Πέμπτη 26 Ιουλίου 2012

Ο Θεός συγχωρεί, οι «Αθάνατοι» όχι.



Ο υπερφίαλος εγωϊσμός  είναι ο απόλυτος ρατσισμός.

Γιατί τι άλλο από ρατσισμός είναι να θεωρείς όλους τους άλλους κουνούπια μπροστά σε σένα.
Κουνούπια, που δικαιούσαι να τα συνθλίβεις με μια σου κίνηση επειδή ανήκεις στο κλάμπ των «αθανάτων» της Ολυμπιακής Επιτροπής, οι οποίοι ελέω των δισεκατομμυρίων μιας καλοστημένης κερδοσκοπικής φιέστας έχουν δικαίωμα ζωής και θανάτου (ius vitae et necis) επί των ταλαίπωρων «μονομάχων» του Ολυμπιακού Κολωσσαίου, δικαίωμα το οποίο θα ζήλευε ακόμη και ο Καλιγούλας στο απόγειο της κτηνωδίας του.

Όπως απόλυτος φασισμός είναι η ακαριαία ηθική και κοινωνική εξόντωση ενός ανθρώπινου πλάσματος με μια καταδίκη, που επιβάλλεται χωρίς ακροατήριο, χωρίς απολογία του «παραβάτη» και χωρίς δικαίωμα μεταμέλειας και δεύτερης ευκαιρίας.

Ο αναμάρτητος λοιπόν πρώτος τον λίθον βαλέτω και δυστυχώς στο ΚΑΠΥ των ισοβίων μελών της ΔΟΕ με το συρφετό των παρατρεχάμενων επιχειρηματικών συμφερόντων και αθλητικών παραγόντων οι αναμάρτητοι μάλλον είναι είδος εν ανεπαρκεία.
Η ανοησία της αθλήτριας και η αναντίρρητη απαξία του ιντερνετικού «τιτιβίσματός» της αποτελεί πταίσμα συγκρινόμενη με την αλαζονεία, την βιαιότητα και την υπερβολή, που χαρακτηρίζει την αντίδραση των διοικητικών παραγόντων της Ελληνικής αποστολής.
Γιατί είναι απαράδεκτα αλαζονικό να καταχράσαι την ισχύ του θεσμικού σου ρόλου και να επιβάλλεις την εσχάτη των ποινών σε μια αθλήτρια, που είχε μεν μια κακή στιγμή αλλά αναμφίβολα διαρκείς αγαθές προθέσεις. Προδίδει δε ασύμβατη με την αθλητική δεοντολογία βιαιότητα η συντριβή των ονείρων ενός νέου ανθρώπου με αφορμή ένα ζήτημα περί όνου σκιάς. Και προφανώς η συντριπτική βαρύτητα τα ποινής είναι ασύμμετρη σε σχέση με την βαρύτητα της τιμωρουμένης πράξης, παραβιάζοντας κατάφορα την αρχή της αναλογικότητας και καθιστώντας καταγέλαστους τους ισχυρισμούς περί εφαρμογής των Ολυμπιακών κανόνων, απονομής της αθλητικής δικαιοσύνης, αναγκαίου κολασμού της συγκεκριμένης παραβατικής συμπεριφοράς και διαπαιδαγωγικού χαρακτήρα της επιβληθείσας υπερβολικής και επομένως άδικης ποινής.

Ακόμη και το επιχείρημα περί προστασίας της διεθνούς εικόνας της χώρας  καταντά φαιδρή ανοησία, αν αναλογισθεί κανείς ότι ένα «τιτίβισμα» σε ένα μέσο κοινωνικής δικτύωσης το βλέπουν μόνο οι «ακόλουθοι», οι κολλητοί, της αθλήτριας ενώ η ανεπίτρεπτη απόφαση της Ελληνικής Ολυμπιακής Επιτροπής έγινε πρώτο θέμα σε όλα τα διεθνή μέσα ενημέρωσης.
Αυτό λοιπόν που δήθεν επεδίωξαν να αποφύγουν με τον αποκλεισμό της άτυχης αθλήτριας, τον διεθνή διασυρμό της χώρας, αυτό ακριβώς επέτυχαν με την πανηγυρική παραδοχή από το πλέον αρμόδιο θεσμικό όργανο της πατρίδος μας ότι δήθεν η Ελλάδα έχει αθλητές, που εμφορούνται από τόσο έντονα ρατσιστικά συναισθήματα, που δικαιολογούν και επιβάλλουν  ακόμη και τον αποκλεισμό τους από την ολυμπιακή κοινότητα.

Οφείλουν λοιπόν  να σοβαρευθούν επιτέλους οι διάφοροι κύριοι, που με τον άλφα ή βήτα τρόπο κατέχουν θεσμικές θέσεις και να φροντίσουν να αποκτήσουν τα αντίστοιχα με το ρόλο τους προσόντα.
Εν προκειμένω θα έπρεπε να συνειδητοποιούν ότι η στήριξη και όχι ο αποκλεισμός των αθλητών είναι το έργο, που τους έχει αναθέσει η πολιτεία.
 Ότι για κάθε λάθος των αθλητών οφείλουν να αναζητούν εαυτοίς την αιτία.
 Ότι «μη βία, ω! άριστε, αλλά παίζων τους παίδας τρέφε» κατά τον Αριστοτέλη, οπωσδήποτε περισσότερο επαΐοντα περί του ολυμπιακού ιδεώδους. 
Και κυρίως ότι η Ελληνική Ολυμπιακή Επιτροπή, δεδομένων των ποιοτικών χαρακτηριστικών της ΔΟΕ,  οφείλει να είναι πρώτα Ελληνική και μετά «ολυμπιακή».

