Τετάρτη 12 Ιουνίου 2013

ΕΡΤ : το νέο φιάσκο της τρικομματικής συγκυβέρνησης



 Δεν πέρασαν 24 ώρες από το φιάσκο της GAZPROM και η ΝΔ κατάφερε να προσφέρει στην Ελληνική, αλλά και την διεθνή κοινή γνώμη ένα νέο ακόμη μεγαλύτερο. Ίσως και με την κουτοπόνηρη σκέψη ότι το νέο θα σκέπαζε τη σοβαρότητα του προηγούμενου.
Το κλείσιμο της Δημόσιας Ραδιοτηλεόρασης και ιδιαίτερα ο τρόπος με τον οποίο επιβλήθηκε, αποτελεί ένα τυπικό δείγμα ακραίου αυταρχισμού, που καμία δημοκρατική και ελάχιστες ολοκληρωτικές κυβερνήσεις τόλμησαν ποτέ να επιχειρήσουν στα τελευταία 100 χρόνια.
Αυτός ο απρόκλητος πρωτόφαντος  αυταρχισμός εξ άλλου είναι, που ξεσήκωσε θύελλα αντιδράσεων όχι μόνο σ’ όλη τη χώρα, αλλά και σε όλη την ομογένεια. Σε όλα τα μήκη και τα πλάτη της γης. Tουλάχιστον όπου κατοικούν πολιτισμένοι άνθρωποι σε στοιχειωδώς δημοκρατικές χώρες.

Αντιδράσεις σίγουρα απρόσμενες για τους πρωταγωνιστές αυτής της απίθανης πολιτικής ασχημίας.  Απρόσμενες όμως, για να είμαστε ειλικρινείς, και για τους «παρεπιδημούντες την Ιερουσαλήμ», τους θεατές και ακροατές των κρατικών μέσων ενημέρωσης.
Και τούτο διότι η στάση των εργαζομένων, ιδιαίτερα των δημοσιογράφων της ΕΡΤ τα τελευταία χρόνια κάθε άλλο παρά φιλολαϊκή θα μπορούσε να χαρακτηρισθεί.
Άλλοι χρωστώντας υποχρέωση στους πολιτικούς τους πάτρωνες, στους οποίους όφειλαν τον ρουσφετολογικό διορισμό τους και άλλοι δέσμιοι δημοσιοϋπαλληλικής νοοτροπίας, αφέθηκαν να γίνουν κύμβαλα μνημονιακής προπαγάνδας.
 Ιδιαίτερα όσοι συμμετείχαν σε δελτία ειδήσεων και εκπομπές πολιτικού περιεχομένου, ελάχιστα κινήθηκαν με γνώμονα την πλήρη και  αντικειμενική  ενημέρωση. Με προφανή ιδιοτέλεια και χωρίς ιδιαίτερο δισταγμό συμμετείχαν «φιλότιμα» στα επικοινωνιακά τερτίπια της πλύσης εγκεφάλου, της ,  παραπληροφόρησης, της προώθησης του κοινωνικού αυτοματισμού , της δυσφήμισης των λαϊκών αγώνων και της συκοφάντησης κοινωνικών ομάδων και επαγγελματικών κλάδων, που κατά καιρούς αντιδρούσαν στα κακώς κείμενα και αισχρώς δρώμενα της Τρόϊκας και των συνοδοιπόρων της.
Έτσι οι παλλαϊκές αντιδράσεις με τη στενή έννοια της συμπαράστασης στους εργαζόμενους στην ΕΡΤ θα μπορούσαν να θεωρηθούν και ανεξήγητες. 

Η αλήθεια είναι ότι υπάρχει ένα σημαντικό ελπιδοφόρο τμήμα πολιτών, που επιμένουν να μη «χάνουν το δάσος θαμπωμένοι  από το δένδρο». Γι αυτούς τους πολίτες ήταν εύκολο να παραμερίσουν την πικρία από την πρότερη αντικοινωνική στάση του δημοσιογραφικού επιτελείου της ΕΡΤ και να εστιάσουν στη σημασία του πολύτιμου αγαθού της δημόσιας Ραδιοτηλεόρασης.
Επιπλέον η συντριπτική πλειοψηφία του λαού καθώς και του αποδήμου Ελληνισμού επέδειξε ένα εξαιρετικό αισθητήριο πολιτισμού και δημοκρατίας.
Γιατί πρωτίστως την Δημοκρατία και τον πολιτισμό έσπευσαν να υπερασπισθούν όλοι αυτοί, με την φυσική τους παρουσία στους ανά την επικράτεια ραδιοτηλεοπτικούς σταθμούς. Με την  έντονη κινητικότητά τους στο διαδίκτυο. Με την άσκηση πίεσης σε συλλογικούς, συνδικαλιστικούς, κομματικούς φορείς.
Διατράνωσαν ουσιαστικά με κάθε τρόπο και με κάθε μέσο την αντίθεσή τους στον αυταρχισμό, στον σκοταδισμό, στην αποικιοκρατική χειραγώγηση του τύπου και στην σκανδαλώδη παρεμπόδιση της ελεύθερης διακίνησης των ιδεών.

