Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κοινωνικοί αγώνες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κοινωνικοί αγώνες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 16 Αυγούστου 2013

Η φτώχεια δεν γεννάει μόνο Γιάννη Αγιάνηδες και Ιαβέρηδες...


Εδώ και 48 ώρες η ελληνική κοινωνία  και ο καθρέπτης της, τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, έχουν πάρει φωτιά από τον συγκλονιστικό θάνατο ενός νεαρού παιδιού,19 ετών, που έχασε τη ζωή του για φαινομενικά ασήμαντη αιτία.
Από τη μια ο απλός κόσμος, που εκφράζει με κάθε τρόπο (συχνά με οργή και υπερένταση) την αγανάκτησή του για την συνταρακτική απώλεια και από την άλλη γνωστοί και μη εξαιρετέοι στυλοβάτες τους συστήματος εξουσίας, που εστιάζουν στην παραβατικότητα του θύματος και την νομότυπη άσκηση των καθηκόντων του ελεγκτή.

Ποια αλήθεια ήταν αυτή η «στυγερή» παραβατικότητα, που στοίχισε τη ζωή ενός δεκαενιάχρονου παλληκαριού;
«Ηταν ένας τζαμπατζής».  Έκανε χρήση τρόλεϊ  αποφεύγοντας να πληρώσει το εισιτήριο των 1,20 ευρώ της συγκεκριμένης διαδρομής. Και μάλιστα δεν ήταν η πρώτη φορά, όπως σπεύδουν να «ενημερώσουν» όλα τα φιλοκαθεστωτικά ΜΜΕ, υιοθετώντας άκριτα αναπόδεικτους ισχυρισμούς του ελεγκτή.
Αυτή η «δόλια» αποφυγή πληρωμής εισιτηρίου κατά την αντίληψη «εγκρίτων» μελών της  Ελληνικής διανόησης και όχι μόνον, ήταν επαρκής  λόγος για να δικαιολογήσει την συμπεριφορά του ελεγκτή, που αντικειμενικά είχε ως αποτέλεσμα τον θανάσιμο τραυματισμό του παιδιού.

Μωρία, τυπολατρία, κοινωνική αναλγησία, διαστροφική διάθεση αποστασιοποίησης από την μέση αντίληψη της κοινής γνώμης ή απλή σταδιοδρομική σκοπιμότητα;
Άβυσσος η ψυχή του ανθρώπου με αποτέλεσμα ακόμη και αυτοαποκαλούμενοι  «αριστεροί» να μπερδεύουν στην κυριολεξία τον μπούσουλα και υπό την πίεση συνθλιπτικών ιστορικών  συνθηκών και πρωτόφαντων καταστάσεων να χάνουν το προοδευτικό τους προσωπείο και να εκδηλώνουν απόψεις και συμπεριφορές ανάρμοστες στην ιδεολογία και την πνευματική τους ιδιότητα. 

Ο Βίκτωρ Ουγκώ είχε περιγράψει με εξαιρετική ενάργεια και ευαισθησία την  ακαταγώνιστη δύναμη της φτώχειας στην ανάπτυξη παρορμητικής παραβατικότητας. Καθώς επίσης και την αθλιότητα της καταδιωκτικής εμμονής του «επαγγελματικού» ελεγκτικού οργάνου.

Διακόσια χρόνια μετά οι υποτιθέμενοι πνευματικοί κληρονόμοι του δείχνουν να μη κατανοούν καθόλου το μεγαλειώδες λογοτεχνικό του έργο, αλλά το χειρότερο από όλα, να στερούνται στοιχειώδη προσόντα για την συγγραφική τους νομιμοποίηση.
Η ικανότητα να ψηλαφείς τις πληγές της κοινωνίας, να οσμίζεσαι την περιρρέουσα δυστυχία και τον αρνητικό συλλογικό ψυχισμό που παράγει, να αφουγκράζεσαι την βουβή κραυγή αγωνίας του απλού κόσμου και να μπορείς με τα μάτια της ψυχής να δεις πέρα από την καθεστωτική βιτρίνα και ίσως πέρα από το δικό σου ρόδινο κόσμο. Αυτά είναι ιδιότητες ενδεχομένως όχι επαρκείς, αλλά απολύτως αναγκαίες για να ξεφύγεις από το συρφετό των λογοκλόπων και να εισέλθεις στη χορεία των διανοητών, των ανθρώπων του πνεύματος και της τέχνης.

Με την τυπική έννοια λοιπόν του όρου ο δυστυχισμένος  νέος  εκ προθέσεως παραβίασε τη νομιμότητα, που απαιτεί καταβολή συγκεκριμένου αντιτίμου για την χρήση μέσου μαζικής μεταφοράς. Και από την άλλη πλευρά ο ελεγκτής επιχείρησε να εκτελέσει νόμιμη υποχρέωσή του να ελέγξει την «παραβατικότητα» της συγκεκριμένης πράξης-παράληψης και να επιβάλει το προβλεπόμενο πρόστιμο.
Παραβάτης ο πρώτος, επαγγελματίας ο δεύτερος…
Αλήθεια;  Είναι άραγε τόσο απλά τα πράγματα;
Προφανώς όχι . 