Δυστυχώς στην υπό κρίσι περίπτωση τόσο ο ατυχής χειρισμός όσο και  η ανόητη δικαιολογία περί προσπάθειας αποφυγής δυσφημίσεως της χώρας ευλόγως δημιουργούν την υποψία ότι κάποιοι για άλλη μια φορά προκειμένου να γίνουν οι ίδιοι ευχάριστοι σε συγκεκριμένους διεθνείς κύκλους θυσίασαν τα όνειρα ενός νέου ανθρώπου και κυρίως, εκόντες άκοντες αδιάφορον,  όπλισαν με επιβλαβή επιχειρήματα όλους αυτούς, που με εξαιρετικά ρατσιστική διάθεση δεν παραλείπουν να μας λοιδορούν καθημερινά ως κράτος και ως έθνος.

Όμως εκεί όπου αναδείχθηκε ο απόλυτος φαρισαϊσμός ήταν για άλλη μια φορά στο χώρο του πολιτικού κατεστημένου.
Με περισσή υποκρισία ωσάν τις εν πολλαίς αμαρτίαις περιπεσούσες γεροντοκόρες, που διαρρηγνύουν τα ιμάτιά τους στο παραμικρό στραβοπάτημα  της γειτονικής παιδούλας, έσπευσαν με ανείπωτο μένος τα πλείστα των πολιτικών κομμάτων να καυτηριάσουν την ανοησία της αθλήτριας και να απαιτήσουν, ως μαινόμενες Ηρωδιάδες την κεφαλή της επί πίνακι.
Το 2004 ο κος Καραμανλής έσπευσε απερίσκεπτα στο ξεκίνημά του ως Πρωθυπουργός να ζητήσει την παραίτηση του κου Τσιτουρίδη διότι κάποτε στο παρελθόν είχε επιδιώξει την μεταγραφή του γιού του από ένα περιφερειακό Πανεπιστήμιο, σε ένα Πανεπιστήμιο της Αθήνας.  Οι στοιχειωδώς εχέφρονες είχαν επισημάνει τότε ότι ο κος Καραμανλής τοποθετούσε τόσο  ψηλά τον πήχη της πολιτικής ηθικής, που αναπόφευκτα στη συνέχεια θα αναγκαζόταν να περνάει συνεχώς από κάτω. ¨Όντως στα χρόνια που ακολούθησαν η σωρεία σκανδάλων που ήρθαν στο φως της δημοσιότητας κατέστησαν φαιδρή εκείνη την  πρώτη αντίδραση του Σεμνού και Ταπεινού Πρωθυπουργού.

Οι σημερινές λοιπόν ηγετικές ομάδες των κομμάτων φαίνεται να μην έχουν διδαχθεί τίποτε από το πάθημα Καραμανλή.
Αλλιώς δεν εξηγείται πως τολμούν να ανατριχιάζουν με τον παιδαριώδη «ρατσισμό» της νεαρής αθλήτριας την ώρα που επιδεικνύουν ασύγγνωστη βαρηκοΐα στις καθημερινές ρατσιστικές δηλώσεις του κου Σόιμπλε, της κας Μέρκελ, του κου Ρέσλερ και δεκάδων άλλων Ευρωπαίων παραγόντων και στρατευμένων στον συστηματικό ανθελληνισμό διεθνών μέσων μαζικής ενημέρωσης.
Και εάν «οι καλοί τους τρόποι» δεν τους επιτρέπουν να έλθουν σε φιλονικία με τους ξένους ρατσιστές υβριστές της Ελλάδος  γιατί επιδεικνύουν τόση αναισθησία σε φαινόμενα εσωτερικού, κυβερνητικού, ρατσισμού;
Γιατί συμμετέχουν και στηρίζουν κυβερνήσεις που διχάζουν τους πολίτες σε δεξιούς και αριστερούς, σε «νομοταγείς» εργαζόμενους και «κακούς» συνδικαλιστές, σε πλούσιους αξιοσέβαστους φοροαποφεύγοντες και φτωχούς αναξιοπρεπείς φοροοφειλέτες, σε πελάτες των ιδιωτικών κλινικών και σε φτωχούς συνταξιούχους που τους αξίζει να πεθάνουν;
Αυτή η διάκριση των πολιτών σε κατηγορίες με βάση την πολιτική τους τοποθέτηση, την συνδικαλιστική τους δράση, την φορολογική τους αδυναμία, την κατάσταση της υγείας τους δεν είναι ένας ιδιότυπος, αλλά πάντως καραμπινάτος ρατσισμός;
Δεν είναι ρατσισμός η πολιτική νομενκλατούρα και η ιδιοτελής πελατεία της να είναι στο απυρόβλητο της δικαιοσύνης, την ίδια ώρα που οι απλοί άνθρωποι υφίστανται ανηλεές κυνηγητό για ασήμαντη αφορμή, όπως ας πούμε η συγκεκριμένη αθλήτρια;
Δεν είναι κοινωνικός ρατσισμός να περικόπτονται ανάλγητα συνεχώς οι μισθοί και οι συντάξεις των φτωχών μισθωτών και συνταξιούχων για να καλυφθούν οι τρύπες των τραπεζιτών, οι ρεμούλες των λυμεώνων του δημοσίου χρήματος και το μεγάλο φαγοπότι συγκεκριμένων ντόπιων και ξένων επιχειρηματικών ομίλων;
Δεν είναι κοινωνικός ρατσισμός κύριε Κουβέλη η καταδίκη στον υποσιτισμό εκατοντάδων χιλιάδων μικρών Ελληνόπουλων την ίδια στιγμή όπου Σείς χαριεντίζεσθε με αυτούς, που απήλλαξαν τη Ζήμενς από ποινικές ευθύνες των διευθυντών της, αλλά και από την ευθύνη αποκαταστάσεως ζημίας του Ελληνικού Δημοσίου ανώτερης των 2 δις ευρώ, με βάση το σχετικό πόρισμα της Βουλής;