Χάρι σ’ αυτό το υψηλό πολιτιστικό επίπεδο, την βαθειά δημοκρατική συνείδηση και το μεγαλείο ψυχής του απλού Έλληνα πολίτη οι εργαζόμενοι της  ΕΡΤ έτυχαν μιας ανέλπιστης συμπαράστασης και η Ελλάδα κατάφερε να στείλει ένα καθοριστικής σημασίας μήνυμα στον υπόλοιπο κόσμο.
Ότι παραμένει μια πολιτισμένη χώρα, παρά την βάρβαρη διακυβέρνηση που υφίσταται από «συμμάχους» και ανεγκέφαλους ιθαγενείς που συμπράττουν απερίσκεπτα μαζί τους σε πάσης φύσεως ασχημία και αβελτηρία.

Αυτό είναι το πραγματικό νόημα της λαϊκής αντίδρασης, που ανάγκασε πολλούς βουλευτές με βεβαρυμμένο κοινοβουλευτικό  «μητρώο» να πάρουν θέση  και να σύρουν και τους αρχηγούς των κομμάτων σε μια έστω απρόθυμη ενδοκυβερνητική διχογνωμία.
Βεβαίως η στάση των κκ Βενιζέλου και Κουβέλη επί του παρόντος ουδόλως αφήνει περιθώρια περί σοβαρής πρόθεσής τους να υπερασπισθούν την ΕΡΤ ή ακόμη περισσότερο να αποσύρουν την στήριξή τους στην παρωδία συγκυβερνήσεως, όπου συμμετέχουν.

Χαρακτηριστική μάλιστα είναι η φαιδρή πρωτοβουλία της ΔΗΜΑΡ για κατάθεση προτάσεως νόμου περί ακυρώσεως της πράξεως νομοθετικού περιεχομένου.
Αντί να απαιτήσουν την απόσυρση της κατάπτυστης πράξης και την εισαγωγή στη Βουλή νομοσχεδίου με την ΕΡΤ λειτουργούσα, καταφεύγουν σε ένα κουτοπόνηρο τέχνασμα. Ένα τρίκ που πρακτικά κλείνει την ΕΡΤ, διατηρεί σε ισχύ την ΠΝΠ και εν τέλει διά της βεβαίας απορρίψεως από την κοινοβουλευτική πλειοψηφία της πρότασης Κουβέλη θα την επικυρώσει πανηγυρικά.

Βεβαίως τα δύο δήθεν κεντροαριστερά κομματικά μορφώματα που λειτουργούν  σαν δεκανίκια στήριξης αποικιοκρατικών μέτρων, ελάχιστα πλέον ξεγελούν με τις κουτοπονηριές τους την πλειοψηφία του χειμαζόμενου λαού.
Έτσι και στην προκειμένη υπόθεση θα ήταν ανοησία να ελπίσει κανείς ότι το σχέδιο αντικατάστασης της ΕΡΤ με ένα απόλυτα ελεγχόμενο εργαλείο σκληροπυρηνικής προπαγάνδας,  επανδρωμένο αυστηρά με πραιτοριανούς της Νέας Δημοκρατίας, θα μπορούσε να ματαιωθεί από τις προσχηματικές αντιρρήσεις των κυβερνητικών εταίρων.

Η πραγματικότητα είναι ότι τα πάντα εξαρτώνται από την εξέλιξη των αντιδράσεων του κόσμου.
Και προς αυτή την κατεύθυνση κρίσιμο ρόλο θα παίξει αυτή καθεαυτή η στάση των ίδιων των εργαζομένων της ΕΡΤ. Ιδιαίτερα αυτών που έχουν αναλάβει τον ρόλο του συντονισμού των εκπομπών της.
Αν δεν καταφέρουν να υπερβούν το στενό πεδίο του προσωπικού επαγγελματικού τους προβλήματος και να κάνουν τις εν λόγω εκπομπές βήμα προβολής των ευρύτερων ζητημάτων οικονομικής εξαθλίωσης και καθεστωτικής ανελευθερίας του συνόλου της ελληνικής κοινωνίας, πολύ γρήγορα  θα χάσουν τη στήριξη των ευρύτερων λαϊκών στρωμάτων.

Τρίτη 11 Ιουνίου 2013

GAZPROM: Σενάρια με σκέτη συνομωσία, μπόλικο χρήμα αλλά χωρίς… σεξ δεν «πουλάνε»…



Σαν κεραυνός εν αιθρία έσκασε χθες στα κεφάλια των υπηρεσιών προπαγάνδας η αποχώρηση της GAZPROM από τον πολύπαθο διαγωνισμό για τη ΔΕΠΑ.
Επί εβδομάδες  έκτιζαν ένα αποθεωτικό θρίαμβο για τον «αεικίνητο» πρωθυπουργό, που είχε πάρει απάνω του τον τομέα της ενέργειας. Είχε προωθήσει προσωπικά το «μεγάλο deal». Είχε πρωτοστατήσει στις επαφές με τους Ρώσους στο Μέγαρο Μαξίμου.
Και δεν έμενε πια παρά να πέσουν οι υπογραφές, για να μπει μπροστά η ατμομηχανή των αποκρατικοποιήσεων και να ξεκινήσει η αναπτυξιακή «απογείωση», που ο κος Σαμαράς ως γνωστόν είχε προσδιορίσει από τις αρχές του χρόνου, ότι θα μας προέκυπτε εντός του Ιουνίου.

