Τετάρτη 17 Νοεμβρίου 2010

Λεβεντιά και περηφάνια στην ψηφοφορία για το σκάνδαλο του Βατοπεδίου.

Η παράγραφος 3 του άρθρου 86 του ισχύοντος Συντάγματος και αντίστοιχα αυτός ο «κακός» νόμος περί ευθύνης Υπουργών, που δήθεν φταίει για όλα, δίνουν την δυνατότητα στον λεβέντη, που φέρεται να έχει διαπράξει αξιόποινες πράξεις κατά την περίοδο της υπουργικής του θητείας, αλλά αυτές παρεγράφησαν, να ζητήσει ο ίδιος την διερεύνηση της κατηγορίας.

Δυστυχώς όπως φαίνεται η «Ελληνική λεβεντιά», προϋπόθεση και συνέπεια της οποίας υπήρξε αρχαιόθεν το «ελληνικό φιλότιμο», έχει καταντήσει είδος εν ανεπαρκεία, καθ’ όσον αφορά στην πολιτική αριστοκρατία της χώρας.

Έτσι παρότι όλοι ανεξαιρέτως οι ενεχόμενοι δεν παρέλειψαν να διαρρηγνύουν τα ιμάτιά τους περί της εντιμότητός τους, ουδείς είχε το θάρρος να παραιτηθεί του προνομίου της παραγραφής.

Το απογοητευτικό είναι δε ότι και οι αρχηγοί των κομμάτων στα οποία ανήκουν, παρά τις θεατρικές μεγαλοστομίες για κάθαρση και «άπλετο φως» στις υποθέσεις των σκανδάλων, ουδείς είχε την τόλμη να επιβάλλει στους εμπλεκόμενους Υπουργούς να κάνουν χρήση της δυνατότητας του άρθρου 86 του Συντάγματος.

Και βέβαια το πλέον απογοητευτικό είναι το αποτέλεσμα της ψηφοφορίας, το οποίο κατέδειξε ότι ικανός αριθμός βουλευτών, αν μη τι άλλο, ευρίσκεται σε πλήρη αναντιστοιχία με το λαϊκό αίσθημα αφού:

Από τους 300 οι μεν βουλευτές της ΝΔ και του ΛΑΟΣ προτίμησαν να απόσχουν της ψηφοφορίας επιμένοντας στην τακτική της συγκάλυψης του σκανδάλου.

Από τους βουλευτές των υπολοίπων κομμάτων κάποιοι προτίμησαν να μην στηρίξουν την πρόταση του πορίσματος είτε απουσιάζοντας είτε καταψηφίζοντάς την συνολικά (για τους δύο εκ των 5 τέως Υπουργών), είτε μερικά για κάποια εγκλήματα (για τους άλλους τρείς) είτε ψηφίζοντας «παρών» (και άβουλος).

Αξιοθαύμαστο και ιδιαίτερα σημαντικό είναι το γεγονός ότι σ’ αυτή την δεύτερη ομάδα βρέθηκαν και αρκετοί βουλευτές του ΠΑΣΟΚ, οι οποίοι προφανώς δεν θέλησαν να υποστηρίξουν την κεντρική θέση του κόμματός τους, όπως αυτή περιλαμβανόταν στο πόρισμα της πλειοψηφίας, που τέθηκε στην κρίση της Βουλής.

Η πράξη τους είναι βεβαίως καθ’ όλα νόμιμη και η ψήφος τους σεβαστή.

Ας τους χαίρεται όμως ο Πρόεδρος του Κινήματος και κυρίως οι προσωπικοί τους ψηφοφόροι . Αυτοί οι «λεβέντες» δεν είχαν κανένα ενδοιασμό να υπερψηφίσουν το μνημόνιο και μια σειρά από νόμους, που οδηγούν σε εξαθλίωση τους πολίτες. Από την άλλη όμως η μεγαλοψυχία τους δεν τους επέτρεψε να βοηθήσουν τους ενεχόμενους στο πολύκροτο σκάνδαλο συναδέλφους τους να υπερασπίσουν την πολιτική τους υπόληψη ενώπιον της δικαιοσύνης.