Είναι πράγματι θλιβερό ότι κόμματα της αριστεράς (και δεν εννοώ την ΔΗΜΑΡ όπου συνωστίζονται ανιστόρητοι ρατσιστές αποδίδοντες σε συνωστισμό την διεθνώς αναγνωρισμένη ως γενοκτονία καταστροφή της Σμύρνης), παρασύρθηκαν στο ατόπημα να σπεύσουν να επικροτήσουν την απόφαση αποκλεισμού της Ελληνίδας αθλήτριας.
Η απόφαση υπήρξε ανόητη για τους λόγους που προαναφέραμε και συνεπώς, ως μη όφειλαν, έσπευσαν να συμπράξουν σε μια ανοησία.
Αν όμως, όπως περίτεχνα καλλιεργούν μέσα προσκείμενα σε συγκεκριμένα συμφέροντα, η στάση των αριστερών κομμάτων υπήρξε αποτέλεσμα συγκεκριμένης πολιτικής συμπάθειας της αθλήτριας, τότε η σπουδή τους να την καταδικάσουν είναι δυο φορές ανόητη.
Διότι η αριστερά οφείλει να διακρίνεται από μεγαλοψυχία, ανεξικακία, αντικειμενικότητα και σοβαρότητα. 
Δεν μπορεί να μεγαλοποιεί τα επουσιώδη και να «καταπίνει» τα μείζονα χάριν πολιτικών σκοπιμοτήτων.
Δεν επιτρέπεται να διακρίνει τους απλούς ανθρώπους με βάση τα πολιτικά τους πιστεύω.
Δεν επιτρέπεται να ποινικοποιεί την αφέλεια της νέας γενιάς, αλλά επιβάλλεται να την στηρίζει, να την διαπαιδαγωγεί και να την εμπνέει.
Ας προσέξουν λοιπόν κάποιοι που η ροπή τους προς τον δογματισμό τους εμποδίζει να αντιληφθούν την δεινή πραγματικότητα της χώρας και τις σκληρές και άτεγκτες προτεραιότητες, που θέτει η παρούσα ιστορική συγκυρία.
Ας μη ξεχνούν ότι ο δογματισμός είναι η πεμπτουσία του ιδεαλισμού και τέτοιου είδους θεωρητικές εμμονές που δεν παρακολουθούν τις σύγχρονες αντικειμενικές και υποκειμενικές συνθήκες και δεν εξυπηρετούν τα καλώς εννοούμενα εθνικά συμφέροντα, χύνουν νερό στο μύλο της αντίδρασης και ενισχύουν τις δυνάμεις του εθνικισμού.

Τρίτη 24 Ιουλίου 2012

ΚΟΥΒΕΛΗΣ: Απαγκίστρωση διά της υπεραγκιστρώσεως.



Προεκλογικά ο κος Κουβέλης κατήγγελλε την υφεσιακή λογική  του μνημονίου και υποσχόταν να αναλάβει δράση για την ταχεία «απαγκίστρωση» της χώρας από τις συνταγές της λιτότητας και της ανεργίας.
Μετεκλογικά ανέκρουσε πρύμναν και επιχειρεί να μας πείσει ότι πρώτα πρέπει η Ελλάδα να εφαρμόσει στο ακέραιο τις «συμβατικές της υποχρεώσεις» και μετά βλέπουμε (αν ζούμε).
Ως διά μαγείας ανέβλεψε μετά το ευνοϊκό γι’ αυτόν αποτέλεσμα της κάλπης και του ήρθε η φαεινή ιδέα ότι για να μας «απαγκιστρώσει» πρέπει πρώτα να ολοκληρώσει την πάκτωση  της αγκιστρώσεως.
Μη Θεέ μου χειρότερα!!!

Φαντασθείτε δηλαδή ένα βαρυποινίτη, ο οποίος,  επιθυμώντας διακαώς να δραπετεύσει από την αγχόνη, ζητά από τους δεσμοφύλακές του να του φορέσουν διπλές χειροπέδες, να του βάλουν αλυσίδες και βάρη στα πόδια και να του σφίξουν περισσότερο την θηλιά, που έχει στο λαιμό.
Η (για να ακολουθήσουμε την αλιευτική ορολογία Κουβέλη) σκεφθείτε ένα ψάρι, το οποίο προκειμένου να ξεφύγει από το αγκίστρι που του έχει τρυπήσει τον ουρανίσκο, αποφασίζει να το καταπιεί.
Αυτή περίπου είναι η ιδιότυπη λογική του πάλαι ποτέ συμπαθούς Προέδρου της ΔΗΜΑΡ, αντιπαθώς συγκυβερνώντος σήμερα με τους έτερους δύο «αρχαγγέλους φύλακες» του μνημονιακού ευαγγελίου.

«Θα πρέπει», εξηγεί ο κος Κουβέλης την σουρεαλιστική πολιτική του ανακυβίστηση, «να αποκαταστήσουμε πρώτα την κλωνισθείσα εμπιστοσύνη των εταίρων μας, ώστε στην συνέχεια να μπορέσομε να διεκδικήσουμε την δυνατότητα διαπραγμάτευσης».
Τι ωραία σοφιστεία!!! Πόσο πονηρή διατύπωση!!!
Προεκλογικά υποσχόταν απαλλαγή από το μνημόνιο. Μετεκλογικά εν ονόματι της ανίερης συμμαχίας του με τους νέους κυβερνητικούς του συντρόφους αναδεικνύεται σε λαύρο εγγυητή της εφαρμογής των δανειακών συμβάσεων με στόχο όχι πια την ταχεία απαλλαγή από το  μνημόνιο, αλλά την επιμήκυνση του χρόνου ισχύος του. Όχι την άμεση διακοπή εφαρμογής των εθνοκτόνων μέτρων λιτότητας, όχι την άμεση διαπραγμάτευση, όχι τη δυνατότητα διαπραγμάτευσης, αλλά «την δυνατότητα διεκδίκησης διαπραγμάτευσης των επαχθών όρων του μνημονίου σε ορίζοντα τετραετίας».

