dum spiro cogito: MACEDONIAN HISTORY IS ABSOLUTELY HELLENIC AND NOT NEGOTIABLE ./. ACROPOLIS marbles: It is time to return.
Δευτέρα 30 Ιανουαρίου 2012
Η Τρόϊκα άλλα ζητάει και αλλού στοχεύει…
Σήμερα, ένα χρόνο μετά όλοι, εκτός από τους Γερμανούς αποικιοκράτες και τους ντόπιους τοποτηρητές των συμφερόντων τους, φαίνεται να έχουν προσχωρήσει σε εκείνες μας τις απόψεις.
Επειδή όμως το θέμα παραμένει εξαιρετικά επίκαιρο και συζητιέται κατά κόρον εν όψει των διαπραγματεύσεων με την τρόϊκα, κρίνουμε σκόπιμο να το επαναφέρουμε. Προς γνώση και συμμόρφωση κυρίως αυτών, που ίσως με ανεπαρκή προσόντα, αλλά πάντως σίγουρα χωρίς την επιβεβλημένη διορατικότητα επιμένουν να κυβερνούν διαχρονικά τον πολύπαθο Ελληνικό λαό.
Γράφαμε λοιπόν στις 3/12/2010 με επικεφαλίδα «Βουλευτές αφυπνισθείτε, Κοινωνικοί Εταίροι μην αυτοκτονείτε»:
Οι Έλληνες βιομήχανοι με προεξάρχοντα τον ΣΕΒ αποτελούν χαρακτηριστική περίπτωση «ποντικού», που τυφλωμένος από την λαιμαργία του για το «τυρί» αδυνατεί να διακρίνει την «φάκα».
Όπου τυρί εννοούνται τα μέτρα περικοπής των μισθών και κατάλυσης των δικαιωμάτων των εργαζομένων και όπου φάκα οι κρυφές επιδιώξεις των εμπνευστών του μνημονίου.
Είναι απορίας άξιο πως αυτοί οι κακόμοιροι άνθρωποι δεν αντιλαμβάνονται ότι η επιχειρηματική τους εξόντωση συγκαταλέγεται στους τρείς πρώτιστους στόχους της τρόϊκας.
Έχουμε επισημάνει αρκετές φορές ότι η σπουδή των δανειστών του Ελληνικού Δημοσίου να παρέμβουν σε θέματα που αφορούν στον ιδιωτικό τομέα δεν δικαιολογείται από τη φύση των οικονομικών προβλημάτων, που υποτίθεται ότι υπαγόρευσαν την ανάγκη προσχώρησης στον μηχανισμό στήριξης.
Υποτίθεται δηλαδή ότι το πρόβλημα της χώρας είναι το δημόσιο έλλειμμα και το δημόσιο χρέος, που δημιουργούν στους δανειστές μας και στην ΕΕ το φόβο για πιθανή αδυναμία πληρωμών.
Για την αντιμετώπιση του ελλείμματος υπάρχουν δύο τρόποι: η μείωση των δαπανών και η αύξηση των δημοσίων εσόδων.
Για την μείωση του χρέους απαραίτητη είναι η ελαχιστοποίηση των δανειακών αναγκών της χώρας και η δημιουργία πλεονάσματος ικανού να εξυπηρετεί απρόσκοπτα τις ληξιπρόθεσμες οφειλές, αλλά συγχρόνως να επιτρέπει και την σταδιακή επιστροφή των δανεικών κεφαλαίων.
Τόσον η μείωση του ελλείμματος όσον και η μείωση του χρέους διευκολύνονται από την αύξηση του ΑΕΠ καθόσον έτσι αφ’ ενός διευρύνεται η φορολογητέα βάση, αφ ετέρου μειώνεται άμεσα το χρέος, ως ποσοστό του ΑΕΠ, (δείκτης που ενδιαφέρει εξαιρετικά την ΕΕ).
Τόσο απλά είναι τα θέματα για το υποτιθέμενο οικονομικό πρόβλημα της χώρας.
Βλέπει κανείς σ’ αυτά τα απλά ζητήματα να εμπλέκεται πουθενά το θέμα των μισθών των εργαζομένων;
Υπάρχει κανείς εχέφρων άνθρωπος (όχι κατ’ ανάγκην οικονομολόγος), που να έχει ισχυρισθεί ποτέ ότι η μείωση των αποδοχών στον ιδιωτικό τομέα μπορεί να μειώσει τα ελλείμματα της κεντρικής κυβέρνησης;
Όχι βέβαια. Αντίθετα και η κουτσή Μαρία αντιλαμβάνεται, ότι η μείωση των αποδοχών, οδηγεί σε μείωση της κατανάλωσης, η μείωση της κατανάλωσης σε κλείσιμο επιχειρήσεων , και τα δύο αυτά μαζί σε μείωση των φορολογικών εσόδων, άρα σε αύξηση του ελλείμματος και συνέχιση της διόγκωσης του δημοσίου χρέους. Τουτέστι φαύλος κύκλος ή σπειροειδής υφεσιακή τροχιά, όπως αλλιώς έχει επικρατήσει να αποκαλείται η δομική κρίση ενός συστήματος, που έχει αφεθεί απροστάτευτο στα χέρια των διεθνών αρχιτεκτόνων του παγκόσμιου οικονομικού χάους.
Συνεπώς η άγρια περικοπή των αποδοχών των εργαζομένων είναι απολύτως ασύμβατη με τους υποτιθέμενους στόχους της κυβέρνησης, της ΕΕ και των δανειστών μας. Η δε βάρβαρη κατεδάφιση του υφιστάμενου ιδιωτικού εργασιακού καθεστώτος ουδόλως μπορεί να βρεί οποιαδήποτε αιτιολογική βάση στην επιδίωξη εξυγίανσης του κράτους και των δημοσίων οικονομικών.
Γιατί λοιπόν συμβαίνουν όλα αυτά;
Ο λόγος είναι απλός και ευκόλως πλέον εννοούμενος.
Οι προαναφερθέντες στόχοι του μηδενισμού του ελλείμματος και της μειώσεως του χρέους, οι οποίοι προβάλλονται επισήμως δεν είναι οι μόνοι και μάλλον δεν είναι καν οι πρωτεύοντες.
Κυρίαρχος στόχος των διεθνών επιχειρηματικών αρπακτικών φαίνεται πλέον εναργώς ότι ήταν και παραμένει η οικειοποίηση του δημόσιου πλούτου της χώρας στην ευρύτερη έννοια του οποίου συμπεριλαμβάνονται (ατυχώς για τον ΣΕΒ) και το σύνολο των προσοδοφόρων επιχειρηματικών δραστηριοτήτων του ιδιωτικού τομέα.