Για τον Βίκτωρα Ουγκώ  miserable, κακότυχος, δυστυχισμένος, άθλιος δεν είναι μόνο ο Γιάννης Αγιάννης , αλλά και ο Ιαβέρης.
Και οι δύο φαινομενικά αντίθετες και αντιμαχόμενες φιγούρες είναι κατ’ ουσίαν θύματα κοινωνικών συνθηκών, που υποβάλλουν και επιβάλλουν  τις διαμετρικές, αλλά συμπληρωματικές συμπεριφορές τους.
Η πείνα οδηγεί τον Γιάννη Αγιάννη να κλέψει ένα καρβέλι ψωμί . Μια στιγμιαία παρορμητική κίνηση, που του επιβάλλει το ένστικτο της αυτοσυντήρησης  σε ένα κοινωνικό περιβάλλον, που δεν προσφέρει ευκαιρίες και δυνατότητες επιβίωσης στα ευρύτερα λαϊκά στρώματα. Μια περίπου αναπόφευκτη παρατυπία ευτελούς αξίας, που στοίχειωσε την υπόλοιπη ζωή του.
 Και από την άλλη ο Ιαβέρης, ο στυγνός, άτεγκτος φύλακας και εφαρμοστής του νόμου, που ο επαγγελματισμός του τον σπρώχνει σε υπέρμετρο ζήλο, εμμονικές και συχνά ανάλγητες συμπεριφορές.
Θύματα και οι δυό των κοινωνικών συνθηκών της πολυτάραχης εποχής τους.

Ακριβώς πανομοιότυπη είναι και η τραγική ιστορία του άτυχου «τζαπατζή».
Ένα παιδί πάνω στο άνθος της ηλικίας του, που σφύζει από όνειρα και ενεργητικότητα, χωρίς ευρώ στην τσέπη σε μια πόλη, που απαιτείται να πληρώσει κάθε στιγμή για τα πάντα.
Πώς περιμένουμε να αντιδράσει; 
Να αγνοήσει την αδήριτη ανάγκη κυκλοφορίας και επικοινωνίας; 
Να παραιτηθεί από το δικαίωμα ζωής; 
Να κλειστεί στο σπίτι και να πεθάνει από μελαγχολία και αδράνεια; 
Να αποδεχθεί τον παραλογισμό της στέρησης στοιχειωδών δικαιωμάτων (προστατευόμενων κατά τα άλλα στην ΕΕ), επειδή δεν διαθέτει το ευτελές, αλλά τόσο δυσεύρετο για την οικογένειά του αντίτιμο των 1,20 ευρώ;

«Ελάτε στο Περιστέρι. Να δείτε τα παιδιά μας χωρίς ένα ευρώ στη τσέπη. Να δείτε το δράμα των νέων μας. Ελάτε για να καταλάβετε επί τέλους, πώς ζούμε. Πως θα θρηνήσουμε κι άλλα παιδιά.»  
Αυτή ήταν η κραυγή αγωνίας μιας Περιστεριώτισας μάνας, που τηλεφώνησε απελπισμένη σε ένα τηλεοπτικό σταθμό ο βράδυ της Θεομητορικής γιορτής, που πολλοί επώνυμοι διασκέδαζαν στα πανηγύρια ανά την Ελλάδα, την ίδια ώρα που ο μεγαλύτερος ίσως δήμος της χώρας ετοίμαζε το ξόδι ενός αδικοχαμένου σπλάχνου του.

Αμφιβάλλει κανείς ότι για την «παραβατικότητα» αυτού του παιδιού ευθύνεται απολύτως η αισχροτάτη ένδεια στην οποία περιήγαγε την οικογένειά του ένα παγκόσμιο σαθρό οικονομικό σύστημα, μια αχρεία Ευρωπαϊκή νομεγκλατούρα και ένα ανίκανο πολιτικό προσωπικό; 
Αμφιβάλλει κανείς ότι η υποτιθέμενη παραβατική βούληση αυτού του άτυχου παλικαριού υπαγορεύθηκε επιτακτικά από  την απανθρωπιά ενός πανευρωπαϊκού καθεστώτος που περιορίζει συστηματικά το ζωτικό χώρο των πολιτών προς χάριν αδηφάγων υπερεθνικών κερδοσκόπων;

Και από την άλλη η τραγική φιγούρα του ελεγκτικού οργάνου. 
Πού η επαγγελματική του επάρκεια εξαρτάται από το πλήθος των «παραβατών» που θα εντοπίσει και η οικονομική του επιβίωση από τον αριθμό των προστίμων, που θα επιβάλλει. 
Και βέβαια ποιοι κάνουν χρήση των μέσων μεταφοράς; Οι πλούσιοι, οι διάσημοι, οι εισοδηματίες; Όχι βέβαια.  Τους φτωχούς πρέπει να κυνηγήσει κατ’ ανάγκην ο ελεγκτής. 
Από τους δυστυχισμένους, που δεν διαθέτουν 1,5 ευρώ για εισιτήριο, πρέπει να καταφέρει να εισπράξει το υπερβολικό πρόστιμο για να βελτιώσει το πενιχρό μηνιάτικό του.
 Πώς να παραμείνει ευαίσθητος στη φτώχεια, τη δυστυχία, τις παρακλήσεις τους για επιείκεια;
 Αμφιβάλλει κανείς ότι  και ο ελεγκτής είναι θύμα του ίδιου σάπιου πολιτικο-οικονομικού συστήματος;

Ενός συστήματος, όπου η θέσπιση και εφαρμογή κανόνων, η δημιουργία και λειτουργία ελεγκτικών μηχανισμών δεν έχει στόχο την τάξη και την εύρυθμη λειτουργία της κοινωνίας, αλλά την είσπραξη εσόδων με την αφαίμαξη αναξιοπαθούντων. Που καταπιέζονται να πληρώσουν ποσά που είναι αδύνατο να βρούν για να αποφύγουν τις διώξεις και τον κακώς εννοούμενο εξευτελισμό. Γιατί βεβαίως άξια εξευτελισμού δεν είναι μια εξαθλιωμένη κοινωνία που αδυνατεί να πληρώσει, αλλά οι πρωταγωνιστές των αθλιοτήτων, που την οδήγησαν στη μαζική ανέχεια.

