Τετάρτη 20 Οκτωβρίου 2010

Βατοπέδι: Ο αβδηριτισμός της ΝΔ και η ανακυβίστηση του ΛΑ.Ο.Σ.

Το Βατοπέδι υπήρξε από την πρώτη στιγμή, που είδε το φως της δημοσιότητας, η αχίλλειος πτέρνα της ΝΔ.

Το μέγεθος και η δυσωδία αυτού του πολύκροτου πολιτικο-εκκλησιαστικού σκανδάλου ήσαν τέτοια, που ούτε οι θεσμικές ασχημίες, ούτε οι επικοινωνιακές εκστρατείες της εμπλεκόμενης κυβέρνησης Καραμανλή κατάφεραν να το καλύψουν. Αντίθετα οι αλαζονικοί χονδροειδείς χειρισμοί του προκατόχου του κου Σαμαρά είχαν σαν αποτέλεσμα να επιτείνουν την οργή της κοινής γνώμης και δεν είναι λίγοι οι πολιτικοί αναλυτές, που αποδίδουν ακριβώς σ’ αυτό το θέμα το πολιτικό Βατερλώ της Ελληνικής δεξιάς και ιδιαίτερα του Καραμανλικού στρατοπέδου.

Είναι λοιπόν απορίας άξια η τακτική, που επιμένει περίπου αυτοκτονικά να ακολουθεί ο νέος αρχηγός, ο οποίος δείχνει ανεπίδεκτος μαθήσεως καθ’ όσον αφορά στα παθήματα του προκατόχου του.

Διότι η πρόσφατη επιχειρηματολογία του κου Σαμαρά και μερικών πρωτοκλασάτων στελεχών του, αρκετά των οποίων συνηθίζουν να κομπορρημονούν για την νομική τους κατάρτιση, κινούνται μεταξύ της πολιτικής ανοησίας και της στρεψόδικης σοφιστείας.

Και δεν αναφερόμαστε βεβαίως στους ίδιους τους κατηγορουμένους, των οποίων ιερό και απαραβίαστο είναι το δικαίωμα να υπερασπίσουν τον εαυτό τους με οποιοδήποτε μέσο κρίνουν πρόσφορο. Μιλάμε για όλους τους υπόλοιπους, που υποτίθεται ότι μοχθούν για να περισώσουν τα προσχήματα και επιδεικνύοντας απίστευτο πολιτικό αβδηριτισμό δυναμιτίζουν καθημερινά και τα τελευταία ίχνη σοβαρότητας αυτής της δύστυχης παράταξης.

Τι άλλο εκτός από απόλυτη κατεδάφιση της αξιοπιστίας αυτού του κόμματος αποτελεί ο όψιμος στρουθοκαμηλισμός μη αναγνωρίσεως σκανδάλου, οι ανόητες σοφιστείες περί μη υπάρξεως ζημιάς του δημοσίου, οι ιδιαζόντως θρασείς ισχυρισμοί περί πολιτικής σκευωρίας του ΠΑΣΟΚ ή και τα κροκοδείλια δάκρυα περί δήθεν αδυναμίας των «συκοφαντημένων» πολιτικών να αποδείξουν στο δικαστήριο την αθωότητά τους εξ αιτίας της παραγραφής;

Αν και με το θέμα αυτού του σκανδάλου έχουμε ασχοληθεί αρκούντως στο παρελθόν, τότε που ήταν κρίσιμο και χρήσιμο να προειδοποιήσουμε επικαίρως και εγκαίρως τους ενδιαφερομένους για τις αναπόφευκτες συνέπειες των πολιτικών και εκκλησιαστικών ασυνεπειών τους, δεν μπορούμε να αποφύγουμε τον πειρασμό να σχολιάσουμε τα πρόσφατα πολιτικά και κυρίως νομικά επιχειρήματα του εμπλεκόμενου στο σκάνδαλο κόμματος, που μόνο ως ασυναρτησίες μπορούν να αξιολογηθούν.

Ανοησία πρώτη: «δεν υπάρχει σκάνδαλο».

Σύμφωνα με το λεξικό του Μπαμπινιώτη σκάνδαλο είναι πράξη, γεγονός, κατάσταση κ.λ.π που αντιβαίνει στις καθιερωμένες αντιλήψεις περί ηθικής, θίγει το κοινό αίσθημα ή τις ηθικές αρχές προκαλώντας δυσφορία και αγανάκτηση.