Τόσο απρόσμενη ήταν η εξέλιξη, που ούτε η Κυβέρνηση, ούτε το ΤΑΙΠΕΔ κατάφερε να έχει κοινή επικοινωνιακή γραμμή εγκαίρως. Έτσι τα παπαγαλάκια των καναλιών βρέθηκαν στη δυσάρεστη θέση να διαχειρισθούν, εν πολλοίς αυτοσχεδιάζοντας, ένα ζήτημα που υπερέβαινε τις νοητικές και όχι μόνο δυνατότητές τους.
Συνηθισμένοι οι «έγκυροι και έγκριτοι» δημοσιογράφοι να κάνουν «ρεπορτάζ» καθ’ υπαγόρευση του επιτελείου προπαγάνδας, ήλθαν αντιμέτωποι με μια αήθη κατάσταση. Οι κυβερνητικοί υποβολείς τους δεν είχαν προλάβει να σκαρφιστούν ένα ολοκληρωμένο αξιοπρεπές σενάριο για το ναυάγιο της ΔΕΠΑ.
Έτσι προς τέρψιν των υποψιασμένων τηλεθεατών στα χθεσινά κεντρικά δελτία ειδήσεων διαδραματίσθηκαν σκηνές απείρου κάλλους, με πολιτικούς ψευτοαναλυτές να συγκρούονται με ψευτοοικονομικούς τεχνοκράτες. Βάλλοντας  ανάρχως και κατά βούληση οι μεν κατά της ανεπάρκειας του ΤΑΙΠΕΔ, οι δε κατά του ερασιτεχνισμού των εμπλεκόμενων πολιτικών κυβερνητικών στελεχών(μηδέ του Πρωθυπουργού εξαιρουμένου).

Αν κάποτε θεσμοθετηθεί ημέρα εορτασμού του εξευτελισμού της στρατευμένης, άλλως εξωνημένης, δημοσιογραφίας η 10η Ιουνίου θα μπορούσε δικαίως να καθιερωθεί ως αδιαφιλονίκητη επέτειος.
Άλλοι μιλούσαν για κακή προετοιμασία του deal και αχρείους τεχνοκράτες, που εξέθεσαν τον Πρωθυπουργό εμπλέκοντάς τον σε μη ώριμη υπόθεση. Άλλοι για αποτυχία οφειλόμενη σε πολιτικές αβελτηρίες κυβερνητικών αξιωματούχων, που όφειλαν να είχαν αφήσει τους τεχνοκράτες να κάνουν τη δουλειά τους.

Και κάπως έτσι διασκεδαστικά τελείωσαν τα δελτία των οκτώ, για να επακολουθήσει κάποια πιο συνεκτική αλλά εξ ίσου ευτράπελη επικοινωνιακή διαχείριση, από τα δελτία των εννιά και πέρα.
Προφανώς η ομάδα προπαγάνδας κατάφερε να συνέλθει, να μαζέψει τα συντρίμμια της τσαλαπατημένης ψυχολογίας της και να καταλήξει σε μια κεντρική γραμμή.
Από τη μια έφταιγαν οι συνομωσίες της Ευρωπαϊκής Επιτροπής κι από την άλλη η κακόπιστη παλινωδία των Ρώσων.
Το ΤΑΙΠΕΔ είχε κάνει σωστά τη δουλειά του και ο Πρωθυπουργός ότι περνούσε από το χέρι του για να στηρίξει την προσπάθεια.
Η εξέλιξη δεν ήταν ευχάριστη, αλλά δεν είναι και η συντέλεια του κόσμου.
Η κυβέρνηση θα επιμείνει σθεναρά στην εφαρμογή του προγράμματος των αποκρατικοποιήσεων.
Ο Πρωθυπουργός έδωσε εντολή για επανάληψη του διαγωνισμού και για επιτάχυνση των ιδιωτικοποιήσεων με μοχλό το ενδιαφέρον των Κινέζων και των Αζέρων, που είναι προσωπικές του επιτυχίες…

Τουτέστιν:
Ο,τι δεν μας ρίχνει από τις καρέκλες μας, μας κάνει πιο δυνατούς.
Ισχύς μας η ανοησία των ψηφοφόρων…
Μαζί σου Αντώνη, το θράσος μας ενώνει…
Κάποτε η Ελλάδα ήταν η χώρα, που ανθούσε «φαιδρά πορτοκαλέα». Τώρα πλέον είναι η χώρα που ανθεί  κιτρίνη (δημοσιογραφική) φαιδρότης.

Ούτε λόγος για ζητήματα επιχειρηματικής φύσεως, που θα μπορούσαν να επηρεάσουν μια κατά βάσιν επιχειρηματική υπόθεση.
Διότι προφανώς το βασικό κριτήριο των Ρώσων και οποιουδήποτε άλλου επίδοξου επενδυτή δεν είναι η στήριξη της Ελλάδας. Ούτε η ευγενική συμβολή στο  success story και στο grecovery του κυρίου Σαμαρά.
Κυρίαρχος στόχος τους, όπως και κάθε επιχειρηματία που σέβεται τον εαυτό του, είναι η κερδοσκοπία.