Σε μια φυσιολογική πολιτεία ο ελεγκτής θα εκπαιδευόταν κατάλληλα, ώστε να επιτελεί το έργο του με ευπρέπεια, με διπλωματικότητα, χωρίς να δημιουργεί εντάσεις. 
Σε μια φυσιολογική επιχείρηση, δημόσια ή ιδιωτική,  ο ελεγκτής θα είχε οδηγίες να σέβεται το κοινό και  να συμπεριφέρεται ευγενικά, να αποφεύγει τη δημιουργία δυσάρεστων εντυπώσεων. 
 Αντ’ αυτού είναι προφανές ότι επιλέγονται και  «εκπαιδεύονται» με μια αντίληψη «κυνηγών κεφαλών», στους οποίους μάλιστα δίδονται και ειδικά οικονομικά κίνητρα για κάθε «κεφάλι». 
 Πού λοιπόν εντοπίζονται οι ευθύνες του ελεγκτή και που οριοθετούνται οι ευθύνες της Πολιτείας, που παραχωρεί την μονοπωλιακή εκμετάλλευση δημόσιων αγαθών σε ιδιώτες; Ιδιώτες που συνήθως αφήνει ασύδοτους να ρυθμίζουν το αντίτιμο με βάση τους εταιρικούς τους στόχους και όχι με βάση την πραγματική δυνατότητα του πελατολογίου. Και τους οποίους μάλιστα, αντί να περιορίσει θέτοντας τους κοινωνικούς περιορισμούς, συντρέχει στην κερδοσκοπία τους με έξαψη του κοινωνικού αυτοματισμού μέσω απαράδεκτων δηλώσεων του τύπου «δεν θα δεχθούμε άλλους τζαμπατζήδες στα ΜΜΜ».
Και που εν τέλει σταματούν οι ευθύνες της διοίκησης μιας εταιρείας, που παραλείπει  να εκπαιδεύσει αναλόγως τους ελεγκτές και εν πάση περιπτώσει οφείλει και δύναται να λάβει όλα τα αναγκαία μέτρα για την αποφυγή περιστατικών προπηλακισμού, εξευτελισμού, αφόρητης ψυχολογικής βίας εις βάρος έστω και «τζαμπατζήδων» καταλαμβανομένων; 

Αν λοιπόν δεν αλλάξουν οι πολιτικο-οικονομικές και εν τέλει κοινωνικές συνθήκες είναι μάλλον απίθανο να αποφευχθούν παρόμοια τραγικά περιστατικά.
Περιστατικά που εν πολλοίς είναι αναπόφευκτα αποκυήματα νεοαποικιακών συστημάτων. Όπου παραδοσιακά επιβάλλονται ασύμμετροι έλεγχοι, ποινές και πρόστιμα, επειδή κατά βάση ο στόχος δεν είναι ο συνετισμός ,αλλά μάλλον  η καταλήστευση και εν τέλει  η εξόντωση των ιθαγενών.
Και είναι απογοητευτικό που υπάρχουν ακόμη σ’ αυτό τον τόπο «προοδευτικοί» άνθρωποι της διανόησης και της τέχνης, που αντί να θέσουν το δάκτυλο επί των τύπον των ήλων, χαζολογούν τοποθετούμενοι κατά της νεανικής «παραβατικότητας» και υπέρ του ελεγκτικού «επαγγελματισμού».
Αν σήμερα είναι «τζαμπατζής» ο φτωχός που δεν μπορεί να πληρώσει εισιτήριο, αύριο θα είναι παράνομος τζαμπατζής και αυτός που θα διψάει και θα «κλέψει» νερό, όταν θα έχει πουληθεί σε ιδιωτική εταιρία η ΕΥΔΑΠ;
«Αριστεροί»,  που δεν  πιάνουν το σφυγμό των πραγμάτων, που δεν κατανοούν αυτό που κραυγάζει η Περιστεριώτισα μητέρα. Το λογικόν, το εύλογον και το πασίδηλον.
Αυτό που διακόσια και πλέον χρόνια πριν έχει αντιληφθεί και περιγράψει με απόλυτη σαφήνεια ο Μεγαλειώδης Γάλλος συγγραφέας, σε ένα έργο που όχι αδίκως χαρακτηρίσθηκε κοινωνικό ευαγγέλιο.

Και μια ακόμη λεπτομέρεια.
Ας μη διαφεύγει στους ανόητους σύγχρονους "διανοητές", αλλά και σε όσους ευθύνονται για τα κολοσσιαία κοινωνικά αδιέξοδα  του πλανήτη, ότι ο Βίκτωρ Ουγκώ είχε συμπεριλάβει στους αθλίους του και ακόμη ένα πρωταγωνιστή, αναπόφευκτο  γέννημα των κοινωνικών συνθηκών:
Τον Γαβριά…   
Ένα χαρακτήρα, που ήδη πρωτοστατεί στα κοσμοϊστορικά δρώμενα της πλειοψηφίας των χωρών της ανατολικής Μεσογείου και όχι μόνον…

Τετάρτη 12 Ιουνίου 2013

ΕΡΤ : το νέο φιάσκο της τρικομματικής συγκυβέρνησης



 Δεν πέρασαν 24 ώρες από το φιάσκο της GAZPROM και η ΝΔ κατάφερε να προσφέρει στην Ελληνική, αλλά και την διεθνή κοινή γνώμη ένα νέο ακόμη μεγαλύτερο. Ίσως και με την κουτοπόνηρη σκέψη ότι το νέο θα σκέπαζε τη σοβαρότητα του προηγούμενου.
Το κλείσιμο της Δημόσιας Ραδιοτηλεόρασης και ιδιαίτερα ο τρόπος με τον οποίο επιβλήθηκε, αποτελεί ένα τυπικό δείγμα ακραίου αυταρχισμού, που καμία δημοκρατική και ελάχιστες ολοκληρωτικές κυβερνήσεις τόλμησαν ποτέ να επιχειρήσουν στα τελευταία 100 χρόνια.
Αυτός ο απρόκλητος πρωτόφαντος  αυταρχισμός εξ άλλου είναι, που ξεσήκωσε θύελλα αντιδράσεων όχι μόνο σ’ όλη τη χώρα, αλλά και σε όλη την ομογένεια. Σε όλα τα μήκη και τα πλάτη της γης. Tουλάχιστον όπου κατοικούν πολιτισμένοι άνθρωποι σε στοιχειωδώς δημοκρατικές χώρες.