Ποια είναι τα αναμφίβολα χαρακτηριστικά της εμετικής περίπτωσης του Βατοπεδίου;

Μια υδάτινη περιοχή που η απλή παρατήρηση οποιουδήποτε χάρτη, καθώς και η αλμυρότητα του περιεχομένου της, όπως και αυτή καθαυτή η πανίδα της αποδεικνύουν περιτράνως ότι πρόκειται για λιμνοθάλασσα (ανεπίδεκτη κυριότητος και συναλλαγής), χαρακτηρίσθηκε τεχνηέντως λιμνοθάλασσα, χαρακτηρισμός που άνοιξε το δρόμο στη δυνατότητα ανταλλαγών. Στη συνέχεια το Ελληνικό Δημόσιο κατά πρωτοφανή και αήθη τρόπο παραιτήθηκε από τη δίκη περί την κυριότητα της υποτιθέμενης λίμνης, ώστε να αναγνωρισθεί η κυριότητα στην εν πολλαίς αμαρτίαις περιπεσούσα Μονή. Έπειτα ξεκίνησε ένας απίθανος συναγωνισμός ταχύτητας μιας πλειάδας κρατικών υπηρεσιών και λειτουργών ώστε εν ριπή οφθαλμού αμέτρητα «φιλέτα» δημοσίων εκτάσεων και κτιρίων να περιέλθουν στα νύχια επιτήδειων μοναχών, οι οποίοι εφρόντιζαν με τη σειρά τους σε μηδέν χρόνο να τα μεταβιβάζουν σε ιδιώτες.

Υπάρχει λοιπόν κανείς σ’ αυτόν τον πλανήτη (εκτός από τους ανεκδιήγητους εμπνευστές της νεοδημοκρατικής επιχειρηματολογίας) που να μην αναγνωρίζει ύπαρξη στοιχείων που αντιβαίνουν στις καθιερωμένες αντιλήψεις περί ηθικής, θίγουν το κοινό αίσθημα και τις κοινές ηθικές αρχές και κυρίως ειδεχθή καμώματα φιλοχρήματων καλογήρων εν συμπαιγνία με πνευματικά και μη τέκνα τους, που προκάλεσαν και συνεχίζουν να προκαλούν δυσφορία και αγανάκτηση στους χριστεπώνυμους πολίτες και όχι μόνον σ’ αυτούς;

Αν δεχθούμε ως ορθό τον ορισμό του Μπαμπινιώτη και συνεκτιμήσουμε το στοιχείο της εμπλοκής της Αγιορείτικης μοναστηριακής αφρόκρεμας και σύσσωμου του τότε Πρωθυπουργικού επιτελείου πρόκειται για το σκάνδαλο των σκανδάλων.

Η στρεψόδικη σοφιστεία περί μη ύπαρξης ζημίας του Ελληνικού Δημοσίου.

Από νομικής απόψεως ο συλλογισμός, ότι η Μονή είναι νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου και επομένως οι παραχωρήσεις έγιναν από το Δημόσιο προς το Δημόσιο (άρα ούτε γάτα ούτε ζημιά), έχει τόση επιστημονική σοβαρότητα, όση έχει ο κοινός συλλογισμός πως ο αστυφύλακας είναι όργανο, το μπουζούκι είναι όργανο άρα ο διοικητής του Αστυνομικού τμήματος νομιμοποιείται να δαπανάει τα χρήματα της υπηρεσίας στα …μπουζούκια.

Η ασύμμετρη βλακεία, που χαρακτηρίζει αυτή την εξαιρετικά αντιεπιστημονική άποψη είναι ότι προσπαθεί να μας πείσει πως η νομική λογική δικαιούται να είναι τόσον ιδιόρρυθμη ώστε να καταλήγει σε παραδοχές απολύτως αντίθετες με την κοινή λογική.

Διότι βεβαίως γνωρίζουν οι ειδικοί, αλλά και ο μέσος πολίτης διαισθάνεται μερικά πολύ απλά πράγματα. Πρώτον ότι οι Μονές είναι ΝΠΔΔ κατά εξαιρετικά διασταλτική ερμηνεία για λόγους παροχής συγκεκριμένων προνομίων (κυρίως φορολογικών απαλλαγών) και πάντως ουδόλως συγχωρείται σύγχυση της περιουσίας τους με αυτήν του Δημοσίου, αφού είναι και απολύτως οικονομικά ανεξέλεγκτες και ανήκουν σε μια κοινότητα απολύτως αυτοδιοικούμενη. Δεύτερον είναι ηλίου φαεινότερο ότι οι παραχωρήσεις των ακινήτων στην Μονή δεν έγιναν προς κάλυψη λειτουργικών αναγκών της ή διευκόλυνσης του εκκλησιαστικού της έργου, αλλά έγιναν στο πλαίσιο μιας φαύλης ιδιωτικοποίησης δημοσίων κτημάτων μέσω συγκεκριμένων παραδόπιστων καλόγηρων, που έπαιξαν τον ρόλο του άθλιου κτηματομεσίτη. Τρίτον εάν όλα έγιναν καλώς καμωμένα χωρίς ζημία του Δημοσίου τότε γιατί σύρονται στη δικαιοσύνη οι διοικητικοί παράγοντες όλων των αντικειμένων και βαθμίδων; Και τέταρτον και σπουδαιότερο η ζημιά του Δημοσίου ξεκίνησε από τον χαρακτηρισμό της λιμνοθάλασσας ως λίμνης και της αναγνώρισης της κυριότητάς της στη Μονή προκειμένου να αποφευχθεί η λύση των αδικαιολόγητων παραχωρήσεων και να δημιουργηθεί η βάση για δήθεν ανταλλαγές. Η ζημιά λοιπόν του Δημοσίου είναι αυταπόδεικτη, ισούται με την αξία των ακινήτων που μεταβιβάσθηκαν στη Μονή και είναι τεράστια.