Αυτό άλλωστε ακριβώς δηλώνουν εμμέσως πλην σαφώς στις ανακοινώσειςτους, όπου δεν αναφέρονται ούτε σε γεωπολιτικά συμφέροντα, ούτε σε γεωστρατηγικές διελκυστίνδες, ούτε σε φόβους για τη στάση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής.
Για το τίμημα μιλάνε οι άνθρωποι.
Για την αντικειμενική αδυναμία εισπράξεως υπέρογκων επισφαλών απαιτήσεων.
Και κυρίως για δυσμενείς προβλέψεις σε σχέση με την εξέλιξη της ελληνικής αγοράς.

Σ’αυτό ακριβώς το τελευταίο ζήτημα βρίσκεται η απάντηση όχι μόνο της δικής τους εύλογης συμπεριφοράς, αλλά και της παγκόσμιας απροθυμίας της διεθνούς επιχειρηματικότητας, να συμμερισθεί τις περί «απογειώσεως» ονειροφαντασίες του κυβερνητικού προπαγανδιστικού επιτελείου.
Κανένας μα κανένας εχέφρων κεφαλαιούχος δε θα ρισκάρει τα χρήματά του σε μια χώρα  σαν την Ελλάδα, επενδύοντάς τα σε παραγωγή ή εμπορία καταναλωτικών  προϊόντων ή υπηρεσιών.
Διότι σε μια αγορά με αρνητικές έως απογοητευτικές προβλέψεις καταναλωτικών τάσεων, ουδείς έχει ελπίδα να διασώσει τα κεφάλαιά του, πολλώ δε μάλλον να αποκομίσει κέρδη.

Ματαίως πασχίζει απεγνωσμένα ο Πρωθυπουργός και τα θλιβερά κυβερνητικά συνεταιράκια του, να πείσουν εαυτούς και αλλήλους ότι η Ελλάδα είναι επενδυτικός παράδεισος, επειδή συνέθλιψε το εργατικό κόστος. Ή επειδή δεν διστάζει να ξεπουλήσει όσο – όσο τα πάντα.
Μικρή σημασία έχει η αρχική τιμή αγοράς μιας δημόσιας ή ιδιωτικής επιχείρησης, εάν αυτή δεν εξασφαλίζει βιωσιμότητα και κερδοφορία. Ακόμη μικρότερη σημασία έχει το κόστος ενός προϊόντος, εάν ο υποψήφιος αγοραστής έχει μηδενική αγοραστική ικανότητα.

Και δυστυχώς περί αυτού πρόκειται.
Με τη φαύλη και ιδιοτελή πολιτική των κυβερνήσεων τουλάχιστον από το 2000 και εντεύθεν και ιδιαίτατα με την στυγερή αθλιότητα των μνημονίων, η χώρα δεν προσφέρει πλέον συνθήκες επιχειρηματικής  βιωσιμότητας. Πρωτίστως διότι εξακολουθεί να διαμορφώνει ένα περιβάλλον εξαθλιωμένων κατοίκων, των οποίων η αγοραστική δυνατότητα τείνει ραγδαία προς το μηδέν.

Ανεξάρτητα από τα φληναφήματα περί μιας Ελλάδας με δεσπόζουσα θέση στο ενεργειακό μέλλον της Ευρώπης και περί μιας ΔΕΠΑ στρατηγικής σημασίας για τη διείσδυση στα Βαλκάνια η πραγματικότητα είναι μία.  Η ΔΕΠΑ είναι κατ’ ουσίαν μια επιχείρηση διανομής αερίου με κύριο ζωτικό χώρο την Ελληνική επικράτεια. Αυτό καλείται επί της ουσίας να εκτιμήσει και εν τέλει να αγοράσει ο κάθε επενδυτής.
Οι Ρώσοι για παράδειγμα δεν έχουν ανάγκη την όποια ΔΕΠΑ για να επεκτείνουν τη δράση τους σε χώρες, με τις οποίες και ιστορικούς εμπορικούς δεσμούς έχουν και αγωγούς αερίου που διέρχονται στην εξάπλωσή τους προς την Δύση. Είναι λοιπόν πιο φθηνό και πιο ασφαλές να δραστηριοποιηθούν αν θέλουν σ’ αυτές απ’ ευθείας και όχι μέσω της ΔΕΠΑ.
Η ΔΕΠΑ τους ενδιέφερε κυρίως για το ελληνικό πελατολόγιό της, το οποίο, όπως ευγενικά λένε στις ανακοινώσεις τους, ανακάλυψαν ότι ούτε υγιές είναι, ούτε εύρωστο, ούτε αισιόδοξες προβλέψεις επιτρέπει.
Τι παραπάνω λοιπόν χρειάζονταν να δουν για να το βάλουν στα πόδια με ελαφρά πλην γρήγορα πηδηματάκια…;

Και αυτό που συνέβη με τους Ρώσους είναι κατ’ ουσίαν ένα  déjà vu με τους Καταριανούς, με τους Γάλλους που θα συνέρρεαν κατά τον Ολάντ, αλλά τα μάζεψαν κι έφυγαν, με τους Γερμανούς που όλο έρχονται, αλλά ποτέ δε φθάνουν, και πάει λέγοντας…

Ήμαστε οι τελευταίοι, που θα στενοχωριόμασταν γιατί δεν παραδίδεται ο αποθησαυρισμένος ιδρώτας πολλών γενεών Ελλήνων σε διεθνείς κατσαπλιάδες διαφόρων εθνικοτήτων.
Όμως  δεν μπορούμε να καταναλώνουμε αδιαμαρτύρητα το κουτόχορτο, που επιχειρούν να μας ταΐσουν διάφοροι φαιδροί τηλεοπτικοί παπαγάλοι, χάριν εξασφαλίσεως της προσωπικής τους ευημερίας.