Για την ιστορία και για να μπορεί ο καθένας να βγάλει τα συμπεράσματά του για τον τρόπο με τον οποίο ψήφισαν οι πατέρες του Έθνους, παραθέτουμε αυτούσιο το τελευταίο τμήμα των πρακτικών της Βουλής με τα αναλυτικά αποτελέσματα της ψηφοφορίας για το σκάνδαλο του Βατοπεδίου.

(Σημειωτέον ότι ο κατ’ ιδίαν αριθμός βουλευτών των κομμάτων, όπως προέκυψε στις εκλογές του 2009 είναι ΠΑΣΟΚ 160, ΝΔ 91, ΚΚΕ 21, ΛΑΟΣ 15, ΣΥΡΙΖΑ 13)

« …(ΜΕΤΑ ΤΗ ΔΙΑΛΟΓΗ-ΚΑΤΑΜΕΤΡΗΣΗ)

(Στο σημείο αυτό την Προεδρική Έδρα καταλαμβάνει ο Πρόεδρος της Βουλής κ. ΦΙΛΙΠΠΟΣ ΠΕΤΣΑΛΝΙΚΟΣ)

ΠΡΟΕΔΡΟΣ (Φίλιππος Πετσάλνικος): Κύριοι συνάδελφοι, έχω την τιμή να ανακοινώσω στο Σώμα τα αποτέλεσματα των διεξαχθεισών μυστικών ψηφοφοριών.

Ψήφισαν συνολικά 184 Βουλευτές.

Για τον πρώην Υπουργό κ. Θεόδωρο Ρουσόπουλο ευρέθησαν στην κάλπη 184 φάκελοι. Έγκυρα ψηφοδέλτια 179. Άκυρα 5. Λευκά 1.

Για την υπ’ αριθμόν 1 κατά την αρίθμηση του ψηφοδελτίου καταγγελλόμενη πράξη τα «ΝΑΙ» ήταν 131, τα «ΟΧΙ» ήταν 38 και «ΠΑΡΩΝ» ήταν 8.

Για την υπ’ αριθμόν 2 κατά την αρίθμηση του ψηφοδελτίου καταγγελλόμενη πράξη τα «ΝΑΙ» ήταν 131, τα «ΟΧΙ» ήταν 37 και «ΠΑΡΩΝ» ήταν 9.

Για την υπ’ αριθμόν 3 κατά την αρίθμηση του ψηφοδελτίου καταγγελλόμενη πράξη τα «ΝΑΙ» ήταν 130, τα «ΟΧΙ» ήταν 38 και «ΠΑΡΩΝ» ήταν 9.

Για τον πρώην Υπουργό κ. Ευάγγελο Μπασιάκο ευρέθησαν στην κάλπη 184 φάκελοι. Έγκυρα ψηφοδέλτια 182. Άκυρα 2. Λευκά 2.

Για την υπ’ αριθμόν 1 κατά την αρίθμηση του ψηφοδελτίου καταγγελλόμενη πράξη τα «ΝΑΙ» ήταν 139, τα «ΟΧΙ» ήταν 29 και «ΠΑΡΩΝ» ήταν 8.

Για την υπ’ αριθμόν 2 κατά την αρίθμηση του ψηφοδελτίου καταγγελλόμενη πράξη τα «ΝΑΙ» ήταν 162, τα «ΟΧΙ» ήταν 8 και «ΠΑΡΩΝ» ήταν 7.

Για την υπ’ αριθμόν 3 κατά την αρίθμηση του ψηφοδελτίου καταγγελλόμενη πράξη τα «ΝΑΙ» ήταν 139, τα «ΟΧΙ» ήταν 27 και «ΠΑΡΩΝ» ήταν 10.

Για τον Βουλευτή και πρώην Υπουργό κ. Αλέξανδρο Κοντό ευρέθησαν στην κάλπη 184 φάκελοι.

Έγκυρα ψηφοδέλτια 181, άκυρα 3, λευκά 1.