Ο θρασύτατος μύθος της σκευωρίας.

Σκευωρία σημαίνει την μεθοδευμένη δημιουργία παγίδας προς εξαπάτηση κάποιου. Υπό αυτή την έννοια αρκεί να αναλογισθεί κανείς ότι αυτοί που μεθόδευσαν τις ανταλλαγές, και στη συνέχεια τις θεσμικές ασχημίες της παρεμπόδισης της λειτουργίας του Κοινοβουλίου με αποκορύφωμα την πρόωρη κήρυξη λήξεως της κρίσιμης βουλευτικής περιόδου, προκειμένου να αποφευχθεί η διερεύνηση του σκανδάλου και να παραγραφούν τα πιθανά εγκλήματα πολιτικών προσώπων, ανήκουν στην παράταξη του κου Σαμαρά.

Ας αναζητήσει λοιπόν στην παράταξή του αυτούς τους κυρίους, που εξύφαναν όλα αυτά τα χρόνια τη σκευωρία της διασπάθισης της δημόσιας περιουσίας και της ατιμωρησίας των ενόχων διά της εξαπατήσεως του Ελληνικού λαού.

Τα κροκοδείλια κλαψουρίσματα για την αδυναμία των κατηγορουμένων να αποδείξουν την αθωότητά τους.

Είναι αλήθεια εντελώς γελοίο να παρακολουθούμε όλους αυτούς, που συνέταξαν και ψήφισαν διαχρονικά το νόμο περί ευθύνης Υπουργών να καταφέρονται εναντίον του και να προσπαθούν να επιρρίψουν σ’ αυτόν όλη την ευθύνη για την αθλιότητα των πεπραγμένων τους και για την θεσμική κακοδαιμονία του πολιτικού συστήματος, ωσάν ο νόμος να επιβλήθηκε από κάποιους εξωγήινους και όχι από αυτούς τους ίδιους.

Όμως ακόμη και αυτός ο ενδεχομένως κακός και ίσως μεροληπτικός νόμος, όπως και το ίδιο το Σύνταγμα (Σ. άρθρο 46 παρ. 5) προβλέπει την δυνατότητα του ίδιου του Υπουργού ή και των κληρονόμων του να ζητήσουν τη σύσταση ειδικής επιτροπής με τη συμμετοχή ανωτάτων δικαστικών λειτουργών προκειμένου να ελεγχθεί η αποδιδόμενη σ’ αυτούς κατηγορία, εφ’ όσον λόγω παραγραφής δεν περατώθηκε η διαδικασία δίωξής του.

Ας ενημερώσει λοιπόν κάποιος επιτέλους τους ενδιαφερομένους να σταματήσουν τους φαρισαϊσμούς και όποιος εξ αυτών αισθάνεται αθώος ας κάνει χρήση του δικαιώματος που του παρέχει ο νόμος. Ο δε κος Σαμαράς αν θέλει να εκπροσωπήσει το φιλότιμο της συνόλης παράταξής του και μάλιστα να ξεσκεπάσει τη «σκευωρία» του ΠΑΣΟΚ, ας επιβάλλει στα εμπλεκόμενα στελέχη του να μην αποδεχθούν το σωσίβιο της παραγραφής, που κατασκεύασε γι αυτούς ο κος Καραμανλής και να απαιτήσουν οι ίδιοι την συνέχιση της ποινικής διαδικασίας.

Ιδού η Ρόδος, Ιδού και το πήδημα…

Ακόμη πιο φαιδρή είναι η στάση του ΛΑ.Ο.Σ, όπου ως Πόντιος Πιλάτος προσπαθεί με νομικές ακροβασίες να έχει «και την πίτα ολόκληρη και τον σκύλο χορτάτο», όπερ αδύνατο.

Και σ’ αυτή την περίπτωση βεβαίως περισσεύει η πολιτική δειλία και η νομική ασυναρτησία.