Αυτό λοιπόν που επιχειρείται σήμερα είναι η κολιγοποίηση των Ελλήνων εργαζομένων, ώστε όταν οι νέοι ξένοι ιδιοκτήτες αναλάβουν τον επιχειρηματικό έλεγχο να έχουν εξασφαλισμένα φθηνά εργατικά χέρια απασχολούμενα σε συνθήκες εργασιακού μεσαίωνα.
Παράλληλα, επειδή βεβαίως έχει σοβαρό ενδιαφέρον για τους επίδοξους αγοραστές η αγοραία τιμή των πωλουμένων επιχειρήσεων κατά τον χρόνο της εξαγοράς, εξελίσσεται ραγδαία ένα άλλο εθνοκτόνο σχέδιο καταστροφής των επιχειρήσεων και των Ελλήνων επιχειρηματιών. Το έργο αυτό το έχουν αναλάβει κυρίως οι ξενόδουλες Ελληνικές τράπεζες, οι οποίες επιδίδονται συστηματικά στην εξόντωση της υγιούς επιχειρηματικότητας.
Και ο τελευταίος μικροβιοτέχνης γνωρίζει ότι το θανάσιμο πρόβλημα επιβίωσης της επιχείρησης του είναι η στέρηση ρευστότητας και όχι το ούτως ή άλλως πενιχρό μεροκάματο του υπαλλήλου του.
Γι αυτή δε την έλλειψη ρευστότητας ευθύνονται πρωτίστως οι τράπεζες, οι οποίες προ πολλού έχουν απομακρυνθεί από τον υπαρξιακό τους προορισμό και από μοχλός ανάπτυξης της επιχειρηματικότητας έχουν μεταβληθεί σε στυγνούς εκτελεστές υγειών (όχι προβληματικών) επιχειρήσεων. Και βεβαίως, θλιβερόν ειπείν, στο εγκληματικό αυτό έργο των Τραπεζών εξ αντικειμένου αναγκαίος συνεργός έχει αποδειχθεί το ίδιο το κράτος, το οποίο με πλείστα όσα μέτρα (υψηλή φορολογία, εισπρακτικής σκοπιμότητας πρόστιμα, κ.λ.π), αλλά και με το σύνολο της οικονομικής πολιτικής του συμβάλλει στην αποστράγγιση του χρήματος από την αγορά.
Αντίπαλος επομένως της Ελληνικής Βιομηχανίας δεν είναι σήμερα το εργατικό δυναμικό της χώρας. Οι αποδοχές των εργαζομένων δεν είναι απειλή για την ανταγωνιστικότητα, είναι ελπίδα για την συντήρηση της ζήτησης και εντεύθεν για την επιβίωση των επιχειρήσεων.
Πραγματικός εχθρός της επιχειρηματικότητας όλων των τομέων και όλων των βαθμίδων είναι η καταστροφική στάση των τραπεζών και η αδυναμία του υπάρχοντος πολιτικού προσωπικού να διακρίνει την πραγματικότητα και να επιβάλλει πλαίσια και κανόνες στην αγορά και στο τραπεζικό κατεστημένο.
Οι λαοί της Ευρώπης, κυρίως αυτοί που έρχονται πρώτοι σε επαφή με τις μυλόπετρες της οικονομικής κρίσης και βρίσκονται αντιμέτωποι με τους «ενιαίους κανόνες» και τα ενιαία προγράμματα «σωτηρίας και διάσωσης» αρχίζουν πλέον να συνειδητοποιούν την πραγματικότητα.
Καιρός είναι να συνειδητοποιήσουν και οι Έλληνες επιχειρηματίες ότι το ψευδεπίγραφο σχέδιο «μη χρεωκοπίας της χώρας» στοχεύει ευθέως και οδηγεί μαθηματικώς στην δική τους ατομική χρεωκοπία.
Χωρίς βεβαίως να αποκλείεται και η χρεωκοπία της Ελλάδας εάν, εφ’ όσον και όταν αυτό κριθεί ότι εξυπηρετεί τους παραπάνω αναλυθέντες στόχους του διεθνούς συνδικάτου κερδοσκοπίας.
Κατόπιν όλων αυτών οι κοινωνικοί εταίροι, οφείλουν να αντιληφθούν ότι η τύχη τους γαρ κοινή και το μέλλον τους ζοφερό μετά βεβαιότητας.
Όσο για τους βουλευτές, οφείλουν να συνειδητοποιήσουν την ιστορικότητα των στιγμών, όπου η χώρα καλείται να δώσει τον υπέρ πάντων αγώνα και αυτοί, που τάχθηκαν να φυλάσσουν Θερμοπύλες ήρθε η ώρα να επιλέξουν αν θα σταθούν στο πλευρό του χειμαζόμενου λαού ή θα συμπεριφερθούν ως κοτζαμπάσηδες και Φαναριώτες.
Υ.Γ Ένα χρόνο λοιπόν μετά οι κοινωνικοί εταίροι φαίνεται να έχουν κατανοήσει το πρόβλημα, από όσα τουλάχιστον ισχυρίζονται δημόσια οι συνδικαλιστικοί τους φορείς.
Οι ηγεσίες των κομμάτων, εμφανίζουν επίσης μια βραδυφλεγή προσχώρηση στην σχετική αντιμνημονιακή φρασεολογία, στην οποία οι μέχρι χθες υπέρμαχοι του μνημονίου δημοσιογράφοι σπεύδουν οψίμως να γίνουν σημαιοφόροι.
Η συμπεριφορά όμως των βουλευτών και του ευρύτερου κατεστημένου πολιτικού προσωπικού στις κρίσιμες επιλογές για τον τόπο, εξακολουθεί να παραμένει αμφίβολη και μυστηριώδης.
Παρασκευή 3 Δεκεμβρίου 2010
Βουλευτές αφυπνισθείτε, Κοινωνικοί Εταίροι μην αυτοκτονείτε.
Οι Έλληνες βιομήχανοι με προεξάρχοντα τον ΣΕΒ αποτελούν χαρακτηριστική περίπτωση «ποντικού», που τυφλωμένος από την λαιμαργία του για το «τυρί» αδυνατεί να διακρίνει την «φάκα».
Όπου τυρί εννοούνται τα μέτρα περικοπής των μισθών και κατάλυσης των δικαιωμάτων των εργαζομένων και όπου φάκα οι κρυφές επιδιώξεις των εμπνευστών του μνημονίου.
Είναι απορίας άξιο πως αυτοί οι κακόμοιροι άνθρωποι δεν αντιλαμβάνονται ότι η επιχειρηματική τους εξόντωση συγκαταλέγεται στους τρείς πρώτιστους στόχους της τρόϊκας.