Αντιδράσεις σίγουρα απρόσμενες για τους πρωταγωνιστές αυτής της απίθανης πολιτικής ασχημίας.  Απρόσμενες όμως, για να είμαστε ειλικρινείς, και για τους «παρεπιδημούντες την Ιερουσαλήμ», τους θεατές και ακροατές των κρατικών μέσων ενημέρωσης.
Και τούτο διότι η στάση των εργαζομένων, ιδιαίτερα των δημοσιογράφων της ΕΡΤ τα τελευταία χρόνια κάθε άλλο παρά φιλολαϊκή θα μπορούσε να χαρακτηρισθεί.
Άλλοι χρωστώντας υποχρέωση στους πολιτικούς τους πάτρωνες, στους οποίους όφειλαν τον ρουσφετολογικό διορισμό τους και άλλοι δέσμιοι δημοσιοϋπαλληλικής νοοτροπίας, αφέθηκαν να γίνουν κύμβαλα μνημονιακής προπαγάνδας.
 Ιδιαίτερα όσοι συμμετείχαν σε δελτία ειδήσεων και εκπομπές πολιτικού περιεχομένου, ελάχιστα κινήθηκαν με γνώμονα την πλήρη και  αντικειμενική  ενημέρωση. Με προφανή ιδιοτέλεια και χωρίς ιδιαίτερο δισταγμό συμμετείχαν «φιλότιμα» στα επικοινωνιακά τερτίπια της πλύσης εγκεφάλου, της ,  παραπληροφόρησης, της προώθησης του κοινωνικού αυτοματισμού , της δυσφήμισης των λαϊκών αγώνων και της συκοφάντησης κοινωνικών ομάδων και επαγγελματικών κλάδων, που κατά καιρούς αντιδρούσαν στα κακώς κείμενα και αισχρώς δρώμενα της Τρόϊκας και των συνοδοιπόρων της.
Έτσι οι παλλαϊκές αντιδράσεις με τη στενή έννοια της συμπαράστασης στους εργαζόμενους στην ΕΡΤ θα μπορούσαν να θεωρηθούν και ανεξήγητες. 

Η αλήθεια είναι ότι υπάρχει ένα σημαντικό ελπιδοφόρο τμήμα πολιτών, που επιμένουν να μη «χάνουν το δάσος θαμπωμένοι  από το δένδρο». Γι αυτούς τους πολίτες ήταν εύκολο να παραμερίσουν την πικρία από την πρότερη αντικοινωνική στάση του δημοσιογραφικού επιτελείου της ΕΡΤ και να εστιάσουν στη σημασία του πολύτιμου αγαθού της δημόσιας Ραδιοτηλεόρασης.
Επιπλέον η συντριπτική πλειοψηφία του λαού καθώς και του αποδήμου Ελληνισμού επέδειξε ένα εξαιρετικό αισθητήριο πολιτισμού και δημοκρατίας.
Γιατί πρωτίστως την Δημοκρατία και τον πολιτισμό έσπευσαν να υπερασπισθούν όλοι αυτοί, με την φυσική τους παρουσία στους ανά την επικράτεια ραδιοτηλεοπτικούς σταθμούς. Με την  έντονη κινητικότητά τους στο διαδίκτυο. Με την άσκηση πίεσης σε συλλογικούς, συνδικαλιστικούς, κομματικούς φορείς.
Διατράνωσαν ουσιαστικά με κάθε τρόπο και με κάθε μέσο την αντίθεσή τους στον αυταρχισμό, στον σκοταδισμό, στην αποικιοκρατική χειραγώγηση του τύπου και στην σκανδαλώδη παρεμπόδιση της ελεύθερης διακίνησης των ιδεών.

Χάρι σ’ αυτό το υψηλό πολιτιστικό επίπεδο, την βαθειά δημοκρατική συνείδηση και το μεγαλείο ψυχής του απλού Έλληνα πολίτη οι εργαζόμενοι της  ΕΡΤ έτυχαν μιας ανέλπιστης συμπαράστασης και η Ελλάδα κατάφερε να στείλει ένα καθοριστικής σημασίας μήνυμα στον υπόλοιπο κόσμο.
Ότι παραμένει μια πολιτισμένη χώρα, παρά την βάρβαρη διακυβέρνηση που υφίσταται από «συμμάχους» και ανεγκέφαλους ιθαγενείς που συμπράττουν απερίσκεπτα μαζί τους σε πάσης φύσεως ασχημία και αβελτηρία.

Αυτό είναι το πραγματικό νόημα της λαϊκής αντίδρασης, που ανάγκασε πολλούς βουλευτές με βεβαρυμμένο κοινοβουλευτικό  «μητρώο» να πάρουν θέση  και να σύρουν και τους αρχηγούς των κομμάτων σε μια έστω απρόθυμη ενδοκυβερνητική διχογνωμία.
Βεβαίως η στάση των κκ Βενιζέλου και Κουβέλη επί του παρόντος ουδόλως αφήνει περιθώρια περί σοβαρής πρόθεσής τους να υπερασπισθούν την ΕΡΤ ή ακόμη περισσότερο να αποσύρουν την στήριξή τους στην παρωδία συγκυβερνήσεως, όπου συμμετέχουν.

