Σάββατο 23 Μαρτίου 2013

Η Ευρώπη ενώπιον ασύμμετρης απειλής


Όπως μια ληστεία τραπέζης καταλήγει σε τραγωδία για τους επίδοξους  ληστές αν δεν ολοκληρωθεί μέσα στα πρώτα δέκα λεπτά, έτσι και η αρπαγή των τραπεζικών καταθέσεων ενός λαού, αν δεν συντελεσθεί στο πρώτο εικοσιτετράωρο, καταλήγει σε φιάσκο για τους επίδοξους υπεξαιρέτες. 
Αυτό αποδεικνύεται τουλάχιστον περιτράνως στην πρόσφατη απόπειρα της Γερμανίας να βάλει χέρι στις αποταμιεύσεις των Κυπρίων με πρόσχημα την ανάγκη «διάσωσης» της Κυπριακής οικονομίας.

Και βέβαια γνωρίζοντας καλύτερα από τον καθένα  την καθοριστική σημασία του αιφνιδιασμού της ταχύτητας δράσης στις ληστρικές επιχειρήσεις το Γιούρογκρουπ και οι Γερμανοί υποβολείς του, φρόντισαν να θέσουν ασφυκτική προθεσμία στο Κυπριακό Κοινοβούλιο, απαιτώντας να εγκριθεί το εγκληματικό σχέδιο μέσα στα όρια του Σαββατο-κύριακου.
Η απρόβλεπτη αντίδραση της πλειοψηφίας των Κυπρίων βουλευτών και κυρίως του μαρτυρικού λαού της Κύπρου όχι μόνο ανέκοψε τα ληστρικά σχέδια των κερδοσκόπων, αλλά έδωσε την ευκαιρία να  ξεσκεπασθούν μεθοδεύσεις και μύθοι, που δυστυχώς στη  περίπτωση της Ελλάδας έτυχαν υπερβολικής εφαρμογής.

Κατ’ αρχήν ελέγχεται ως αναληθής ο ισχυρισμός της Κυπριακής Προεδρίας ότι αιφνιδιάστηκε κατά την σύσκεψη στο Γιούρογκρουπ, όπου δήθεν για πρώτη φορά βρέθηκε αντιμέτωπη με τον εκβιασμό «κούρεμα καταθέσεων ή άτακτη χρεοκοπία». Η ταχύτητα με την οποία οι Κυπριακές τράπεζες δραστηριοποιήθηκαν μέσα στην νύκτα και υλοποίησαν τον αποκλεισμό αναλήψεων από τα ξημερώματα του Σαββάτου, προδίδει ότι το σχέδιο και προ καιρού είχε εκπονηθεί και η Κυπριακή Κυβέρνηση,(πιθανότατα και οι διοικήσεις τραπεζών)είχαν σχετικά προετοιμασθεί.
Καθόλου επίσης πειστικός ο ισχυρισμός ότι το μέτρο είχε στόχο την εξοικονόμηση του ποσού των 5,5 δις προς διάσωση δήθεν του τραπεζικού συστήματος.
Το ποσό αυτό, έστω και αναγκαίο υποτιθέμενο, είναι εξαιρετικά μικρό για να χρειάζεται να εξευρεθεί με αυτό τον ακραία επικίνδυνο τρόπο. Αν μόνο αυτός ήταν ο λόγος, οι Ευρωπαϊκοί θεσμοί θα μπορούσαν εύκολα να χρηματοδοτήσουν την «διάσωση» χωρίς να θέσουν σε άμεσο κίνδυνο την αξιοπιστία του ευρώ και του ευρωπαϊκού  τραπεζικού συστήματος. Διότι δεν μπορεί βέβαια οι εμπνευστές του μέτρου να μη προέβλεπαν την θύελλα αλυσιδωτών συνεπειών, που θα προκαλούσε ακόμη και η συζήτηση περί αυτού προ και πέραν της όποιας εφαρμογής του.

