Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Διαφθορά. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Διαφθορά. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 28 Σεπτεμβρίου 2011

Φορολογικές αρλούμπες και μαθηματικές παραδοξολογίες.

Το να εξαγγέλλεις συνεχώς φορολογικά μέτρα, που επανειλημμένως τα αλλάζεις επί τα χείρω προτού προλάβουν να εφαρμοσθούν, συνιστά έλλειψη σεβασμού προς τους πολίτες.

Το να παρουσιάζεσαι όμως ενώπιον των δημοσιογράφων και να αραδιάζεις φορολογικά παραδείγματα μαθηματικώς αδύνατα και πρακτικώς ανώριμα δείχνει έλλειψη σεβασμού στον εαυτό σου.

Είναι ασύγγνωστη επιπολαιότητα να λέει ο Υπουργός Οικονομικών ότι για τις δηλώσεις εισοδήματος του τρέχοντος έτους θα ληφθούν υπ’ όψιν αποδείξεις, που θα έχουν συλλεγεί ηλεκτρονικά, όταν έχουμε ήδη φθάσει στον Οκτώβριο και το υποτιθέμενο ηλεκτρονικό σύστημα παραμένει ακόμη στη σφαίρα της επιστημονικής φαντασίας.

Και κινείται μεταξύ των ορίων της μαθηματικής ανοησίας και της φοροεισπρακτικής παράνοιας το παράδειγμα, όπου, όποιος έχει εισοδήματα 100.000 €, θα υποχρεούται να συγκεντρώσει αποδείξεις 60.000 €.

Σύμφωνα με τους ισχύοντες συντελεστές και εφ’ όσον αυτοί δεν αλλάξουν προς το φορομπηκτικότερο, ο φόρος εισοδήματος μετά την μείωση του αφορολογήτου στις 5.000 € θα φθάσει για εισοδήματα 100.000 € τουλάχιστον στις 35.000€. Αν σ’ αυτό το ποσό προσθέσουμε 4.000 € έκτακτη εισφορά (ποσοστό 4%), τέλος επιτηδεύματος 300€, φόρο ακίνητης περιουσίας, χαράτσι ακινήτου μέσω της ΔΕΗ, τέλη κυκλοφορίας αυτοκινήτου και κατά περίπτωση τέλη τακτοποίησης ημιυπεθρίου, αυθαιρέτου, περαίωσης κ.λ.π, φθάνουμε εύκολα σε άθροισμα αμέσων φόρων που υπερβαίνει κατά πολύ τις 40.000€.

Με ποιά λοιπόν μαθηματική λογική ο εξοχότατος κος Υπουργός και οι φοροτεχνικοί εγκέφαλοι, που τον συμβουλεύουν, θεωρούν δυνατόν ότι με διαθέσιμα χρήματα 50.000-55.000 € ένας αγρίως φορολογούμενος πολίτης θα καταφέρει να μαζέψει αποδείξεις 60.000 €, ώστε να αποφύγει το επιτίμιο της ειλικρινούς του δηλώσεως;

Προφανώς δεν υπάρχει ούτε μαθηματική, ούτε φορολογική, ούτε καν κοινή λογική.

Υπάρχει μόνο μια αδίστακτη φορομπηκτική επίθεση εναντίον των μικρομεσαίων στρωμάτων, που θα οδηγήσει σε σύντομο χρόνο και με μαθηματική ακρίβεια στην οικονομική τους εξαθλίωση και στην πλήρη αποξένωσή τους από κάθε περιουσιακό στοιχείο κινητής ή ακίνητης ιδιοκτησίας, που αποτελεί προϊόν αποταμίευσης και οικογενειακού μόχθου περισσότερων της μιας γενεών.

Την ίδια στιγμή, που εκατοντάδες μεγάλοι φοροφυγάδες απολαμβάνουν μιας ιδιότυπης φορολογικής ασυλίας, εδραζόμενης στην δήθεν αδυναμία των φοροεισπρακτικών μηχανισμών.