Έχουμε επισημάνει αρκετές φορές ότι η σπουδή των δανειστών του Ελληνικού Δημοσίου να παρέμβουν σε θέματα που αφορούν στον ιδιωτικό τομέα δεν δικαιολογείται από τη φύση των οικονομικών προβλημάτων, που υποτίθεται ότι υπαγόρευσαν την ανάγκη προσχώρησης στον μηχανισμό στήριξης.
Υποτίθεται δηλαδή ότι το πρόβλημα της χώρας είναι το δημόσιο έλλειμμα και το δημόσιο χρέος, που δημιουργούν στους δανειστές μας και στην ΕΕ το φόβο για πιθανή αδυναμία πληρωμών.
Για την αντιμετώπιση του ελλείμματος υπάρχουν δύο τρόποι: η μείωση των δαπανών και η αύξηση των δημοσίων εσόδων.
Για την μείωση του χρέους απαραίτητη είναι η ελαχιστοποίηση των δανειακών αναγκών της χώρας και η δημιουργία πλεονάσματος ικανού να εξυπηρετεί απρόσκοπτα τις ληξιπρόθεσμες οφειλές, αλλά συγχρόνως να επιτρέπει και την σταδιακή επιστροφή των δανεικών κεφαλαίων.
Τόσον η μείωση του ελλείμματος όσον και η μείωση του χρέους διευκολύνονται από την αύξηση του ΑΕΠ καθόσον έτσι αφ’ ενός διευρύνεται η φορολογητέα βάση, αφ ετέρου μειώνεται άμεσα το χρέος, ως ποσοστό του ΑΕΠ, (δείκτης που ενδιαφέρει εξαιρετικά την ΕΕ).
Τόσο απλά είναι τα θέματα για το υποτιθέμενο οικονομικό πρόβλημα της χώρας.
Βλέπει κανείς σ’ αυτά τα απλά ζητήματα να εμπλέκεται πουθενά το θέμα των μισθών των εργαζομένων;
Υπάρχει κανείς εχέφρων άνθρωπος (όχι κατ’ ανάγκην οικονομολόγος), που να έχει ισχυρισθεί ποτέ ότι η μείωση των αποδοχών στον ιδιωτικό τομέα μπορεί να μειώσει τα ελλείμματα της κεντρικής κυβέρνησης;
Όχι βέβαια. Αντίθετα και η κουτσή Μαρία αντιλαμβάνεται, ότι η μείωση των αποδοχών, οδηγεί σε μείωση της κατανάλωσης, η μείωση της κατανάλωσης σε κλείσιμο επιχειρήσεων , και τα δύο αυτά μαζί σε μείωση των φορολογικών εσόδων, άρα σε αύξηση του ελλείμματος και συνέχιση της διόγκωσης του δημοσίου χρέους. Τουτέστι φαύλος κύκλος ή σπειροειδής υφεσιακή τροχιά, όπως αλλιώς έχει επικρατήσει να αποκαλείται η δομική κρίση ενός συστήματος, που έχει αφεθεί απροστάτευτο στα χέρια των διεθνών αρχιτεκτόνων του παγκόσμιου οικονομικού χάους.
Συνεπώς η άγρια περικοπή των αποδοχών των εργαζομένων είναι απολύτως ασύμβατη με τους υποτιθέμενους στόχους της κυβέρνησης, της ΕΕ και των δανειστών μας. Η δε βάρβαρη κατεδάφιση του υφιστάμενου ιδιωτικού εργασιακού καθεστώτος ουδόλως μπορεί να βρεί οποιαδήποτε αιτιολογική βάση στην επιδίωξη εξυγίανσης του κράτους και των δημοσίων οικονομικών.
Γιατί λοιπόν συμβαίνουν όλα αυτά;
Ο λόγος είναι απλός και ευκόλως πλέον εννοούμενος.
Οι προαναφερθέντες στόχοι, οι οποίοι προβάλλονται επισήμως δεν είναι οι μόνοι και μάλλον δεν είναι καν οι πρωτεύοντες.
Κυρίαρχος στόχος των διεθνών επιχειρηματικών αρπακτικών φαίνεται πλέον εναργώς ότι ήταν και παραμένει η οικειοποίηση του δημόσιου πλούτου της χώρας στην ευρύτερη έννοια του οποίου συμπεριλαμβάνονται (ατυχώς για τον ΣΕΒ) και το σύνολο των προσοδοφόρων επιχειρηματικών δραστηριοτήτων του ιδιωτικού τομέα.
Αυτό λοιπόν που επιχειρείται σήμερα είναι η κολιγοποίηση των ελλήνων εργαζομένων, ώστε όταν οι νέοι ξένοι ιδιοκτήτες αναλάβουν τον επιχειρηματικό έλεγχο να έχουν εξασφαλισμένα φθηνά εργατικά χέρια απασχολούμενα σε συνθήκες εργασιακού μεσαίωνα.
Παράλληλα, επειδή βεβαίως έχει σοβαρό ενδιαφέρον για τους επίδοξους αγοραστές η αγοραία τιμή των πωλουμένων επιχειρήσεων κατά τον χρόνο της εξαγοράς, εξελίσσεται ραγδαία ένα άλλο εθνοκτόνο σχέδιο καταστροφής των επιχειρήσεων και των Ελλήνων επιχειρηματιών. Το έργο αυτό το έχουν αναλάβει κυρίως οι ξενόδουλες Ελληνικές τράπεζες, οι οποίες επιδίδονται συστηματικά στην εξόντωση της υγιούς επιχειρηματικότητας.
Και ο τελευταίος μικροβιοτέχνης γνωρίζει ότι το θανάσιμο πρόβλημα επιβίωσης της επιχείρησης του είναι η στέρηση ρευστότητας και όχι το ούτως ή άλλως πενιχρό μεροκάματο του υπαλλήλου του.
Γι αυτή δε την έλλειψη ρευστότητας ευθύνονται πρωτίστως οι τράπεζες, οι οποίες προ πολλού έχουν απομακρυνθεί από τον υπαρξιακό τους προορισμό και από μοχλός ανάπτυξης της επιχειρηματικότητας έχουν μεταβληθεί σε στυγνούς εκτελεστές υγειών (όχι προβληματικών) επιχειρήσεων. Και βεβαίως, θλιβερόν ειπείν, στο εγκληματικό αυτό έργο των Τραπεζών εξ αντικειμένου αναγκαίος συνεργός έχει αποδειχθεί το ίδιο το κράτος, το οποίο με πλείστα όσα μέτρα (υψηλή φορολογία, εισπρακτικής σκοπιμότητας πρόστιμα, κ.λ.π), αλλά και με το σύνολο της οικονομικής πολιτικής του συμβάλλει στην αποστράγγιση του χρήματος από την αγορά.