Ποιά  λοιπόν είναι η πιθανή και ανομολόγητη στόχευση των Ευρωπαίων τεχνοκρατών και κυρίως των Γερμανικών οικονομικών κύκλων, που  αυτοί σταθερά εξυπηρετούν τα τελευταία χρόνια;
Η απάντηση θα πρέπει να αναζητηθεί στο πλαίσιο ενός ευρύτερου χρονικά και γεωγραφικά γεωπολιτικού σχεδιασμού, που προφανώς υπερβαίνει τα όρια της μαρτυρικής νήσου και της παρούσας συγκυρίας.
Εν αρχή ην ο ενεργειακός πόρος. Φυσικό αέριο, πετρέλαιο υπήρξαν διαχρονικά  η ευλογία, αλλά και ο εφιάλτης των λαών αυτού του ευρύτερου γεωγραφικού χώρου, και όχι μόνο.
Μία λοιπόν σοβαρότατη αιτία θα μπορούσε να είναι ο ανταγωνισμός μεγάλων παικτών στην κούρσα ιδιοποίησης των ενεργειακών πηγών της περιοχής, συμπεριλαμβανομένης της Ελλάδας και της Κύπρου.

Βασική προϋπόθεση για να εξαναγκασθούν οι λαοί να μην έχουν σοβαρές αξιώσεις από την εκμετάλλευση των φυσικών τους πόρων είναι να καταστούν εξαθλιωμένοι και υπερχρεωμένοι.
Ο υπερχρεωμένος λαός ευκολότερα πείθεται να συμψηφίσει τα δικαιώματά του επί του πατρογονικού φυσικού του πλούτου προκειμένου να απαλλαγεί από το άχθος του χρέους. Και ο εξαθλιωμένος λαός εύκολα παραιτείται των όποιων αξιώσεών του έναντι πινακίου φακής.

Αυτή είναι η μεθόδευση που βιώνει ο Ελλαδικός πληθυσμός κατά την τελευταία πενταετία και ως πρώτη φάση ενός παρόμοιου σχεδιασμού κάλλιστα μπορεί να εννοηθεί το εγχείρημα του κουρέματος των κυπριακών καταθέσεων.  Γι αυτό άλλωστε ο αρχικός σχεδιασμός περιελάμβανε και έπληττε κυρίως τους μικροκαταθέτες, τις πλατιές μικρομεσαίες μάζες του Κυπριακού  Λαού.
Είναι γνωστό εξ’ άλλου ότι ο τραπεζικός τομέας και ο τουρισμός είναι οι βασικοί  πυλώνες της Κυπριακής οικονομίας. Έχουμε λοιπόν μια κίνηση, που κατά πάσα πιθανότητα θα επιφέρει μη αναστρέψιμη βλάβη στις κυπριακές τράπεζες, άρα αντικειμενικά ισοδυναμεί με πλήγμα στις υποδομές του Κυπριακού κράτους.
Πλήγμα που μόνο ως εχθρική μεθόδευση κατά εχθρικού κράτους στο πλαίσιο ενός οικονομικού πολέμου θα μπορούσε να ερμηνευθεί.
Όλοι ήδη αντιλαμβάνονται ότι μετά το Γερμανικό πλήγμα ο τομέας αυτός δύσκολα θα μπορούσε να συγκρατήσει τον μέχρι χθες κύκλο εργασιών του. Και δυστυχώς για το Γιούρογκρουπ δεν υπάρχει κάν το ελαφρυντικό της ανοησίας, αφού ήδη αποκαλύφθηκε, από έγγραφο που διέρρευσε,  ότι η συρρίκνωση του Κυπριακού τραπεζικού τομέα μέχρι το 2018 συνιστά στρατηγικό στόχο της Γερμανίας.

Και το κρίσιμο ερώτημα που αυτομάτως τίθεται είναι : Με ποιο δικαίωμα μια χώρα, που παρουσιάζεται ως εταίρος νομιμοποιείται να θέτει στόχους αυτού του τύπου, που αφορούν στην ύπαρξη άλλων κρατών και στους όρους διαβίωσης άλλων λαών. Πώς δηλαδή η Γερμανία μπορεί να κρίνει ότι η Ελλάδα πρέπει να υποστεί εσωτερική υποτίμηση ή να πουλήσει τα νησιά της. Ότι η Κύπρος πρέπει να περιορισθεί στον τουρισμό. Ότι οι Ιταλοί πρέπει να εκλέξουν τον Μόντι και όχι τον Μπερλουσκόνι ή ότι οι Ισπανοί πρέπει τιμωρηθούν για τον πρότερο σπάταλο βίο τους.