Όσο η ύφεση θα γιγαντώνεται, όσο η εξαθλίωση του Έλληνα καταναλωτή θα ολοκληρώνεται, όσο η ανθρωπιστική καταστροφή θα είναι το μόνο προβλεπτό σενάριο για τους δυστυχισμένους πολίτες της χώρας, μοναδικοί «επενδυτές», που θα αποτολμούν επιχειρηματική εμπλοκή τους στην Ελλάδα, θα είναι χρυσοθήρες τύπου παλιού Αμερικανικού γουέστερν με όλη τη σημασία της λέξεως.
Εταιρίες εντατικής εξόρυξης  μεταλλευμάτων, εξαντλητικής εκμετάλλευσης ενεργειακών πηγών, αρπαγής φυσικών πόρων. Και δη υπό την προϋπόθεση ότι όλα αυτά τα είδη δεν εξαρτώνται από την εσωτερική κατανάλωση, αλλά έχουν εξασφαλισμένο εξαγωγικό ενδιαφέρον.

Μόνο ο,τιδήποτε μπορεί να διαρπαγεί εύκολα και να εξαχθεί τάχιστα μπορεί να έχει ενδιαφέρον επί του παρόντος.

Για δύο πολύ απλούστατους λόγους. Πρώτον διότι ο εξουθενωμένος εγχώριος καταναλωτής δεν παρέχει ασφάλεια επαρκούς ζητήσεως και ικανοποιητικής κερδοφορίας. Δεύτερο διότι η προϊούσα εξαθλίωση σε συνδυασμό με την αύξουσα καταπίεση δημιουργούν ένα επικίνδυνα εκρηκτικό κοινωνικό μείγμα, που δεν παρέχει ασφάλεια σε κανενός τύπου επιχειρηματικό σχεδιασμό.

Έτσι όσο συνεχίζεται αυτή η αποικιοκρατική αποδόμηση του Ελληνικής επικράτειας ξένοι και εγχώριοι κεφαλαιούχοι θα παρακολουθούν εκ του μακρόθεν, τόσο τις οδύνες της κοινωνίας, όσο και τις εναλλαγές των κυβερνήσεων.
Θα αναμένουν με ενδιαφέρον  να διακρίνουν την χρονική στιγμή όπου η καταστροφή της οικονομίας θα είναι ολική, η κοινωνική ένταση θα έχει εκτονωθεί με τον ένα ή τον άλλο τρόπο και οι καταναλωτικοί δείκτες θα έχουν πλέον αποκτήσει ασφαλή ανοδική προοπτική.
Τότε και μόνον τότε θα κινηθούν να προλάβουν να πάρουν ό,τι τους ενδιαφέρει. Στο εξασφαλισμένα κατώτατο δυνατό τίμημα. Με μηδενικό ρίσκο απωλειών. Και με βεβαία κερδοφορία από την εκμετάλλευση μιας αγοράς με προβλέψιμη τροχιά ανόδου για αρκετές επόμενες δεκαετίες. 

Αυτά λοιπόν τα ευφάνταστα σενάρια με σκέτες Ευρωπαϊκές συνομωσίες και Ρώσους μεγιστάνες δεν έχουν κανένα πολιτικό, οικονομικό ή ακαδημαϊκό ενδιαφέρον.
Μάλλον δεν είναι χρήσιμα ούτε για λαϊκή επικοινωνιακή εκμετάλλευση.
Αφού ως γνωστό ακόμη και τα βίπερ Νόρα και οι διάσημες ιστορίες S.A.S έγιναν best sellers προσφέροντας διεθνείς συνομωσίες διανθισμένες με «χλίδα», αλλά και άφθονο …σεξ.

Πέμπτη 6 Ιουνίου 2013

Ερντογάν. Από την Άνοιξη στο …Φθινόπωρο…



Αιφνιδιάσθηκε η ευρωπαϊκή κοινή γνώμη από την λαϊκή έκρηξη στην Τουρκία.

Όχι γιατί τα τελευταία χρόνια δεν έχει συνηθίσει να βλέπει κοινωνικές αναστατώσεις σε μια σειρά από Μουσουλμανικές χώρες. Αλλά κυρίως γιατί τα ευρωπαϊκά ΜΜΕ είχαν καταφέρει να δημιουργήσουν μια εντελώς ρόδινη εικόνα για την Τουρκία, την οικονομία της, την ανάπτυξή της, τη διακυβέρνησή της, την διπλωματία της.

Εξυπηρετώντας προφανείς λόγους πολιτικής σκοπιμότητας καλλιέργησαν επί σειρά ετών τον μύθο μιας νέας σύγχρονης Τουρκίας, που αλλάζει ραγδαία, αναπτύσσεται συστηματικά, ανακάμπτει από την οικονομική κρίση και διεκδικεί βασίμως ηγεμονικό ρόλο στην ευρύτερη περιοχή. 