Αντίπαλος επομένως της Ελληνικής Βιομηχανίας δεν είναι σήμερα το εργατικό δυναμικό της χώρας. Οι αποδοχές των εργαζομένων δεν είναι απειλή για την ανταγωνιστικότητα, είναι ελπίδα για την συντήρηση της ζήτησης και εντεύθεν για την επιβίωση των επιχειρήσεων.
Πραγματικός εχθρός της επιχειρηματικότητας όλων των τομέων και όλων των βαθμίδων είναι η καταστροφική στάση των τραπεζών και η αδυναμία του υπάρχοντος πολιτικού προσωπικού να διακρίνει την πραγματικότητα και να επιβάλλει πλαίσια και κανόνες στην αγορά και στο τραπεζικό κατεστημένο.
Οι λαοί της Ευρώπης, κυρίως αυτοί που έρχονται πρώτοι σε επαφή με τις μυλόπετρες της οικονομικής κρίσης και βρίσκονται αντιμέτωποι με τους «ενιαίους κανόνες» και τα ενιαία προγράμματα «σωτηρίας και διάσωσης» αρχίζουν πλέον να συνειδητοποιούν την πραγματικότητα.
Καιρός είναι να συνειδητοποιήσουν και οι Έλληνες επιχειρηματίες ότι το ψευδεπίγραφο σχέδιο «μη χρεωκοπίας της χώρας» στοχεύει ευθέως και οδηγεί μαθηματικώς στην δική τους ατομική χρεωκοπία.
Μετά δε την πρόσφατη επίσκεψη του κου Στρος Σκαν ουδεμία πλέον άγνοια συγχωρείται στα μέλη του Ελληνικού Κοινοβουλίου για τις πραγματικές προθέσεις των διεθνών τοκογλύφων και της τρόϊκας (ήτοι του εκτελεστικού τους βραχίονα), καθώς και της άμεσης διασύνδεσής τους με υψηλού επιπέδου πολυεθνικά επιχειρηματικά συμφέροντα, που εποφθαλμιούν το εθνικό δημόσιο και ιδιωτικό πλούτο της Ελλάδος.
Καθ’ όμοιο λόγο η έλευση του κου Ρουμπινί διέλυσε κάθε αμφιβολία, ότι η πολυθρύλητη επιμήκυνση του χρόνου αποπληρωμής του χρέους υπαγορεύεται στην πραγματικότητα από την διαπίστωση των εμπνευστών και εκτελεστών του προαναλυθέντος σχεδίου, ότι δεν τους επαρκεί ο χρόνος για να προλάβουν να ολοκληρώσουν τον ανομολόγητο τριπλό στόχο τους, ήτοι: Απαξίωση και απαλλοτρίωση της δημόσιας περιουσίας, καταστροφή των ελληνικών επιχειρήσεων και οικονομική εξόντωση των Ελλήνων επιχειρηματιών όλων των βαθμίδων και εξαθλίωση του Έλληνα εργαζόμενου, ώστε να αποτελέσει φθηνό εργατικό δυναμικό στις νέες επιχειρήσεις, που θα είναι πλέον αλλοδαπών συμφερόντων.
Και στο πλαίσιο αυτό δεν αποκλείεται η χρήση του μέσου της «ήπιας χρεωκοπίας» της χώρας, εάν κριθεί απαραίτητο για την ολοκλήρωση του σχεδίου, γι αυτό και κρίθηκε σκόπιμη η υποδοχή του γνωστών απόψεων κου Ρουμπινί, ώστε να αρχίσει η προετοιμασία του σχετικού κλίματος για παν ενδεχόμενο.
Κατόπιν όλων αυτών οι κοινωνικοί εταίροι, οφείλουν να αντιληφθούν ότι η τύχη τους γαρ κοινή και το μέλλον τους ζοφερό μετά βεβαιότητας.
Όσο για τους βουλευτές, οφείλουν να συνειδητοποιήσουν την ιστορικότητα των στιγμών, όπου η χώρα καλείται να δώσει τον υπέρ πάντων αγώνα και αυτοί, που τάχθηκαν να φυλάσσουν Θερμοπύλες ήρθε η ώρα να επιλέξουν αν θα σταθούν στο πλευρό του χειμαζόμενου λαού ή θα συμπεριφερθούν ως κοτζαμπάσηδες και Φαναριώτες.
Ταξικοί εχθροί και φίλοι γίναν’ όλοι τους ρεζίλι…
Η κοινωνική αξιολόγηση του τρόπου με τον οποίον πολιτεύονται οι δημόσιοι άνδρες, δεν είναι τυχαία ή συμπτωματική. Τουναντίον μάλιστα υπόκειται σε κανόνες λογικούς και διαχρονικούς.
Ένας τέτοιος κανόνας είναι ότι κανείς δεν μπορεί να γίνει ρεζίλι, αν ο ίδιος δεν θέσει τις βασικές προϋποθέσεις.
Θλιβερή επιβεβαίωση του εν λόγω κανόνα αποτέλεσε η πρόσφατη φαιδρή εμφάνιση των αυτοαποκαλούμενων «κοινωνικών εταίρων», οι οποίοι συνελθόντες σε «άτυπη» παρασκηνιακή συνάντηση το μόνο το οποίο κατάφεραν τελικά ήταν να εκθέσουν εαυτούς και αλλήλους στην ελληνική κοινή γνώμη (ίσως όχι για πρώτη και μάλλον ούτε για τελευταία φορά).
Ανεξάρτητα από τις δικαιολογίες και τις αιτιάσεις της κάθε πλευράς και αδιαφόρως προς τον τρόπο, που το κάθε ΜΜΕ αξιοποίησε το θέμα, ένα πράγμα είναι απολύτως βέβαιο.
Ότι οι εν λόγω συνευρεθέντες απώλεσαν κάθε ίχνος σοβαρότητας στο μέτρο, που αποδείχθηκαν ανίκανοι να αντιληφθούν ο μεν κος Παναγόπουλος ότι συμμετέσχε στη συνάντηση, ο κος Κορκίδης ότι ουδέν συμφωνήθηκε, οι δε υπόλοιποι με τι είδους συνδαιτυμόνες ανάλωσαν τον πολύτιμο χρόνο τους.
Έτσι μια υποτιθέμενη πολύ σοβαρή υπόθεση κατέληξε σε ένα άνευ προηγουμένου φιάσκο με την κοινή γνώμη να εκπλήσσεται αρνητικά από την απίστευτη ελαφρότητα των περιβόητων «κοινωνικών εταίρων».
Όμως όπως είπαμε από την αρχή κανένας και τίποτε δεν μπορεί να προκαλέσει την λαϊκή θυμηδία, εάν από μόνος του δεν προσφέρει συμπτώματα φαιδρότητας.