Και πώς θα επιτύχει ο κος Κουβέλης να αισθανθεί ικανός για να διεκδικήσει την δυνατότητα να διαπραγματευθεί;
 Αφού πρώτα εφαρμόσει στο ακέραιο όλα αυτά τα οποία αποτελούν τον οδικό χάρτη καταστροφής της χώρας και εξαθλίωσης των Ελλήνων. Όλα αυτά για τα οποία υποτίθεται ότι τον ψήφισε ο Ελληνικός λαός, ακριβώς για να αποφύγει την εφαρμογή τους. 

Προφανώς για τον κο Κουβέλη σημασία δεν έχει τόσο η αξιοπιστία του κόμματός του έναντι του εκλογικού σώματος, όσο η προσωπική του αξιοπιστία έναντι των δανειστών. Η ευαρέσκεια του ξένου παράγοντα προέχει της επιβίωσης του έθνους.
Καθόλου πρωτότυπο. Έτσι φιλοσοφούν και πολιτεύονται οι διαχειριστές της εξουσίας σ’ αυτή την περιοχή της Μεσογείου από την εποχή της Βυζαντινής αυτοκρατορίας και εντεύθεν. (1204 μ.χ Η προφορική παράδοση διέσωσε στην ιστορική μνήμη τα ονόματα των Κομνηνών με την λέξη ΑΙΜΑ από τα αρχικά των ονομάτων τους: Αλέξιος-Ιωάννης-Μανουήλ-Αλέξιος).

Ο λαός εναπέθεσε  στον κο Κουβέλη τις ελπίδες του να γλιτώσει από την εξαθλίωση και αυτός τον περιπαίζει επιμένοντας στην ανάγκη «επιτάχυνσης των μεταρρυθμίσεων και των διαρθρωτικών αλλαγών», ώστε μετά σε μελλοντικό και αόριστο χρόνο να αποκτήσουμε δήθεν την δυνατότητα να διαπραγματευθούμε την  εφαρμογή των ήδη εφαρμοσμένων και συνεπώς τετελεσμένων.
Τι χρειάσθηκαν λοιπόν δύο εκλογικές αναμετρήσεις και προς τι η πολυέξοδη κυβερνητική τριαρχία για πράγματα, που θα τα έκανε «καλλίτερα» και με μικρότερο διοικητικό κόστος ο τεχνοκράτης κος Παπαδήμος;
Δεν γνωρίζει άραγε αυτός ο κύριος ότι η επιτάχυνση των «μεταρρυθμίσεων» είναι ο φερετζές της επιτάχυνσης του καθημαγμού της χώρας;
Δεν αντιλαμβάνεται ότι με πολίτες εξαθλιωμένους και με χώρα αποξενωμένη από τα περιουσιακά της στοιχεία και τις πλουτοπαραγωγικές της πηγές χάνεται πλέον κάθε ίχνος διαπραγματευτικής ισχύος;
Προφανώς τα αντιλαμβάνεται, αλλά περί άλλων τυρβάζει.

Και σαν να μην έφθανε αυτός ο εμπαιγμός «ξανακτυπά» ο ομολογουμένως εφευρετικός σοφιστής κος Κουβέλης με μια αμφίσημη δήλωση, που θα ζήλευε και η Πυθία.
«Δεν πρέπει να υπάρξουν οριζόντιες περικοπές το 2012», λέει ο πονηρούλης αρχηγός της ΔΗΜΑΡ.
Κατ’ αρχήν αφήνει διάπλατη την πόρτα για διάφορες περικοπές άλλου τύπου, παρότι προεκλογικά δεν μας είχε πεί ότι το πρόγραμμά του περιλάμβανε περικοπές κάθετες, διαγώνιες, πλάγιες, τεθλασμένες κ.λ.π.
Πέραν τούτου όμως η επιμονή του σε τέτοιες ανεδαφικές διαβεβαιώσεις είναι τουλάχιστον πρωτότυπα αφελής.
Διότι είναι σύνηθες το φαινόμενο η πολιτική ελίτ της χώρας να ψευδολογεί ασυστόλως εν γνώσει της ότι μετ’ ου πολύ θα  αποκαλυφθεί η αναλήθεια των λόγων της.
Όμως στην προκειμένη περίπτωση τα ΜΜΕ βρίθουν από ειδήσεις οριζόντιας περικοπής του εφάπαξ, κατάργηση των πάσης φύσεως επιδομάτων, πλαφόν στις συντάξεις και τα τοιαύτα καθώς και από πλήθος διαρροών περί αφόρητων πιέσεων των δανειστών για βαθύ ψαλίδι στα εισοδήματα χαμηλόμισθων και μικροσυνταξιούχων.
Ακόμη και  η εξίσωση του φόρου στα καύσιμα, δεν είναι επίσης ένα οριζόντιο μέτρο επί πλουσίων και φτωχών, επί δικαίων και αδίκων;
 Ο κος Κουβέλης δηλαδή τολμά να είναι ο πρώτος πολιτικός παγκοσμίως, που δεν διστάζει να κάνει δηλώσεις η διάψευση των οποίων έχει ήδη προηγηθεί στην τρέχουσα ειδησεογραφία.

