάθε ίχνος σοβαρότητας στο μέτρο, που αποδείχθηκαν ανίκανοι να αντιληφθούν ο μεν κος Παναγόπουλος ότι συμμετέσχε στη συνάντηση, ο κος Κορκίδης ότι ουδέν συμφωνήθηκε, οι δε υπόλοιποι με τι είδους συνδαιτυμόνες ανάλωσαν τον πολύτιμο χρόνο τους.

Έτσι μια υποτιθέμενη πολύ σοβαρή υπόθεση κατέληξε σε ένα άνευ προηγουμένου φιάσκο με την κοινή γνώμη να εκπλήσσεται αρνητικά από την απίστευτη ελαφρότητα των περιβόητων «κοινωνικών εταίρων».

Όμως όπως είπαμε από την αρχή κανένας και τίποτε δεν μπορεί να προκαλέσει την λαϊκή θυμηδία, εάν από μόνος του δεν προσφέρει συμπτώματα φαιδρότητας.

Και να ποια είναι αυτά στη συγκεκριμένη περίπτωση.

Υποτίθεται ότι το αντικείμενο της συνάντησης ήταν οι όροι και οι προϋποθέσεις των επιχειρηματικών συμβάσεων. Υποτίθεται επίσης ότι οι εκπρόσωποι των παραγωγικών τάξεων ήθελαν να διαμορφώσουν μια κοινή πλατφόρμα, η οποία θα βοηθούσε την Υπουργό Εργασίας στην διαπραγμάτευσή της με την τριαρχία.

Επομένως βασικές στοιχειώδεις προϋποθέσεις ήταν: α) η γνώση του υπό συζήτηση αντικειμένου και η επίγνωση της σοβαρότητάς του, β) η νομιμοποίηση των συσκεπτομένων υπό την έννοια της ουσιαστικής εκπροσώπησης του ευρύτερου κλάδου τους και γ) η παρουσία της Υπουργού, μόνης ικανής να προδιαγράψει τα αναγκαία κατά την κρίση της χαρακτηριστικά της επιδιωκόμενης συμφωνίας, ώστε να είναι πράγματι επιβοηθητική των επόμενων δικών της διαπραγματεύσεων.

Δυστυχώς κανένας από τους πρωταγωνιστές της φαρσοκωμωδίας δεν μερίμνησε για την εξασφάλιση οποιασδήποτε από τις παραπάνω προϋποθέσεις. Προσήλθαν αφελώς σαν μια χαρούμενη παρεούλα, απούσης της αρμοδίας υπουργού, εκπροσωπώντας μερικοί εξ αυτών (όπως αποδείχθηκε τουλάχιστον για τον Πρόεδρο της ΓΣΕΕ) μονάχα τον εαυτό τους.

Η υπόθεση των επιχειρησιακών συμβάσεων και ο τρόπος με τον οποίο φαίνεται ότι είναι προαποφασισμένο να ρυθμισθεί, αποτελεί μια απόλυτη ανατροπή όχι απλώς της ισχύουσας εργατικής νομοθεσίας, αλλά αυτής καθεαυτής της εργασιακής φιλοσοφίας, που ξεκίνησε από την εποχή των αστικών επαναστάσεων και εξελίχθηκε ιστορικά μέσα από κοινωνικές συγκρούσεις και επιστημονικές αντιπαραθέσεις δύο τουλάχιστον αιώνων και πολύ περισσότερων γενεών.

Είναι απολύτως βέβαιο ότι ακόμη και στην ηπιότερη της μορφή, μια οποιαδήποτε ενίσχυση της τυπικής ισχύος των ατομικών (διότι περί αυτού πρόκειται) συμβάσεων έναντι των συλλογικών θα επιφέρει βίαια ανατροπή στο βιοτικό επίπεδο εκατοντάδων χιλιάδων εργαζομένων στον ιδιωτικό τομέα και ως εκ τούτου μπορεί να αποτελέσει υπό προϋποθέσεις ατομική βόμβα μεγατόνων τόσο για την κοινωνική συνοχή, όσο και για την κοινωνική ειρήνη.