Αυτά είναι προφανώς συμπεριφορές, που δεν αρμόζουν σε κοινοτικό εταίρο, αλλά ενδεχομένως σε επίδοξο επικυρίαρχο. Αν όμως είναι έτσι και αν κάποιοι «τεχνοκράτες» ή επαγγελματίες πολιτικοί  σε Κοινοτικά όργανα ή κατ’ ιδίαν κυβερνήσεις βολεύονται στην προοπτική της Γερμανικής αυτοκρατορίας, αυτό δεν σημαίνει ότι οι ευρωπαϊκοί πληθυσμοί οφείλουν να πληρώσουν το αιματηρό τίμημα της δικής τους ευδαίμονος σταδιοδρομίας.
Σε κάθε περίπτωση δεν είναι δυνατόν να ψευδολογούν ασύστολα, επικαλούμενοι άλλοτε την ανάγκη σωτηρίας του ευρώ, άλλοτε την εξάλειψη της διαφθοράς και άλλοτε την στόχευση της ανταγωνιστικότητας.
Είναι κοινό μυστικό ότι οι Γερμανικές εταιρίες συνελήφθησαν επανειλημμένα να  πρωτοστατούν σε υποθέσεις διαφθοράς σε πλείστες όσες χώρες ανά τον πλανήτη. Ότι τα μέτρα που εκβιαστικά επιβάλλουν μεγεθύνουν την ύφεση και συνεπώς επιδεινώνουν την ανταγωνιστικότητα. Και ότι κινήσεις σαν την τελευταία, που υπονομεύουν το ευρωπαϊκό τραπεζικό σύστημα προδίδουν υποβάθμιση της σημασίας του ευρώ σε σχέση με την εξυπηρέτηση των κακώς εννοούμενων εθνικών σρατηγικών στοχεύσεων της Γερμανίας.

Υπό αυτό το πρίσμα η άρνηση της Κυπριακής Βουλής να υποταχθεί στα ανόητα έως εξωφρενικά κελεύσματα του Γιούρογκρουπ είναι όχι απλώς δικαιολογημένη, αλλά επιβεβλημένη για όλους ανεξαιρέτως τους λαούς της Ευρώπης, ιδιαίτατα του Ευρωπαϊκού Νότου, ανεξαρτήτως της τελικής κατάληξης.

Είναι δε σφόδρα πιθανό να αποδειχθεί και  ως κίνηση στοιχειώδους  αυτοσυντήρησης διότι ιστορικά η δημιουργία και συντήρηση αυτοκρατοριών προϋπέθεσε πάντα την ύπαρξη ανάλογων κεφαλαίων, τα οποία  η Γερμανία είναι πασιφανές ότι δεν διαθέτει.
Η «κομπίνα» με το ενιαίο νόμισμα διευκόλυνε την μεταφορά πλούτου από τις άλλες χώρες την Γερμανία, αλλά η παγκόσμια κρίση δεν επέτρεψε να επιτευχθεί  η απαιτούμενη συσσώρευση για την επίτευξη ενός τόσο υπερφίαλου στόχου.
Φαίνεται λοιπόν ότι η Γερμανία επιμένει να κυνηγά την εθνική της χίμαιρα επιδιώκοντας να αποσπάσει με ίντριγκες, δολοπλοκίες και εκβιασμούς (κατ’ ουσίαν με ληστρικούς τρόπους) όσα μέσω του ενιαίου νομίσματος και των λοιπών  θεσμικών κοινοτικών εργαλείων δεν πρόλαβε να μαζέψει.

Φρούδες ελπίδες.
Τα μέτρα τα οποία εισηγείται και επιβάλλει στις άλλες χώρες έχουν άμεσο αντίκτυπο στη συνολική οικονομία της Ευρώπης και του ευρώ.
Φαντασθείτε ποια  θα μπορούσε να είναι η ισχύς και η τύχη της πολιτείας της Ουάσιγκτον αν απορροφούσε τον πλούτο και εξαθλίωνε τις υπόλοιπες πολιτείες των Η.Π.Α.
Η ιδέα να καταστρέψει τον Κυπριακό τραπεζικό τομέα προκειμένου να  προσελκύσει τις καταθέσεις στις Γερμανικές τράπεζες είναι παιδαριώδης.
Ο τρόπος τον οποίο επέλεξε, ακόμη περισσότερο.
Η αρπαγή των καταθέσεων, διότι περί αυτού πρόκειται, δίνει πολλαπλά απειλητικά μηνύματα όχι μόνο στους Κυπρίους ή στους καταθέτες των Κυπριακών Τραπεζών, αλλά σε όλον τον πλανήτη.
Μήνυμα πρώτο: Η Ευρωπαϊκή οικονομία είναι σε άθλια κατάσταση, αν πράγματι δεν έχει το αστείο ποσό των 5,5 δις ευρώ, προκειμένου να προστατεύσει την τραπεζική της αξιοπιστία.
Μήνυμα δεύτερο: Το Γιούρογκρουπ είναι μια ομάδα απρόβλεπτων ερασιτεχνών, που με ευκολία παίρνει αποφάσεις αντίθετες με κάθε τραπεζική λογική και χρηματοπιστωτική δεοντολογία. Αυτό, που έπραξε τώρα με την Κύπρο, μπορεί να το κάνει αύριο με οποιαδήποτε χώρα.
Μήνυμα τρίτο: Οι καταθέσεις σε ευρωπαϊκές τράπεζες ή η αποθεματοποίηση των κεφαλαίων οιουδήποτε σε ευρώ έχει εξαιρετικά υψηλό ρίσκο.

