Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΟΤΕ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΟΤΕ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 31 Ιουλίου 2009

Στυλιανίδης: καθρεπτάκια για ιθαγενείς ψηφοφόρους...


Μετά τον κ. Αντώναρο ο κ. Στυλιανίδης διεκδικεί επαξίως τα πρωτεία πολιτικού θράσους.


Διότι πως αλλιώς μπορεί να ερμηνευθούν οι δηλώσεις ενός Υπουργού υπευθύνου για το απόλυτο μπάχαλο που επικρατεί στα ψηφιακά δίκτυα, όταν οι κρατικές υπηρεσίες βρίσκονται ακόμη σε πληροφορικό μεσαίωνα και αυτός επιδίδεται σε προεκλογικές φανφάρες περί μαγικής νομοθετικής εγκατάστασης οπτικών ινών στις κατοικίες.
Όλοι βιώνουν αλγεινές καθημερινές εμπειρίες με την άθλια κατάσταση που επικρατεί στα δίκτυα σταθερής και κινητής τηλεφωνίας, ενώ περίπου εφιαλτικές είναι οι συνθήκες στο διαδίκτυο, όπου οι συνδέσεις σέρνονται μεταξύ διακοπών και ταχυτήτων χελώνας, παρά τα πανάκριβα τιμολόγια και τα βαρύγδουπα «πακέτα».
Όμως ο κ. Υπουργός αντί να τραβήξει τα αυτιά των πολυεθνικών εταιρειών (ανάμεσα στις οποίες συγκαταλέγεται πλέον και ο ΟΤΕ χάριν της νέας διακυβέρνησης), που κερδοσκοπούν ασύδοτα χωρίς να επενδύουν δεκάρα, προσπαθεί να παραπλανήσει τους «ιθαγενείς» ψηφοφόρους τάζοντάς τους «καθρεπτάκια».


Καλές οι φαντασιώσεις περί οπτικών ινών. Όμως στο χωριό του κ. Σουφλιά λένε ότι με παπαρολογίες δεν κτίζονται παλάτια.
Με νομοσχέδια δεν στήνονται τεχνολογικά θαύματα.


Μπορεί λοιπόν ο κ. Στυλιανίδης να μας εξηγήσει, πως ακριβώς φαντάζεται ότι θα στηθεί το δίκτυο;

Τι χρονοδιάγραμμα υπάρχει; τουτέστιν πέρα από την γενιά της οποίας επιδιώκει να υφαρπάξει την ψήφο ποιοι συγκεκριμένοι μακρινοί απόγονοι θα απολαύσουν τις οπτικές του ίνες;
Ποιος ακριβώς θα είναι ο φορέας του έργου και κυρίως ποιος θα επωμισθεί τη δαπάνη του έργου;


Διότι όταν το εξαγγέλλει ένας υπουργός το πράγμα μοιάζει να πρόκειται για δημόσιο έργο, την υλοποίηση του οποίου θα φορτωθεί ο Έλληνας φορολογούμενος.
Υπάρχει όμως μια μικρή λεπτομέρεια.

Το υπάρχον δίκτυο ανήκει στον ΟΤΕ και όταν φτιάχτηκε πληρώθηκε καθ΄ολοκληρίαν από τον Έλληνα φορολογούμενο διότι ο ΟΤΕ ήταν τότε δημόσια επιχείρηση. Στη συνέχεια οι διάφορες ιδιωτικές επιχειρήσεις στηρίχθηκαν επάνω στα έτοιμα δίκτυα του ΟΤΕ και κερδοσκοπούν ασύστολα προσφέροντας υπηρεσίες τηλεφωνίας και διαδικτύου κατ’ ουσίας παρασιτικές.

Τώρα όμως που ο ΟΤΕ έπαψε να είναι δημόσια επιχείρηση το κόστος για την όποια αναβάθμιση των δικτύων θα πρέπει αναμφίβολα να την αναλάβουν οι ιδιώτες ιδιοκτήτες του. Οτιδήποτε διαφορετικό θα μπορούσε να είναι κατάχρηση δημοσίου πλούτου υπέρ συγκεκριμένων ιδιωτικών συμφερόντων.