Θα ανέμενε λοιπόν κανείς αυτοί οι κύριοι, αλλά και η κα Υπουργός να αντιμετώπιζαν το όλο θέμα με μεγαλύτερη σοβαρότητα.

Ιδίως ο κος Πρόεδρος της ΓΣΕΕ όφειλε να προσέχει περισσότερο από τους υπόλοιπους, που πάει, πώς πάει, ποιόν συναντάει και τι συζητάει.

Οι υπόλοιποι έχουν το στενόμυαλο άλλοθι ότι προσέρχονται σε μία διαπραγμάτευση από την οποία θα εξέλθουν οπωσδήποτε κερδισμένοι, αφού από την αρχή είναι προδιαγεγραμμένο το «ψαλίδισμα» των αποδοχών των υπαλλήλων τους.

Αντίθετα ο κος Παναγόπουλος όφειλε να είναι περισσότερο επιφυλακτικός, συμμετέχοντας σε μια συζήτηση που για τους εργαζόμενους εκ προοιμίου είχε δεδομένο ότι θα χάσουν και «διαπραγματεύσιμο» μόνο το πόσα θα χάσουν.

Το ελάχιστο λοιπόν που έπρεπε να είχε φροντίσει ο κος Πρόεδρος ήταν οι συζητήσεις να είχαν πλήρη δημοσιότητα, για να μη κατηγορηθεί για στυγνή συμπαιγνία με την εργοδοσία και πρωτίστως να έχει την στοιχειώδη επίφαση νομιμοποίησης.

Όφειλε δηλαδή, επειδή ακριβώς πρόκειται για ιστορικής σημασίας ανατροπή των κεκτημένων δεκάδων επαγγελματικών κλάδων, να είχε προηγουμένως εξασφαλίσει την συναίνεση και ρητή ειδική εξουσιοδότηση όλων των Διοικητικών Συμβουλίων των δευτεροβαθμίων συνδικαλιστικών οργανώσεων, που εκπροσωπούν τους κατ’ ιδίαν κλάδους εργαζομένων.

Αντ’ αυτού ο κος Παναγόπουλος φάνηκε ότι προσήλθε σε μία εν κρυπτώ (παρ)άτυπη συνάντηση, χωρίς να έχει εξασφαλίσει ούτε τη σύμφωνη γνώμη της ευρύτερης διοίκησης της ίδιας της ΓΣΕΕ.

Και το χειρότερο φαίνεται ότι ο άνθρωπος πήγε εντελώς αδιάβαστος.

Διότι αν ευσταθούν οι πληροφορίες, που δημοσιεύονται από τα ΜΜΕ, η κα Υπουργός με τους κ.κ. «κοινωνικούς εταίρους» συνεννοούνται για τον προσδιορισμό ενός ενιαίου ποσοστού περικοπής μισθών και ημερομισθίων της τάξεως του 12,5%.

Σε μια τέτοια περίπτωση ο κος Παναγόπουλος συλλαμβάνεται αδιάβαστος σχετικά με τα επίπεδα των αποδοχών, που προβλέπουν οι κατ’ ιδίαν συλλογικές συμβάσεις εργασίας.

Διότι υπάρχουν πλείστες όσες ΣΣΕ που ορίζουν αποδοχές ελάχιστα διαφέρουσες από την γενική συλλογική και πάντως πολύ λιγότερο από 12,5%. Για παράδειγμα οι κατώτατες αποδοχές της ΣΣ των τραπεζοϋπαλλήλων ή των λογιστών μπορεί να υπερκαλύπτουν αυτό το ποσοστό, όμως πολλές άλλες όπως π.χ των εργαζομένων στη σιδηροβιομηχανία έχουν πολύ μικρότερη διαφορά (7-8%).

Είναι επομένως εντελώς αφελές αν όχι κακόπιστο να αναζητείται ενιαίο ισοπεδωτικό ποσοστό περικοπής των μισθών και ημερομισθίων.

Αντί λοιπόν να αναλώνονται σε κακόγουστες επικοινωνιακές σκηνοθεσίες θα ήταν καλύτερα όλοι αυτοί οι κύριοι να αντιμετώπιζαν το θέμα με μεγαλύτερο αίσθημα ευθύνης και αν μη τι άλλο με περισσότερο επαγγελματικό ρεαλισμό.