Για την υπ’ αριθμόν 1 κατά την αρίθμηση του ψηφοδελτίου καταγγελλόμενη πράξη τα «ΝΑΙ» ήταν 134, τα «ΟΧΙ» ήταν 34 και «ΠΑΡΩΝ» ήταν 9.

Για την υπ’ αριθμόν 2 κατά την αρίθμηση του ψηφοδελτίου καταγγελλόμενη πράξη τα «ΝΑΙ» ήταν 155, τα «ΟΧΙ» ήταν 13 και «ΠΑΡΩΝ» ήταν 8.

Για την υπ’ αριθμόν 3 κατά την αρίθμηση του ψηφοδελτίου καταγγελλόμενη πράξη τα «ΝΑΙ» ήταν 136, τα «ΟΧΙ» ήταν 39 και «ΠΑΡΩΝ» ήταν 9.

Για τον πρώην Υπουργό κ. Γεώργιο Βουλγαράκη ευρέθησαν στην κάλπη 184 φάκελοι.

Έγκυρα ψηφοδέλτια 179, άκυρα 5, λευκά 1.

Τα «ΝΑΙ» ήταν 104, τα «ΟΧΙ» ήταν 54 και «ΠΑΡΩΝ» ήταν 20.

Για τον πρώην Υφυπουργό κ. Πέτρο Δούκα ευρέθησαν στην κάλπη 184 φάκελοι.

Έγκυρα ψηφοδέλτια 178, άκυρα 6, λευκά 1.

Για την υπ’ αριθμόν 1 κατά την αρίθμηση του ψηφοδελτίου καταγγελλόμενη πράξη τα «ΝΑΙ» ήταν 134, τα «ΟΧΙ» ήταν 34 και «ΠΑΡΩΝ» ήταν 8.

Για την υπ’ αριθμόν 2 κατά την αρίθμηση του ψηφοδελτίου καταγγελλόμενη πράξη τα «ΝΑΙ» ήταν 156, τα «ΟΧΙ» ήταν 11 και «ΠΑΡΩΝ» ήταν 7.

Για την υπ’ αριθμόν 3 κατά την αρίθμηση του ψηφοδελτίου καταγγελλόμενη πράξη τα «ΝΑΙ» ήταν 135, τα «ΟΧΙ» ήταν 30 και «ΠΑΡΩΝ» ήταν 8.

Κατόπιν των αποτελεσμάτων των διεξαχθεισών ψηφοφοριών και σύμφωνα με τα άρθρα 86 παράγραφος 3 του Συντάγματος, 157 παράγραφος 3 του Κανονισμού της Βουλής και 8 του ν. 3126/2003 «Ποινική ευθύνη των Υπουργών» η Βουλή αποδεχόμενη το πόρισμα και την πρόταση για την άσκηση δίωξης Ειδικής Κοινοβουλευτικής Επιτροπής για τη διενέργεια προκαταρκτικής εξέτασης κατά πρώην Υπουργών για την ενδεχόμενη τέλεση αδικημάτων σχετικά με την υπόθεση της Μονής Βατοπεδίου αποφάσισε την άσκηση ποινικής δίωξης κατά των πρώην Υπουργών κ. Ευάγγελου Μπασιάκου, Αλέξανδρου Κοντού και του πρώην Υφυπουργού κ. Πέτρου Δούκα για τις αξιόποινες πράξεις όπως αυτές περιγράφονται στο ως άνω πόρισμα, το οποίο καταχωρίστηκε στα Πρακτικά της Ολομέλειας της Βουλής της συνεδρίασης της 18ης Οκτωβρίου 2010 και αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της απόφασης αυτής, καθώς και των Πρακτικών της σημερινής συνεδρίασης. Ειδικότερα:

Πρώτον, κατά του πρώην Υπουργού Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων κ. Ευάγγελου Μπασιάκου για την αξιόποινη πράξη υπ’ αριθμόν 2, δηλαδή αυτουργία και συναυτουργία στο αδίκημα της απιστίας περί την υπηρεσία σε βάρος του Δημοσίου κατά συναυτουργία και κατ’ εξακολούθηση και μη, των συναυτουργών πολιτικών προσώπων και μη, που αναφέρονται στο πόρισμα της Επιτροπής και στη σχετική ποινική δικογραφία, το αντικείμενο της οποίας έχει συνολική αξία μεγαλύτερη των 73.000 ευρώ, από την οποία η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνει το ποσό των 150.000 ευρώ (άρθρα 45, 46 και 390 του Ποινικού Κώδικα),

Δεύτερον, κατά του Βουλευτή και πρώην Υπουργού Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων κ. Αλέξανδρου Κοντού για την αξιόποινη πράξη υπ’ αριθμόν 2 δηλαδή αυτουργία και συναυτουργία στο αδίκημα της απιστίας περί την υπηρεσία σε βάρος του Δημοσίου κατά συναυτουργία και κατ’ εξακολούθηση και μη, των συναυτουργών πολιτικών προσώπων και μη, που αναφέρονται στο πόρισμα της Επιτροπής και στη σχετική ποινική δικογραφία, το αντικείμενο της οποίας έχει συνολική αξία μεγαλύτερη των 73.000 ευρώ, από την οποία η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνει το ποσό των 150.000 ευρώ (άρθρα 45, 46 και 390 του Ποινικού Κώδικα),

Τρίτον, κατά του πρώην Υφυπουργού Οικονομίας και Οικονομικών κ. Πέτρου Δούκα για την αξιόποινη πράξη υπ’ αριθμόν 2 δηλαδή αυτουργία και συναυτουργία στο αδίκημα της απιστίας περί την υπηρεσία σε βάρος του Δημοσίου κατά συναυτουργία και κατ’ εξακολούθηση και μη, των συναυτουργών πολιτικών προσώπων και μη, που αναφέρονται στο πόρισμα της Επιτροπής και στη σχετική ποινική δικογραφία, το αντικείμενο της οποίας έχει συνολική αξία μεγαλύτερη των 73.000 ευρώ, από την οποία η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνει το ποσό των 150.000 ευρώ (άρθρα 45, 46 και 390 του Ποινικού Κώδικα).

Συνεπώς, κατόπιν των αποτελεσμάτων των διεξαχθεισών ψηφοφοριών, η πρόταση της Ειδικής Κοινοβουλευτικής Επιτροπής για τη διενέργεια προκαταρκτικής εξέτασης κατά πρώην Υπουργών για την ενδεχόμενη τέλεση αδικημάτων σχετικά με την υπόθεση της Μονής Βατοπεδίου για την άσκηση ποινικής δίωξης κατά των πρώην Υπουργών κ. Θεόδωρου Ρουσόπουλου και Γεωργίου Βουλγαράκη δεν έγινε δεκτή, διότι δεν συγκέντρωσε την απόλυτη πλειοψηφία του όλου αριθμού των Βουλευτών, όπως προβλέπουν οι σχετικές διατάξεις του Συντάγματος του Κανονισμού της Βουλής και του ν. 3126/2003 «Ποινική ευθύνη των Υπουργών».

Δευτέρα 15 Νοεμβρίου 2010

ΕΚΛΟΓΕΣ: Πανηγύρι της Δημοκρατίας ή πανηγυρική αποδοκιμασία των κομματικών επιτελείων;

Οι επαναληπτικές εκλογές ολοκλήρωσαν το ράπισμα, που επεφύλαξε το εκλογικό σώμα στο αναχρονιστικό και απαξιωμένο πολιτικό προσωπικό της χώρας.

Μια ηχηρή κατακραυγή που δεν αφορά το πολιτικό σύστημα, όπως τεχνηέντως προσπαθούν να μας πείσουν οι συνήθεις δημοσιογραφικές και πολιτικές «παρεούλες» των τηλεοπτικών πάνελ, αλλά πρωτίστως και κυρίως τις καθολικά αναξιόπιστες κομματικές ηγεσίες από το ΠΑΣΟΚ κα την ΝΔ μέχρι το ΛΑΟΣ, τον ΣΥΡΙΖΑ και το ΚΚΕ.