Πόσες αλήθεια ακόμα αυτοκτονίες, πόσες λιποθυμίες νεαρών βλαστών στα προαύλια των σχολείων, πόσους θανάτους ασθενών και γερόντων, πόσες νεανικές ζωές ρημαγμένες, πόσα ακόμη ανθρωπιστικά δράματα προϋποθέτει ο «ορίζοντας τετραετίας» του κου Κουβέλη «με επιτάχυνση της εφαρμογής  της δανειακής σύμβασης» προκειμένου να επιτευχθεί «η δυνατότητα διεκδίκησης διαπραγμάτευσης»;
Το ερώτημα δεν είναι καθόλου ρητορικό.
Την απάντηση όμως προφανώς δεν την περιμένουμε από τον παραδοξολόγο κο Κουβέλη.
Την περιμένουμε από τους βουλευτές, τα στελέχη, τους οπαδούς, τους ψηφοφόρους της ΔΗΜΑΡ.
Όπως και από τους βουλευτές και τα στελέχη των άλλων δύο εταίρων της συγκυβέρνησης.
Μέχρι να την πάρουμε, μία μόνο λέξη μας έρχεται στο μυαλό από τα βάθη της ψυχής μας:
ΑΙΣΧΟΣ

Παρασκευή 20 Ιουλίου 2012

Σόϊμπλε: Χαζοβιόλης ή Προβοκάτορας;



Για άλλη μια φορά ο ανεκδιήγητος καραγκιόζης του ευρωπαϊκού πολιτικού θεάτρου σκιών επιδόθηκε σε ένα αχαλίνωτο ανθελληνικό παραλήρημα.

Αξιοποιώντας καταφανώς χαλκευμένες πληροφορίες, ο ανερμάτιστος Γερμανός Υπουργός Οικονομικών σε ρόλο εκτελεστικού βραχίονα οργανωμένων οικονομικών συμφερόντων, τα οποία υπονομεύουν συστηματικά το ευρώ και την ευρωζώνη, δεν δίστασε να ισχυρισθεί αναιδώς,  ότι δήθεν η Κυπριακή Κυβέρνηση απέσυρε το αίτημα της για υπαγωγή στον ευρωπαϊκό μηχανισμό στήριξης και ότι, των πραγμάτων ούτως εχόντων, τίθεται πλέον ζήτημα συστάσεως προς αυτή, αλλά ενδεχομένως και προς την Ελλάδα, να εξέλθουν από την Ευρωζώνη.

Επηκολούθησε σάλος που οδήγησε τόσο την Κυπριακή Δημοκρατία όσο και την Κομισιόν να διαψεύσουν τις ανοησίες Σόϊμπλε, ώστε μετά από λίγες ώρες να εξαναγκασθεί και ο ίδιος να αυτοδιαψευσθεί προβάλλοντας αναιδώς την παιδαριώδη δικαιολογία, ότι δυστυχώς έπεσε θύμα εσφαλμένων πληροφοριών.

Ο κος Σόϊμπλε όμως δεν είναι ούτε «πρωτάρα», ούτε «παρθένα» στην πολιτική.
Η θεσμική του θέση εξ άλλου στην Γερμανική κυβέρνηση και ιδίως το ειδικό βάρος του Υπουργού Οικονομικών της Γερμανίας για τα δρώμενα στην παγκόσμια οικονομία δεν επιτρέπουν τέτοιου είδους τυχοδιωκτικές συμπεριφορές.
Από τη θέση που βρίσκεται είναι κατ’ αρχήν ο κατά τεκμήριον καλλίτερα πληροφορημένος από τον καθένα. Σε κάθε περίπτωση όμως οφείλει προτού προβεί σε δηλώσεις αυτού του είδους να είναι σίγουρος για τις πληροφορίες του, την ακρίβεια των οποίων μπορούσε να διασταυρώσει με ένα απλό τηλεφώνημα στον Οργανισμό στήριξης ή απλούστερα στον Κύπριο ομόλογο του.
Ένα απλό τηλεφώνημα, που θα έκανε η τελευταία κουτσομπόλα της γειτονιάς για να διαφυλάξει στοιχειωδώς την αξιοπρέπειά της, ο μέγας και τρανός κος Σόϊμπλε, ο οποίος είχε το θράσος να διεκδικεί την θέση του Προέδρου του Γιουρογκρούπ, παρέλειψε να το κάνει.
Είναι κάτι το οποίο δεν μπορεί εύκολα να γίνει πιστευτό, αν συνεκτιμήσει κανείς και ορισμένους άλλους παράγοντες όπως η χρονική συγκυρία, ή όλη πολιτική συμπεριφορά του συγκεκριμένου τύπου, καθώς και οι προβλέψιμες συνέπειες των δηλώσεων αυτού του είδους.