Διότι οι εργοδοτικοί φορείς θα έπρεπε να ενδιαφέρονται για την διάσωση και όχι για την φαλκίδευση των αποδοχών των εργαζομένων, αντιλαμβανόμενοι ότι αυτές αποτελούν εργαλείο ανάπτυξης της οικονομίας όχι απλώς συντελεστή κόστους, όπως κοντόφθαλμα σκέπτονται.

Η δε κα Υπουργός στο πλαίσιο του πολιτικού της ρόλου μάλλον θα ισχυροποιήσει την διαπραγματευτική της θέση με μια κοινή ανυποχώρητη συμφωνία των παραγωγικών τάξεων για διατήρηση ακεραίων των αποδοχών στον ιδιωτικό τομέα.

Όσον αφορά τέλος τον κο Παναγόπουλο, αν δεν μπορεί να μελετήσει τις ιδιαιτερότητες των ΣΣΕ, τουλάχιστον ας διαβάσει τον μύθο του Αισώπου για το πάθημα της καλιακούδας, που άφησε τους δικούς της για να προσκολληθεί στη συντροφιά των περιστεριών και στο τέλος αποβλήθηκε από αμφοτέρους.

Δευτέρα 9 Μαρτίου 2009

Ο ΣΕΒ απέσυρε την εμπιστοσύνη του από την Κυβέρνηση.

Υπάρχει ανάγκη χάραξης ενός μακρόπνοου σχεδίου δομικών αλλαγών για να εξέλθει η οικονομία από την κρίση.
Η συναίνεση «δεν είναι κομματικό πόκερ». «Ούτε μπορεί να αποτελεί άλλοθι πολιτικής υπεκφυγής ή απραξίας»
Πρίν και μετά τις εκλογές βασικό ζητούμενο είναι η ισχυρή και αποτελεσματική διακυβέρνηση
«Εξάλλου τις εκλογές θα τις αποφασίσουν οι οικονομικές και κοινωνικές συνθήκες».
Τάδε έφη ο Πρόεδρος του ΣΕΒ κ. Δασκαλόπουλος.


Παραδοσιακά οι βιομήχανοι στην Ελλάδα, αλλά και σε ολόκληρο τον κόσμο, δεν συγκαταλέγονται στις αριστερές δυνάμεις του τόπου.
Σε γενικές γραμμές η κοινωνική τους ευαισθησία κινείται στο πλαίσιο της εταιρικής κοινωνικής ευθύνης, όπου τα όρια μεταξύ αγαθοεργίας και εμπορικής διαφήμισης παραμένουν συνήθως ασαφή και συγκεχυμένα.
Σε αντίθεση με τους κοινούς εργαζόμενους αποτελούν μια κοινωνική ομάδα αρκούντως συνειδητοποιημένη, που σε συλλογικό επίπεδο, και όχι μόνο, κινείται αποκλειστικά με γνώμονα τα επαγγελματικά της συμφέροντα.
‘Έτσι οι πολιτικές της αντιλήψεις υπήρξαν παγίως συντηρητικές και ιστορικά συγκαταλέγεται συνήθως στους παραδοσιακούς στυλοβάτες συντηρητικών κυβερνήσεων.
Αυτός είναι ένας πρόσθετος λόγος για τον οποίο οι δημόσιες παρεμβάσεις του Προέδρου του ΣΕΒ έχουν πάντοτε πολιτικό ενδιαφέρον και μπορεί να αποκτούν και ιδιαίτερη βαρύτατα αναλόγως των συγκεκριμένων περιστάσεων.

Οι πρόσφατες δηλώσεις του κ. Δασκαλόπουλου, δεν υπάρχει καμία απολύτως αμφιβολία ότι αποτελούν απερίφραστο κόλαφο για την κυβέρνηση και, δεν θα ήταν υπερβολή να λεχθεί, προσωπικά για τον ίδιο τον Πρωθυπουργό.