Για όσους αφελώς το αγνοούν και όσους δολίως προσποιούνται ότι δεν το καταλαβαίνουν πολιτικό σύστημα είναι η Προεδρευομένη Κοινοβουλευτική μας Δημοκρατία και ουδείς μπορεί να ισχυρισθεί ότι οποιοσδήποτε εκλογέας είτε συμμετέχων είτε απέχων από τις πρόσφατες εκλογές επιθυμεί την αντικατάσταση του Δημοκρατικού Πολιτεύματος από κάποιο άλλο.

Το μήνυμα της αποχής, αλλά και οι κατ’ ιδίαν επιλογές όσων προσήλθαν, ήταν ότι οι πολίτες αποστρέφονται τον τρόπο με τον οποίον ασκείται η εξουσία και πολιτεύονται τα παραδοσιακά κόμματα και το κατεστημένο πολιτικό προσωπικό της χώρας.

Είναι επίσης προφανές ότι το ράπισμα είναι τόσο ισχυρό, που έχει οδηγήσει σε πανικό και πλήρη σύγχυση τις χρεωκοπημένες κομματικές ηγεσίες, οι οποίες μη βρίσκοντας τρόπο να το δικαιολογήσουν στους οπαδούς τους, προσπαθούν να το διαχειρισθούν με παρωχημένες επικοινωνιακές συνταγές.

Έτσι ο κος Παπανδρέου σοκαρισμένος από το έλλειμμα δημοκρατικής νομιμοποίησης ανακάλυψε όψιμα την ανάγκη πολιτικών και κοινωνικών συμμαχιών.

Ο κος Σαμαράς σοκαρισμένος από την απώλεια παραδοσιακών «κάστρων» και μη βρίσκοντας σωσίβιο σε κανένα από τα συνήθη κριτήρια (αριθμός ψήφων, ποσοστό, αριθμός Δημάρχων κ.λ.π), ανακάλυψε στο παρά πέντε των μετεκλογικών του τηλεοπτικών δηλώσεων το ανύπαρκτο συγκριτικό κριτήριο των πάλαι ποτέ … νομαρχιών.

Σύμπαν δε το κατεστημένο πολιτικό προσωπικό προσπαθεί απεγνωσμένα να μας πείσει ότι τουλάχιστον ένα κόμμα, το ΚΚΕ, βγήκε κερδισμένο από αυτή την εκλογική διαδικασία.

Αυτή η σπουδή για επίδειξη πολιτικής μεγαλοψυχίας, όπου όλα τα υπόλοιπα κόμματα παρουσιάζουν αυτή την παράδοξη υπέρ του ΚΚΕ σύμπτωση αποτίμησης του εκλογικού αποτελέσματος δεν είναι ούτε άδολη, ούτε φυσικά αληθής.

Η προφανής σκοπιμότητά τους είναι να περισώσουν την χαμένη τιμή του συνόλου των κομματικών ηγεσιών παρουσιάζοντας ότι τουλάχιστον ένα κόμμα (και μάλιστα το πλέον παραδοσιακό) είχε αύξηση του ποσοστού του, άρα δεν χρεοκόπησε γενικά ο πολιτικός θίασος αλλά περιστασιακά σημείωσαν κάμψη δημοφιλίας μερικοί πρωταγωνιστές του.

Αλλά επειδή διαισθάνομαι ότι κάποιοι φίλοι έχουν ήδη αρχίσει να δυσανασχετούν με τις εκτιμήσεις μου, ας κάνουμε μια επισκόπηση στα πραγματικά περιστατικά.

Η αποχή υπήρξε πρωτοφανής την πρώτη Κυριακή. Πιο ήταν το κίνητρο των απεχόντων; Προφανώς η απόρριψη των υποψηφίων συνδυασμών, που προερχόταν κυρίως από την αναξιοπιστία των κομμάτων, που τους υποστήριζαν.