Η Κύπρος λοιπόν στην συγκεκριμένη συγκυρία δεν είναι ένα τυχαίο κράτος, είναι η Προεδρεύουσα χώρα της ΕΕ και προφανώς κάθε πλήγμα στην αξιοπιστία της κυβέρνησής της και κάθε αμφισβήτηση της παραμονής της στην Ευρωζώνη μειώνει ανάλογα το κύρος και την αποτελεσματικότητά της στη διαχείριση του θεσμικού ρόλου που έχει κατά το τρέχον εξάμηνο.
Εξ άλλου οι περί Κύπρου ανοησίες συνδεόμενες με την Ελληνική οικονομική δυσπραγία, προσφέρουν μια επί πλέον ευκαιρία δυσφήμισης του συνόλου Ελληνικού έθνους, εξάπτουν τον διεθνή ανθελληνισμό, ασκούν πίεση στην Κυπριακή Κυβέρνηση να προβεί σε συμφέρουσες για τη Γερμανία υποχωρήσεις και αντιστοίχως στην Ελληνική να υποκύψει στις απαιτήσεις των δανειστών και κυρίως να επιταχύνει το ξεπούλημα της δημόσιας περιουσίας και του εθνικού πλούτου με τρόπο συμφέροντα στις γερμανικές πολυεθνικές.
Τέλος είναι πασίδηλο ότι με την πρακτική αυτή ο Υπουργός Οικονομικών της Γερμανίας δημιουργεί αφόρητη ανησυχία στις αγορές για το μέλλον της Ευρωζώνης, πλήττει βαρύτατα την συναλλαγματική ισχύ του ευρώ, υπονομεύει τις προσπάθειες ανάκτησης της αξιοπιστίας του ευρωπαϊκού Νότου, πυροδοτώντας τον εκτροχιασμό των επιτοκίων δανεισμού τους.

Δεν είναι τυχαίο ότι προ ολίγων ημερών και η Γερμανίδα Καγκελάριος είχε εκφράσει, ως μη όφειλε,  αμφιβολίες για την βιωσιμότητα της ευρωζώνης με δηλώσεις εξ ίσου ύποπτης σκοπιμότητας.
Αυτή λοιπόν η τακτική των υπονομευτικών δηλώσεων καλλιεργείται συστηματικά από την Γερμανική πλευρά και από αρκετούς ευρωπαίους αξιωματούχους, που ανήκουν στη σφαίρα επιρροής της Γερμανίας και βεβαίως αδιαμφισβήτητος εγκέφαλος και ενορχηστρωτής τους είναι ο κος Σόϊμπλε.

Για τις τελευταίες επομένως εγκληματικές του δηλώσεις εις βάρος του Ελληνισμού, του ευρώ και των οικονομιών του Νότου δεν μπορεί και δεν πρέπει να του αναγνωρισθεί το ελαφρυντικό της βλακείας.
Τουναντίον πρέπει να γίνει κατανοητό ότι πρόκειται για ένα πανούργο και αδίστακτο προβοκάτορα, ο οποίος υπονομεύει συστηματικά το μέλλον των λαών της Ευρώπης, εξυπηρετώντας τα συμφέροντα διεθνών οικονομικών εγκληματιών με λευκά κολάρα.

Και από αυτούς τους πληττόμενους λαούς της Ευρώπης είναι αφελέστατοι όσοι εκ των συμπατριωτών του εξαιρούν τον Γερμανικό λαό.
Ας αναλογισθούν μόνον ότι ταχύτητα η λιτότητα των άλλων χωρών θα μεταμορφωθεί σε ύφεση για την Γερμανική οικονομία και ότι το αντιγερμανικό κλίμα, που ραγδαία προκαλεί ο δύσμορφος γκεμπελίσκος, θα εκφρασθεί με εμπορική, και όχι μόνο, απομόνωση της Γερμανικής παραγωγής.
Ας αντιληφθούν ότι η πραγματική οικονομία της χώρας τους και εντεύθεν το δικό τους μεροκάματο δεν ευνοείται από το προϊόν της τοκογλυφίας των Γερμανικών τραπεζών και από το αρνητικό επιτόκιο δανεισμού του Γερμανικού Δημοσίου. Αυτά παραμένουν προς όφελος οικονομικών κύκλων εκτός και πέραν του κόσμου της εργασίας και της παραγωγής.

Ας καταλάβουν επί τέλους οι φίλοι Γερμανοί πολίτες ότι οι ίντριγκες και οι ιδιοτελείς προβοκάτσιες του εξοχότατου Υπουργού Οικονομικών και της Μεγαλειοτάτης Καγκελαρίου δεν ναρκοθετούν απλώς την βιωσιμότητα της Ευρωζώνης.
Υπονομεύουν πρωτίστως το μέλλον της Γερμανίας.
Απειλούν ευθέως το παρόν και το μέλλον το δικό τους και των παιδιών τους.

Τετάρτη 18 Ιουλίου 2012

Η κρίση είναι συστημική, αλλά οι ευθύνες προσωπικές.


Το 2008  οι συνέπειες της οικονομικής κρίσης είχαν γίνει πλέον ιδιαίτερα ενοχλητικές στην Γερμανική οικονομία. Ήταν τότε, που η κα Μέρκελ έτρεχε απεγνωσμένα στην Αμερική αναζητώντας λύση για την σωτηρία της Γερμανικής αυτοκινητοβιομηχανίας και ο κος Καραμανλής παραμυθίαζε τον Ελληνικό λαό περί ανάπτυξης 2.2% και περί της «ισχυρής» μας οικονομίας.

Τελικά την λύση στη Γερμανική ύφεση έδωσε ένα εκτεταμένο πρόγραμμα απόσυρσης και αντικατάστασης των αυτοκινήτων με σημαντική κρατική επιδότηση. Ένα παρόμοιο πρόγραμμα, όλως «συμπτωματικά» εφήρμοσε και ο κος Καραμανλής την ίδια περίοδο, προς μεγάλη ικανοποίηση της Κας Μέρκελ και του κου Μπαρόζο, οι οποίοι προς ανταμοιβή έκαναν τα στραβά μάτια στη δημιουργική λογιστική της στατιστικής μας υπηρεσίας, επαινώντας δημόσια την ψευδολογούσα Ελληνική κυβέρνηση, ενώ ο κος Σαρκοζί επισκεπτόταν την Ελλάδα και έπλεκε το εγκώμιο του «φίλου Kostas» στο Ελληνικό κοινοβούλιο.