Και να ποια είναι αυτά στη συγκεκριμένη περίπτωση.
Υποτίθεται ότι το αντικείμενο της συνάντησης ήταν οι όροι και οι προϋποθέσεις των επιχειρηματικών συμβάσεων. Υποτίθεται επίσης ότι οι εκπρόσωποι των παραγωγικών τάξεων ήθελαν να διαμορφώσουν μια κοινή πλατφόρμα, η οποία θα βοηθούσε την Υπουργό Εργασίας στην διαπραγμάτευσή της με την τριαρχία.
Επομένως βασικές στοιχειώδεις προϋποθέσεις ήταν: α) η γνώση του υπό συζήτηση αντικειμένου και η επίγνωση της σοβαρότητάς του, β) η νομιμοποίηση των συσκεπτομένων υπό την έννοια της ουσιαστικής εκπροσώπησης του ευρύτερου κλάδου τους και γ) η παρουσία της Υπουργού, μόνης ικανής να προδιαγράψει τα αναγκαία κατά την κρίση της χαρακτηριστικά της επιδιωκόμενης συμφωνίας, ώστε να είναι πράγματι επιβοηθητική των επόμενων δικών της διαπραγματεύσεων.
Δυστυχώς κανένας από τους πρωταγωνιστές της φαρσοκωμωδίας δεν μερίμνησε για την εξασφάλιση οποιασδήποτε από τις παραπάνω προϋποθέσεις. Προσήλθαν αφελώς σαν μια χαρούμενη παρεούλα, απούσης της αρμοδίας υπουργού, εκπροσωπώντας μερικοί εξ αυτών (όπως αποδείχθηκε τουλάχιστον για τον Πρόεδρο της ΓΣΕΕ) μονάχα τον εαυτό τους.
Η υπόθεση των επιχειρησιακών συμβάσεων και ο τρόπος με τον οποίο φαίνεται ότι είναι προαποφασισμένο να ρυθμισθεί, αποτελεί μια απόλυτη ανατροπή όχι απλώς της ισχύουσας εργατικής νομοθεσίας, αλλά αυτής καθεαυτής της εργασιακής φιλοσοφίας, που ξεκίνησε από την εποχή των αστικών επαναστάσεων και εξελίχθηκε ιστορικά μέσα από κοινωνικές συγκρούσεις και επιστημονικές αντιπαραθέσεις δύο τουλάχιστον αιώνων και πολύ περισσότερων γενεών.
Είναι απολύτως βέβαιο ότι ακόμη και στην ηπιότερη της μορφή, μια οποιαδήποτε ενίσχυση της τυπικής ισχύος των ατομικών (διότι περί αυτού πρόκειται) συμβάσεων έναντι των συλλογικών θα επιφέρει βίαια ανατροπή στο βιοτικό επίπεδο εκατοντάδων χιλιάδων εργαζομένων στον ιδιωτικό τομέα και ως εκ τούτου μπορεί να αποτελέσει υπό προϋποθέσεις ατομική βόμβα μεγατόνων τόσο για την κοινωνική συνοχή, όσο και για την κοινωνική ειρήνη.
Θα ανέμενε λοιπόν κανείς αυτοί οι κύριοι, αλλά και η κα Υπουργός να αντιμετώπιζαν το όλο θέμα με μεγαλύτερη σοβαρότητα.
Ιδίως ο κος Πρόεδρος της ΓΣΕΕ όφειλε να προσέχει περισσότερο από τους υπόλοιπους, που πάει, πώς πάει, ποιόν συναντάει και τι συζητάει.
Οι υπόλοιποι έχουν το στενόμυαλο άλλοθι ότι προσέρχονται σε μία διαπραγμάτευση από την οποία θα εξέλθουν οπωσδήποτε κερδισμένοι, αφού από την αρχή είναι προδιαγεγραμμένο το «ψαλίδισμα» των αποδοχών των υπαλλήλων τους.
Αντίθετα ο κος Παναγόπουλος όφειλε να είναι περισσότερο επιφυλακτικός, συμμετέχοντας σε μια συζήτηση που για τους εργαζόμενους εκ προοιμίου είχε δεδομένο ότι θα χάσουν και «διαπραγματεύσιμο» μόνο το πόσα θα χάσουν.
Το ελάχιστο λοιπόν που έπρεπε να είχε φροντίσει ο κος Πρόεδρος ήταν οι συζητήσεις να είχαν πλήρη δημοσιότητα, για να μη κατηγορηθεί για στυγνή συμπαιγνία με την εργοδοσία και πρωτίστως να έχει την στοιχειώδη επίφαση νομιμοποίησης.
Όφειλε δηλαδή, επειδή ακριβώς πρόκειται για ιστορικής σημασίας ανατροπή των κεκτημένων δεκάδων επαγγελματικών κλάδων, να είχε προηγουμένως εξασφαλίσει την συναίνεση και ρητή ειδική εξουσιοδότηση όλων των Διοικητικών Συμβουλίων των δευτεροβαθμίων συνδικαλιστικών οργανώσεων, που εκπροσωπούν τους κατ’ ιδίαν κλάδους εργαζομένων.
Αντ’ αυτού ο κος Παναγόπουλος φάνηκε ότι προσήλθε σε μία εν κρυπτώ (παρ)άτυπη συνάντηση, χωρίς να έχει εξασφαλίσει ούτε τη σύμφωνη γνώμη της ευρύτερης διοίκησης της ίδιας της ΓΣΕΕ.
Και το χειρότερο φαίνεται ότι ο άνθρωπος πήγε εντελώς αδιάβαστος.
Διότι αν ευσταθούν οι πληροφορίες, που δημοσιεύονται από τα ΜΜΕ, η κα Υπουργός με τους κ.κ. «κοινωνικούς εταίρους» συνεννοούνται για τον προσδιορισμό ενός ενιαίου ποσοστού περικοπής μισθών και ημερομισθίων της τάξεως του 12,5%.
Σε μια τέτοια περίπτωση ο κος Παναγόπουλος συλλαμβάνεται αδιάβαστος σχετικά με τα επίπεδα των αποδοχών, που προβλέπουν οι κατ’ ιδίαν συλλογικές συμβάσεις εργασίας.
Διότι υπάρχουν πλείστες όσες ΣΣΕ που ορίζουν αποδοχές ελάχιστα διαφέρουσες από την γενική συλλογική και πάντως πολύ λιγότερο από 12,5%. Για παράδειγμα οι κατώτατες αποδοχές της ΣΣ των τραπεζοϋπαλλήλων ή των λογιστών μπορεί να υπερκαλύπτουν αυτό το ποσοστό, όμως πολλές άλλες όπως π.χ των εργαζομένων στη σιδηροβιομηχανία έχουν πολύ μικρότερη διαφορά (7-8%).