Την δεύτερη Κυριακή η αποχή εκτροχιάσθηκε. Γιατί; Διότι πλέον στις πλείστες των περιοχών η αναμέτρηση περιορίσθηκε μεταξύ κομματικών υποψηφίων των δύο κομμάτων εξουσίας, τα οποία έχουν και το μεγαλύτερο έλλειμμα αξιοπιστίας. Εκεί όπου κατάφεραν να παραμείνουν στο παιχνίδι ανεξάρτητες υποψηφιότητες η προσέλευση ήταν μεγαλύτερη, γεγονός που ενισχύει το συμπέρασμα ότι οι πολίτες δεν επιθυμούν την αλλαγή του πολιτικού συστήματος, αλλά την αλλαγή του τρόπου, που πολιτεύονται οι πρωταγωνιστές του.

Σοβαρότητα, ειλικρίνεια, εντιμότητα, διαφάνεια, δικαιοσύνη, ισονομία είναι τα απλά και αναγκαία χαρακτηριστικά στοιχεία της Προεδρευομένης Κοινοβουλευτικής Δημοκρατίας, τα οποία έχει θέσει εκ ποδών το πολιτικό κατεστημένο υποβαθμίζοντας απαράδεκτα την πολιτική λειτουργία και προκαλώντας την απογοήτευση, την οργή και την απελπισία του μέσου πολίτη.

Στην κοινοβουλευτική Δημοκρατία οι εκλογές αποτελούν μια οιονεί πολιτειακή σύμβαση έργου. Υπάρχει η προεκλογική περίοδος (το στάδιο των διαπραγματεύσεων) και η ημέρα των εκλογών όπου διά της ψήφου ολοκληρούται η σύναψη της εν λόγω πολιτειακής συμβάσεως. Όταν ο ένας των συμβαλλομένων (ο πολιτικός (ήτοι το κόμμα-η κομματική ηγεσία) αναδεικνύεται καθ’ έξιν και κατ’ επάγγελμα αναξιόπιστος, τότε και ο έτερος των συμβαλλομένων (ο ψηφοφόρος) απαξιοί να προσέλθει στο «ραντεβού» προς κατάρτιση της συμβάσεως. Τόσο απλό είναι αυτό το θέμα.

Και πριν αλέκτωρ λαλήσει τρις ήρθε η φυγή και του τελευταίου υπόπτου για την εγκληματική δραστηριότητα της ΖΗΜΕΝΣ, που επέτεινε την ηθική απαξίωση των εμπλεκομένων στο σκάνδαλο κομμάτων.

Τι έχουν να απαντήσουν οι αξιότιμοι Υπουργοί Δικαιοσύνης και Προστασίας του Πολίτη στον Έλληνα φορολογούμενο-ψηφοφόρο για το νέο αυτό φιάσκο, που εξ αντικειμένου ευνοεί την συγκάλυψη του πολύκροτου οικονομικού σκανδάλου;

Τι άλλο έδειξαν τα αποτελέσματα του δεύτερου γύρου;

Όπου αναμετρήθηκαν αμιγώς κομματικοί υποψήφιοι με υποψηφίους ευρύτερης βάσεως ή ανεξάρτητους, ηττήθηκαν οι κομματικοί υποψήφιοι. Αυτό ισχύει απολύτως στις περιπτώσεις των Δήμων Αθήνας, Θεσσαλονίκης, Πάτρας κ.λ.π. Ισχύει ακόμη και στις περιπτώσεις των περιφερειών Αττικής και Κεντρικής Μακεδονίας όπου δύο αμιγώς κομματικοί υποψήφιοι (Κικίλιας και Μπόλαρης) ηττήθηκαν από δύο αντιπάλους (Σγουρός, Ψωμιάδης) οι οποίοι διέθεταν μεν κομματικές ταυτότητες, αλλά κατάφεραν να πείσουν ότι προτάσσουν τα αυτοδιοικητικά των κομματικών συμφερόντων.

Και τέλος «η μαγική εικόνα» της περιβόητης νίκης του ΚΚΕ δεν μπορεί να ακυρώσει μια πολύ απλή αριθμητική πραγματικότητα.