Δεν χωράει καμία αμφιβολία ότι η παγκόσμια οικονομική κρίση είναι συστημική επομένως τα αίτια για την εμφάνισή της υπερβαίνουν τα σύνορα κρατών και ηπείρων.
Όμως η ευθύνη για τις ασκούμενες πολιτικές είναι ατομικές και αργά ή γρήγορα επιμερίζονται αναλόγως των αποτελεσμάτων τους.

Στο παράδειγμά μας η επιλογή της επιδοτούμενης απόσυρσης υπήρξε σωτήριο μέτρο για την Γερμανική αυτοκινητοβιομηχανία, αλλά για την Ελλάδα επιβάρυνε έτι περαιτέρω το αρνητικό ισοζύγιο εμπορικών συναλλαγών επιταχύνοντας την οικονομική ασφυξία  της χώρας.

Αυτό δεν σημαίνει απλώς ότι τα συμφέροντα στην ευρωζώνη είναι αντικρουόμενα.
Καταδεικνύει πολλά ακόμη ενδιαφέροντα πράγματα:
Πρώτον προσφέρει μια αδιάσειστη εξήγηση  για το πώς η Γερμανία και μέχρι ένα βαθμό και η Γαλλία και οι λοιπές βιομηχανικές χώρες του Ευρωζωνικού κέντρου  κατάφεραν να απομυζούν συστηματικά τις «υπανάπτυκτες» χώρες της περιφέρειας.
Προδίδει επίσης ότι η σχέση των εταίρων στην Ευρωπαϊκή Ένωση δεν υπήρξε  ποτέ ισότιμη, όπως καταστατικά σχεδιάσθηκε. Και αν στην πρώτη φάση ισχυρές προσωπικότητες κατάφερναν να τηρούνε τα προσχήματα, αυτό εξαφανίσθηκε στη συνέχεια. Γοργά και σταθερά το πράγμα διολίσθησε σε μια νέου τύπου αποικιοκρατία, όπου η μητρόπολη (Γερμανία) απέκτησε τον κυρίαρχο ρόλο και δημιούργησε θεσμούς, συνθήκες και διαδικασίες στυγνής εκμετάλλευσης των «αποικιών», οι οποίες νομοτελειακά οδηγήθηκαν στην δήωση του πλούτου τους, τον εξανδραποδισμό του πνευματικού δυναμικού τους και την εξαθλίωση των «ιθαγενών».

 Το αυτονόητο για την μητρόπολη ήταν απαγορευμένο για την αποικία. 
Αυτό παρουσιάζεται εναργέστατα  στο παράδειγμά μας: Με την επιδοτούμενη απόσυρση στην πραγματικότητα η Γερμανία ενίσχυσε με κρατικά κεφάλαια την αυτοκινητοβιομηχανία της προκειμένου να ξεπεράσει τα συστημικά της προβλήματα και ουδείς εταίρος διαμαρτυρήθηκε για αθέμιτο ανταγωνισμό (κάποιοι μάλιστα έσπευσαν να την συνδράμουν αντίθετα με το εθνικό τους συμφέρον). Στον αντίποδα οποιασδήποτε μορφής επιδότηση  της Ολυμπιακής ή όποιας άλλης χειμαζόμενης ελληνικής επιχείρησης ήταν και παραμένει Κοινοτικά αθέμιτη πράξη απηγορευμένη διά ροπάλου για την «αποικία» του νότου.

Ενώ λοιπόν το 2008 η μητροπολιτική Γερμανία φρόντισε εγκαίρως να απαντήσει στην οικονομική κρίση με αναπτυξιακά μέτρα αυξήσεως των δημοσίων δαπανών, όπως στο παράδειγμά μας, την ίδια στιγμή για τις αποικίες της Ευρωπαϊκής περιφέρειας επιλεγόταν ο δρόμος της ύφεσης, της λιτότητας και της ανθρωπιστικής καταστροφής.

Αυτά βεβαίως τα «δύο μέτρα και δύο σταθμά» στην Ευρωπαϊκή Κοινότητα της «ισοτιμίας» και της «συνεχούς διαπραγμάτευσης» δεν θα μπορούσαν να επιβληθούν ούτε με την δύναμη των όπλων, ούτε πολλώ μάλλον με την διαπραγματευτική δεινότητα των Γερμανών «διαπραγματευτών».  
Από πολύ νωρίς οι επίδοξοι αποικιοκράτες συνειδητοποίησαν ότι ισχυρές πολιτικές προσωπικότητες δεν συμβιβάζονται με το σχέδιο εκμετάλλευσης των «αποικιών». Κυβερνήτες τύπου Κωνσταντίνου Καραμανλή και Ανδρέα Παπανδρέου θα έπρεπε να εξαφανισθούν από την πολιτική σκηνή των κρατών-στόχων.
Οι «ρομαντικοί», γενναίοι και ισχυρογνώμονες πολιτικοί ηγέτες έπρεπε να αντικατασταθούν από «ρεαλιστές», δειλούς και πειθήνιους «εθνικούς αντιπροσώπους».