Χαρακτηριστική μάλιστα είναι η φαιδρή πρωτοβουλία της ΔΗΜΑΡ για κατάθεση προτάσεως νόμου περί ακυρώσεως της πράξεως νομοθετικού περιεχομένου.
Αντί να απαιτήσουν την απόσυρση της κατάπτυστης πράξης και την εισαγωγή στη Βουλή νομοσχεδίου με την ΕΡΤ λειτουργούσα, καταφεύγουν σε ένα κουτοπόνηρο τέχνασμα. Ένα τρίκ που πρακτικά κλείνει την ΕΡΤ, διατηρεί σε ισχύ την ΠΝΠ και εν τέλει διά της βεβαίας απορρίψεως από την κοινοβουλευτική πλειοψηφία της πρότασης Κουβέλη θα την επικυρώσει πανηγυρικά.

Βεβαίως τα δύο δήθεν κεντροαριστερά κομματικά μορφώματα που λειτουργούν  σαν δεκανίκια στήριξης αποικιοκρατικών μέτρων, ελάχιστα πλέον ξεγελούν με τις κουτοπονηριές τους την πλειοψηφία του χειμαζόμενου λαού.
Έτσι και στην προκειμένη υπόθεση θα ήταν ανοησία να ελπίσει κανείς ότι το σχέδιο αντικατάστασης της ΕΡΤ με ένα απόλυτα ελεγχόμενο εργαλείο σκληροπυρηνικής προπαγάνδας,  επανδρωμένο αυστηρά με πραιτοριανούς της Νέας Δημοκρατίας, θα μπορούσε να ματαιωθεί από τις προσχηματικές αντιρρήσεις των κυβερνητικών εταίρων.

Η πραγματικότητα είναι ότι τα πάντα εξαρτώνται από την εξέλιξη των αντιδράσεων του κόσμου.
Και προς αυτή την κατεύθυνση κρίσιμο ρόλο θα παίξει αυτή καθεαυτή η στάση των ίδιων των εργαζομένων της ΕΡΤ. Ιδιαίτερα αυτών που έχουν αναλάβει τον ρόλο του συντονισμού των εκπομπών της.
Αν δεν καταφέρουν να υπερβούν το στενό πεδίο του προσωπικού επαγγελματικού τους προβλήματος και να κάνουν τις εν λόγω εκπομπές βήμα προβολής των ευρύτερων ζητημάτων οικονομικής εξαθλίωσης και καθεστωτικής ανελευθερίας του συνόλου της ελληνικής κοινωνίας, πολύ γρήγορα  θα χάσουν τη στήριξη των ευρύτερων λαϊκών στρωμάτων.

Τετάρτη 22 Μαΐου 2013

Η σημειολογία των επιστρατεύσεων.



Η αυθαιρεσία, ο αυταρχισμός, ο περιορισμός των ατομικών ελευθεριών είναι αναπόφευκτα συμπτώματα σε καθεστώτα νεοαποικιακού τύπου.
Σε καθεστώτα όπου τα πάντα σχεδιάζονται και εκτελούνται με γνώμονα τα ληστρικά οικονομικά συμφέροντα ξένων ή εγχώριων στενών οικονομικών κύκλων.
Από αυτή την άποψη ούτε η κατευθυνόμενη δικαιοσύνη, ούτε η συντριβή των διαδηλώσεων, ούτε η επιστράτευση επαγγελματικών ομάδων είναι απρόσμενα ή δυσεξήγητα φαινόμενα .
Η ιστορία, εθνική και συγκριτική είναι γεμάτη από τέτοια παραδείγματα.

Στην πρόσφατη όμως περίπτωση της προληπτικής επιστράτευσης των εκπαιδευτικών  υπάρχουν κάποια στοιχεία, που έχουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον γιατί μπορούν να φωτίσουν σκοτεινές πλευρές του πολιτικού μας συστήματος και πολιτικούς σχεδιασμούς αναγόμενους σε βάθος μελλοντικού χρόνου. Σχεδιασμούς που δεν περιορίζονται στο στενό συνδικαλιστικό τοπίο ενός συγκεκριμένου επαγγελματικού κλάδου, αλλά στοχεύουν στη διαμόρφωση του νέου κοινωνικού και πολιτικού περιβάλλοντος, που θα εξασφαλίσει την νομή της εξουσίας στους εκφραστές του νεοφιλελεύθερου, νεοαποικιακού μοντέλου, που επιχειρείται να εδραιωθεί στην Ευρώπη και όχι μόνο.

Για παράδειγμα ο τρόπος και ο χρόνος, που επέλεξε η κυβέρνηση για να εμπλακεί  σε σύγκρουση με τους εκπαιδευτικούς είναι άξιος ιδιαίτερης προσοχής.
Μπορεί το προπαγανδιστικό της επιτελείο να προώθησε  και μέσω των διακαναλικών φερεφώνων να επέβαλε εν τινι μέτρω την άποψη, ότι δήθεν οι καθηγητές επέλεξαν τις πανελλαδικές εξετάσεις, για να προβάλλουν τα εργασιακά τους αιτήματα σε σχέση με ένα νόμο, που είχε ψηφισθεί από τον περασμένο Νοέμβριο. Η πραγματικότητα όμως είναι, ότι αντιθέτως εκείνη επέλεξε, να προωθήσει το εφαρμοστικό διάταγμα στην παρούσα περίοδο, παρότι από την προσκείμενη σ’ αυτήν συνδικαλιστική ηγεσία του κλάδου  προφανώς είχε πλήρη ενημέρωση για τις εντάσεις και τις αντιδράσεις, που θα συνεπαγόταν αυτή της η επιλογή. 

