Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΕΟΕ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΕΟΕ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 30 Ιουλίου 2012

Τελετή έναρξης: Εγγλέζικο κιτς και Ελληνική αφασία.



Λίγο η φτώχεια, λίγο η πολιτιστική ένδεια, λίγο η βρετανική εκκεντρικότητα, οδήγησαν σε μια τελετή έναρξης με ελάχιστο ενδιαφέρον για το διεθνές φιλοθεάμον κοινό, πιθανότατα δε και για τους ίδιους τους κατοίκους των Βρετανικών νήσων.
Οι Ολυμπιακοί αγώνες, ανεξάρτητα αν  γίνονται κάθε φορά σε κάποια πόλη του πλανήτη, δεν παύει να είναι μια παγκόσμια υπόθεση, που αφορά όλους τους λαούς της γης και κατά συνέπεια η τελετή έναρξης θα πρέπει να έχει κάτι να προσφέρει στην πανσπερμία των λαών και εθνοτήτων, που κάθε τέσσερα χρόνια με ενδιαφέρον και πάντως όχι δωρεάν την παρακολουθεί.

Είθισται βεβαίως κάθε διοργανώτρια χώρα να αφιερώνει και ένα κομμάτι στην προβολή του τόπου και της ιστορίας της, όμως ακόμα και αυτό θα πρέπει να γίνεται με γνώμονα την παρουσίαση στοιχείων, που αναφέρονται σε πανανθρώπινες αξίες, προάγουν τον παγκόσμιο πολιτισμό και γενικά διευρύνουν τους ορίζοντες της παγκόσμιας σκέψης.
Δυστυχώς τίποτα από αυτά δεν διακρίναμε στο περιεχόμενο αυτής της τελετής έναρξης.
Τουναντίον θεωρούμε ότι οι φίλοι μας οι Βρετανοί αδίκησαν τον εαυτό τους δίνοντας τη αίσθηση ότι η ιστορία αυτού του εξαιρετικού έθνους άρχισε περίπου το 1800 με τις πρώτες τζιμινιέρες και ότι όλα του τα πολιτιστικά επιτεύγματα περιορίζονται σε μερικά «ελαφρολαϊκά» τραγουδάκια. Μπορεί η διαφήμιση των υπηρεσιών υγείας να έχει κάποιο οικονομικό ενδιαφέρον, μπορεί το σιντάκι με τα τραγούδια της τελετής έναρξης να πουλήσει κάτι παραπάνω, αλλά αυτά δεν  μπορεί να αποτελούν τον κεντρικό στόχο μιας χώρας διοργανώτριας Ολυμπιακών αγώνων.

Ακόμη πιο ψυχοπλακωτικός όμως ήταν ο τρόπος της παρουσίασης.
 Ιδιαίτερα οι χρωματικές επιλογές και ο (μισο)φωτισμός,  όπου κυριάρχησε το γκρίζο , το μαύρο, το σκότος και η καταχνιά. The atmosphere was death, για να χρησιμοποιήσουμε μια κοινή αγγλική έκφραση.

Στα αρνητικά της φιέστας θα πρέπει να καταλογίσουμε την κακόγουστη εμπλοκή της ταλαίπωρης βασίλισσας στην κινηματογραφική κακογουστιά με τον πράκτορα του γλυκού νερού και στα αρνητικά της διοργάνωσης την εμπλοκή του στρατού στην περιφρούρηση των αγώνων.
Απαράδεκτη η προχειρότητα αντιμετώπισης του ζητήματος ασφαλείας που υποδηλώνει η εκ των ενόντων αξιοποίηση των φαντάρων στην ύστατη στιγμή. Ακόμη πιο απαράδεκτη η εικόνα των ένστολων στρατιωτών σε μια αθλητική διοργάνωση, το κεντρικό ιδεώδες της οποίας είναι η παγκόσμια ειρήνη. Πρόκειται για μια εικόνα, που θα φρόντιζαν να αποφύγουν ακόμη και τα πλέον μιλιταριστικά και ολοκληρωτικά καθεστώτα.
 Εξ’ άλλου έχοντας μια εντελώς διαφορετική εκπαίδευση, είναι μάλλον απίθανο τα παιδιά των ενόπλων δυνάμεων να ανταποκριθούν στο εξειδικευμένο έργο της ασφάλειας-αστυνόμευσης μιας τέτοιας, τόσο  μεγάλης και ιδιόρρυθμης, διοργάνωσης.