Στη διαδικασία της μετάβασης στο νέου είδους πολιτικό προσωπικό «επιχειρηματικές πρακτικές» τύπου ΖΗΜΕΝΣ, καθοδηγούμενες και ελεγχόμενες από την Γερμανική Κυβέρνηση υπήρξαν εξαιρετικής σημασίας.
Διότι οι πρακτικές αυτές δεν προσέφεραν στον γερμανικό διαφθορέα την μερίδα του λέοντος στις κρατικές προμήθειες, διευκόλυναν κυρίως την επιρροή της Γερμανίας σε θέματα  εσωτερικής διακυβέρνησης και όπλιζαν την Γερμανική Καγκελαρία με εμπεριστατωμένους φακέλους γεμάτους ευαίσθητες πληροφορίες για ανθρώπους κλειδιά στο θεσμικό και διοικητικό σύστημα της χώρας-στόχου. 
Η ιδέα ήταν πολύ απλή: Όσο οι «φακελωμένοι» θα συμμετείχαν στη διακυβέρνηση της  χώρας τους θα εξασφάλιζαν την υποταγή της στους κατόχους των «φακέλων», τουτέστιν στην Γερμανική Κυβέρνηση.
Δεν είναι λοιπόν τυχαίο ότι η Γερμανική κυβέρνηση σε συνεργασία με την Γερμανική δικαιοσύνη φρόντισε να παράσχει πλήρη ασυλία σε Γερμανούς και Έλληνες υπαλλήλους της ΖΗΜΕΝΣ, οι οποίοι ενεργούσαν υπό την καθοδήγηση και επ’ ωφελεία της.

Όπως κατ’ αναλογίαν δεν είναι παράξενη η παράνομη δράση των Βρετανικών τραπεζών που αποκαλύφθηκε ότι χειραγωγούσαν την διαμόρφωση  του διατραπεζικού επιτοκίου ή πρωτοστατούσαν στο ξέπλυμα αμύθητων χρηματικών ποσών.
Το ενδιαφέρον είναι κατά πόσον οι Βρετανοί τραπεζίτες εξυπηρέτησαν τα συμφέροντα της Βρετανικής οικονομίας την ώρα που κάποιοι άλλοι συνάδελφοί τους «κούρευαν» τα αποθεματικά των ασφαλιστικών ταμείων στη δική τους τραπεζική επικράτεια, υπονομεύοντας την βιωσιμότητα τους και εξανεμίζοντας τις αποταμιεύσεις εκατομμυρίων δυστυχισμένων ασφαλισμένων.

Είπαμε, η κρίση είναι συστημική, ξεκίνησε στην ουσία από την στιγμή που ο πρόεδρος Κλίντον κατήργησε  τον νόμο του Ρούσβελτ, ο οποίος εμπόδιζε τράπεζες που διαχειρίζονταν καταθέσεις μικροκαταθετών, μισθωτών και συνταξιούχων, να κάνουν τοποθετήσεις υψηλού ρίσκου, με αποτέλεσμα να δημιουργηθεί το γνωστό «πάρτι» της Γουόλ Στριτ και εντός ολίγου χρόνου να επισυμβεί  η κατάρρευση της παγκόσμιας χρηματοπιστωτικής αχυροκαλύβας ή αλλέως πως σαπουνόφουσκας.
 Όμως ακόμη και από αυτήν την κατάρρευση κάποιοι βγήκαν κερδισμένοι, εξακολουθούν να θησαυρίζουν  και συνεχίζουν να απεργάζονται κερδοσκοπικά σχέδια περαιτέρω αποθησαυρισμού.
Την ίδια στιγμή που κράτη οδηγούνται στην χρεωκοπία και λαοί στην εξαθλίωση.

Σ’ αυτή λοιπόν την ιστορική περίοδο πέρα από τον συστημικό κοινό παρανομαστή υπάρχει και είναι εναργέστατα διακριτή η ατομική ευθύνη αυτών που με τις πράξεις και τις παραλήψεις τους συμβάλλουν στην προώθηση των συμφερόντων της χώρας ή απλώς διευκολύνουν την ευόδωση των σχεδίων των οικονομικών επιδρομέων.
Πλανώνται δε πλάνη οικτρά όσοι βαυκαλίζονται ότι οι ευθύνες αυτές θα αξιολογηθούν ως απλώς πολιτικές και θα τους αποδοθούν μετά θάνατον από κάποιον αγέννητο εισέτι ιστορικό  του μέλλοντος.
Η πραγματικότητα είναι ότι οι ευθύνες που θα τους καταλογισθούν θα είναι πολύ ευρύτερες, πολύ βαρύτερες. Ο καταλογισμός τους δε πλέον επίκειται, εάν άμεσα δεν σοβαρευθούν και δεν φροντίσουν έστω και αυτή την υστάτη ώρα να επιλέξουν το σωστό στρατόπεδο σε οποιαδήποτε βαθμίδα και αν βρίσκονται.

Διότι η χώρα, είτε μας ευχαριστεί είτε όχι, βρίσκεται σε (οικονομική) εμπόλεμη κατάσταση, δεχόμενη απρόκλητη λυσσαλέα ληστρική επίθεση.
Σε αυτή την έξωθεν επίθεση αντίστοιχη νομοτελειακά θα υπάρξει οσονούπω η λαϊκή αντίδραση, καθ’ όσον ιστορικά δεν υπήρξε ποτέ λαός σε παρόμοια θέση που να επέλεξε αντί της αντιστάσεως την ομαδική αυτοκτονία ή την καθολική μετανάστευση.

Αν η κα Μέρκελ και οι οικονομικοί δολοφόνοι, τους οποίους εκπροσωπεί, δεν έχουν την διάθεση ή την αναγκαία νοημοσύνη για να διδαχθούν από την ιστορία της Γερμανίας, ας φροντίσουν τουλάχιστον οι σημερινοί κυβερνώντες να μην αποδειχθούν  ανιστόρητοι σε σχέση με την ιστορία αυτού του τόπου, την φιλοπατρία και την εθνική αξιοπρέπεια αυτού του λαού …

Κυβερνώντες μετανοείτε, δημόσιοι άνδρες γρηγορείτε, οι καιροί ου μενετοί, η ώρα της κρίσεως εγγύς….
Ο νοών νοείτω….