Με ποια λοιπόν ιδιότητα ο κ. Υπουργός εξαγγέλλει το έργο;
Αν το κάνει με την ιδιότητα του Δημόσιου λειτουργού, που επιβάλλει στα ιδιωτικά συμφέροντα να επενδύσουν για τον αναγκαίο εκσυγχρονισμό των δικτύων επί των οποίων κερδοσκοπούν έχει καλώς.
Αν το κάνει με τη λογική του πλούσιου «μπάρμπα», που πληρώνει και έτσι έχει δικαίωμα να κομπάζει για την μεγαλοδωρία του, τότε υπάρχει πρόβλημα.

Σε κάθε περίπτωση ο ψηφοφόρος έχει απαίτηση να γνωρίζει την πραγματικότητα, που κρύβεται πέρα και πίσω από τις φανφάρες προεκλογικής επικοινωνιακής κατανάλωσης
Σημείωση : Την φωτογραφία δανεισθήκαμε από εδώ (www.neolaia..gr). Η προσθήκη ομιλίας δική μας.

Πέμπτη 8 Μαΐου 2008

OTE: Οταν ο λαός θέλει, η Κυβέρνηση μπορεί...

Για ένα παλιό όνειρο της Κυβέρνησης Μητσοτάκη, την έναντι πινακίου φακής, πώληση του ΟΤΕ, φαίνεται πως έφθασε το πλήρωμα του χρόνου.
Μια ολόκληρη κοινωνία είναι ανάστατη.
Οι δημοσκοπήσεις επιβεβαιώνουν την αντίθεση της πλειοψηφίας του Ελληνικού λαού.
Οι αποδεκατισμένοι εργαζόμενοι διαδηλώνουν καθημερινά.
Σύσσωμη η αντιπολίτευση καταδικάζει το απεχθές εγχείρημα.
Αντίθετες φωνές (ίσως μόνο για το «ακουσθήναι») παρουσιάζονται σποραδικά στις τάξεις του κυβερνώντος κόμματος.
Το ΠΑΣΟΚ έχει διαμηνύσει καθαρά και προς πάσα κατεύθυνση ότι προτίθεται να επιδιώξει την επαναφορά του «μάνατζμεντ» στο Ελληνικό Δημόσιο, ευθύς μόλις επανέλθει στην εξουσία.
Παρά ταύτα οι κυβερνητικοί οικονομικοί εγκέφαλοι συνεχίζουν απτόητοι την εφαρμογή του σχεδίου, γεγονός που μάλλον δεν αποτελεί έκπληξη.
Αυτό, που αποτελεί έκπληξη είναι η ταύτιση της Κυβερνητικής πλευράς και των κομμάτων της ελάσσονος αντιπολίτευσης σε ανόητα επιχειρήματα, καθώς και ο συγχρονισμός «υπερκομματικών» δημοσιογράφων σε ανόητα ερωτήματα.
Έχουμε κουρασθεί επί τέλους να ακούμε εν χορώ το κυβερνών μαζί με τα υπόλοιπα μικρότερα κόμματα να επιδίδονται σε μια απέλπιδα προσπάθεια συμψηφισμού, αναμασώντας την γνωστή εξυπνάδα ότι δήθεν «το ξεπούλημα του ΟΤΕ το ξεκίνησε το ΠΑΣΟΚ, που πούλησε το 65%.»
Είναι τουλάχιστον απογοητευτικό ένα τόσο κρίσιμο ζήτημα να αντιμετωπίζεται με τέτοιου επιπέδου επιχειρήματα.