Η προεξεταστική επιτροπή της Βουλής ενεργώντας προκαταρτική εξέταση ή προανάκριση, οφείλει να συγκεντρώσει όσα στοιχεία είναι δυνατόν και κατ’ εφαρμογή της διατάξεως 245 ΚΠΔ να υποβάλει πρόταση στο δικαστικό συμβούλιο εφ’ όσον δεν υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή είτε ενός είτε περισσοτέρων κατηγορουμένων στο ακροατήριο. Αρμόδιο για να παύσει οριστικά την ποινική δίωξη λόγω παραγραφής του αξιοποίνου σύμφωνα με τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 310 και 370 του ΚΠΔ είναι το Δικαστικό Συμβούλιο και όχι η προανακριτική επιτροπή.

Συνεπώς ορθώς η πλειοψηφία της προανακριτικής επιτροπής απέσχε από την εξέταση του ζητήματος της παραγραφής.

Ενώ το ΛΑ.Ο.Σ αναρμοδίως αποφάνθηκε αναζητώντας νομικά έωλες προφάσεις προκειμένου να εξυπηρετήσει εφήμερες πολιτικές σκοπιμότητες.

Συνήθης, εν πολλοίς αναμενόμενη τακτική, όμως δειλή παρωχημένη και ατελέσφορη.

Το πολιτικό σύστημα έχει ανάγκη από θαρραλέους πολιτικούς, που θα έχουν τα κότσια να συγκρουσθούν με το παρελθόν και να πρωτοστατήσουν στην κάθαρση και δι’ αυτής στην ανάκτηση της αξιοπιστίας του.

Αυτοί οι πολιτικοί φαίνεται προς το παρόν ότι είναι είδος εν ανεπάρκεια στα κοινοβουλευτικά κόμματα και δυστυχώς είδος υπό εξαφάνιση στη «δεξιά πολυκατοικία».

Ο ελληνικός λαός έχει αντιληφθεί ότι οι Εξεταστικές Επιτροπές δεν είναι πανάκεια

Είναι όμως σκληρές δοκιμασίες αξιολόγησης των κομμάτων και αυτό έχουν ανάγκη να το αντιληφθούν πρωτίστως οι αρχηγοί τους, αλλά και όλοι όσοι διεκδικούν θέση στο αυριανό πολιτικό σκηνικό, που ήδη ανατέλλει…

Παρασκευή 15 Οκτωβρίου 2010

Απειλεί και την Ακρόπολη η πολιτική αβελτηρία…


H βιαιότητα των δυνάμεων καταστολής βεβήλωσε το άβατο του ιερού χώρου της Ακροπόλεως, ακύρωσε τους αιώνιους πολιτιστικούς συμβολισμούς του μνημείου και καταρράκωσε τη διεθνή εικόνα της χώρας.

Η σημερινή τουριστική αξιοποίηση της Ακρόπολης δεν αναιρεί την πρωταρχική της φύση ως λατρευτικού χώρου και δεν απαλλάσσει τους νεοέλληνες από την υποχρέωση σεβασμού των στοιχειωδών κανόνων μιας προγονικής θρησκευτικής τάξεως, έστω και αν σήμερα άλλες είναι οι κρατούσες θρησκευτικές πεποιθήσεις.

Είναι λόγου χάρη παράλογο το Ελληνικό κράτος να επιβάλλει κυρώσεις (ορθώς) σε ένα αστυνομικό, ο οποίος προσβάλλει το κοράνιο και την ίδια στιγμή να στέλνει ισχυρές αστυνομικές δυνάμεις να εισβάλλουν σε ένα χώρο αρχαίας λατρείας, παραβιάζοντας ασύστολα το προστατευτικό άσυλο που οι χώροι αυτοί χάριτι θεία προαιωνίως εγγυώνται.

Άπαντες οφείλουν να γνωρίζουν και κυρίως οι κυβερνητικοί αξιωματούχοι, οι δικαστικοί λειτουργοί και οι πάσης φύσεως διοικητικοί υπάλληλοι, ότι ο άορνος ιερός βράχος της Ακροπόλεως αποτελεί κορυφαίο λατρευτικό χώρο του Αρχαίου κόσμου, χώρο που πέραν του κεντρικού ναού του Παρθενώνος βρίθει βωμών και αφιερωμάτων πίστεως.