Χιλιάδες μικροεπιχειρηματίες οδηγούνται στην πτώχευση, μισθωτοί και συνταξιούχοι καταδικάζονται σε υποσιτισμό, μικροοφειλέτες αντιμετωπίζονται σαν σεσημασμένοι εγκληματίες, ενώ αυτοί που άδειασαν τα δημόσια ταμεία και εκατοντάδες διάσημοι φοροφυγάδες με προκλητικές ακίνητες περιουσίες και μυθικές καταθέσεις στο εξωτερικό παραμένουν ανενόχλητοι.

Το πολιτικό προσωπικό της χώρας με ευκολία ψηφίζει νόμους ανάλγητης περικοπής και ληστρικής κρατικής διαρπαγής πενιχρών μισθών και συντάξεων, ενώ δείχνει μια ύποπτη αδυναμία να εκκαθαρίσει τις υποθέσεις των σκανδάλων, να καταστείλει την διαφθορά, να βάλει χέρι στις περιουσίες των καταχραστών και των μεγάλων φοροφυγάδων.

Αναζητούν δήθεν οι περισπούδαστοι τεχνοκράτες ισοδύναμα μέτρα για να αποφύγουν την άδικη περικοπή των λαϊκών εισοδημάτων.

Όμως ω! του θαύματος κάθε φορά καταλήγουν στο αντίθετο. Ανακαλύπτουν συνεχώς ισοδύναμα μέτρα επίθεσης στα μικρομεσαία εισοδήματα για να αποφύγουν τη φορολόγηση των πραγματικά μεγάλων περιουσιών και την δίωξη των πραγματικών οικονομικών εγκληματιών.

Ας σταματήσει επί τέλους η κοροϊδία.

Ο υπουργός των Οικονομικών και οι λοιποί κυβερνώντες είναι κατά τεκμήριον ευφυέστατοι και κατά δήλωσίν τους οι ικανότεροι για να διαχειρισθούν τα κοινά.

Αν δεν τα καταφέρνουν δεν είναι γιατί τους λείπει η ικανότητα, αλλά μάλλον διότι τους λείπει το εξ ων ουκ άνευ ιδεολογικό έρμα και η αντίστοιχη πολιτική βούληση.

Τρίτη 13 Σεπτεμβρίου 2011

Ερημοποίηση, εξαθλίωση, ρευστοποίηση….

Στα πρώτα χρόνια της μεταπολίτευσης η αγοραία αντιδραστική προπαγάνδα εναντίον του τότε νεόδμητου ΠΑΣΟΚ υποστήριζε ότι ο σοσιαλισμός θα έπαιρνε, το σπιτάκι του μικρομεσαίου, το χωραφάκι του μικροαγρότη, ακόμη και την κατσίκα και το κοτέτσι της γιαγιάς στο χωριό.

Όπως ήταν φυσικό τίποτε από αυτές τις ανοησίες δεν επιβεβαιώθηκε, αλλά αντίθετα η πρώτη σοσιαλιστική κυβέρνηση του Ανδρέα Παπανδρέου διπλασίασε τους μισθούς και τις συντάξεις, απογείωσε την επιχειρηματικότητα και ξαναζωντάνεψε την Ελληνική ύπαιθρο με τους Συνεταιρισμούς, τα Ολοκληρωμένα Μεσογειακά Προγράμματα και πληθώρα διαρθρωτικών αλλαγών στον αγροτικό τομέα (με Υπουργό Γεωργίας τότε τον μεθοδικό, αεικίνητο και τελειομανή Κώστα Σημίτη).

Αυτό λοιπόν, που αποτελούσε κακόβουλη συκοφαντία εναντίον των Σοσιαλιστών στην περίοδο 1974-1980, μοιάζει ότι αποτελεί πιθανότατη εξέλιξη, σαν συνέπεια της φαύλης πολιτικής των δεξιών κυβερνήσεων και μιας ομάδας καρεκλοθύρων, που αυτοαποκαλούνται σοσιαλδημοκράτες, αλλά στην πραγματικότητα δεν φαίνεται να είναι τίποτε σπουδαιότερο από φανφαρόνοι οπορτουνιστές.