Δυστυχώς η προσπάθεια συμψηφισμού αποτελεί γενικότερα τον κεντρικό άξονα επικοινωνιακής πολιτικής της Κυβέρνησης.
Η πρακτική αυτή όμως προδίδει όχι μόνον παντελή ένδεια σοβαρών επιχειρημάτων, αλλά και πλήρη συνείδηση και αποδοχή ενοχής.
Ο συμψηφισμός, ως γνωστόν, προϋποθέτει πλήρη αποδοχή των ισχυρισμών του αντιπάλου.
Η λογική δομή του συμψηφισμού εμπεριέχει ένα «Ναι μεν, αλλά…»
Όταν λοιπόν η Κυβέρνηση προβάλλει το επιχείρημα ότι και το ΠΑΣΟΚ ξεπούλησε τον ΟΤΕ κατ’ αρχήν ομολογεί απερίφραστα ότι ναι μεν η ίδια τον ξεπουλά.
Και είναι επίσης γνωστό τοις πάσι ότι η ομολογία αποτελεί πλήρη απόδειξη.
Γι αυτό ο συμψηφισμός για επικοινωνιακούς λόγους πρέπει να είναι το έσχατο μέσο αμύνης και είναι θλιβερό, που αποτελεί τόσο συχνό καταφύγιο για την Ελληνική Κυβέρνηση.
Αλλά ας πούμε καλά η Κυβέρνηση… Όμως τα υπόλοιπα κόμματα;
Είναι θεμιτό για εφήμερους ψηφοθηρικούς στόχους να παίζουν με ένα τόσο σημαντικό ζήτημα και να προσφέρουν ουσιαστικά μαξιλάρι στην κυβερνώσα παράταξη;
Είναι γεγονός ότι η διακομματική συμπαράταξη επί του σοφίσματος του «δικομματισμού» είχε εξαιρετικά αποτελέσματα, διότι εξυπηρέτησε άριστα τόσο την μικροπολιτική ψηφοθηρία των μικροτέρων κομμάτων, όσο και την συμψηφιστική επιχειρηματολογία της Κυβέρνησης.
Εν προκειμένω όμως το προσδοκώμενο όφελος είναι ποιοτικά και ποσοτικά απείρως υποδεέστερο της επιχειρούμενης διακινδύνευσης.
Δεν κατανοούν οι ηγεσίες αυτών των κομμάτων, ότι διακινδυνεύουν σε πολιτικό επίπεδο να κατηγορηθούν, πως με την στάση τους διευκολύνουν την Κυβέρνηση να επιτελέσει με το μικρότερο δυνατό για αυτήν πολιτικό κόστος ένα εγχείρημα, που οι ίδιοι στα λόγια ασμένως καταγγέλλουν;
Από την άλλη μεριά και ο τελευταίος πολίτης αυτής της χώρας έχει κατανοήσει πλήρως, ότι το ζήτημα δεν είναι αυτό καθεαυτό το μέγεθος του ποσοστού του Ελληνικού δημοσίου στον ΟΤΕ, αλλά η παραχώρηση της διοίκησης της επιχείρησης, που είναι στρατηγικής σημασίας για το μέλλον του τόπου.
Δεν κατανοούν λοιπόν αυτές οι πολιτικές ηγεσίες ότι προσχωρώντας σ’ αυτή την επιχειρηματολογία διακινδυνεύουν άμεσα σε προσωπικό επίπεδο να θεωρηθούν μειωμένης αντιληπτικής ικανότητας;