Κυρίως δε οφείλουν να γνωρίζουν ότι οι χώροι αυτού του είδους αποτελούν ιερό άσυλο διά του οποίου η τιμώμενη θεότητα σκέπει κάθε άνθρωπο, που διωκόμενος προσφεύγει ως ικέτης στο ναό της και μάλιστα αδιαφόρως εάν δικαίως ή αδίκως διώκεται. Σύμφωνα με τους απαράγραπτους εθιμικούς κανόνες του αρχαίου κόσμου ακόμη και ένας κοινός εγκληματίας εάν προλάβει να προσφύγει σ’ ένα ναό, απολαμβάνει πλήρους ασυλίας και ως εκ τούτου οι διώκτες του οφείλουν να απόσχουν από κάθε ιδέα συνέχισης της καταδίωξης, γιατί η είσοδός τους στο χώρο λατρείας θα αποτελούσε ύβρη προς το θείον. Διότι ορθώς μόνη η ιδιότητα του ευλαβούς προσκυνητού ή του ταπεινού ικέτη επιτρέπει την είσοδο των θνητών στούς οίκους των θεών και αυτό είναι μια παρακαταθήκη του αρχαίου λατρευτικού πολιτισμού σε όλες σχεδόν τις μεταγενέστερες θρησκείες. Μια παρακαταθήκη που εκτός ελαχίστων εξαιρέσεων σεβάσθηκαν ακόμη και αλλόθρησκοι, οι οποίοι ανά τους αιώνες βρέθηκαν σαν κατακτητές σ’ αυτή τη χώρα.

Αν μάλιστα θα θέλαμε να αξιολογήσουμε οντολογικώς ορθά την συγκεκριμένη περίπτωση θα οφείλαμε να δεχθούμε ότι η παρουσία των απεργών στην Ακρόπολη, είναι περισσότερο συμβατή με τις ιερές και θέσμιες παραδόσεις του χώρου από ότι των τουριστών. Και τούτο καθ’ ό μέτρο οι απεργοί προσέρχονται ως ικέτες αιτούμενοι την λύση του δράματός τους, οι δε τουρίστες ως πολύβουη μάζα ετερόκλητων περιηγητών, που στην καλλίτερη των περιπτώσεων διαταράσσει την πνευματικότητα του ιερού χώρου.

Ως εκ τούτου ακόμη και η τουριστική αξιοποίηση αποτελεί βεβήλωση, έστω και ήπιας μορφής ενός τέτοιου χώρου, και ο τουρίστας οφείλει να επιδεικνύει σεβασμό στα υλικά αντικείμενα και ευλάβεια στην άϋλη ουσία των θρησκευτικών μνημείων.

Εξ’ άλλου ο θεμελιώδης συμβολισμός του αρχαίου μνημείου είναι η διαχρονική υπόμνηση στην παγκόσμια κοινότητα της πολιτιστικής υπεροχής του δημοκρατικού πολιτεύματος. Συμβολισμός, που προφανώς ακυρώνεται από τις εικόνες σιδηρόφρακτων οργάνων κρατικής καταστολής, που επιτίθενται σε άοπλους απεργούς και ειρηνικούς δημοσιογράφους ελληνικών και ξένων ΜΜΕ, εικόνες που συνάδουν μάλλον με ολοκληρωτικά και όχι δημοκρατικά καθεστώτα.

Προς άρση τυχόν παρανοήσεων θα πρέπει ίσως να διευκρινίσουμε, ότι δεν επικροτούμε ούτε τις καταλήψεις των αρχαίων χώρων από απεργούς, ούτε την παρεμπόδιση της επίσκεψης των τουριστών. Αντίθετα φρονούμε ότι η εξ ίσου πατρογονική αρχή της φιλοξενίας επιβάλλει την διευκόλυνση των ξένων σε κάθε προσπάθεια επαφής τους με τον Ελληνικό πολιτισμό και βεβαίως τα μνημεία της πολιτιστικής μας κληρονομιάς θα πρέπει να κρατηθούν μακριά από συνδικαλιστικές ή πολιτικές δράστηριότητες.

Όμως δεν μπορούμε να μη διακρίνουμε τις απαράδεκτες πρακτικές, που φαίνεται να καθιερώνονται πλέον ως τρόπος κατασταλτικής αντιμετώπισης της διογκούμενης λαϊκής διαμαρτυρίας και πολλώ μάλλον να αποδεχθούμε την ημιμάθεια της έμμισθης δημοσιογραφίας, όταν αυτή επιχειρεί να εξυπηρετήσει πολιτικές σκοπιμότητες, εμπορευματοποιώντας την πολιτιστική μας κληρονομιά και παρανοώντας ή αποσιωπώντας την ιστορική γνώση.


Σημ: Η φωτογραφία προέρχεται από Guardian

Δευτέρα 11 Οκτωβρίου 2010

Η Ελλάδα δεν είναι διεφθαρμένη, το πραγματικό νόημα των δηλώσεων Γιούγκερ.