Αφού λοιπόν οι δεξιές κυβερνήσεις λεηλάτησαν τα δημόσια ταμεία και έβαλαν σε τροχιά κατεδάφισης την οικονομία, την σκυτάλη ανέλαβε η παρούσα κατ’ ευφημισμόν και ψευδωνύμως αυτοαποκαλούμενη σοσιαλδημοκρατική κομπανία, η οποία φρόντισε να απαλλάξει τους προηγούμενους από τα βαρύτατα σκάνδαλά τους και αποδύθηκε σε μια πρωτοφανή διαδικασία απολύτου οικονομικής ερήμωσης και συνολικής περιουσιακής αποψίλωσης της χώρας.

Και έχοντας πλέον ολοκληρωθεί το οργανωτικό πλαίσιο για τη μεταβίβαση κάθε δημόσιου περιουσιακού στοιχείου σε αλλοδαπούς κερδοσκόπους φαίνεται ότι εξελίσσεται ένα παράλληλο σχέδιο εξόντωσης της ελληνικής επιχειρηματικότητας, απόλυτης εξαθλίωσης του εργατικού δυναμικού και αρπαγής και παράδοσης σε ξένους ενδιαφερομένους και της ιδιωτικής ακίνητης περιουσίας, η οποία έχει μάλιστα προεκτιμηθεί στα 400 δις ευρώ.

Συγκεκριμένα:

Η ελληνική επιχειρηματικότητα πνέει τα λοίσθια και θα δεχθεί την χαριστική της βολή με την εγκατάσταση των ξένων εταιριών, οι οποίες κατά παραβίαση κάθε κανόνος περί αθεμίτου ανταγωνισμού, θα ιδρύονται με φαστ-τρακ, θα χαίρουν ειδικού προνομιακού καθεστώτος και θα τυγχάνουν ειδικών επιδοτήσεων και δανειοδοτήσεων, όπως ήδη απαιτούν και μεθοδεύουν με την Κυβέρνηση Γερμανοί αξιωματούχοι. Χαρακτηριστικό είναι λόγου χάριν, ότι πληθώρα μικρών και μεγάλων μονάδων φωτοβολταϊκών ελληνικού επιχειρηματικού ενδιαφέροντος λιμνάζουν επί χρόνια στα βαλτόνερα της κρατικής κωλυσιεργίας και εσχάτως φρενάρονται επ’ αόριστον από δήθεν τεχνική αδυναμία της ΔΕΗ, την ώρα που η sui generis κυβέρνηση σπεύδει να ικανοποιήσει τις σχετικές κερδοσκοπικές ορέξεις μεγάλων Γερμανικών ομίλων.

Όταν λοιπόν οι χρεοκοπημένες ελληνικές επιχειρήσεις παντός είδους θα έχουν περιέλθει στις καταχρεωμένες ελληνικές τράπεζες, τότε ξένες πολυεθνικές εταιρείες θα μπορούν να τις αγοράζουν είτε ως σύνολο επισφαλειών, είτε ως κατ’ ιδίαν απαξιωμένα αντικείμενα.

Έχουμε επισημάνει παλαιότερα ότι όποιος Γερμανός τραπεζίτης, Τούρκος πατριώτης ή πολυχρονεμένος Εμίρης αγοράσει την Αγροτική Τράπεζα θα βρεθεί αυτομάτως με υποθηκευμένο το σύνολο σχεδόν των αγροτικών εκμεταλλεύσεων εγκατελειμμένων στην απόλυτη δικαιοδοσία του.

Παρόμοια κατάσταση εξελίσσεται σε κάθε είδους και μεγέθους ιδιωτικά ακίνητα.