Αξιος επίσης θαυμασμού είναι ο ξαφνικός συγχρονισμός γνωστών εγκρίτων δημοσιογράφων στο αμείλικτο υπαρξιακό ερώτημα:
«Όταν το ΠΑΣΟΚ δηλώνει ότι θα επιδιώξει την επαναφορά του ΟΤΕ στον δημόσιο έλεγχο, με ποιόν τρόπο θα το επιτύχει?»
Το «άδολο» αυτό ερώτημα είναι μια soft παραλλαγή του επιχειρήματος περί δικομματισμού.
Υπονοεί ότι και το ΠΑΣΟΚ κατ’ ουσίαν δεν πρόκειται να αλλάξει τίποτα και απλώς υπόσχεται διάφορα κάνοντας ανέξοδη αντιπολιτευτική πολιτική.
Είναι όμως δυνατόν ευφυέστατοι και παντογνώστες δημοσιογράφοι να αγνοούν ότι το κράτος είναι ακαταγώνιστη δύναμη (ακόμη και εντός του πλαισίου της ΕΕ) εάν περιέλθει σε συγκρουσιακή σχέση με οποιονδήποτε ιδιώτη;
Άραγε η βαρύτιμη εμπειρία τους δεν τους έχει διδάξει, ότι μια Κυβέρνηση έχει σε οποιαδήποτε χρονική στιγμή στη διάθεσή της, μεγάλο πλήθος εναλλακτικών επιλογών και χειρισμών, αρκεί να έχει την απαιτούμενη πολιτική βούληση;
Και αν η σημερινή Κυβέρνηση καταφέρνει να επιβάλλει τις αποφάσεις της ακόμη και ενάντια στην συντριπτική πλειοψηφία του ελληνικού λαού, γιατί μια επόμενη κυβέρνηση δεν θα μπορέσει να υλοποιήσει σχέδια, που θα ανταποκρίνονται απόλυτα στις λαϊκές επιθυμίες;
Ας μη λοιπόν ανησυχούν ούτε για «το πόσο θα είναι η τιμή των μετοχών, ούτε για το ποιο θα είναι το premium, ούτε για το πού θα βρει η τότε κυβέρνηση τα χρήματα, ούτε για το πώς θα αντιδράσει η Ευρωπαϊκή Ένωση και τα τοιαύτα».
Ας μη αναλίσκονται σε δαιδαλώδεις υπολογισμούς και ανασφαλείς προβλέψεις.
Ας περιορισθούν μόνο να κατανοήσουν το εξής απλό διαχρονικό πολιτικό δόγμα:
Όταν ο λαός θέλει τότε και η Κυβέρνηση μπορεί…
(Αρκεί να θέλει κι εκείνη...)

Σάββατο 12 Απριλίου 2008

ΟΤΕ- Πολιτική και Επιχειρηματικότητα.