Συμπέρασμα; Ακόμη  και αν βραχυπρόθεσμα  προκύψουν οφέλη για την Γερμανία, μεσομακροπρόθεσμα η Ευρωπαϊκή οικονομία θα ζημιωθεί.

 Η ευρωζώνη αλλά και η ΕΕ έχει εισέλθει  σε τροχιά διάλυσης και το ευρώ έχει πλέον τρωθεί  θανάσιμα.
Πρόκειται λοιπόν κατ’ ουσίαν όχι απλώς για ένα κτύπημα κάτω από τη ζώνη της Κύπρου ή της Ρωσίας, όπως υποστηρίζουν οι περισσότεροι πολιτικοί αναλυτές.
Πρόκειται για ένα ασύμμετρο κτύπημα.
Ένα ασύμμετρο κτύπημα, που αναδεικνύει σε ασύμμετρη απειλή τα όργανα και τα πρόσωπα της Ευρωζώνης, που συμμετείχαν σε αποφασιστικό και εκτελεστικό επίπεδο.
Όπως εξ άλλου ασύμμετρα είναι τα κτυπήματα, που δέχονται επί σειρά ετών τα κράτη του Ευρωπαϊκού Νότου και όχι μόνο, με αποτέλεσμα να έχουν εμπλακεί σε μία άνευ προηγουμένου υφεσιακή περιδίνηση, που οδηγεί μαθηματικά στην ολοκληρωτική εξαθλίωση τους κατ’ ιδίαν λαούς.
Η πολιτική της Ευρώπης όπως αυτή υπαγορεύεται από την Γερμανική ηγετική ομάδα απειλεί  ευθέως την βιωσιμότητα των επί μέρους ευρωπαϊκών οικονομιών και συνακόλουθα μεσοπρόθεσμα την οικονομία της ίδιας της Γερμανίας.
Όσο και αν μοιάζει με παραδοξολογία η Γερμανική ηγεσία αποτελεί απειλή για τον ίδιο τον Γερμανό πολίτη, έστω και αν σήμερα του χορηγεί αυξήσεις σε μισθούς και συντάξεις, εν όψει των επερχόμενων εκλογών.

Με αυτή την έννοια ο μαρτυρικός Κυπριακός λαός με την λεβέντικη αντίδρασή του, δεν παραδίδει απλώς μαθήματα αξιοπρέπειας και δημοκρατίας.
Υπερασπίζεται συγχρόνως την αξιοπιστία του Ευρωπαϊκού οικονομικού οικοδομήματος, την αξιοπρέπεια των Ευρωπαϊκών θεσμών, την συντήρηση του Ευρωπαϊκού κεκτημένου.
Ιδιαιτέρως λοιπόν γι αυτούς τους λόγους κάθε Ευρωπαίος πολίτης, πρωτίστως και κυρίως πολίτες του Νότου, αλλά εξ’ ίσου και οι εχέφρονες των Γερμανών, θα πρέπει να αισθάνονται ευγνώμονες και αλληλέγγυοι προς τους αγωνιζόμενους Ελληνοκυπρίους και να καταβάλλουν κάθε δυνατή προσπάθεια στήριξής τους.
Είναι προς το δικό τους συμφέρον…