Με γοργούς ρυθμούς οι ιδιοκτήτες τους αποστερούνται των όποιων εισοδημάτων ή αποταμιεύσεών τους. Στην επόμενη φάση είτε οι τράπεζες είτε οι εφορίες θα επισπεύσουν την αποξένωσή τους από τις ακίνητες ιδιοκτησίες τους και τέλος αλλοδαπές εταιρείες real estate θα αγοράσουν μαζικά αυτά τα ακίνητα προκειμένου να τα «αξιοποιήσουν» παντοιοτρόπως. Μπορεί κάποιοι νεόπλουτοι συμπατριώτες μας να αγοράζουν κατοικίες στο Λονδίνο και την Ν.Υόρκη, όμως υπάρχουν χιλιάδες Βαλκάνιοι, Ρώσσοι, Δυτικοευρωπαίοι και Αμερικανοί, που ενδιαφέρονται να αγοράσουν σπίτια σε όλη την Ελλάδα και όχι μόνο σε παραθαλάσσιες περιοχές.

Τα ανωτέρω αποτελούν ευφάνταστα σενάρια κάποιων κοινών συκοφαντών και καταστροφολόγων; Μακάρι.

Είναι κακόβουλες φαντασιώσεις από κάποιες κακόπιστες «Κασσάνδρες»; Πολύ θα θέλαμε να ήταν έτσι.

Η κυβέρνηση βεβαίως διαρρηγνύει τα ιμάτιά της ότι δρά με αποκλειστικό γνώμονα τα εθνικά συμφέροντα και με μοναδικό οδηγό το πατριωτικό καθήκον χάριν του οποίου θυσιάζει το πολιτικό της μέλλον και απαιτεί και γι’ αυτό από τον λαό να αποδεχθεί την ολοκληρωτική του εξαθλίωση.

Δεν έχουμε λόγους να αμφισβητήσουμε τις αγνές προθέσεις κανενός.

Όμως στην πολιτική δεν έχουν αξία οι προθέσεις, αξία έχει το αποτέλεσμα.

Η Κυβέρνηση μπορεί να ισχυρίζεται ότι επιτελεί εθνοσωτήριο έργο, αλλά προς το παρόν κλείνουν επιχειρήσεις, εξανεμίζονται περιουσίες, καταστρέφονται νοικοκυριά.

Όλοι θα θέλαμε να πιστέψουμε τις αμήχανες διαβεβαιώσεις του Προέδρου και του Αντιπροέδρου της Κυβέρνησης, ότι με τις φαεινές ιδέες και τις τολμηρές αποφάσεις τους σώζουν τη χώρα από την χρεοκοπία. Όμως μέχρι στιγμής η εθνική οικονομία φαίνεται να είναι ένα βήμα πριν τον επιθανάτιο ρόγχο, οι πολίτες έρχονται αντιμέτωποι με το φάσμα της απόλυτης δυστυχίας, επισπεύδεται η αδιαφανής ρευστοποίηση δημόσιας περιουσίας, που οικοδομήθηκε με τον ιδρώτα πολλών γενεών, ταπεινώνεται η αξιοπρέπεια της χώρας από αγενείς εταίρους και κακόβουλους συμμάχους.

Και το ζήτημα δεν είναι αν πρέπει να μείνουμε στην ευρωζώνη ή να ξαναγυρίσουμε στη δραχμή. Το ζήτημα είναι ότι προωθούνται πολιτικές, που ασχέτως προθέσεων και αιτιολογικών εκθέσεων γυρνούν την Ελλάδα στην εποχή της δουλοπαροικίας και την καθιστούν άθλιο προτεκτοράτο και καταδικάζουν τους Έλληνες σε σκλάβους ξένων αφεντικών μέσα στον ίδιο τους τον τόπο.

Κάθε δουλειά λοιπόν έχει τα πλεονεκτήματα και τα μειονεκτήματά της. Όσοι λοιπόν επιλέγουν να ασχοληθούν με τα κοινά, οφείλουν να γνωρίζουν ότι δεν μπορούν να αποφύγουν την κρίση του λαού και την αξιολόγηση της ιστορίας.