Οι πολιτικές πράξεις μπορούν να διακριθούν σε δύο κατηγορίες. Τις υποκειμενικές(εξ υποκειμένου) και τις αντικειμενικές(εξ αντικειμένου).
Οι υποκειμενικές προσλαμβάνουν τον πολιτικό τους χαρακτήρα εξ αιτίας του προσώπου, που τις διενεργεί. Κατά τεκμήριο οτιδήποτε προέρχεται από ένα πολιτικό πρόσωπο θεωρείται πολιτική πράξη με πολιτικά κίνητρα.
Αντικειμενικά πολιτικές είναι οι πράξεις, που ανεξάρτητα από το υποκείμενο τους εμπλέκονται στην πολιτική ζωή του τόπου, επηρεάζουν τις πολιτικές εξελίξεις ή επιδρούν στο πολιτικό τοπίο με οποιοδήποτε τρόπο.
Με αυτή την έννοια οι δηλώσεις και ενέργειες των πολιτικών αρχηγών είναι (εξ υποκειμένου) κατά τεκμήριο πολιτικές. Αυτό με απλά λόγια σημαίνει ότι δεν υποχρεούνται να αποδεικνύουν την πολιτική σκοπιμότητα των λόγων τους. Αντίθετα το βάρος της περί του αντιθέτου αποδείξεως φέρει εκείνος, που την αμφισβητεί.
Από την άλλη οι φραστικές ή δικαστικές επιθέσεις εναντίον πολιτικών αρχηγών, ακόμη και όταν γίνονται από μη πολιτικούς, έχουν εξ αντικειμένου αμιγώς πολιτική ουσία, ανεξαρτήτως προθέσεων του υποκειμένου τους.
Είχαμε επισημάνει σε ανύποπτο χρόνο ότι οι περί χρηματιστηρίου «αερολογίες» του κ.Τσίπρα ήταν αντιεπιστημονικές και πολιτικά αφελείς, διότι κατ’ ουσίαν απήλλασαν των ευθυνών της την Κυβέρνηση για τις διαδικασίες ιδιωτικοποίησης του ΟΤΕ και μετέθεταν το στόχο στο Χρηματιστήριο αντί του Υπουργείου Εθνικής Οικονομίας.
Δυστυχώς τα κόμματα της πέραν του ΠΑΣΟΚ αριστεράς, αναπαλαιωμένα ή μη, δεν καταφέρνουν να απαγκιστρωθούν από κάποιες κληρονομημένες δογματικές αγκυλώσεις.
Τέτοιου είδους αγκύλωση αποτελεί π.χ η δαιμονοποίηση της επιχειρηματικής δραστηριότητας. Έτσι συχνά πυκνά δεν χάνουν απλώς την μπάλα, αλλά δε βρίσκουν ούτε το γήπεδο.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα και η κ. Παπαρήγα, η οποία την ώρα, που το συνδικαλιστικό κίνημα έκανε πολιτικές κινητοποιήσεις ενάντια στην κυβέρνηση για το ασφαλιστικό, εκείνη στη Βουλή μεμφόταν τη ΓΕΣΕΕ, που δεν έκανε απεργία εναντίον των εργοδοτών για τη ΣΣΕ.
Παρ' όλα αυτά οι πολιτικές αγκυλώσεις, η πολιτική ανωριμότητα, ακόμη και η πολιτική αβελτηρία μπορεί να κρίνονται και να κατακρίνονται απεριόριστα από τους πολίτες, σε καμιά περίπτωση όμως δεν μπορεί να παράγουν ποινικές ή αστικές ευθύνες.
Από την άλλη πλευρά οι επιχειρηματίες της παλαιάς σχολής αποφεύγουν συνήθως επιμελώς να εκτίθενται στο πολιτικό προσκήνιο.
Ο κ. Βγενόπουλος βεβαίως δεν είναι ούτε παλαιάς σχολής, ούτε συνηθισμένος επιχειρηματίας. Οι επιχειρηματικές του κινήσεις και επιτυχίες αποδεικνύουν και σύγχρονη αντίληψη και ιδιαίτερες επιχειρηματικές ικανότητες.
Με τις ενέργειες του όμως τις τελευταίες ημέρες φοβούμαστε ότι διακινδυνεύει να διαβεί τον Ρουβίκωνα.
Τα κόμματα, οι πολιτικοί, οι βουλευτές αποτελούν καλώς ή κακώς (καλώς) θεσμικούς παράγοντες του δημοκρατικού πολιτεύματος. Δικαστικές επιθέσεις εναντίον τους, απαξιοτικές κρίσεις για το σύνολο των πολιτικών («συντεχνία») ή απορριπτικές αξιολογήσεις θεσμικών δημοκρατικών κατακτήσεων («βουλευτική ασυλία»), συνιστούν, όπως εξηγήσαμε εξ αντικειμένου πολιτικές πράξεις. Όποιος επιδίδεται σε τέτοιες πράξεις κατ’ εξακολούθηση διακινδυνεύει εκών άκων να αποκτήσει την ιδιότητα του πολιτικού.