Και υπάρχει και μια πρόσθετη σημαντική λεπτομέρεια.
Ακόμη και τα πιο ολοκληρωτικά καθεστώτα προσπαθούν να αποφεύγουν εκδηλώσεις κρατικής βίας και αυταρχισμού, όπου αυτό είναι δυνατόν. Αντίστοιχη κυβέρνηση στην Ισπανία, δεν δίστασε να αποσύρει εκπαιδευτικό νομοσχέδιο εξ αιτίας φοιτητικών αντιδράσεων μια βδομάδα νωρίτερα.
Η ελληνική τρικομματική συγκυβέρνηση δεν είχε άραγε την πρόνοια να προγραμματίσει μετά τις πανελλαδικές την ψήφιση των επίμαχων διατάξεων; Και αν υποθέσουμε, ότι δεν αξιολόγησε ορθά τις πληροφορίες της συνδικαλιστικής της παράταξης, πόσο δύσκολο ήταν, να αναβάλει για μια δυό εβδομάδες την προώθηση ενός προεδρικού διατάγματος, εφαρμοστικού ενός νόμου ο οποίος ούτως ή άλλως τελούσε επί έξι μήνες σε χειμερία νάρκη, χωρίς να έχει εξ αυτής της καθυστερήσεως προκληθεί η συντέλεια της μέσης εκπαίδευσης;

Προφανώς λοιπόν οι κύριοι Σαμαράς, Βενιζέλο, Κουβέλης, παρά τις περί του αντιθέτου διαβεβαιώσεις τους αδιαφόρησαν για την τύχη των υποψηφίων ρισκάροντας να τινάξουν στον αέρα τις πανελλαδικές, οι οποίες σώθηκαν την τελευταία στιγμή χάριν της αυτοσυγκράτησης των ίδιων των καθηγητών.
Κι αυτό είναι απολύτως αληθινό γιατί κατά πρωτότυπο τρόπο από την ημέρα της πρώτης περί προτάσεως απεργίας απόφασης της ΟΛΜΕ, μέχρι την ημέρα επιβολής της επιστράτευσης, κατά παγκόσμια πρωτοτυπία αντί προσπάθειας συνδιαλλαγής οι εκπρόσωποι της κυβέρνησης φρόντιζαν να ρίχνουν λάδι στη φωτιά.
Με εμπρηστικές δηλώσεις, με αλαζονικές απειλές, ακόμη και με ιταμές ύβρεις (τεμπέληδες, γαϊδούρια καθηγητές κ.λ.π) κύκλοι προσκείμενοι στον πρωθυπουργό ή αργυρώνητοι δημοσιογραφικοί κονδηλοφόροι με αιχμή του δόρατος γνωστούς γυρολόγους των καναλιών, προσπαθούσαν με κάθε τρόπο να δημιουργήσουν υπερβάλλουσα όξυνση, συγκρουσιακή ατμόσφαιρα, «πολεμική σύρραξη», και ταύτα πάντα με όρους κοινωνικού διχασμού.

Στη συνέχεια, όπως ήδη είχε προαναγγελθεί από τους διακαναλικούς προπαγανδιστές,  η επιστράτευση επιβλήθηκε και μάλιστα (μετά το μάθημα του Μετρό) προ της κηρύξεως της απεργίας, προκειμένου να αποφευχθεί η βεβαία συσπείρωση και άλλων κλάδων.
Οι καθηγητές ενέδωσαν στην κρατική βούληση και αποφάσισαν να συμμετάσχουν φιλότιμα στις πανελλαδικές. Θα περίμενε λοιπόν κανείς ότι η κυβέρνηση θα φρόντιζε να ρίξει τους τόνους και να φροντίσει για την αποκατάσταση κλίματος κοινωνικής ηρεμίας και εκπαιδευτικής γαλήνης. Όμως αντιθέτως οι γνωστοί προπαγανδιστικοί κύκλοι συνέχισαν τις φραστικές επιθέσεις, το αχαλίνωτο υβρεολόγιο και την αλαζονική αμετροέπεια. Συνέχισαν να περιφέρονται στα κανάλια μιλώντας για ιδιοτελείς καθηγητές, για συντριπτική ήττα του κλάδου, για ξοφλημένη συνδικαλιστική ηγεσία, που όφειλε να παραιτηθεί αμέσως.
Παράλληλα δεν παραλείπουν  με εριστική διάθεση και αυταρχικό ύφος να υπερτονίζουν την ειλημμένη και αταλάντευτη απόφαση της Κυβέρνησης (ιδίως του Πρωθυπουργού προσωπικά) να επιβάλλει τον νόμο και την τάξη  τσακίζοντας στην κυριολεξία οποιεσδήποτε «συντηρητικές συντεχνιακές δυνάμεις του παρελθόντος τολμήσουν να εναντιωθούν στην προσπάθεια ανασυγκρότησης της χώρας». 
 Αυτή η αλήστου μνήμης σχεδόν στρατοκρατική φρασεολογία θα ήταν γραφική, αν εκφερόταν από φασιστοειδή μορμολύκεια. Προβαλλόμενη όμως από επίσημα χείλη κυβερνητικών συμβούλων, πρωτοκλασάτων στελεχών και διακεκριμένων βουλευτών και  αναπαραγόμενη φιλότιμα από τα κεντρικά δελτία όλων των μεγάλων τηλεοπτικών σταθμών, αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα και ενδιαφέρον.