Επί σειρά εβδομάδων εναγωνίως ο Πρωθυπουργός και το σύνολο των κυβερνητικών στελεχών προσπαθούν απελπισμένα να πείσουν την Κομισιόν και κυρίως τον Έλληνα πολίτη ότι διαθέτει ένα πλήρες σχέδιο για την οικονομία. Να όμως, που ο Πρόεδρος του ΣΕΒ τους αμφισβητεί ευθέως και υιοθετεί ουσιαστικά τις απόψεις της αξιωματικής αντιπολίτευσης, που επίσης μιλά για ανάγκη ριζικών αλλαγών επί τη βάσει συγκροτημένου αναπτυξιακού προγράμματος για τη χώρα.

Επί δύο εβδομάδες το επικοινωνιακό επιτελείο της Ν. Δημοκρατίας καλλιεργούσε το εύρημα της «συναίνεσης» ως μία υψηλού επιπέδου πολιτική πρωτοβουλία του Πρωθυπουργού, στο πλαίσιο της προβολής της εικόνας της «ωριμότητας και υπευθυνότητας».
Καλό εύρημα διότι εάν το κόμμα της Αξιωματικής αντιπολίτευσης συνεργαζόταν θα μοιραζόταν αναπότρεπτα τις ευθύνες, εάν όχι θα κατηγορείτο για μικροψυχία και μικροκομματισμό. Μπρός βαθύ και πίσω ρέμα δηλαδή για τον κ. Παπανδρέου.
Εμφανίζεται όμως ως από μηχανής θεός ο Πρόεδρος του ΣΕΒ και μιλάει για κομματικό πόκερ. Ούτε λίγο ούτε πολύ παρομοιάζει την περί συναινέσεως πρόταση του κ. Πρωθυπουργού ως ένα κακοστημένο πολιτικό χαρτοπαίγνιο κομματικής κατανάλωσης, που δεν έχει καμία ουσιαστική αξία.
Υπό αυτή την έννοια ο μεν κ. Πρωθυπουργός, που είχε την ιδέα, εμμέσως πλην σαφώς παρουσιάζεται σαν σκηνοθέτης ανούσιων τυχοδιωκτικών παιχνιδιών, ο δε κ. Παπανδρέου ως σοβαρός και οξυδερκής πολιτικός αρχηγός, αφού απαξιοί να παίξει και κατ’ ουσίαν με την στάση του απαντά στον κ. Καραμανλή «παίξε μόνος σου».

Δεν περιορίζεται όμως σ΄αυτό το βαρύ περί «κομματικού πόκερ» χαρακτηρισμό ο Πρόεδρος του ΣΕΒ. Κατηγορεί επί πλέον την Κυβέρνηση ότι εφηύρε την ιστορία της συναίνεσης όχι απλώς για να εγκλωβίσει πολιτικά την αντιπολίτευση, αλλά κυρίως για να υπεκφύγει των δικών της ευθυνών και να αποκτήσει άλλοθι στην αδράνειά της.
Η εκτίμηση αυτή του κ. Δασκαλόπουλου ταυτίζεται περίπου με την άποψη όσων υποστηρίζουν ότι η κυβέρνηση αυτή αποφεύγει συστηματικά να κυβερνήσει και απλώς προσπαθεί με διάφορες προφάσεις και επικοινωνιακά ευρήματα να κερδίζει πολιτικό χρόνο αδιαφορώντας για την κακή πορεία της χώρας.

Για όσους έχουν την παραμικρή αμφιβολία επ’ αυτών, ο Πρόεδρος του ΣΕΒ επισημαίνει ότι η χώρα και τώρα και μετά τις εκλογές έχει ανάγκη ισχυρής Κυβέρνησης.
Το μετά τις εκλογές είναι βέβαια ως μέλλον ευκταίον αλλά αόρατον.
Στο παρόν όμως ουδείς αμφιβάλει ότι μια Κυβέρνηση με λίγους (151) βουλευτές και πολλούς δελφίνους κάθε άλλο παρά ισχυρή μπορεί να χαρακτηρισθεί.
Μας λέει επομένως ο κ. Δασκαλόπουλος ότι σήμερα η χώρα στερείται αυτό που έχει ιδιαίτερη ανάγκη, άρα με τον τρόπο του υποδεικνύει ότι αυτό θα πρέπει άμεσα να αλλάξει.
Και βέβαια στην δημοκρατία αν έχεις άμεση ανάγκη «από ισχυρή και αποτελεσματική διακυβέρνηση» και δεν τη διαθέτεις, η προσφυγή στις κάλπες αποτελεί μονόδρομο.