Αμφότεροι σκληροί και άτεγκτοι κριτές που δεν ενδιαφέρονται για τις προθέσεις και τα κίνητρα, αλλά για τα υλικά αποτελέσματα.

Και ακόμη και αν κάποιοι εμφορούμενοι από κυνισμό και κοινωνική αναλγησία πιστεύουν ότι ο σκοπός αγιάζει τα μέσα, ας μην λησμονούν τη ρήση του συντηρητικού μεν, αλλά ευφυούς Δημοσθένη πριν από 2300 χρόνια:

«Έκαστον των πριν υπαρξάντων συμφώνως προς το τελευταίον εκβάν κρίνεται».

Με απλά λόγια στην πολιτική εκ του τελικού αποτελέσματος κρίνονται και επί τη βάσει και μόνον αυτού αξιολογούνται λόγια, προθέσεις, ιδέες, πολιτικές πρωτοβουλίες και κυβερνητικές πρακτικές.

Ηθικό δίδαγμα ελληνορθόδοξης σωτηριολογικής σκοπιμότητος:

Φίλοι πολιτικοί μετανοείτε, ήγγικε γαρ η ώρα της κρίσεως…

Παρασκευή 26 Αυγούστου 2011

Το τεκμήριο της ενοχής.

Όσο πιο πολύ προσποιούνται ότι ασχολούνται με την κάθαρση κυβέρνηση και αντιπολίτευση, τόσο περισσότερο γελοιοποιούνται στα μάτια του απλού πολίτη.

Καθ’ όμοιο λόγο όσο πιο πολύ μιλάνε στα κανάλια οι υπουργοί και διάφορα στελέχη των κομμάτων, τόσο περισσότερο εκτίθενται.

Είναι αυτό που λέμε να μη σε πάρει η κάτω βόλτα…

Δυστυχώς όμως έχει γίνει πλέον ευρύτατα αντιληπτό ότι για το πολιτικό προσωπικό της χώρας οι έννοιες, πολιτική ευθιξία, κοινωνική ευαισθησία, εθνικό φιλότιμο έχουν περιέλθει σε χειμερία νάρκη.

Το πολιτικό αισθητήριο έχει ολοκληρωτικά εκλείψει.

Ένα δύσοσμο μείγμα, πνευματικής νωθρότητας, αλαζονείας και ιδιάζουσας θρασύτητας αποπνέει πια η κάθε τους δημόσια εμφάνιση.

Το πολιτικό τους παρελθόν όζει στην κυριολεξία από ψευδολογίες, επαγγελματική ανεπάρκεια, οικονομικά σκάνδαλα και υπόθαλψη διαφθοράς.

Το πολιτικό τους παρόν βουλιάζει μέσα στο βούρκο την αναξιοπιστίας και της ανυποληψίας.

Το πολιτικό τους μέλλον προδιαγράφεται ζοφερό και τρισάθλιο.

Και αντί να αφυπνισθούν από την παντοιοτρόπως εκδηλούμενη παλλαϊκή δυσφορία, εθελοτυφλούν, αντιδρούν σπασμωδικά, διολισθαίνουν σε επικινδύνως φασίζουσες λογικές.

Αντί να σοβαρευθούν, να βελτιώσουν τις επιδώσεις τους στην προάσπιση των εθνικών συμφερόντων, στην δίωξη της διαφθοράς, στον σεβασμό της συνταγματικής τάξης, στη θωράκιση της αξιοπιστίας του κοινοβουλίου και της δικαιοσύνης, αντίθετα επιμένουν στις παρωχημένες πρακτικές και τις αποτυχημένες συνταγές.

Κάποιοι από αυτούς θα έπρεπε να είχαν λογοδοτήσει ήδη στη δικαιοσύνη. Κάποιοι άλλοι θα έπρεπε να είχαν απαλλάξει προ πολλού την πολιτεία από την επιζήμια ανεπάρκειά τους.