Αν μάλιστα προσέξουμε:
Ότι αυτή δεν είναι η μόνη επιστράτευση.
 Ότι πέραν των επιστρατεύσεων και σε πλήθος άλλο περιπτώσεων κοινωνικής ανησυχίας η κυβέρνηση δεν έχασε ποτέ την ευκαιρία, να επιδείξει υπερβολικό αυταρχισμό και ασύμμετρη κατά περίπτωση κρατική βία.
Ότι πάντοτε σε επικοινωνιακό επίπεδο οι ίδιοι δημοσιογραφικοί και κυβερνητικοί παράγοντες επιδίδονται στερεότυπα στις ίδιες λεκτικές, εμπρηστικές και διχαστικές τακτικές.
Ότι σε κάθε ευκαιρία συστηματικά  στοχοποιούνται  εκ περιτροπής όχι μόνο οι συνδικαλιστικές ηγεσίες, αλλά και ολόκληρες αδιακρίτως οι διάφορες επαγγελματικές ομάδες με αποτέλεσμα να μην υπάρχει πλέον σχεδόν καμία, που να έχει αποφύγει το χαρακτηρισμό του «τεμπέλη», «του επίορκου», «του μιζαδόρου», «του φοροφυγά», «του σαμποτέρ της εθνικής προσπάθειας διάσωσης και ανασυγκρότησης».
Ότι σε ανύποπτο χρόνο διάφορα στελέχη της Κυβέρνησης , αλλά και Ευρωπαίοι παράγοντες αναφέρονται με τρόπο προκλητικό έως ειρωνικό στην παραδειγματική ανοχή του λαού στα τραγικά μέτρα ανηλεούς λιτότητας.

Αν όλα αυτά τα συνδυάσουμε με την άνοδο της Χρυσής Αυγής και κυρίως την προνομιακή προβολή της από τον προσκείμενο, και όχι μόνο, στην Κυβέρνηση τύπο,
Αν προσθέσουμε την προστατευτική έως υποτελή στην Χρυσή Αυγή στάση της Νέας Δημοκρατίας. (Άρνηση του Γραμματέα της να ψηφίσει υπέρ της άρσης ασυλίας βουλευτή της ΧΑ).

Τότε αρχίζει να ολοκληρώνεται το πάζλ και αβίαστα να προκύπτουν σημαντικά  συμπεράσματα και ενδιαφέρουσες προβλέψεις.

Η συνεργασία με την ΔΗΜΑΡ και το ΠΑΣΟΚ απετέλεσε ένα χρήσιμο εργαλείο για την επαναφορά της ΝΔ στη διακυβέρνηση της χώρας, αλλά από την πρώτη στιγμή ήταν ορατό στο πρωθυπουργικό επιτελείο ότι αυτό το σχήμα θα είχε ημερομηνία λήξεως.
Ήδη τα ποσοστά της ΔΗΜΑΡ είναι ανύπαρκτα, ενώ ο ΠΑΣΟΚ ψυχορραγεί υπό το βάρος οικονομικών σκανδάλων και ευθυνών για την κατάντια της οικονομίας, που η ΝΔ εντέχνως κατάφερε να του φορτώσει στο ακέραιο.
Είναι λοιπόν βέβαιο ότι σε επόμενες εκλογές αυτά τα κόμματα δεν θα μπορέσουν να παραμείνουν αξιόλογοι κυβερνητικοί εταίροι.
Από την άλλη η ΝΔ δεν έχει καμία ελπίδα να προσελκύσει ψηφοφόρους από τα δύο αυτά κόμματα, που αποτελούν φυσιολογικά δεξαμενές για τον ΣΥΡΙΖΑ και  ενδεχομένως για άλλους περισσότερο ριζοσπαστικούς  αντιμνημονιακούς φορείς.
Έτσι μοναδικός χώρος, που θα μπορούσε να αναζητήσει ψήφους η ΝΔ είναι ο χώρος της παραδοσιακής κεντροδεξιάς, όπου όμως οι δυσκολίες παραμένουν μεγάλες εξ αιτίας των σκληρών μέτρων λιτότητας, που συνδυάζονται με κινήσεις αμφιβόλου εθνικού οφέλους.

Στην Ελλάδα υπήρχαν βεβαίως πάντα δύο μορφές της δεξιάς. Η λεγόμενη λαϊκή δεξιά, που εκ συστήματος διεξήγαγε τον προεκλογικό αγώνα και η ρεαλιστική δεξιά που την επομένη των εκλογών ανελάμβανε τη διακυβέρνηση, την οποία ασκούσε μονίμως με ένα συγκεκριμένο τρόπο, ο οποίος της εξασφάλιζε το παρατσούκλι της «επάρατης». Αυτής που οδηγούσε στο χαρακτηριστικό, αλλά μάλλον ουτοπικό σύνθημα «ο λαός δεν ξεχνά, τι σημαίνει δεξιά».
Η στροφή επομένως στην ακροδεξιά δεν είναι σύμπτωμα ιδεολογικής διαστροφής της ηγετικής της ομάδας, είναι συνειδητή προσπάθεια συντήρησης ενός αναγκαίου κομματικού ποσοστού και διαμόρφωσης μιας πολιτικής πλατμόρφας, που θα αποτελέσει τη βάση για μετεκλογική κυβερνητική σύμπραξη με τη ΧΑ. Το μόνο κόμμα του ευρύτερου δεξιού τόξου, που θα μπορούσε να αποτελέσει σανίδα κυβερνητικής σωτηρίας του κου Σαμαρά.

Αυτός λοιπόν είναι ο λόγος, που από πολύ νωρίς υπήρξε φροντίδα συλλογής συμβούλων, κομματικών στελεχών, βουλευτών και πολιτευτών από τον ακροδεξιό χώρο. 
Αυτός είναι ο λόγος, που στα τηλεοπτικά πάνελ πρωτοστατούν στην εκπροσώπηση της ΝΔ πολιτικά στελέχη γνωστά για τις φιλοχουντικές έως φασιστικές αντιλήψεις τους. 
Και κυρίως αυτός είναι ο λόγος, που ολοένα και περισσότερο η ΝΔ παρασύρει ολόκληρη την κυβέρνηση στην επιβολή ενός σκληρού, αυταρχικού και αντιδημοκρατικού προσώπου, με στόχο να ψαρέψει οπαδούς στα πλέον συντηρητικά και αντιδραστικά τμήματα της κοινωνίας.