 Το παρατράγουδο με την Ινδική αντιπροσωπεία είναι χαρακτηριστικό και  ευχή όλων να είναι το μόνο.

Παρ’ όλα αυτά δεν μπορούμε να παραβλέψουμε κάποια στοιχεία, τα οποία μας εντυπωσίασαν θετικά.

Ο τόπος φιλοξενίας των εθνικών σημαιών πάνω στον καταπράσινο λόφο υπό την κοινή σκέπη της βελανιδιάς, αποτελεί ένα εξαιρετικό εύρημα, που προφανώς συμβολίζει την παγκόσμια κοινή παγανιστική μήτρα, η οποία έχει σαν διεθνές σύμβολο την ελληνική δρυ, ιερό δένδρο των Δρυΐδων, οι οποίοι αποτελούν, ως γνωστόν, και το Βρετανικό Ιερατείο, που χάνεται στα βάθη των αιώνων και από όπου έλκει την καταγωγή του και ο δημοφιλής μάγος Μέρλυν, κομβικό πρόσωπο της Βρετανικής μυθολογίας.

Όπως εξαιρετικά ευρηματικός ήταν και ο βωμός της Ολυμπιακής φλόγας συντιθέμενος από τις δεκάδες δάδες των συμμετεχουσών χωρών.

Ιδιαίτερα δε ευχάριστη έκπληξη για την Ελλάδα θεωρώ το γεγονός ότι οι Βρετανοί Διοργανωτές για την αλφαβητική είσοδο των αθλητικών ομάδων στο στάδιο κατέταξαν την FYROM στις χώρες που το όνομά τους αρχίζει από “F” και όχι από “Μ”. Η επιλογή τους είναι αντικειμενικά παράδοξη αν σκεφθούμε ότι το ουσιαστικό είναι το Μακεδονία ενώ όλες οι άλλες λέξεις του σύνθετου ονόματος είναι απλώς προσδιορισμοί. (Με την λογική αυτή πληθώρα άλλων χωρών θα έπρεπε να καταταγούν στο “R” επειδή του ουσιαστικού ονόματός τους προηγείται ο πολιτειακός προσδιορισμός Republic). Όμως εν πάση περιπτώσει για μας υπήρξε πολύ παρήγορη επιβεβαίωση της φαιδρότητας των ανιστόρητων ψυχώσεων των Σκοπίων.

Ας έρθουμε όμως δι’ ολίγον και στα καθ’ ημάς.

Η ανεκδιήγητη δική μας Ολυμπιακή επιτροπή, που μέχρι την προτεραία κομπορρημονούσε περί της ολυμπιακής ιδέας και της αθλητικής δεοντολογίας, υπέπεσε σε δύο βαρύτατα κατά την άποψη μας αμαρτήματα κατά την τελετή έναρξης.

Το πρώτο, που προδίδει ακριβώς τα όσα της καταμαρτυρούσαμε προχθές περί υπερφίαλου εγωϊσμού των προεστών της, συνίσταται στην άθλια εικόνα της εισόδου της εθνικής μας ομάδας στο στάδιο.
Σε αντίθεση με την συντριπτική πλειοψηφία των πολιτισμένων χωρών, που συμμετείχαν στην τελετή, αντί αθλητικής αποστολής εισέβαλε στο στάδιο ένα τεράστιο πλήθος αχαρακτήριστων παραγόντων, οι οποίοι εξαφάνισαν στην κυριολεξία  τους αθλητές. 
Ντροπή. Ιδιαίτερα σε ένα δρώμενο , όπου προφανώς οι αθλητές έχουν την τιμητική τους και σε μια εποχή, που η Ελλάδα λοιδορείται διεθνώς για την διασπάθιση του δημόσιου χρήματος από "κολλητούς" και "χαραμοφάηδες".