 Μαγικές εικόνες, που προφανώς εξυπηρετούσαν γεωπολιτικά σχέδια μεγάλων χωρών και επιχειρηματικούς στόχους Ευρωπαϊκών κολοσσών.

Μαγικές εικόνες, που βοηθούσαν παραλλήλως το κυβερνών Ισλαμικό κόμμα να εδραιώνει την εξουσία του και ιδίως τον κο Ερντογάν να βελτιώνει συνεχώς το πολιτικό του προφίλ  και να ισχυροποιεί την θέση του έναντι  πολιτικών αντιπάλων και «συντρόφων».


Το αστείο δε της υπόθεσης είναι, πως αυτή η παραπλανητική ευρωπαϊκή «ειδησεογραφία» συνεχίστηκε μέχρι πρόσφατα, ακόμη και κατά τα πρώτα εικοσιτετράωρα της λαϊκής εξέγερσης. Ενώ ήδη το πράγμα είχε ξεφύγει τα γνωστά και μη εξαιρετέα παπαγαλάκια στα μεγάλα κανάλια, μιλούσαν για Κεμαλιστές και φυσιολάτρες  και αναπαρήγαγαν τις Ερντογανικές ανοησίες για τρομοκράτες, μπαχαλάκηδες και πλιατσικολόγους.

Στη συνέχεια, όταν στα μέσα ηλεκτρονικής δικτύωσης οι εικόνες και οι ειδήσεις, που μετέδιδαν οι ίδιοι οι εξεγερμένοι έκαναν τον γύρο του κόσμου, αναγκάσθηκαν και τα κεντρικά δελτία ειδήσεων να παρουσιάσουν ακροθιγώς τα γεγονότα. Πάντα με το σταγονόμετρο  και πάντα διανθισμένα με σχόλια «επαϊόντων» Τουρκολόγων, που ξεφύτρωσαν σαν τα μανιτάρια στα τηλεοπτικά παράθυρα.

Και ξαφνικά ό κάθε «έγκυρος» και «έγκριτος»  παρουσιαστής άρχισε να μιλάει  για Αλευίτες και Σουνίτες, για το Σελήμ τον Γ΄και για τον Κεμάλ τον μεταρρυθμιστή. Ούτε λόγος για οικονομικές αντιθέσεις, για κοινωνική καταπίεση, για θέματα δηλαδή, που θα μπορούσαν να βάλουν το μέσο Ευρωπαίο πολίτη σε περισυλλογή για τη δική του μίζερη καθημερινότητα.


Έτσι οι ειδικοί, οι ρεπόρτερ,  οι επαγγελματίες φαντάζουν για άλλη μια φορά ως ανόητοι σε αντιπαράθεση με την κοινή λογική του μέσου ερασιτέχνη θεατή τους.

Διότι με τη βοήθεια της άμεσης ηλεκτρονικής επικοινωνίας καθίσταται πια φανερό ότι η σύγχρονη Ερντογανική Τουρκία, παρά τους βελτιωμένους οικονομικούς δείκτες της παραμένει μια τριτοκοσμική χώρα για την συντριπτική πλειοψηφία του πληθυσμού της.


Μια χώρα όπου οι πλατιές λαϊκές μάζες παραμένουν φτωχές σε αντίθεση με μια μικρή μεγαλοαστική μειοψηφία, που νέμεται την εξουσία και τον εθνικό πλούτο.

Και μπορεί ο αξιόλογος ηγέτης του Ισλαμικού κόμματος να ξεκίνησε στην αρχή ως η ελπίδα των φτωχών και καταπιεσμένων λαϊκών στρωμάτων, που αντιμετώπιζαν εκτός από την μιζέρια και την στρατοκρατική τυραννία των Κεμαλιστών. 
Μπορεί να αποδέσμευσε τυπικά την Τουρκία από το ΔΝΤ και να τόνωσε την οικονομία της ενισχύοντας την επιχειρηματικότητα και τον εξαγωγικό της προσανατολισμό. Μπορεί να κολάκεψε την εθνική υπερηφάνεια με μεγαλεπήβολα σχέδια περιφερειακού και όχι μόνο ηγεμονισμού.

Όμως προϊόντος του χρόνου ένα προς ένα τα υποτιθέμενα επιτεύγματά του κατέστη σαφές ότι δεν απέδωσαν ιδιαίτερα οφέλη στα ευρύτερα λαϊκά στρώματα.

Με τα ποσοστά επίσημης ανεργίας να παραμένουν σχετικά υψηλά (11%), ο Τούρκος εργαζόμενος εξακολουθεί να αμείβεται με μεροκάματα πείνας. Έχει δηλαδή «προνομιακή» συμμετοχή στο άχθος της ανταγωνιστικότητας, σε αντίθεση με την κάστα των επιχειρηματιών και πολιτικών που απολαμβάνουν  την μερίδα του λέοντος επί των κερδών.

Με υποβαθμισμένη κρατική πρόνοια και έλλειψη σοβαρών κοινωνικών παροχών παρακολουθεί την κοινωνική ανισότητα να διευρύνεται παρά τις συστηματικά ανανεούμενες προεκλογικές υποσχέσεις του κυβερνώντος κόμματος.