Επειδή δεν μπορεί εκ των πραγμάτων να συναγωνισθεί ην ΧΑ στο πεδίο του λαϊκισμού, αναγκάζεται να υπερθεματίζει σε ζητήματα καταστολής των λαϊκών αντιδράσεων, λογοκρισίας, ξενοφοβίας και ψευτοϊδεολογικού φανατισμού.
Παράλληλα δημιουργεί μια τεχνητή πόλωση με το ΣΥΡΙΖΑ διεκδικώντας την πρωτοβουλία του ιδεολογικού πολέμου με τον «αναρχοκομμουνισμό», που ευελπιστεί να της εξασφαλίσει την πρωτοκαθεδρία στον δεξιό χώρο, αλλά και να την καθιερώσει ως τον κυρίαρχο συντηρητικό πόλο στα πλαίσια του δικομματισμού. 

Η ευόδωση αυτής της στρατηγικής της και ιδίως η τακτική που ακολουθεί διέρχεται μέσα από μια βαθειά πόλωση της κοινωνίας, η οποία όμως όχι μόνο δεν την ανησυχεί, αλλά τουναντίον την θεωρεί χρήσιμη. Και τούτο διότι η εντεινόμενη δυσαρέσκεια των λαϊκών στρωμάτων πιθανολογείται ότι αργά ή γρήγορα θα διαμορφώσει εκρηκτικές κοινωνικές αντιδράσεις. Αυτές θα είναι ευκολότερα ελέγξιμες και διαχειρήσιμες εάν ένα σημαντικό ποσοστό ακροδεξιών στοιχείων συμπράττει με τις δυνάμεις καταστολής μέσα σε ένα ευρύτερο εμφυλιοπολεμικό περιβάλλον.

Έτσι εξηγούνται οι εμπρηστικές καθημερινές κορώνες του Κυβερνητικού εκπροσώπου, οι οποίες συστηματικά κινούνται στο αστερισμό της αντικομμουνιστικής υστερίας, που μάλιστα στοχοποιεί επιλεκτικά τον ΣΥΡΙΖΑ και όχι το ΚΚΕ, όπως θεωρητικά θα ήταν αναμενόμενο.
 Έτσι εξηγούνται οι προκλητικές, αλαζονικές και φασίζουσες τοποθετήσεις των εκπροσώπων της ΝΔ στα διάφορα τηλεοπτικά πάνελ, που είναι βέβαιο ότι εξοργίζουν και αηδιάζουν τεράστιο τμήμα των τηλεθεατών, συνεχίζουν όμως και κλιμακώνονται μεθοδικά διότι ακριβώς ο διχασμός της κοινωνίας είναι το κυβερνητικό ζητούμενο.
Έτσι εξηγείται η νεκρανάσταση της εμετικής προπαγανδιστικής θεωρίας των «δύο άκρων», που ελάχιστα βεβαίως μπορεί να πλήξει τον ΣΥΡΙΖΑ, αλλά προσφέρει εξαγνιστικές υπηρεσίες στην ΧΑ, παρουσιάζοντας τις έκνομες δραστηριότητές της ως φυσική αντίδραση στις ανάλογες συμπεριφορές της Αξιωματικής Αντιπολίτευσης.

Αυτή λοιπόν είναι εν πολλοίς η ερμηνεία της τακτικής και στρατηγικής της ΝΔ, από την οποία προκύπτει αβίαστα ότι ο πολιτικός της σχεδιασμός συμπυκνώνεται στο στόχο αλιείας ψήφων από τους πλέον συντηρητικούς και ιδιοτελείς χώρους της Ελληνικής κοινωνίας, καθώς και η δημιουργία προϋποθέσεων μετεκλογικής σύμπραξης με την ΧΑ.

Η εφαρμογή βεβαίως αυτού του σχεδιασμού λαμβάνει ως δεδομένη την εκλογική κατάρρευση των κομμάτων, που σήμερα την στηρίζουν.
 Ούτως ή άλλως και μόνη η τακτική της πόλωσης ενισχύει τον δικομματισμό και συμπιέζει εξοντωτικά τα μικρότερα κόμματα. Επιπροσθέτως όμως η ΝΔ φροντίζει  να φορτώνει επικοινωνιακά στο μεν ΠΑΣΟΚ το σύνολο των ευθυνών για την διαφθορά, την λιτότητα και τα μνημόνια, στη δε ΔΗΜΑΡ τις όποιες «καθυστερήσεις» εφαρμογής του σχεδίου ανάκαμψης και τις δήθεν κυβερνητικές αρρυθμίες.

Παρ’ όλα αυτά οι δύο κυβερνητικοί της εταίροι αφήνονται να παρασύρονται και να διασύρονται,  συμπράττοντας σε πολιτικές και τακτικές, που εξοντώνουν τα ευρύτερα λαϊκά στρώματα, απογυμνώνουν τη χώρα από κάθε περιουσιακό της στοιχείο και εν πάση περιπτώσει οδηγούν στον πολιτικό τους αφανισμό.
Πρόκειται αν μη τι άλλο για ένα πολιτικό αυτοχειριασμό, που αν δεν εδράζεται στις ιδιοτελείς προσωπικές στρατηγικές συγκεκριμένων μελών των ηγετικών τους ομάδων, προδίδει σε κάθε περίπτωση ασύγγνωστη έλλειψη πολιτικής διαίσθησης και διορατικότητας…