Είναι επομένως εντελώς αφελές αν όχι κακόπιστο να αναζητείται ενιαίο ισοπεδωτικό ποσοστό περικοπής των μισθών και ημερομισθίων.
Αντί λοιπόν να αναλώνονται σε κακόγουστες επικοινωνιακές σκηνοθεσίες θα ήταν καλύτερα όλοι αυτοί οι κύριοι να αντιμετώπιζαν το θέμα με μεγαλύτερο αίσθημα ευθύνης και αν μη τι άλλο με περισσότερο επαγγελματικό ρεαλισμό.
Διότι οι εργοδοτικοί φορείς θα έπρεπε να ενδιαφέρονται για την διάσωση και όχι για την φαλκίδευση των αποδοχών των εργαζομένων, αντιλαμβανόμενοι ότι αυτές αποτελούν εργαλείο ανάπτυξης της οικονομίας όχι απλώς συντελεστή κόστους, όπως κοντόφθαλμα σκέπτονται.
Η δε κα Υπουργός στο πλαίσιο του πολιτικού της ρόλου μάλλον θα ισχυροποιήσει την διαπραγματευτική της θέση με μια κοινή ανυποχώρητη συμφωνία των παραγωγικών τάξεων για διατήρηση ακεραίων των αποδοχών στον ιδιωτικό τομέα.
Όσον αφορά τέλος τον κο Παναγόπουλο, αν δεν μπορεί να μελετήσει τις ιδιαιτερότητες των ΣΣΕ, τουλάχιστον ας διαβάσει τον μύθο του Αισώπου για το πάθημα της καλιακούδας, που άφησε τους δικούς της για να προσκολληθεί στη συντροφιά των περιστεριών και στο τέλος αποβλήθηκε από αμφοτέρους.
Δευτέρα 22 Νοεμβρίου 2010
Οι Κονκισταδόρες, η Κοκκινοσκουφίτσα και το σύμφωνο αποσταθεροποίησης…
Τι έκανε πάλι η κα Κατσέλη;
Απλά έβγαλε το «ψηλό καπέλο» του τεχνοκράτη Υπουργού, φόρεσε το «κόκκινο σκουφάκι» της βουλευτίνας των φτωχών συνοικιών της Β΄ περιφέρειας της Αθήνας και βγήκε να κάνει μια καθιερωμένη κυριακάτικη βόλτα στον έγκριτο φιλικά προσκείμενο στην Κυβέρνηση τύπο.
Από αλλού το περίμεναν και από αλλού τους ήρθε.
Ο λόγος για το οικονομικό επιτελείο της Κυβέρνησης, που στην προσπάθειά του να διασκεδάσει τις ανησυχίες των Τροϊκανών Κονκισταδόρων προκάλεσε την αήθη και αντιδεοντολογική ανακοίνωση του Συμβουλίου της Επικρατείας, με την οποία προκαταλαμβάνεται η Ολομέλεια του Ανωτάτου Ακυρωτικού, επειδή προφανώς οι διαπραγματευτές της επάρατης τριαρχίας δεν επείθοντο από τις διαβεβαιώσεις των Ελλήνων συνομιλητών τους.
Επάνω λοιπόν, που ανέπνευσε με ανακούφιση ο κος Παπακωνσταντίνου και η συνοδεία του, εξασφαλίζοντας την προκαταβολική δήλωση (άραγε ποίου ακριβώς;) ότι το ΣτΕ δεν πρόκειται να κρίνει αντισυνταγματικές τις μνημονιακές πρόνοιες, δεσμεύσεις και μεθοδεύσεις, τους προέκυψε ως κεραυνός εν αιθρία το άρθρο της κας Υπουργού Εργασίας στο Βήμα της Κυριακής.
Και τι είπε δηλαδή η γυναίκα; Μα τίποτε άλλο από το αυτονόητο, ότι δηλαδή το περιβόητο σχέδιο «διάσωσης» είναι επιεικώς ανόητο, τουλάχιστον σε ότι αφορά τον ιδιωτικό τομέα.
Όμως ακόμα και αυτές οι χλιαρές για το θεαθήναι διατυπώσεις της κας Υπουργού φαίνεται ότι δυσαρέστησαν τους Τροϊκανούς, που ούτως ή άλλως έχουν τόσο ενδιαφέρον να βοηθήσουν την Ελλάδα να βγει από την κρίση, όσο ενδιαφέρον είχαν οι Ισπανοί και οι Πορτογάλοι κονκισταδόρες να «εκπολιτίσουν» τους ιθαγενείς του Νέου Κόσμου.
Έτσι με αφορμή ένα άρθρο συνοικιακής κατανάλωσης στήθηκε πάλι μια επικοινωνιακή φαρσοκωμωδία, με «δυσαρέσκειες Μαξίμου», παραιτήσεις υπουργών, διαρροές προσκείμενων κύκλων, δηλώσεις βουλευτών εκ της αυτής και μη περιφέρειας ορμώμενων, δημοσιογράφων, αναλυτών και τηλεπερσόνων, ων ουκ έστι αριθμός.
Όπως συνήθως βέβαια όλοι αυτοί καταναλώθηκαν σε ρηχές ασημαντολογίες μακράν και πέραν της ουσίας της υπόθεσης.
Διότι αν προέκυψε κάτι σημαντικό από όλο αυτό το πανηγύρι, δεν ήταν ούτε η δήθεν διακινδύνευση της εκταμίευσης της τρίτης δόσης, ούτε η δυσμένεια στην οποία δήθεν περιήλθε η κα Υπουργός.
Το σημαντικότερο από όλα είναι η ολίγον κατ’ ολίγον αποκάλυψη της πραγματικής στόχευσης του μνημονίου και της «φιλεύσπλαχνης» τροϊκανής κοινοπραξίας.
Λίγο ως πολύ η διαπίστωση ότι η συνταγή, που επιβάλλεται στη Ελλάδα δεν συμβάλλει πρακτικά στην επίτευξη των θεωρητικά προβληθέντων στόχων δεν αποτελεί πρωτότυπη ιδέα της κας Κατσέλη. Το έχουν προβλέψει προ αμνημονεύτων χρόνων όλοι οι αριστεροί αναλυτές και πλέον τον τελευταίο χρόνο το επιβεβαιώνουν με κάθε ευκαιρία όλοι οι διεθνώς αξιοπρεπείς οικονομολόγοι ανεξαρτήτως πολιτικής τοποθέτησης. Επιπροσθέτως το έχει πια συνειδητοποιήσει και ο τελευταίος έλληνας πολίτης, που βιώνει καθημερινά στο πετσί του τα νοσηρά επακόλουθα της θανατηφόρας για την αγορά και την οικονομία συνταγής.