Σε αυτές τις εκλογές παρά την υποτιθέμενη αύξηση των δυνάμεών του το ΚΚΕ με την απομονωτική τακτική του δεν κατάφερε να εκλέξει κανένα Δήμαρχο, σε αντίθεση με τις εκλογές του 2006, οπότε είχε ακολουθήσει πολιτική κατά τόπους συνεργασιών και είχε εκλέξει αρκετούς.

Τι είδους λοιπόν νίκη είναι αυτή όπου η διασπαστική πολιτική της ηγεσίας του ΚΚΕ κατάφερε να μετατρέψει την δεύτερη Κυριακή τις περισσότερες περιοχές σε εσωτερικό ντέρμπυ των δύο κομμάτων εξουσίας με αποτέλεσμα να παραδοθούν όλοι οι Δήμοι στους λεγόμενους «συνεταίρους του δικομματισμού», που υποτίθεται ότι αντιμάχεται αυτό το κόμμα;

Συμπέρασμα:

Το αίτημα της αποχής είναι η εξυγίανση του πολιτικού συστήματος διά της αλλαγής κομματικών ηγεσιών και της άμεσης απόσυρσης του πολιτικού προσωπικού παλαιοκομματικής αντίληψης, που ευθύνονται για την σήψη των θεσμών και την συνολική παρακμιακή τροχιά της χώρας.

Το ίδιο αίτημα σηματοδοτούν και όσοι προσήλθαν στις κάλπες εκδηλώνοντας την προτίμησή τους σε ανεξάρτητους και ευρύτερης στήριξης υποψηφίους και επιβάλλοντας απρόβλεπτες από τις δημοσκοπήσεις ανατροπές στους μεγάλους δήμους της χώρας και όχι μόνον σ' αυτούς.

Η σαφής εντολή του συνόλου του εκλογικού σώματος είναι η ενότητα και η συνεργασία των πολιτικών δυνάμεων.

Ενότητα της αριστεράς για να διαδραματίσει το ρόλο που ιστορικά της αναλογεί.

Ανάπτυξη πολιτικών συνεργασιών και επιδίωξη πλατιών κοινωνικών συναινέσεων από την Κυβέρνηση για την έξοδο της χώρας από την κρίση.

Η λύση του δράματος της ελληνικής αριστεράς δεν φαίνεται να είναι κοντά, αφού αν κρίνουμε από τις πρώτες αναλύσεις του ΚΚΕ, τα αποτελέσματα των εκλογών μάλλον θα ενισχύσουν την αλαζονεία και την αυταρέσκεια της ηγετικής του ομάδος, με αποτέλεσμα τη συνέχιση της διασπαστικής του πολιτικής.

Ο κος Πρωθυπουργός έστω και καθυστερημένα φαίνεται να κατάλαβε ότι η εποχή δεν προσφέρεται για «μοναχικούς καβαλάρηδες».

Το μέλλον όμως θα δείξει αν κατανοεί ορθώς τα σημεία των καιρών.

Διότι αν στο διάγγελμά του αναφέρθηκε σε πολιτικές συναινέσεις εννοώντας συνεργασία με το ΛΑΟΣ ή τα κομματικά «απορρίμματα» της ΝΔ και του ΣΥΡΙΖΑ, ή αν με τον όρο ευρύτερες κοινωνικές συμμαχίες αναφέρεται στην συναίνεση του κου Μίχαλου και της Ένωσης Ελληνικών Τραπεζών, τότε προφανώς το χάσμα που έχει δημιουργηθεί ανάμεσα στον λαό και το κυβερνών κόμμα δεν προβλέπεται να περιορισθεί.

Όσο για τον κο Σαμαρά, απλά απέδιξε ότι έιναι ένας "κακός μαθητής", που αρέσκεται συνεχώς να γυρίζει σελίδες χωρίς να έχει διαβάσει τις προηγούμενες...