Η «καλογερική» αυτή όμως ίσως είναι βαριά ακόμη και για μεγαλοφυείς επιχειρηματίες.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα τα πρώτα αποτελέσματα των ενεργειών και των δηλώσεων του κ. Βγενόπουλου. Φαίνεται να έχει ξεσηκώσει εναντίον του περίπου το σύνολο του πολιτικού και δημοσιογραφικού φάσματος.
Και αν ο στόχος του ήταν να ζημιωθεί ο κ. Τσίπρας, αυτός ο στόχος προφανώς δεν επιτυγχάνεται, διότι μάλλον αυτού του τύπου οι επιθέσεις ανεβάζουν τις μετοχές του κ. Τσίπρα στο πολιτικό χρηματιστήριο.
Το αίτημα επίσης της αντιπολίτευσης για κλήση του κ. Αλογοσκούφη και του ιδίου στη Βουλή για παροχή εξηγήσεων, αποτελεί προφανώς συνέπεια των πρόσφατων κινήσεων του κ. Βγενόπουλου.
Υπό κανονικές συνθήκες ο κ. Βγενόπουλος δεν θα έπρεπε να κληθεί για εξηγήσεις. Για τον απλούστατο λόγο ότι οι επιχειρηματικές του κινήσεις δεν παρουσιάζουν κανένα μυστήριο. Εφ’ όσον η Κυβέρνηση δεν επέτρεψε την απόκτηση πλειοψηφικού πακέτου στον κ. Βγενόπουλο, η παραμονή της εταιρίας του στον ΟΤΕ έπαυσε για αυτόν να παρουσιάζει επιχειρηματικό ενδιαφέρον. Από την στιγμή εκείνη η πώληση τους στον πρώτο ενδιαφερόμενο αποτελούσε επιχειρηματικό μονόδρομο. Η πώλησή τους λοιπόν αποτελεί απλή επίτευξη ενός επιχειρηματικού στόχου. Αν η τιμή πώλησης είναι μεγαλύτερη της τιμής κτήσης, αυτό αποτελεί πρόσθετη επιχειρηματική επιτυχία. Τι εξηγήσεις επομένως χρειάζονται, την στιγμή μάλιστα, που η MIG, ούτε όταν είχε τις μετοχές, ούτε πολύ περισσότερο τώρα, που τις πώλησε, ουδέποτε κατάφερε να παίξει το ρόλο ουσιαστικού «στρατηγικού επενδυτή»?.
Η κοινή λογική λοιπόν λέει ότι αν κάποιοι πρέπει να δώσουν εξηγήσεις, αυτοί είναι η κυβέρνηση και η Ντόϋτσε Τέλεκομ.
Η μεν Κυβέρνηση διότι μέχρι σήμερα δεν κατάφερε να εξηγήσει επαρκώς με ποια ακριβώς κριτήρια ο Γερμανός μάνατζερ αξιολογήθηκε ως καλύτερος από τον κ. Βγενόπουλο? Και πως οι λεονταρισμοί περί προστασίας του δημόσιου χαρακτήρα του ΟΤΕ μετετράπησαν σε ελάχιστο χρονικό διάστημα σε αποδοχή «συνδιοικητικού σχήματος»? Και με ποιες διαδικασίες, ποιους όρους και ποιες προϋποθέσεις θα μεθοδευθεί το όλο εγχείρημα, διασφαλίζοντας και τα στρατηγικά συμφέροντα της χώρας?
Η δε Γερμανική εταιρία, οφείλει να εξηγήσει δύο ζητήματα. Ποια ακριβώς επιχειρηματική λογική υπάρχει στην αγορά μετοχών προς 26 ευρό την στιγμή, που αυτές, ή εν πάση περιπτώσει κάποιος αριθμός από αυτές, μπορεί να αγορασθεί στο χρηματιστήριο προς 19 ευρό, και όταν μάλιστα αυτό το χρηματιστήριο παρουσιάζει χαρακτηριστικά “αρκούδων” (beer market)? Ποιο είναι το επιχειρηματικό της σχέδιο για τον ΟΤΕ και πώς αυτό θα συμβάλλει στην ανάπτυξη της εταιρείας προς το συμφέρον των καταναλωτών?
Φαίνεται λοιπόν ότι ο κ. Βγενόπουλος με τις τελευταίες κινήσεις του κατέστησε εαυτόν πολιτικό παράγοντα. Η ιδιότητα αυτή είναι απολύτως σεβαστή εκτιμώμενη από τη σκοπιά του δημοκρατικού πολιτεύματος.
Οι απόψεις όμως για το πόσο συμφέρουσα είναι από την σκοπιά του επιχειρείν διίστανται σφόδρα ιδίως κατά την παραδοσιακή επιχειρηματική αντίληψη.