Το χειρότερο όμως αμάρτημα της διοίκησης της Ελληνικής Ολυμπιακής Επιτροπής είναι πως επέτρεψε στον ανιστόρητο εμποράκο, τον κο Ρογκ, να διατυπώσει ενώπιον εκατοντάδων εκατομμυρίων την απρόκλητη ύβρη του εναντίον της πατρίδας μας, αποκαλώντας το Λονδίνο «σπίτι» των Ολυμπιακών αγώνων.
Τα φληναφήματα περί εκ των υστέρων «διαμαρτυριών» του κου Καπράλου δεν πείθουν κανένα.
Όσοι είχαν τον μαζοχισμό να παρακολουθήσουν τις κουταμάρες του κου Ρογκ γνωρίζουν πολύ καλά ότι το κείμενο της ομιλίας του είχε κυκλοφορήσει αρκετές ώρες προτού την εκφωνήσει. Για τον απλούστατο λόγο ότι ο δημοσιογράφος, που σχολίαζε την τελετή, έκανε και την ταυτόχρονη μετάφραση κατά τη διάρκεια της ομιλίας, όπερ σημαίνει ότι διέθετε  το κείμενο πολύ νωρίτερα, ώστε να  το έχει μεταφρασμένο και μάλιστα σε αρκετά σημεία εκ παραδρομής   διάβασε την μετάφραση, προτού ο ομιλητής να εκφωνήσει το ανάλογο χωρίο του πρωτοτύπου κειμένου…
Αφού λοιπόν την είχε ο δημοσιογράφος προφανώς θα την είχε (ή εν πάση περιπτώσει όφειλε να την έχει) και ο κος Καπράλος. Είχε λοιπόν καθήκον να παρέμβει εκ των προτέρων στον κο Ρογκ και να τον αποτρέψει από τις χαμερπείς κολακείες του προς τους διοργανωτές, οι οποίες συμβαίνει να είναι τόσο προσβλητικές για τη δική μας χώρα.

Καλούνται λοιπόν οι Υπουργοί Πολιτισμού και Αθλητισμού να ενεργήσουν τα δέοντα τόσο για την ασχημία της εισόδου της ολυμπιακής αποστολής στο στάδιο, όσο κυρίως για την ανεπάρκεια των στελεχών τη ΕΟΕ να προστατεύσουν την διεθνή εικόνα της χώρας και τα απαράγραπτα ιστορικά δικαιώματά της απέναντι σε μια ομάδα «Αθανάτων» παραδόπιστων σφετεριστών της Ολυμπιακής Ιδέας.
Και βεβαίως θα ήταν ιδιαίτερα ενδιαφέρον σε μια περίοδο, που ο Ελληνικός λαός λιμοκτονεί να μας ενημερώσει ο αρμόδιος Υπουργός αναλυτικά για το γενικό κόστος της Ελληνικής αποστολής και ιδιαιτέρως για τα χρήματα, που πέραν των αθλητών κοστίζει στο δημόσιο κορβανά ο κάθε μικρός και μεγάλος παράγοντας ξεχωριστά.
Νομίζω;

Σημείωση: Οι φωτογραφίες είναι από την επίσημη ιστοσελίδα των Αγώνων

Πέμπτη 26 Ιουλίου 2012

Ο Θεός συγχωρεί, οι «Αθάνατοι» όχι.



Ο υπερφίαλος εγωϊσμός  είναι ο απόλυτος ρατσισμός.

Γιατί τι άλλο από ρατσισμός είναι να θεωρείς όλους τους άλλους κουνούπια μπροστά σε σένα.
Κουνούπια, που δικαιούσαι να τα συνθλίβεις με μια σου κίνηση επειδή ανήκεις στο κλάμπ των «αθανάτων» της Ολυμπιακής Επιτροπής, οι οποίοι ελέω των δισεκατομμυρίων μιας καλοστημένης κερδοσκοπικής φιέστας έχουν δικαίωμα ζωής και θανάτου (ius vitae et necis) επί των ταλαίπωρων «μονομάχων» του Ολυμπιακού Κολωσσαίου, δικαίωμα το οποίο θα ζήλευε ακόμη και ο Καλιγούλας στο απόγειο της κτηνωδίας του.

Όπως απόλυτος φασισμός είναι η ακαριαία ηθική και κοινωνική εξόντωση ενός ανθρώπινου πλάσματος με μια καταδίκη, που επιβάλλεται χωρίς ακροατήριο, χωρίς απολογία του «παραβάτη» και χωρίς δικαίωμα μεταμέλειας και δεύτερης ευκαιρίας.