Και σαν να μην έφθανε αυτό στην τελευταία θητεία του ο Ερντογάν αρχίζει να αποκαλύπτει ένα ολοένα επιδεινούμενο αλαζονικά αυταρχικό κυβερνητικό πρόσωπο. Με οπισθοδρομικές νομοθετικές ρυθμίσεις επιχειρεί να περιορίσει στοιχειώδεις ελευθερίες και να παρέμβει  ακόμη και στη σφαίρα της προσωπικής ζωής των πολιτών, στη βάση μιας θρησκευτικής ιδεοληψίας.


Δεν είναι λοιπόν οι εθνοτικές διαφορές, οι πολιτικές αντιπαλότητες, οι περιβαλλοντικές ανησυχίες ή οι αμφισβητούμενες Σουλτανικές προσωπικότητες, που βγάζουν τον κόσμο στους δρόμους.  Εξ’ άλλου η Τουρκία ανέκαθεν ήταν ένα απέραντο «καζάνι» εθνοτήτων, όπου μάλιστα η Τουρκική εθνότητα δεν αποτελούσε την πλειοψηφία, αλλά αδιαμφισβήτητα και λίγο πολύ απρόσκοπτα κατάφερνε να κυβερνά.


Τα λαϊκά στρώματα, που κατακλύζουν τους δρόμους και τις πλατείες και συγκρούονται επίμονα μέχρι θανάτου με τις δυνάμεις καταστολής, δυστυχώς για την κυβέρνηση, δεν «τρελαίνονται» για τα πάρκα, δεν «σκάνε» για πολιτικές διελκυστίνδες, δεν έχουν θρησκευτικές ανησυχίες. 
Είναι καθημερινοί άνθρωποι των μικρομεσαίων κοινωνικών βαθμίδων, όλων των ηλικιών, όλων των επαγγελματικών κλάδων, όλων των πολιτικών αποχρώσεων όλων των μορφωτικών και πολιτιστικών επιπέδων.

Δεν είναι συμπτωματική η παρουσία των ανθρώπων του πνεύματος και της τέχνης. Η γενική απεργία των συνδικάτων. Η ιστορική συμφιλίωση των οπαδών των μέχρι χθες παραδοσιακά αντίπαλων ποδοσφαιρικών ομάδων.

Παρά την πολυποίκιλη προέλευσή τους όλα αυτά τα πλήθη έχουν κοινό παρανομαστή την δίψα για βελτίωση του βιοτικού τους επιπέδου. Τον πόθο για εκδημοκρατισμό και φιλελευθεροποίηση του πολιτεύματος. Την αγωνία για το παρόν και για το μέλλον της πατρίδας τους.


Θα είναι τραγικό λάθος του Ερντογάν να παραβλέψει αυτήν την πραγματικότητα.

Επί το ορθότερο θα είναι ολέθριο λάθος για τον ίδιο, διότι κατ’ ουσίαν θα απολέσει ανεπανόρθωτα την κύρια, ίσως μοναδική πλέον, πηγή προσωπικής του ισχύος.

Και να γιατί:


Το δίδυμο Ερντογάν-Νταβούντογλου σχεδίασε και έθεσε σε εφαρμογή ένα υψιπετές πρόγραμμα εξωτερικής πολιτικής, που ευαγγελιζόταν μια Τουρκία των τριών Ηπείρων, με ηγεμονικό ρόλο όχι απλώς στην ευρύτερη περιοχή, αλλά και στο παγκόσμιο μουσουλμανικό χώρο. Επρόκειτο για ένα σχέδιο που δεν προσφερόταν απλώς σαν μέσο πολιτικής σαγήνης των ευρύτερων λαϊκών μαζών. Ήταν απολύτως εναρμονισμένο με τα συμφέροντα της άρχουσας επιχειρηματικής κάστας, στην οποία προσέφερε διεύρυνση επιχειρηματικών οριζόντων και πολιτικά προγεφυρώματα κατάκτησης νέων απέραντων αγορών.

Ενώ όμως στην αρχή το σχέδιο πήγαινε καλά και είχε αρχίσει να αποδίδει, στη συνέχεια οι άτσαλοι χειρισμοί και οι αμετροεπείς συμπεριφορές του Τούρκου Πρωθυπουργού και του επί των εξωτερικών Υπουργού του άρχισαν να δημιουργούν αντίθετα αποτελέσματα.


Έτσι σήμερα η Τουρκία έχει καταφέρει να έχει δημιουργήσει εχθρικές σχέσεις με το σύνολο σχεδόν των γειτονικών της χωρών. Συρία, Λίβανος, Ιράκ, βρίσκονται περίπου με το δάκτυλο στην σκανδάλη. Η προσπάθεια συμβιβασμού με το Ισραήλ είναι βέβαιο ότι δεν μπορεί να έχει σοβαρή τύχη, ενώ καθιστά πλέον καχύποπτο το σύνολο του Αραβικού κόσμου, όπου επικρατεί το δόγμα ότι ουδείς Μουσουλμάνος δικαιολογείται να είναι φίλος και με το Ισραήλ και με τους Παλαιστινίους (Δεν είναι ίσως τυχαίο που ο βασιλιάς του Μαρόκο απέφυγε να τον συναντήσει σε μια επίσημη επίσκεψη προγραμματισμένη και ιδιαιτερα κρίσιμη λόγω των περιστάσεων για τον Ερντογάν).