Άραγε τι λοιπόν συμβαίνει; Είναι τόσο ανόητη η Τρόϊκα και δεν βλέπει αυτό που βλέπει ακόμη και ο πρωτοετής φοιτητής της ΑΣΟΕΕ;
Τουλάχιστον κατά τεκμήριο οι πιστωτές είναι ευφυέστεροι των δανειζομένων.
Η πραγματικότητα λοιπόν θα πρέπει να αναζητηθεί αλλού.
Όπως σωστά επεσήμανε η Υπουργός για να δοθεί η σωστή συνταγή χρειάζεται πρώτα σωστή διάγνωση.
Καθ’ όμοιο λόγο για να αξιολογηθεί σωστά μια συνταγή χρειάζεται να προσδιορισθεί πρώτα πιο είναι πράγματι το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα.
Αν ας πούμε ο στόχος είναι η «διάσωση της ελληνικής οικονομίας», όπως αρέσκεται να βαυκαλίζεται το οικονομικό επιτελείο, τότε πράγματι η συνταγή είναι επιεικώς βλακώδης και αλυσιτελής.
Αν όμως η αληθινή επιδίωξη (λέμε αν – θεωρητική κουβέντα κάνουμε) είναι να καταρρεύσει οικονομικά η χώρα, ώστε να υποχρεωθεί να παραχωρήσει έναντι των χρεών της τις πλουτοπαραγωγικές πηγές της, να χρεοκοπήσουν οι ιδιωτικές επιχειρήσεις, ώστε να πωληθούν αντί πινακίου φακής εις πάντα ξένο ενδιαφερόμενο και να εξαθλιωθούν οι πολίτες-εργαζόμενοι, ώστε να εξασφαλισθεί φθηνό εργατικό δυναμικό στους νέους ιδιοκτήτες τότε αυτομάτως η συνταγή προβάλλει ευφυέστατη και αποτελεσματικότατη.
Και αυτός είναι ίσως ο λόγος που εξοργίστηκαν οι τοποτηρητές μας. Διότι το άρθρο της κας Υπουργού εκούσης ακούσης έθεσε στο επικοινωνιακό προσκήνιο ένα σοβαρό και άκρως αποκαλυπτικό ερώτημα:
Αν πράγματι το πρόβλημα είναι το δημόσιο χρέος και αν πράγματι το δημόσιο χρέος δημιουργείται και τροφοδοτείται από το δημόσιο έλλειμμα τότε προς τι θα ωφελήσει η μείωση των μισθών στον ιδιωτικό τομέα, γεγονός που θα επιφέρει μείωση της αγοραστικής δύναμης, συρρίκνωση της αγοράς άρα εξασθένιση των επιχειρήσεων και τελικά μείωση των φορολογικών εσόδων του δημοσίου, άρα αύξηση του ελλείμματος και εντεύθεν του δημόσιου χρέους;
Και εν πάση περιπτώσει πως νομιμοποιούνται οι εκπρόσωποι των δανειστών του Δημοσίου να θέτουν όρους και κανόνες, που αφορούν σε θεμελιώδεις δομικές επιλογές του ιδιωτικού τομέα;
Ερωτήματα αυτού του τύπου είναι όπως φαίνεται θέματα ταμπού για τους διαχειριστές της παγκόσμιας δυστυχίας, ιδιαίτερα σε μια ήπειρο σαν την Ευρώπη, όπου ήδη επίκειται η ένταξη στο «μηχανισμό στήριξης» μιας πλειάδας πρώην ευημερουσών κοινωνιών.
Και πώς να μην είναι θέματα ταμπού, αφού με τέτοιου είδους δημόσιες συζητήσεις κινδυνεύει να καταρρεύσει ένας παγκόσμιος επικοινωνιακός μύθος.
Και να αποκαλυφθεί ότι οι εκασταχού εκάστοτε τοποτηρητές της τρόϊκας μπορεί να εμφανίζονται ως φιλεύσπλαχνοι ιεραπόστολοι εκπολιτιστές, αλλά στο βάθος παραμένουν αρπακτικοί κονκισταδόρες.
Εφαρμοστές σχεδίου αποσταθεροποίησης και όχι αρχιτέκτονες μηχανισμού στήριξης…
Δευτέρα 26 Ιουλίου 2010
Σε ολισθηρό δρόμο κινείται ο κος Λοβέρδος.
Αυτό που εξοργίζει τους πολίτες πέρα από την σκληρή τους καθημερινότητα είναι η απίθανη ψευδολογία και η απέραντη κοροϊδία, που έχει πλέον γίνει κρατούσα πολιτική συμπεριφορά.
Τα τελευταία χρόνια με αποκορύφωμα το παρόν διάστημα όλο και περισσότεροι πρωτοκλασάτοι από ολόκληρο το πολιτικό φάσμα επιμένουν να εφαρμόζουν τον χρυσού κανόνα της πολιτικής «καπατσοσύνης» που διδάσκει ότι:
«Αν δεν μπορείς να τους πείσεις δεν πειράζει, μπέρδεψέ τους».
Έτσι ενώ ο λαουτζίκος υπομένει τα πλείστα όσα μαρτύρια, καλούμενος για άλλη μια φορά να πληρώσει τα σπασμένα της φαυλότητας μιας ομάδας διαπλεχθέντων καταχραστών της δημόσιας περιουσίας και της ελεεινής καμαρίλας τους, υφίσταται και από πάνω τον εμπαιγμό των λοιπών, που υποτίθεται ότι έχουν αναλάβει την «σωτηρία» του λαμβάνοντας μέτρα, που οδηγούν μαθηματικά στην φυσική του εξόντωση.
Διότι η αναγκαιότητα της υπογραφής του μνημονίου και τα όσα αντιλαϊκά μέτρα αυτό υιοθετεί είναι ένα θέμα που επιδέχεται συζητήσεως.
Το να επιμένουν όμως κάποιοι ότι όλα όσα γίνονται είναι καλώς καμωμένα και ότι όσοι διαμαρτύρονται υπονομεύουν το εθνικό συμφέρον, αυτό είναι από τα …άγραφα.
Και το άκρον άωτον του πρωτοφανούς εμπαιγμού μας είναι η επιχειρηματολογία του κου Υπουργού απασχόλησης, που επιμένει σε όλους τους τόνους, ότι οι νομοθετικές του πρωτοβουλίες είναι δήθεν απολύτως συμβατές με το ισχύον σύνταγμα.