Αν ζητάγαμε από την κυρά Κατίνα να μας πει την άποψή της για τα κακώς κείμενα της γειτονιάς της, ίσως να είχαμε σαφέστερες και πιο ανδροπρεπείς εκτιμήσεις από τις δηλώσεις του κου Γιούγκερ για την Ελληνική οικονομία. Διότι το πιθανότερο θα ήταν ότι η κα Κατίνα θα είχε το θάρρος να κατονομάσει τους όποιους ανερμάτιστους συνομιλητές της. Αντιθέτως ο κος Γιούγκερ περιορίσθηκε μόνο στα ανούσια και ανώφελα «σου είπον και μου είπας», διολισθαίνοντας στο επίπεδο μιας ενοχλητικής κουτσομπόλας, τα λεγόμενα της οποίας άπαντες απορρίπτουν και αμφισβητούν και κανείς δεν θέλει να την υποστηρίξει. Έτσι τουλάχιστον κατάφεραν να τον εμφανίσουν τα ελληνικά ΜΜΕ, δίνοντας έμφαση στις παραπολιτικές ανοησίες και παραβλέποντας τις ουσιώδεις ομολογίες του.

Δεν είναι η πρώτη φορά, που ο κος Γιούγκερ και διάφοροι μεγαλοπαράγοντες της ΕΕ επιδίδονται σε δηλώσεις αμφιβόλου ποιότητος και ελλιπούς σοβαρότητας.

Την πλειοψηφία αυτών των ανθρώπων αποτελούν από τα γεννοφάσκια τους μέλη μιας γραφειοκρατικής ελίτ, που ζει αποκομμένη από τις λαϊκές μάζες, κινείται σε ισχυρά περιφρουρούμενους χώρους αποκλεισμένους από τον έξω κόσμο και ασχολείται κατ’ ουσίαν με την μεσιτεία σε χρηματοπιστωτικές κερδοσκοπικές συναλλαγές. Θα ήταν επομένως ουτοπικό να αναμένει κανείς από τέτοιους τύπους οτιδήποτε χρήσιμο ή ωφέλιμο για τους κοινούς ανθρώπους, που εξασκούν παραγωγικά επαγγέλματα και εν πάση περιπτώσει εξαρτούν τον βιοπορισμό τους από την λεγόμενη πραγματική οικονομία.

Περισσότερο ενδιαφέρον όμως έχει ο τρόπος με τον οποίο αντέδρασαν τα θιγόμενα πολιτικά κόμματα.

Ο κος Γιούγκερ εμμέσως πλην σαφώς αποκάλεσε διεφθαρμένη χώρα την Ελλάδα. Σε οποιαδήποτε άλλη περίπτωση όσοι «έχουν ταχθεί να φυλάττουν Θερμοπύλες» θα εγκαλούσαν στην διεθνή τάξη τον θρασύτατο υβριστή της πατρίδας. Εδώ τα ύποπτα ενοχής πολιτικά κόμματα περιορίσθηκαν σε μια χλιαρή προσπάθεια εξόδου από τον κύκλο των υπόπτων Πρωθυπουργών (που δυστυχώς βέβαια είναι ούτως ή άλλως πολύ μικρός).

Ο κος Γιούγκερ αναφέρθηκε επίσης στην κατ’ ουσίαν οικονομική σκευωρία που στήθηκε εις βάρος μας κατά τα τελευταία χρόνια από τις ισχυρές χώρες της Ευρώπης (Γερμανία, Γαλλία κ.λ.π) , οι οποίες από την μια μεριά φόρτωναν την Ελλάδα με άχρηστα και ενίοτε ελαττωματικά οπλικά συστήματα και όχι μόνο και από την άλλη την εξωθούσαν σε υπερδανεισμό ώστε να αποκομίζουν υψηλά τοκογλυφικά κέρδη οι τράπεζές τους, εν γνώσει τους ότι με αυτή την τακτική ήταν μαθηματικά βέβαιη η κατάρρευση της εθνικής μας οικονομίας.

Δεν είναι λοιπόν παράξενο που τα πολιτικά κόμματα και τα υποζύγια ΜΜΕ ακολούθησαν την τακτική της ανάδειξης του κουτσομπολιού;

Οι αποκαλύψεις του Ευρωπαίου αξιωματούχου εκθέτουν βεβαίως συγκεκριμένες Ευρωπαϊκές Κυβερνήσεις, Ευρωπαϊκές τράπεζες και νευραλγικές εταιρείες τύπου Ζήμενς, που διεπλάκησαν σ’ αυτήν την ακραία μορφή κερδοσκοπικής εξόντωσης της ελληνικής οικονομίας, και είναι βέβαιο ότι στις επόμενες μέρες ο κος Γιούγκερ θα υποχρεωθεί να ανασκευάσει τις δηλώσεις του, ενώ είναι αμφίβολο ότι δεν θα υποστεί και κάποιες συνέπειες για το άηθες ξέσπασμά του.