Γι ‘ αυτό ο κ. Δασκαλόπουλος σπεύδει να προσθέσει ότι «τις εκλογές θα αποφασίσουν οι οικονομικές και κοινωνικές συνθήκες».
Ας αντιπαρέλθουμε το γεγονός ότι πρόκειται για μια πρόταση, που θα μπορούσε να την προσυπογράψει μια χαρά ακόμη και ένας φανατικός μαρξιστής, και ας δούμε λίγο την αντικειμενική της ουσία.
Μοιάζει να αποτελεί την απόλυτη απαξίωση του σημερινού Πρωθυπουργού.
Μέχρι τώρα η κρατούσα θεωρία ήταν ότι η επιλογή του χρόνου διεξαγωγής των εκλογών αποτελεί προνομία του Πρωθυπουργού. Και πράγματι η άποψη αυτή βρίσκει απόλυτη νομική θεμελίωση στο ισχύον σύνταγμα της χώρας.
Έρχεται όμως ο κ. Δασκαλόπουλος και επιχειρεί μια αποστομωτική πολιτική αντίκρουση της εν λόγω θεωρίας, που χρησιμοποιείται κατά κόρον στην επικοινωνιακή ενίσχυση του ηγετικού προφίλ του κ. Καραμανλή.
Ισχυρίζεται λοιπόν ο Πρόεδρος του ΣΕΒ ότι η ομαλή εφαρμογή των συνταγματικών ρυθμίσεων επαιτεί την ύπαρξη κάποιων αναγκαίων προϋποθέσεων, ήτοι ομαλές κοινωνικές συνθήκες, οι οποίες εξασφαλίζονται μόνο σε συνθήκες οικονομικής σταθερότητας.
Όταν όμως η καταστροφή της οικονομίας προκαλέσει διατάραξη της κοινωνικής ομαλότητας τότε χρειάζεται ενδεχομένως ισχυρή πολιτική προσωπικότητα, προκειμένου να επιβάλει τη βούληση της στις πολιτικές εξελίξεις.
Αν λοιπόν ερμηνεύουμε σωστά την μαρξιστικού ύφους κραυγή του κ. Δασκαλόπουλου, οι αναμενόμενες εξελίξεις υπερβαίνουν το πολιτικό ειδικό βάρος του σημερινού Πρωθυπουργού.

Παρά την προσπάθεια υποβάθμισης των δηλώσεων του Προέδρου του ΣΕΒ από την πλειοψηφία των μέσων μαζικής ενημέρωσης, είναι ηλίου φαεινότερον ότι οι δηλώσεις αυτές μπορούν δικαιωματικά να λογίζονται ως το μέγιστο πολιτικό γεγονός της περασμένης εβδομάδας τουλάχιστον για δύο πολύ συγκεκριμένους λόγους.
Πρώτον διότι αντίθετα με τα ανέκδοτα περί χαμηλού δείκτη ανεργίας, οι βιομήχανοι (όχι τα κόμματα της αριστεράς) προειδοποιούν για επερχόμενη οικονομική και κοινωνική καταιγίδα και
Δεύτερον διότι δηλώνουν απολύτως απογοητευμένοι από την παρούσα κυβέρνηση.

Πρόκειται για ρητή και απερίφραστη απόσυρση της εμπιστοσύνης του βιομηχανικού κόσμου από μια συντηρητική κυβέρνηση, την οποία θεωρούν καταστροφική για την οικονομία και την κοινωνική ομαλότητα και επομένως άκρως επικίνδυνη και για τα δικά τους συμφέροντα.

Πρόκειται το δίχως άλλο για ένα γεγονός, που δεν έχει όμοιό του στην πολιτική ιστορία της νεωτέρας Ελλάδος.