Ο αναμάρτητος λοιπόν πρώτος τον λίθον βαλέτω και δυστυχώς στο ΚΑΠΥ των ισοβίων μελών της ΔΟΕ με το συρφετό των παρατρεχάμενων επιχειρηματικών συμφερόντων και αθλητικών παραγόντων οι αναμάρτητοι μάλλον είναι είδος εν ανεπαρκεία.
Η ανοησία της αθλήτριας και η αναντίρρητη απαξία του ιντερνετικού «τιτιβίσματός» της αποτελεί πταίσμα συγκρινόμενη με την αλαζονεία, την βιαιότητα και την υπερβολή, που χαρακτηρίζει την αντίδραση των διοικητικών παραγόντων της Ελληνικής αποστολής.
Γιατί είναι απαράδεκτα αλαζονικό να καταχράσαι την ισχύ του θεσμικού σου ρόλου και να επιβάλλεις την εσχάτη των ποινών σε μια αθλήτρια, που είχε μεν μια κακή στιγμή αλλά αναμφίβολα διαρκείς αγαθές προθέσεις. Προδίδει δε ασύμβατη με την αθλητική δεοντολογία βιαιότητα η συντριβή των ονείρων ενός νέου ανθρώπου με αφορμή ένα ζήτημα περί όνου σκιάς. Και προφανώς η συντριπτική βαρύτητα τα ποινής είναι ασύμμετρη σε σχέση με την βαρύτητα της τιμωρουμένης πράξης, παραβιάζοντας κατάφορα την αρχή της αναλογικότητας και καθιστώντας καταγέλαστους τους ισχυρισμούς περί εφαρμογής των Ολυμπιακών κανόνων, απονομής της αθλητικής δικαιοσύνης, αναγκαίου κολασμού της συγκεκριμένης παραβατικής συμπεριφοράς και διαπαιδαγωγικού χαρακτήρα της επιβληθείσας υπερβολικής και επομένως άδικης ποινής.

Ακόμη και το επιχείρημα περί προστασίας της διεθνούς εικόνας της χώρας  καταντά φαιδρή ανοησία, αν αναλογισθεί κανείς ότι ένα «τιτίβισμα» σε ένα μέσο κοινωνικής δικτύωσης το βλέπουν μόνο οι «ακόλουθοι», οι κολλητοί, της αθλήτριας ενώ η ανεπίτρεπτη απόφαση της Ελληνικής Ολυμπιακής Επιτροπής έγινε πρώτο θέμα σε όλα τα διεθνή μέσα ενημέρωσης.
Αυτό λοιπόν που δήθεν επεδίωξαν να αποφύγουν με τον αποκλεισμό της άτυχης αθλήτριας, τον διεθνή διασυρμό της χώρας, αυτό ακριβώς επέτυχαν με την πανηγυρική παραδοχή από το πλέον αρμόδιο θεσμικό όργανο της πατρίδος μας ότι δήθεν η Ελλάδα έχει αθλητές, που εμφορούνται από τόσο έντονα ρατσιστικά συναισθήματα, που δικαιολογούν και επιβάλλουν  ακόμη και τον αποκλεισμό τους από την ολυμπιακή κοινότητα.

Οφείλουν λοιπόν  να σοβαρευθούν επιτέλους οι διάφοροι κύριοι, που με τον άλφα ή βήτα τρόπο κατέχουν θεσμικές θέσεις και να φροντίσουν να αποκτήσουν τα αντίστοιχα με το ρόλο τους προσόντα.
Εν προκειμένω θα έπρεπε να συνειδητοποιούν ότι η στήριξη και όχι ο αποκλεισμός των αθλητών είναι το έργο, που τους έχει αναθέσει η πολιτεία.
 Ότι για κάθε λάθος των αθλητών οφείλουν να αναζητούν εαυτοίς την αιτία.
 Ότι «μη βία, ω! άριστε, αλλά παίζων τους παίδας τρέφε» κατά τον Αριστοτέλη, οπωσδήποτε περισσότερο επαΐοντα περί του ολυμπιακού ιδεώδους. 
Και κυρίως ότι η Ελληνική Ολυμπιακή Επιτροπή, δεδομένων των ποιοτικών χαρακτηριστικών της ΔΟΕ,  οφείλει να είναι πρώτα Ελληνική και μετά «ολυμπιακή».