Και όσοι δεν βαρύνονται με προσωπικές αμαρτίες ή διαθέτουν κάποια προσόντα βουλιάζουν στο βάλτο της ατολμίας και γίνονται με την ψήφο ή την ανοχή τους εργαλεία νομιμοποίησης αντικοινωνικών και αντεθνικών πολιτικών.

Οι κυβερνήσεις της Νέας Δημοκρατίας μετήλθαν παντοίων αντισυνταγματικών τεχνασμάτων και σκοτεινών μεθοδεύσεων προκειμένου να οδηγήσουν σε παραγραφή όλα τα οικονομικά σκάνδαλα στα οποία το κομματικό της ασκέρι και όχι μόνο πρωτοστάτησε τα τελευταία χρόνια. Η σημερινή κυβέρνηση του ΠΑ.ΣΟ.Κ παρά τις προεκλογικές υποσχέσεις βολεύτηκε με την συνταγή της παραγραφής, που της κληροδότησαν οι προηγούμενοι και περιορίσθηκε σε μερικές παρωδίες εξεταστικών επιτροπών, που γελοιοποίησαν κάθε έννοια κοινοβουλευτικού ελέγχου.

Το αποτέλεσμα ήταν αμφότερα τα δύο μεγάλα κόμματα να καταγράψουν ρεκόρ αναξιοπιστίας και ανυποληψίας για ένα πάρα πολύ απλό λόγο.

Οι συνταγματικές διατάξεις περί ευθύνης υπουργών, οι οποίες δήθεν ευθύνονται για αυτό το όργιο ατιμωρησίας, προσφέρουν την δυνατότητα στον κατηγορούμενο να μη κάνει χρήση της ενστάσεως της παραγραφής και να αξιώσει τη διαλεύκανση της εναντίον του κατηγορίας από την δικαιοσύνη.

Εάν δεν κάνει χρήση αυτής της δυνατότητας και είτε με δική του πρωτοβουλία είτε αυτεπαγγέλτως οδηγηθεί η υπόθεσή του σε παραγραφή, τότε προφανώς παύει να είναι κατηγορούμενος. Σε μια τέτοια περίπτωση, στην οποία δυστυχώς έχουν καταλήξει όλες οι υποθέσεις σκανδάλων, με τη λήξη της ιδιότητας του κατηγορουμένου έχει τελειώσει ανεπιστρεπτί και το τεκμήριο αθωότητας για όλους τους εμπλεκόμενους πολιτικούς παράγοντες.

Αλλά το θέμα προφανώς δεν σταματάει εκεί. Γιατί με το «ευεργέτημα» της παραγραφής το κοινό περί δικαίου συναίσθημα έχει συνδέσει τη γέννηση ενός άλλου ατύπου μεν, αλλά απολύτως λογικού τεκμηρίου.

Όπως ακριβώς για το δικαιικό μας σύστημα ο κατηγορούμενος είναι αθώος μέχρι εκδόσεως αμετακλήτου δικαστικής αποφάσεως, έτσι ευλόγως όποιος επιδιώκει να αποφύγει την διερεύνηση των πράξεων του επικαλούμενος την παραγραφή του αξιοποίνου τους λογίζεται ένοχος για την τέλεσή τους σύμφωνα με την κοινή λογική του μέσου νομοταγούς πολίτη.

Υπάρχει δηλαδή, και καλώς υπάρχει, ένα οιονεί αμάχητο τεκμήριο ενοχής εις βάρος όλων αυτών, που φυγομαχούν, κρυπτόμενοι πίσω από την παραγραφή.