Εξηγήσαμε προχθές γιατί ολόκληρος ο νέος ασφαλιστικός νόμος και οποιαδήποτε άλλη νομοθετική ρύθμιση επί οιουδήποτε αντικειμένου είναι απολύτως αντισυνταγματική στο μέτρο, που αλλάζει-θίγει αναδρομικά ρυθμίσεις άλλων διατάξεων προγενέστερων και ευνοϊκότερων για τους πολίτες.(Σ. άρθρο 77, παρ. 2).
Κορωνίδα όμως σ’ αυτή την χιονοστιβάδα αντισυνταγματικών νομοθετικών πρωτοβουλιών της κυβέρνησης κατ’ επιταγή του επάρατου μνημονίου, αποτελεί η δια νόμου κατάργηση αποφάσεων των Διαιτητικών Δικαστηρίων.
Μία θεμελιώδης αρχή όλων των ισχυσάντων από συστάσεως του Ελληνικού Κράτους Συνταγμάτων, όπως διδάσκεται παγίως στο πρώτο έτος των Νομικών Σχολών, είναι η αρχή της διακρίσεως των λειτουργιών, σύμφωνα με την οποία δεν επιτρέπεται η παρέμβαση της μιας εξουσίας σε αρμοδιότητες της άλλης, εκτός των περιπτώσεων, που ορίζεται περιοριστικά από το ίδιο το ισχύον Σύνταγμα.
Σύμφωνα λοιπόν με το άρθρο 15 παρ. 6γ του νόμου 1876/1990 εφ’ όσον η απόφαση του Διαιτητή υπογραφεί από τα ενδιαφερόμενα μέρη «εξομοιώνεται με συλλογική σύμβαση εργασίας», ενώ σύμφωνα με το άρθρο 7 παρ.3 του ιδίου νόμου «όροι εργασίας συλλογικών συμβάσεων εργασίας, που είναι ευνοϊκότεροι για τους εργαζόμενους, υπερισχύουν των νόμων».
Με απλά λόγια οι διαιτητικές αποφάσεις από της εκδόσεως και υπογραφείς τους από τα μέρη και τον διαιτητή επέχουν θέση νόμου και μάλιστα υπερισχύοντος έναντι παντός άλλου, που τυχόν περιέχει δυσμενέστερες για τους μισθωτούς διατάξεις.
Επιπροσθέτως οι διαιτητικές αποφάσεις, ως εκ του τρόπου και της διαδικασίας καταρτίσεώς τους μετέχουν τρόπον τινά και της δικαστικής φύσεως.
Γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο οποιαδήποτε νομοθετική παρέμβαση σκοπούσα την κατάργηση Διαιτητικής αποφάσεως συνιστά εκτός των άλλων και παραβίαση της συνταγματικής αρχής διακρίσεως των εξουσιών.
Το επιχείρημα ότι μετά την υπογραφή της Γενικής Συλλογικής Συμβάσεως Εργασίας δεν επιτρέπεται σε άλλους να υπερβαίνουν τα υπ’ αυτής προβλεπόμενα είναι εντελώς αντιεπιστημονικό.
Αντιθέτως η Γενική Συλλογική Σύμβαση Εργασίας ρυθμίζει παγίως τα κατώτατα όρια μισθών και ημερομισθίων, ενώ παραδοσιακά οι κλαδικές συλλογικές συμβάσεις περιέχουν συνηθέστατα ανώτερες αποδοχές και εκ του νόμου υπερισχύουν της ΓΣΣΕ.
Όσο για το επιχείρημα ότι ο νόμος βασίζεται σε πράξη νομοθετικού περιεχομένου του 1985, αυτό είναι πολιτικά τουλάχιστον ατυχές.
Όλοι αυτοί οι κύριοι, που δεν είναι ικανοί ούτε να δέσουν τα κορδόνια των παπουτσιών του Ανδρέα Παπανδρέου και που οφείλουν την ύπαρξή τους στο αίμα και τους αγώνες χιλιάδων αγνών σοσιαλιστών εκείνης της πολιτικής περιόδου, δεν νομιμοποιούνται να επικαλούνται την πολιτεία εκείνου, που υπήρξε ένας λαμπρός κοινωνικός μεταρρυθμιστής, προκειμένου να δικαιολογήσουν τα αλλεπάλληλα αντικοινωνικά μέτρα, τα οποία επιχειρούν κατ’ εντολήν μιας γραφειοκρατικής κάστας των Βρυξελλών.
Ας επαναφέρουν το σύνολο της εργατικής και ασφαλιστικής νομοθεσίας του Ανδρέα Παπανδρέου και τότε ας εξετάσουμε και την κατ’ ιδίαν περίπτωση της εν λόγω πράξεως. Άλλως δεν πρόκειται για νομική βάση, αλλά για ένα ακόμη φθηνό πολιτικό εμπαιγμό, που ενέχει χαρακτήρα συκοφαντικής ύβρεως ενάντια στο κόμμα που υποτίθεται ότι υπηρετούν και ενάντια στον ιστορικό του ιδρυτή.
Το ζήτημα λοιπόν είναι ότι όλες αυτές οι νομοθετικές πρωτοβουλίες αποτελούν κατάφωρες παραβιάσεις του Συντάγματος, η ύπαρξη του οποίου φαίνεται πλέον ξεκάθαρα ότι αγνοείται παντελώς από τους συντάκτες του επάρατου μνημονίου.
Και επειδή προφανώς το νομοθετικό έργο δεν τελείωσε και θα υπάρξουν σίγουρα και άλλες εξ ίσου συνταγματικά «παρδαλές» πρωτοβουλίες, θα ήταν καλύτερα να παραδεχθεί η κυβέρνηση την δεινή πραγματικότητα και να απαλλάξει τα μέλη της από το άχθος της νομικής υπεράσπισης τέτοιων πρωτοβουλιών.
Ιδίως όσους εξ αυτών φέρουν ακαδημαϊκούς τίτλους εγκρίτων συνταγματολόγων.
Ας συνεκτιμηθεί ότι κατά περιόδους όλοι μας γνωρίσαμε μικρές ή μεγάλες επαγγελματικές αποτυχίες. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι πρέπει να αναιρέσουμε την επιστημονική μας ιδιότητα ή να σχίσουμε και τα πτυχία μας…
Γνωστό δημοφιλές λαϊκό τραγούδι προειδοποιεί ότι
«Υπάρχει κι ένα μονοπάτι πονηρό, που πάει ντουγρού στην κατηφόρα τη μεγάλη…»
Φοβούμε ότι τέτοιο «μονοπάτι πονηρό» θα εξελιχθεί για την Κυβέρνηση το μνημόνιο και τουλάχιστον ο νομικός κόσμος δεν δικαιούται να παρακολουθεί σιωπηρός την συστηματική καταστρατήγηση του καταστατικού χάρτη της χώρας.
Η νομική επιστημονική κοινότητα οφείλει επιτέλους να πάρει θέση.