Δυστυχώς στην υπό κρίσι περίπτωση τόσο ο ατυχής χειρισμός όσο και  η ανόητη δικαιολογία περί προσπάθειας αποφυγής δυσφημίσεως της χώρας ευλόγως δημιουργούν την υποψία ότι κάποιοι για άλλη μια φορά προκειμένου να γίνουν οι ίδιοι ευχάριστοι σε συγκεκριμένους διεθνείς κύκλους θυσίασαν τα όνειρα ενός νέου ανθρώπου και κυρίως, εκόντες άκοντες αδιάφορον,  όπλισαν με επιβλαβή επιχειρήματα όλους αυτούς, που με εξαιρετικά ρατσιστική διάθεση δεν παραλείπουν να μας λοιδορούν καθημερινά ως κράτος και ως έθνος.

Όμως εκεί όπου αναδείχθηκε ο απόλυτος φαρισαϊσμός ήταν για άλλη μια φορά στο χώρο του πολιτικού κατεστημένου.
Με περισσή υποκρισία ωσάν τις εν πολλαίς αμαρτίαις περιπεσούσες γεροντοκόρες, που διαρρηγνύουν τα ιμάτιά τους στο παραμικρό στραβοπάτημα  της γειτονικής παιδούλας, έσπευσαν με ανείπωτο μένος τα πλείστα των πολιτικών κομμάτων να καυτηριάσουν την ανοησία της αθλήτριας και να απαιτήσουν, ως μαινόμενες Ηρωδιάδες την κεφαλή της επί πίνακι.
Το 2004 ο κος Καραμανλής έσπευσε απερίσκεπτα στο ξεκίνημά του ως Πρωθυπουργός να ζητήσει την παραίτηση του κου Τσιτουρίδη διότι κάποτε στο παρελθόν είχε επιδιώξει την μεταγραφή του γιού του από ένα περιφερειακό Πανεπιστήμιο, σε ένα Πανεπιστήμιο της Αθήνας.  Οι στοιχειωδώς εχέφρονες είχαν επισημάνει τότε ότι ο κος Καραμανλής τοποθετούσε τόσο  ψηλά τον πήχη της πολιτικής ηθικής, που αναπόφευκτα στη συνέχεια θα αναγκαζόταν να περνάει συνεχώς από κάτω. ¨Όντως στα χρόνια που ακολούθησαν η σωρεία σκανδάλων που ήρθαν στο φως της δημοσιότητας κατέστησαν φαιδρή εκείνη την  πρώτη αντίδραση του Σεμνού και Ταπεινού Πρωθυπουργού.

Οι σημερινές λοιπόν ηγετικές ομάδες των κομμάτων φαίνεται να μην έχουν διδαχθεί τίποτε από το πάθημα Καραμανλή.
Αλλιώς δεν εξηγείται πως τολμούν να ανατριχιάζουν με τον παιδαριώδη «ρατσισμό» της νεαρής αθλήτριας την ώρα που επιδεικνύουν ασύγγνωστη βαρηκοΐα στις καθημερινές ρατσιστικές δηλώσεις του κου Σόιμπλε, της κας Μέρκελ, του κου Ρέσλερ και δεκάδων άλλων Ευρωπαίων παραγόντων και στρατευμένων στον συστηματικό ανθελληνισμό διεθνών μέσων μαζικής ενημέρωσης.
Και εάν «οι καλοί τους τρόποι» δεν τους επιτρέπουν να έλθουν σε φιλονικία με τους ξένους ρατσιστές υβριστές της Ελλάδος  γιατί επιδεικνύουν τόση αναισθησία σε φαινόμενα εσωτερικού, κυβερνητικού, ρατσισμού;
Γιατί συμμετέχουν και στηρίζουν κυβερνήσεις που διχάζουν τους πολίτες σε δεξιούς και αριστερούς, σε «νομοταγείς» εργαζόμενους και «κακούς» συνδικαλιστές, σε πλούσιους αξιοσέβαστους φοροαποφεύγοντες και φτωχούς αναξιοπρεπείς φοροοφειλέτες, σε πελάτες των ιδιωτικών κλινικών και σε φτωχούς συνταξιούχους που τους αξίζει να πεθάνουν;
Αυτή η διάκριση των πολιτών σε κατηγορίες με βάση την πολιτική τους τοποθέτηση, την συνδικαλιστική τους δράση, την φορολογική τους αδυναμία, την κατάσταση της υγείας τους δεν είναι ένας ιδιότυπος, αλλά πάντως καραμπινάτος ρατσισμός;
Δεν είναι ρατσισμός η πολιτική νομενκλατούρα και η ιδιοτελής πελατεία της να είναι στο απυρόβλητο της δικαιοσύνης, την ίδια ώρα που οι απλοί άνθρωποι υφίστανται ανηλεές κυνηγητό για ασήμαντη αφορμή, όπως ας πούμε η συγκεκριμένη αθλήτρια;
Δεν είναι κοινωνικός ρατσισμός να περικόπτονται ανάλγητα συνεχώς οι μισθοί και οι συντάξεις των φτωχών μισθωτών και συνταξιούχων για να καλυφθούν οι τρύπες των τραπεζιτών, οι ρεμούλες των λυμεώνων του δημοσίου χρήματος και το μεγάλο φαγοπότι συγκεκριμένων ντόπιων και ξένων επιχειρηματικών ομίλων;
Δεν είναι κοινωνικός ρατσισμός κύριε Κουβέλη η καταδίκη στον υποσιτισμό εκατοντάδων χιλιάδων μικρών Ελληνόπουλων την ίδια στιγμή όπου Σείς χαριεντίζεσθε με αυτούς, που απήλλαξαν τη Ζήμενς από ποινικές ευθύνες των διευθυντών της, αλλά και από την ευθύνη αποκαταστάσεως ζημίας του Ελληνικού Δημοσίου ανώτερης των 2 δις ευρώ, με βάση το σχετικό πόρισμα της Βουλής;