Και στο μέτρο που αυτοί κρίνονται ένοχοι των πράξεων για τις οποίες κατηγορήθηκαν, αλλά απέφυγαν την δικαστική διαλεύκανσή τους, άλλο τόσο κατά τεκμήριο θεωρούνται ένοχοι υπόθαλψης εγκληματιών και ενδεχομένως «φιλοδοξούντες» να τελέσουν παρόμοια οικονομικά εγκλήματα, όσοι συνέπραξαν στην διά παραγραφής ατιμωρησία τους.

Αυτός είναι ο κύριος λόγος, που το πολιτικό προσωπικό της χώρας έχει περιέλθει σε αισχροτάτη ανυποληψία, η οποία το καθιστά αναξιόπιστο, ύποπτο τελέσεως ενεργειών διασπάθισης ή παρανόμου ιδιοποιήσεως δημοσίου χρήματος και εν τέλει θεσμικά ανομιμοποίητο σε οποιαδήποτε πολιτική του πρωτοβουλία.

Αυτό το πολιτικό προσωπικό, αυτοί οι συγκεκριμένοι άνθρωποι, που ακόμη και σήμερα επιμένουν να αποφεύγουν την κάθαρση του πολιτικού σκηνικού, αναδεικνύονται εν τέλει από αποκλειστικά δική τους υπαιτιότητα σε υπονομευτές του θεσμικού συστήματος της χώρας και φέρουν ακέραια την ευθύνη για την κοινωνική δυστυχία και τις εθνικές συμφορές, που είναι επί θύραις.

Πέμπτη 20 Ιανουαρίου 2011

ΥΠΟΥΡΓΕΙΟ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ: Ωδινεν όρος και έτεκεν μυν

Από τα πρώτα τους βήματα οι ασχολούμενοι περί την εγκληματολογία και σωφρονιστική διδάσκονται ότι η αποτρεπτική ισχύς του ποινικού δικαίου δεν εξαρτάται τόσο από την αυστηρότητα των νόμων ή την βαρύτητα των ποινών, όσο από την βεβαιότητα του επίδοξου εγκληματία ότι η εγκληματική του δραστηριότητα θα αποκαλυφθεί και δεν θα αποφύγει τελικώς τις ποινικές συνέπειες των εγκλημάτων του.

Με άλλα λόγια ένα μικρό διοικητικό πρόστιμο είναι ικανότερο να αποτρέψει οποιονδήποτε από την τέλεση μιας εγκληματικής πράξεως, εφ ‘ όσον το διωκτικό και δικαστικό σύστημα του εμπνέει την πεποίθηση ότι δεν θα αποφύγει την πληρωμή του, παρά μια επαπειλούμενη θανατική ποινή σχετικά με την οποία ο επίδοξος εγκληματίας είναι βέβαιος ότι θα αποφύγει την σύλληψη και την τιμωρία του.

Αυτά ως εξαιρετικός νομικός προφανέστατα τα γνωρίζει ο κος Καστανίδης, καθώς επίσης ελπίζουμε και οι έγκριτοι νομομαθείς των νομοπαρασκευαστικών επιτροπών, που τον πλαισιώνουν.

Είναι λοιπόν λυπηρή η διαπίστωση ότι οι πολυδιαφημιζόμενες νομοθετικές πρωτοβουλίες του Υπουργού Δικαιοσύνης μπορεί να κινούνται θεωρητικά σε σωστή κατεύθυνση, αλλά πρακτικά ουδέν προσφέρουν στην απαιτούμενη βελτίωση απονομής της δικαιοσύνης σε περιπτώσεις εγκληματικών πράξεων ή παραλείψεων Υπουργών.

Δυστυχώς το πρόβλημα που ταλανίζει βάναυσα την Ελληνική Πολιτεία τα τελευταία χρόνια δεν είναι, όπως κάποιοι προσπαθούν να μας πείσουν η ανεπάρκεια ή αστοχία του νομικού μας συστήματος. Για την ατιμωρησία των Υπουργών της περιόδου διακυβέρνησης Καραμανλή δεν ευθύνονται οι πρόνοιες των σχετικών διατάξεων του Συντάγματος και ο νόμος περί ευθύνης Υπουργών.