Όμως πολύ περισσότερο εκθέτουν τις Ελληνικές Κυβερνήσεις, οι οποίες συνέπραξαν ή παρασύρθηκαν στα παιχνίδια των κερδοσκόπων και άφησαν την χώρα να περιέλθει στη σημερινή της κατάντια.

Και από αυτήν την ευθύνη δεν απαλλάσσεται δυστυχώς ούτε η σημερινή Κυβέρνηση. Διότι αυτά, τα οποία καταμαρτυρεί εις βάρος της ΕΕ και των μεγάλων κρατών της Ευρωζώνης ο κος Γιούγκερ, αποτελούν ένα συντριπτικό επιχείρημα των Ελλήνων διαπραγματευτών, εάν βεβαίως αυτοί έχουν την νοημοσύνη και την θέληση, που ο ρόλος τους απαιτεί.

Με απλά λόγια.

Όπως ομολογεί πλέον πανηγυρικά ο μέγιστος οικονομικός αξιωματούχος της Ευρωζώνης οι απόλυτοι οικονομικοί δολοφόνοι της ελληνικής οικονομίας υπήρξαν συγκεκριμένες Ευρωπαϊκές κυβερνήσεις σε συνεργασία με κερδοσκοπικά τραπεζικά και επιχειρηματικά κεφάλαια των κρατών τους.

Αυτές οι ίδιες κυβερνήσεις εμφανίσθηκαν στην συνέχεια ως σωτήρες της υπό κατάρρευση ελληνικής οικονομίας και διαπραγματεύτηκαν με την ελληνική κυβέρνηση την υπαγωγή μας σε ένα «μηχανισμό στήριξης», ο οποίος στην ουσία θα τους εξασφάλιζε την ομαλή είσπραξη των απαιτήσεών τους και την περαιτέρω αποκομιδή κερδών μέσω της συνέχισης τοκογλυφικών δανείων και της διαρπαγής των πλουτοπαραγωγικών μας πηγών (Ενέργεια, τηλεπικοινωνίες, μεταφορές, τουρισμός, λιμάνια, ορυχεία κ.λ.π).

Οι Έλληνες λοιπόν διαπραγματευτές γνωρίζοντας αυτά, που σήμερα παραδέχεται δημοσίως ο κος Γιούγκερ είχαν ήδη «το πιστόλι» που έψαχνε τότε ο Πρωθυπουργός. Ήταν ακριβώς το επιχείρημα ότι το ποσοστό συνυπαιτιότητός τους στον εκτροχιασμό της οικονομίας μας ήταν ιδιαίτερα υψηλό και αφ’ ετέρου η απειλή ότι αν δεν επεδείκνυαν την δέουσα συμβιβαστική διάθεση θα διακινδύνευαν την απώλεια των δανεικών (δεν υπάρχει πιο πειστική απειλή για τον τοκογλύφο).

Δυστυχώς «το πιστόλι» δεν αξιοποιήθηκε τότε και αντιθέτως προσχωρήσαμε σε σύναψη μιας αποικιοκρατικής και καταστροφικής για την Ελλάδα δανειακής συμβάσεως.

Ποτέ όμως δεν είναι αργά.

Ακόμη και τώρα η Κυβέρνηση θα μπορούσε να αξιοποιήσει το «ολίσθημα» του κου Γιούγκερ και να επαναδιαπραγματευθεί τους όρους του μνημονίου.

Σε κάθε περίπτωση πάντως η Ελλάδα δεν είναι διεφθαρμένη ως χώρα τουλάχιστον με βάση τα ευρωπαϊκά πρότυπα. Σύμφωνα με την ομολογία του Ευρωπαίου αξιωματούχου το πολιτικο-οικονομικό σύστημα της Ευρώπης είναι απείρως πιο σάπιο αφού μεθοδεύει και καλύπτει κερδοσκοπικές σκευωρίες σαν αυτή που μας αφορά.

Η Ελληνική κυβέρνηση θα μπορούσε επομένως να ζητήσει ευθύνες από τους Ευρωπαίους πολιτικούς και γραφειοκράτες, που όλα αυτά τα χρόνια συμμετείχαν ή συγκάλυπταν τις αποκαλυφθείσες αθλιότητες. Για παράδειγμα θα μπορούσε να αποσύρει την εμπιστοσύνη της και να απαιτήσει την άμεση αντικατάσταση του κου Μπαρόζο, του κου Τρισέ και αρκετών άλλων, που πληρώνονται και από τον οβολό των Ελλήνων φορολογουμένων για την προάσπιση των ευρωπαϊκών θεσμών και συμφερόντων, αλλά στην ουσία λειτουργούν σαν υπάλληλοι μεγάλων τραπεζο-επιχειρηματικών κύκλων.