Είναι πράγματι θλιβερό ότι κόμματα της αριστεράς (και δεν εννοώ την ΔΗΜΑΡ όπου συνωστίζονται ανιστόρητοι ρατσιστές αποδίδοντες σε συνωστισμό την διεθνώς αναγνωρισμένη ως γενοκτονία καταστροφή της Σμύρνης), παρασύρθηκαν στο ατόπημα να σπεύσουν να επικροτήσουν την απόφαση αποκλεισμού της Ελληνίδας αθλήτριας.
Η απόφαση υπήρξε ανόητη για τους λόγους που προαναφέραμε και συνεπώς, ως μη όφειλαν, έσπευσαν να συμπράξουν σε μια ανοησία.
Αν όμως, όπως περίτεχνα καλλιεργούν μέσα προσκείμενα σε συγκεκριμένα συμφέροντα, η στάση των αριστερών κομμάτων υπήρξε αποτέλεσμα συγκεκριμένης πολιτικής συμπάθειας της αθλήτριας, τότε η σπουδή τους να την καταδικάσουν είναι δυο φορές ανόητη.
Διότι η αριστερά οφείλει να διακρίνεται από μεγαλοψυχία, ανεξικακία, αντικειμενικότητα και σοβαρότητα. 
Δεν μπορεί να μεγαλοποιεί τα επουσιώδη και να «καταπίνει» τα μείζονα χάριν πολιτικών σκοπιμοτήτων.
Δεν επιτρέπεται να διακρίνει τους απλούς ανθρώπους με βάση τα πολιτικά τους πιστεύω.
Δεν επιτρέπεται να ποινικοποιεί την αφέλεια της νέας γενιάς, αλλά επιβάλλεται να την στηρίζει, να την διαπαιδαγωγεί και να την εμπνέει.
Ας προσέξουν λοιπόν κάποιοι που η ροπή τους προς τον δογματισμό τους εμποδίζει να αντιληφθούν την δεινή πραγματικότητα της χώρας και τις σκληρές και άτεγκτες προτεραιότητες, που θέτει η παρούσα ιστορική συγκυρία.
Ας μη ξεχνούν ότι ο δογματισμός είναι η πεμπτουσία του ιδεαλισμού και τέτοιου είδους θεωρητικές εμμονές που δεν παρακολουθούν τις σύγχρονες αντικειμενικές και υποκειμενικές συνθήκες και δεν εξυπηρετούν τα καλώς εννοούμενα εθνικά συμφέροντα, χύνουν νερό στο μύλο της αντίδρασης και ενισχύουν τις δυνάμεις του εθνικισμού.