Δόγμα που υπό μία έννοια υιοθετεί και το Αμερικανικό Υπουργείο Εξωτερικών, όταν επισημαίνει στον Ερντογάν, ότι δεν επιτρέπεται να ερωτοτροπεί με την Χαμάς, με αποτέλεσμα να δυσαρεστηθεί από την Τουρκική περιφρόνηση αυτών των επισημάνσεων.

Από την άλλη η ιστορική ψυχρότητα των Ρωσσοτουρκικών σχέσεων παραμένει, αφού παραδοσιακά όλες οι Τουρκικές κυβερνήσεις δεν παρέλειψαν να υποθάλπουν το τόξο των Μουσουλμανικών εθνοτήτων στο γνωστό «μαλακό υπογάστριο» της Ρωσίας.
 Και βέβαια των σχέσεων του ούτως εχόντων με τις ΗΠΑ είναι ηλίου φαεινότερο ότι οσονούπω και η Ευρωπαϊκή Ένωση θα γυρίσει την πλάτη στον Ερντογάν. 
Τέλος δεν πρέπει να αγνοηθεί ότι και η Κίνα δεν τρέφει τα καλύτερα αισθήματα για αυτόν, επειδή στο ξεκίνημα της καριέρας του είχε πάρει θέση υπέρ της εξέγερσης των Ουϊγούρων, στο πλαίσιο του σχεδίου αναγόρευσης της Τουρκίας σε ηγεμονική προστάτιδα δύναμη των απανταχού Μουσουλμανικών μειονοτήτων.


Αυτή η διπλωματική πανωλεθρία είναι πρωτοφανής στα Τουρκικά χρονικά και η Τουρκία βρίσκεται ενώπιον σοβαρού κινδύνου να βρεθεί αντιμέτωπη με μια διεθνή απομόνωση άνευ προηγουμένου στην μακραίωνα ιστορική διαδρομή της.

Και προφανώς οι συνέπειες μια τέτοιας απομόνωσης δεν περιορίζονται ποτέ σε διπλωματικό επίπεδο.

Απειλούν να επιφέρουν ανεπανόρθωτη ζημιά στην άρχουσα επιχειρηματική κάστα, που προαναφέραμε.


Αυτοί λοιπόν οι καθ΄όλα ευυπόληπτοι και πολιτικά ισχυρότατοι πολίτες βλέπουν με μεγάλη ανησυχία να τίθεται σε θανάσιμο κίνδυνο η επιχειρηματική τους προοπτική, εξ αιτίας των άτσαλων χειρισμών του Τούρκου Πρωθυπουργού. 
Διότι δεν έχει κανένα νόημα η καταπίεση και τα χαμηλά μεροκάματα των εργαζομένων, αν αυτοί δεν βρίσκονται στα εργοστάσια να παράγουν προϊόντα και αντιθέτως με τις διαδηλώσεις τους παρεμποδίζουν την διακίνηση και εμπορία τους στο εσωτερικό της χώρας. 
Πολλώ μάλλον είναι άχρηστη η παραγωγή εμπορευμάτων, που λόγω κακών διεθνών σχέσεων της χώρας αντιμετωπίζουν εμπόδια διάθεσης στις διεθνείς αγορές.

Έτσι λοιπόν ήδη αυτοί οι κύκλοι είναι εμφανές ότι επηρεαζόμενοι και από τις δεδομένες διεθνείς διασυνδέσεις τους έχουν αποσύρει την εμπιστοσύνη τους από τον Ερντογάν και έχουν αρχίσει να επιδεικνύουν παντοιοτρόπως την στήριξή τους στον Πρόεδρο Γκιούλ.

Αν δεν ανακρούσει πρύμνη ελάχιστες πλέον είναι οι προοπτικές του Τούρκου Πρωθυπουργού να παραμείνει για πολύ στην εξουσία.


Και όσο κι αν φαίνεται παράδοξο η μόνη ελπίδα για να το πετύχει είναι να συμφιλιωθεί όπως όπως με τα λαϊκά στρώματα, που ατή τη στιγμή έχει βάλει ανοήτως την αστυνομία να συγκρούεται μαζί τους.

Θα είναι δε μοιραίο σφάλμα να επιδιώξει οποιοδήποτε είδους διχασμό στη βάση της Τουρκικής κοινωνίας, διότι επί της ουσίας θα βάλλει να αλληλοσπαραχθούν τα εν δυνάμει μοναδικά εξουσιαστικά ερείσματά του.

Επομένως οι όποιοι θερμοκέφαλοι παρατρεχάμενοί του φιλοδοξούν να του ετοιμάσουν μεγαλειώδη υποδοχή, ως απόδειξη αντιρρόπου δυνάμεως προς τα αγανακτισμένα πλήθη, μάλλον κακές υπηρεσίες θα του προσφέρουν.

Και εάν του απομένει ελάχιστη πολιτική διορατικότητα, θα πρέπει ό ίδιος να εύχεται να είναι λίγοι αυτοί, όσοι τον υποδεχθούν.

Και ούτως ή άλλως να φροντίσει του λοιπού ο λόγος του να είναι ενωτικός και τα έργα του ωφέλιμα για τα ευρέα κατώτερα στρώματα της Τουρκικής Πολιτείας, χωρίς διακρίσεις και προνομιακές τακτικές…


Σημ.: Η φωτογραφία είναι από το Guardian ( Photograph: Osman Orsal/Reuters)