Υ.Γ Στη βδομάδα που πέρασε παρακολουθήσαμε μια άνευ προηγουμένου επίδειξη μικρόνοιας και μικροψυχίας από μια μεγάλη δυστυχώς μερίδα πολιτικών και δημοσιογράφων, που στήριξαν και στηρίζουν τις μνημονιακές πολιτικές στην Ελλάδα. Καταφανώς στενοχωρημένοι τα πρώτα εικοσιτετράωρα παρακολουθούσαν άφωνοι την ηρωϊκή άρνηση των Κυπρίων και τις απεγνωσμένες προσπάθειές τους για εξεύρεση στήριξης. Όταν δε η Ρωσία αρνήθηκε να προσφέρει οικονομική βοήθεια και οι ασφυκτικές πιέσεις των Ευρωπαίων φάνηκε ότι λυγίζουν την Κυπριακή αντίσταση, άρχισαν να εμφανίζονται στο προσκήνιο επιχαίροντας για τις δυσμενείς εξελίξεις.
Σαν κουτσονούρες αλεπούδες, θέλουν κι άλλες κουτσονούρες.
Ανόητοι.
Το όχι της Κυπριακής Δημοκρατίας διόλου δεν χάνει την αξία και την λάμψη του, ακόμη κι αν πρόσκαιρα υπό το ασύμμετρο βάρος του Ευρωπαϊκού αυταρχισμού το μαρτυρικό Νησί αναγκασθεί πρόσκαιρα να υποχωρήσει.
Αν αληθεύει ότι βιώνουμε ένα ακήρυκτο οικονομικό πόλεμο, όπως και ο κος Παπούλιας επεσήμανε, όλοι μπορούν να κατανοήσουν ότι σημασία έχει να δίνεις μάχες, έστω και αν δεν καταφέρνεις πάντα να τις κερδίζεις.


Δευτέρα 4 Μαρτίου 2013

Ένας Γκρίλο θα φέρει την Άνοιξη;




Όπως έγραψα  από την πρώτη στιγμή στο τουήτερ, και τώρα πλέον όλος ο κόσμος συγκλίνει στην ίδια άποψη, το σημαντικό ζήτημα στις Ιταλικές εκλογές δεν είναι αν νίκησε ο Μπερλουσκόνι ή ο Μπερσάνι, αλλά ότι έχασε  η Μέρκελ, ο Σόϊμπλε και το υποτακτικό σ’ αυτούς Ευρωπαϊκό Διευθυντήριο.

Ανεξάρτητα από το ποιά ακριβώς θα είναι η κυβερνητική συνέχεια στην Ιταλία, αυτό που έχει σημασία είναι ότι ο Ιταλικός λαός δεν πείσθηκε από τους  ψυχολογικούς εκβιασμούς, τις απειλές, την προπαγάνδα των Βρυξελλών.
 Έστειλε στο καλάθι των αχρήστων τον εκλεκτό της Γερμανικής καγκελαρίας κο Μόντι. Τιμώρησε την ψευτοαριστερή «σοσιαλδημοκρατική» παρωδία του Μπερσάνι, που δεν τόλμησε να αρθρώσει σοβαρό εθνικό λόγο και να παρουσιάσει συγκροτημένο πρόγραμμα με αναπτυξιακή προοπτική.
Αγκάλιασε τον ριζοσπαστικό καλλιτέχνη Μπέπε Γκρίλο, που με γκροτέσκο είναι η αλήθεια τρόπο ενσάρκωσε την απόγνωση και την αγανάκτηση του.
Και βεβαίως ξέθαψε ένα πολιτικό «καλικάτζαρο», ο οποίος παρότι ομόσταυλος με την κα Μέρκελ στο Ευρωπαϊκό λαϊκό κόμμα, προέβαλε σταθερά την πιο ξεκάθαρη αντιΜΕΡΚΕΛική εικόνα σε όλη την προεκλογική περίοδο.

Δεν χωράει καμία αμφιβολία, ότι θέλοντας και μη όλοι οι παράγοντες της διεθνούς σκακιέρας είναι υποχρεωμένοι να λάβουν σοβαρά υπ’ όψιν το αποτέλεσμα.
Οι «αγορές» το έχουν κάνει ήδη προεξοφλώντας με την πτώση τους την πρόβλεψη ισχυρών πολιτικών και οικονομικών αναταράξεων στην ΕΕ και όχι μόνο.

Αυτοί που όμως πρέπει να το προσέξουν ιδιαίτερα είναι οι Ευρωπαίοι παράγοντες, πολιτικοί, επιχειρηματίες, τραπεζίτες.
Ο Γάλλος Υπουργός Οικονομικών με τη δήλωση του ότι η Ευρώπη δεν αντέχει άλλη λιτότητα έδειξε να αντιλαμβάνεται το μήνυμα του Ιταλικού εκλογικού σώματος.
Όσο πιο γρήγορα το αντιληφθούν και οι υπόλοιποι, τόσο το καλύτερο για όλους.