Η Ελλάδα επίσης δεν είναι διεφθαρμένη ως λαός, όπως ενδεχομένως θα βόλευε τον κο Πάγκαλο και τους οπαδούς του (αν έχει..).

Αυτό που επιβεβαιώνεται για άλλη μια φορά από τις δηλώσεις του κου Γιούγκερ είναι πως διεφθαρμένο είναι και στην Ελλάδα, όπως και στην Ευρώπη το πολιτικό προσωπικό.

Γι αυτό ανέχεται, συγκαλύπτει και σε ορισμένες περιπτώσεις υποθάλπει την επέκταση της διαφθοράς στον δημόσιο και ιδιωτικό τομέα. Γι αυτό αντί να προχωρήσει συντεταγμένα και ασυμβίβαστα στην εξυγίανση του κράτους και την παραδειγματική τιμωρία των υπευθύνων, εθελοτυφλεί προς χάριν των διαχρονικών επιόρκων και προσποιείται τον κουφό και τον αφελή, που αντί της ουσίας περί άλλων παραπολιτικών ανοησιών και ασημάντων κουτσομπολιών τυρβάζει.

Παρασκευή 8 Οκτωβρίου 2010

Ευγενής άμιλλα …αναξιοπιστίας.


Το επικοινωνιακό παραμύθι παράδοσης-παραλαβής «καμένης γής» κατά την διαδοχή φαύλων κυβερνητικών σχηματισμών αποτελεί πολύ παλιά ιστορία.

Ήταν το αναγκαίο αντίδοτο στην ακατάσχετη προεκλογική παροχολογία του κάθε «Μαυρογιαλούρου», που μετεκλογικά χρειαζόταν να δικαιολογήσει την άθλια αθέτηση των υπεσχημένων του.

Από την εποχή του Τρικούπη και του Δεληγιάννη εξ άλλου η κατάληψη της εξουσίας σηματοδοτούσε μαζικούς διορισμούς «ημετέρων» στο δημόσιο και αφαίμαξη των δημοσίων ταμείων από επιτήδεια στελέχη της εκάστοτε κυβερνώσας παράταξης.

Η πρακτική λοιπόν των ανεκπλήρωτων υποσχέσεων, των φρούδων προσδοκιών και των πελατειακών συναλλαγών, ούτε σπάνια είναι, ούτε πρωτότυπη για το οικογενειοκρατούμενο πολιτικό σύστημα της «Ψωροκώσταινας».

Αυτό που δεν έχει ιστορικό προηγούμενο είναι το μέγεθος της διαφθοράς, το βουλιμικό πλιάτσικο της Δημόσιας περιουσίας τα τελευταία χρόνια και κυρίως η ιδιάζουσα θρασύτητα με την οποία οι λυμεώνες των δημοσίων ταμείων χειρίζονται επικοινωνιακά τις αθλιότητές τους.

Διαχρονικά όλες οι παρατάξεις από την εποχή του Κολέτη και του Μαυροκορδάτου διέθεταν στελέχη, που αξιοποιούσαν δεόντως κάθε ευκαιρία για να «βουτήξουν το δάκτυλό τους στο μέλι». Όμως τέτοιες μεγαλειώδεις ρεμούλες, που να παραδώσουν τη χώρα ξέπνοη και δεμένη χειροπόδαρα στα νύχια των διεθνών κερδοσκόπων, δεν είχαν ξανασυμβεί.

Και όσοι εν πάση περιπτώσει «πιάνονταν στα πράσα» , φρόντιζαν αν μη τι άλλο να απομακρυνθούν από το προσκήνιο της πολιτικής και δεν ζητούσαν και τα ρέστα, όπως εσχάτως συμβαίνει.

Ενδεικτικό της απώλειας αιδούς, που χαρακτηρίζει το σύνολο του πολιτικού προσωπικού της χώρας είναι το γεγονός ότι η υπεράσπιση της δημόσιας εικόνας των πολιτικών αρχηγών δεν γίνεται στη βάση της τήρησης των υποσχέσεών τους και της προσωπικής τους διαχρονικής συνέπειας, αλλά στη βάση της ανειλικρίνειας και της ασυνέπειας του αντιπάλου.

Για να περισώσει δηλαδή ο καθένας την προσωπική του αξιοπρέπεια δεν τολμά να υποστηρίξει την αμφισβητούμενη ειλικρίνειά του, αλλά προσπαθεί να καταδείξει πόσο περισσότερο ανειλικρινής είναι ο πολιτικός του αντίπαλος.

Το αποτέλεσμα είναι ότι καθιστούν ακόμα πιο αποκρουστικά τα κόμματα, των οποίων ηγούνται και έτι πλέον αναξιόπιστο το πολιτικό σύστημα.

Κρίμα…