Ευθύνονται οι αντιεπιστημονικές απόψεις και εντεύθεν ασύγγνωστες αστοχίες ανωτάτων δικαστικών κατά την άσκηση των καθηκόντων τους, οι καταλυτικές του πολιτεύματος μεθοδεύσεις του τότε Πρωθυπουργού και η συντεχνιακή νοοτροπία της συντριπτικής πλειοψηφίας των μελών του Κοινοβουλίου.

Με απλά λόγια μικρά συμμετοχή στο κουκούλωμα των σκανδάλων έχει η περίπου διετής αποσβεστική προθεσμία για την άσκηση ποινικής διώξεως κατά Υπουργών, που προβλέπεται στις σχετικές διατάξεις του Συντάγματος και τον νόμο περί ευθύνης Υπουργών. Αποσβετική προθεμία η οποία ούτως ή άλλως παραμένει ανέπαφη.

Αντίθετα, επί παραδείγματι στην υπόθεση του Βατοπεδίου, βαρυτάτη ευθύνη φέρουν οι δικαστικοί λειτουργοί, οι οποίοι καθυστέρησαν με έωλα νομικά επιχειρήματα την αποστολή της δικογραφίας στη Βουλή. Ο τέως Πρωθυπουργός, ο οποίος δεν δίστασε να εμποδίσει τους Βουλευτές του να συμμετάσχουν στις σχετικές συνεδριάσεις και φρόντισε να τερματίσει την σύνοδο από το Μάιο του επίμαχου έτους, ώστε να επισπεύσει την συμπλήρωση της αποσβεστικής προθεσμίας . Και τέλος ολόκληρη η Βουλή η οποία ανέχθηκε όλη αυτή την κατάσταση και επιπροσθέτως συνήνεσε στην μυστική διεξαγωγή των συνεδριάσεων των Εξεταστικών Επιτροπών, ώστε ο Ελληνικός λαός να μην αποκτήσει σαφή εικόνα για τα πραγματικά περιστατικά και να χάσει στο τέλος κάθε δυνατότητα αξιολόγησης της υπόθεσης με την φαιδρότητα των πολλαπλών πορισμάτων.

Όπως προσφυώς έχει λεχθεί η Ελλάδα δεν χρειάζεται περισσότερους ή καλύτερους νόμους. Χρειάζεται απλώς ένα νόμο που να επιβάλει την ορθή και απαρέγκλιτη εφαρμογή της υπάρχουσας νομοθεσίας, ιδίως από την πολιτική και επιχειρηματική ελίτ της χώρας.

Η εξομοίωση του χρόνου παραγραφής των υπουργικών ποινικώς κολάσιμων δραστηριοτήτων δεν θα εμποδίσει την ατιμωρησία, εφ΄όσον διάφοροι υψηλά ιστάμενοι παράγοντες θα φροντίζουν να αξιοποιούν τον θεσμικό τους ρόλο ώστε με ασύγγνωστες αμέλειες ή παρασκηνιακές μεθοδεύσεις να παρελκύουν την εξέλιξη των υποθέσεων, να συσκοτίζουν τα πραγματικά περιστατικά, να παρεμποδίζουν τις εργασίες των αρμοδίων οργάνων και εν τέλει να αποτρέπουν την δίωξη των υπαιτίων.

Όσο κάποιοι Δικαστές, κάποιες κομματικές ηγεσίες, κάποιες Κυβερνήσεις και κάποιοι Βουλευτές θα επιμένουν να μην εφαρμόζουν το νόμο (διότι περί αυτού πρόκειται) σε σχέση με συγκεκριμένη κατηγορία «υπερούσιων» πολιτικών, καμία νέα νομοθετική ρύθμιση δεν πρόκειται να βελτιώσει την κατάντια της Ελληνικής Πολιτείας, που από Δημοκρατία τείνει πλέον να εξελιχθεί σε …Κλεπτοκρατία.