Το τελευταίο δωδεκάμηνο, η Γερμανική πολιτική οδηγείται από ήττα σε ήττα.
Ο Σαρκοζί έχασε στην Γαλλία. Ο Ραχόϊ  κλυδωνίζεται μέσα σε θύελλα σκανδάλων στην Ισπανία. Η Ιταλία γυρνάει την πλάτη στα ανδρείκελα των Βρυξελλών. Και τώρα η Πορτογαλία έχει βγει στους δρόμους.
Η περίπτωση της Ελλάδας και της Κύπρου δεν θα πρέπει να παρασύρει το Ευρωπαϊκό Διευθυντήριο, και ιδίως τους Ευρωπαίους τραπεζίτες και τους πολιτικούς υποστηρικτές τους, σε λάθος εκτιμήσεις. Πρόκειται για μη αντιπροσωπευτικά δείγματα  του ανέμου αγανάκτησης και απαίτησης αμέσου αλλαγής πλεύσεως, που πνέει στην Ευρωπαϊκή Ήπειρο.

Βεβαίως η δημιουργία κυβέρνησης συνεργασίας στην Ιταλία κατά το πρότυπο της Γερμανίας ή και της Ελλάδας είναι ένα σφόδρα πιθανό ενδεχόμενο.
Όμως αυτό δεν πρόκειται να λύσει το πρόβλημα του χάσματος ανάμεσα στο Ευρωπαϊκό διευθυντήριο και τους λαούς της Ευρώπης.
Η εμμονή στην εφαρμογή πολιτικών εγκαθίδρυσης αποικιοκρατικού καθεστώτος στην πλειοψηφία των χωρών της ΕΕ οδηγεί μετά βεβαιότητος σε ένταση της κοινωνικής δυσαρέσκειας και αγανάκτησης.

Η αντίδραση των ψηφοφόρων στην Ιταλία, καθώς και τα μέχρι στιγμής ελεγχόμενα συλλαλητήρια σε όλες σχεδόν τις Ευρωπαϊκές χώρες είναι προάγγελος της επερχόμενης  εξάντλησης των κοινωνικών αντοχών.
Πλησιάζουμε στη στιγμή , όπου τα συμβατικά μέσα αντιμετώπισης διαδηλώσεων θα αποδειχθούν αλυσιτελή.
Σε μια τέτοια φάση οι κυβερνήσεις θα είναι ούτως ή άλλως αδύνατον να εφαρμόσουν πολιτικές λιτότητας και εξαθλίωσης. Όσες δεν προλαβαίνουν να προσαρμοσθούν θα ανατρέπονται, όπως για παράδειγμα συνέβη στην Βουλγαρία.
Με μια τέτοια κατάσταση όμως σε πανευρωπαϊκή κλίμακα δύσκολα θα αποφευχθεί  η  σάρωση του παρόντος Διευθυντηρίου, η κατάργηση του ευρώ και ενδεχομένως ακόμη και η διάλυση της ΕΕ.
Παράγοντες μάλιστα που επιδρούν  καταλυτικά στην κατεύθυνση της ευρωπαϊκής αποσύνθεσης είναι α)η ενίσχυση του ευρωσκεπτικισμού εξ αιτίας της σύνδεσης των μέτρων λιτότητας με την συμμετοχή στην Ένωση και αφ’ ετέρου  β) η ενίσχυση του εθνικισμού ως αντίδρασης στην απώλεια της κυριαρχίας και στην κατάλυση της δημοκρατίας, που προωθείται από τον αποικιοκρατισμό στις κατ’ ιδίαν χώρες.

Είναι λοιπόν εξαιρετικά απερίσκεπτη η συμπεριφορά Ευρωπαίων και κυρίως Γερμανών αξιωματούχων, οι οποίοι με αψυχολόγητες  δηλώσεις ρίχνουν συνεχώς λάδι στη φωτιά.
Είναι παγκοίνως γνωστό ότι η Γερμανία ασκεί υπερβολική επιρροή στις Κοινοτικές αποφάσεις.
Αυτό είναι κάτι που μέχρι σήμερα ευνόησε σημαντικά την Γερμανική οικονομία, αλλά αν συνεχίσουν οι εσφαλμένοι χειρισμοί μπορεί σύντομα να καταλήξει σε μπούμεραγκ. Και τούτο διότι οι εξαθλιωμένες  ευρωπαϊκές μάζες δεν θα αργήσουν να συνδέσουν την κακοδαιμονία τους με την άκαμπτη στάση της Γερμανικής Καγκελαρίας.
Κάτι τέτοιο θα μπορούσε να οδηγήσει όχι μόνο σε απομόνωση την Γερμανία, αλλά και σε διάλυση την Ευρωζώνη. 

Είναι λοιπόν περισσότερο από ποτέ επιβεβλημένο οι Ευρωπαϊκές Κυβερνήσεις να αλλάξουν άρδην την αλυσιτελή  υφεσιακή πολιτική τους προκειμένου να λυτρώσουν τους ευρωπαϊκούς λαούς από ένα κατά γενική ομολογία αδιέξοδο Γολγοθά.
Για να περισώσουν το ευρώ, αλλά και για να διασώσουν τους εαυτούς τους.
Αντί λοιπόν να βρίζουν και να ξορκίζουν τον Γκρίλο, ας προσπαθήσουν να δουν την αλήθεια κατάματα και ας αφουγκρασθούν με προσοχή το μήνυμα του, που αντικατοπτρίζει τις πανευρωπαϊκές ανησυχίες, υπερβαίνοντας τα όρια της Ιταλικής Δημοκρατίας…

Τετάρτη 20 Φεβρουαρίου 2013

Απογοητευτική η εικόνα ΟΛΑΝΤ






Είναι κοινώς γνωστό ότι οι Αρχηγοί κρατών προωθούν επιχειρηματικά συμφέροντα, αλλά αυτές οι πρωτοφανώς απροκάλυπτες δηλώσεις του κου Ολάντ και του κου Σαμαρά υπήρξαν επιεικώς εξευτελιστικές.

Ουδείς έχει αυταπάτες και ουδείς είναι τόσο αφελής να πιστεύει ότι οι διακρατικές σχέσεις, ακόμη και εντός συνασπισμών τύπου ΕΕ, στηρίζονται σε βάσεις ανθρωπισμού, αλληλεγγύης, πολιτισμού και τα τοιαύτα.

 Όλοι ήσαν πάντοτε σε θέση να αντιληφθούν, ότι από αρχαιοτάτων χρόνων οι συναντήσεις αρχηγών κρατών πέραν του οποιουδήποτε επικοινωνιακού μανδύα, βασικό στόχο είχαν πάντα την εξυπηρέτηση συμφερόντων, πρωτίστως οικονομικών.
Δεν είναι άλλωστε δυνατόν να διαφύγει της προσοχής ότι, ασχέτως με το επίσημο σκοπό των τέτοιου επιπέδου συναντήσεων, πέραν των υπουργών, των υπηρεσιακών παραγόντων, των δημοσιογράφων, ο κάθε ηγέτης συνοδεύεται πάντα από ευάριθμη ομάδα επιχειρηματιών.

Δεν θα είχε λοιπόν κανείς τη ν απαίτηση, και γιατί άλλωστε, η επίσκεψη  του Γάλλου Προέδρου να αποτελέσει εξαίρεση σ’ αυτόν τον διαχρονικό κανόνα.

Αυτό που σίγουρα ανέμενε ο μέσος πολίτης ήταν σ’ αυτή την επίσκεψη να τηρηθούν στοιχειώδεις κανόνες δεοντολογίας.


Διότι είναι άλλο πράγμα να συζητούν οι αρχηγοί επί ατζέντας θεμάτων υψηλής πολιτικής και οι παρατρεχάμενοί τους να ασχολούνται με την πεζή επιχειρηματικότητα. Και είναι εντελώς άλλο πράγμα ο κος Ολάντ να εμφανίζεται περίπου ως ο πλούσιος αγοραστής και ο κος Σαμαράς ως ο  απελπισμένος ξεπουλητής.

Αυτή η εικόνα των δύο ηγετών, όπου σχεδόν το σύνολο των κοινών τους δηλώσεων περιεστράφη γύρω από τα επενδυτικά ενδιαφέροντα των Γαλλικών επιχειρήσεων και την προθυμία του Ελληνικού κράτους να παραδώσει άνευ ενδοιασμού οποιοδήποτε στοιχείο του εθνικού πλούτου ήταν απογοητευτική.


Απογοητευτική και για τις δύο χώρες.


Διότι είναι βεβαίως γνωστό ότι ιστορικά η Γαλλία απετέλεσε σημαίνον μέλος της Δυτικοευρωπαϊκής αποικιοκρατίας και στήριξε επί αιώνες την οικονομική της ευμάρεια στην εκμετάλλευση χωρών του τρίτου κόσμου. Αυτή όμως ήταν η σκοτεινή, η εν πολλοίς αθέατη στην Ευρωπαϊκή ήπειρο πλευρά της εξωτερικής της πολιτικής. Αντίθετα η εικόνα της Γαλλίας στην Ευρώπη ήταν συνδεδεμένη με τον πολιτισμό, την ευγένεια, την ελευθερία του πνεύματος,  τα προοδευτικά πολιτικά και κοινωνικά ρεύματα. Κοιτίδα της Αναγέννησης και του Διαφωτισμού, σημαιοφόρος  της αστικής επανάστασης, αλλά και του Μάη του 68, η Γαλλία υπήρξε για τους λαούς της Ευρώπης διαχρονικά μια συμπαθής έως ινδαλματική χώρα.

Ομοίως και η Ελλάδα μικρή, φτωχή, με μακρές περιόδους δουλείας, καταπίεσης, ξενόδουλων κυβερνήσεων κ.λ.π, κατάφερνε πάντα να προβάλλει την εικόνα της κοιτίδας της δημοκρατίας, των επιστημών και του πολιτισμού και να απολαμβάνει συμπάθειας και σεβασμού ακόμη και στις δυσκολότερες στιγμές της.


Δυστυχώς αυτές οι φωτεινές εικόνες αμφοτέρων των χωρών εξέλειπαν στην δημόσια εμφάνιση των δύο ηγετών.


Ο κος Ολάντ εμφανίσθηκε περίπου ως βουλιμικός αποικιοκράτης, που σπεύδει να καταστήσει σαφείς τις επιλογές του σε σχέση με την εκμετάλλευση των πλουτοπαραγωγικών πηγών της αποικίας. Ο δε κος Σαμαράς εμφανίσθηκε σαν ο φτωχοσυγγενής φύλαρχος, έτοιμος να χαρίσει τα πάντα  προκειμένου να κερδίσει την εφήμερη εύνοια του Φράγκου ηγεμόνα.

Κατανοητή η αγωνία του Γάλλου Προέδρου να προλάβει τις εξελίξεις, που έχουν ήδη δρομολογηθεί από την άσπονδη φίλη του Γερμανίδα Καγκελάριο. Ευνόητη η σπουδή του να αποσπάσει κι αυτός το μερίδιο που του αναλογεί, στο μεγάλο φαγοπότι, που έχει ήδη στηθεί γύρω από τα περιουσιακά στοιχεία και τις πλουτοπαραγωγικές πηγές του τόπου.

Εξ ίσου κατανοητή και η επιθυμία του κου Σαμαρά να αποκτήσει την έξωθεν συμπάθεια και αναγνώριση, σε μια περίοδο που έσωθεν μπορεί να περιμένει μόνο πολιτική αντιπάθεια και κοινωνική κατακραυγή.

Όμως πιστεύουμε ότι η κοινή γνώμη προσδοκούσε και ο κος Ολάντ να προωθήσει  ευγενικότερα τα επιχειρηματικά εθνικά του συμφέροντα και ο Έλλην Πρωθυπουργός να χειρισθεί αξιοπρεπέστερα  την εξυπηρέτηση των προσωπικών πολιτικών του στόχων.


Δυστυχώς αμφότεροι εμφανίσθηκαν κατώτεροι των θεσμικών τους ρόλων. 

Γιατί ο πρώτος προέβαλλε το μελανό, το βάρβαρο, το αρπακτικό, το αποικιοκρατικό πρόσωπο της χώρας του, που επιμελώς οι προκάτοχοί του είχαν καταφέρει να κρατήσουν μακριά από την Ευρωπαϊκή κοινή γνώμη.  Και γιατί ο δεύτερος αφέθηκε να παρουσιάσει μια εικόνα μιζέριας, επαιτείας, ξενολαγνείας και ταπείνωσης.


Κρίμα γιατί ούτε ο Γάλλος , ούτε ο Έλληνας πολίτης μπορούν να είναι ευχαριστημένοι από την εικόνα μιας Γαλλίας αρπακτικού και μιας Ελλάδας που ευτελίζεται από ιστορικούς συμμάχους.

Κρίμα γιατί η  Γαλλία υπήρξε παραδοσιακά μια συμπαθής χώρα και για κακή της τύχη οι δύο αρχηγοί έκαναν χθες ότι μπορούσαν  για να σπάσουν αυτή την παράδοση....