Και βεβαίως αν στο βωμό της καλλιέργειας συναινετικού κλίματος με την ΝΔ θα πρέπει στις επόμενες μέρες να θυσιασθεί η διαλεύκανση των σκανδάλων (όπως προοιωνίζεται η φυγή του μεγαλοστελέχους της ΖΗΜΕΝΣ) τότε η υποτιθέμενη συναίνεση θα επιτείνει την αναξιοπιστία του πολιτικού κόσμου και θα εντείνει την κοινωνική δυσαρέσκεια.

Δευτέρα 8 Νοεμβρίου 2010

ΕΚΛΟΓΕΣ ΓΑΡ ΕΓΓΥΣ…

Σε πείσμα όλων των εκλογομαγειρείων και των επικοινωνιακών επιτελείων (της ελεεινής μορφής) τα αποτελέσματα ήταν τόσο ξεκάθαρα και οι πολίτες τόσο υποψιασμένοι, που ουδείς καλοθελητής μπορεί αυτή τη φορά να παρουσιάσει την νύχτα μέρα και να βαφτίσει την ήττα νίκη.

Μπορεί το δίλλημα του κου Παπανδρέου να απέτρεψε τα χειρότερα για τα δύο κόμματα εξουσίας και να βελτίωσε αισθητά την εκλογική βιτρίνα των κομμάτων της ήσσονος αντιπολίτευσης, αποτρέποντας μεγάλες μάζες ψηφοφόρων να προσέλθουν στην κάλπη. Όμως είναι πασίδηλο ότι οι Έλληνες πολίτες απέρριψαν συνολικά το κατεστημένο πολιτικό προσωπικό όλων των ιδεολογικών αποχρώσεων και είναι μαθηματικώς βέβαιο ότι όλα ανεξαιρέτως τα κόμματα της Βουλής απώλεσαν τεράστιο αριθμό ψηφοφόρων πέραν της προ πολλού χαμένης αξιοπιστίας τους.

Με απλά λόγια με το σύνθημά του «καθαρή νίκη ή εκλογές» το μόνο που κατάφερε ο Πρωθυπουργός ήταν να διασώσει τους υποψηφίους των κοινοβουλευτικών κομμάτων από την επέλαση των ανεξαρτήτων και να βελτιώσει την εικόνα των ποσοστών τους. Εικόνα όμως εντελώς πλασματική, αφού ως γνωστόν τα κομματικά ποσοστά κινούνται αντιστρόφως ανάλογα με τα ποσοστά συμμετοχής.

Όσο μικρότερος είναι ο αριθμός των εγκύρως ψηφισάντων, τόσο μεγαλύτερο είναι το ποσοστιαίο ειδικό βάρος της ψήφου.

Η πραγματικότητα λοιπόν για όλα τα κοινοβουλευτικά κόμματα είναι πολύ ζοφερότερη από αυτήν που προσπαθούν να παρουσιάσουν οι πολιτικοί αρχηγοί αποσιωπώντας τα απόλυτα μεγέθη των ψήφων και κρυπτόμενοι πίσω από τη σοφιστεία των ποσοστών.

Όχι μόνο το κυβερνών κόμμα και η ΝΔ, των οποίων οι απώλειες είναι κραυγαλέες, αλλά ακόμα και το ΚΚΕ, που πανηγυρίζει για την δήθεν αύξηση της εκλογικής του δύναμης επικαλούμενο την άνοδο του ποσοστού του, έχουν άπαντες στην πραγματικότητα υποστεί δραστική μείωση του αριθμού των ψηφοφόρων τους.

Ας πάρουμε λοιπόν ένα απλό παράδειγμα για να αντιληφθούν επί τέλους τα επικοινωνιακά επιτελεία των κομμάτων ότι οι πολίτες αυτής της χώρας είναι ικανοί να αναλύουν επαρκώς και ασφαλώς τα εκλογικά αποτελέσματα και επομένως κάθε φορά που προσπαθούν να τους εμπαίζουν, το μόνο που επιτυγχάνουν είναι να πλήττουν την αξιοπιστία των κομματικών τους ηγεσιών.

Ας δούμε την περίπτωση του ΚΚΕ.

Ας πάρουμε τον Δήμο Αθηναίων, όπου ο κος Σοφιανός με καταμετρημένο το 93,7% των ψήφων «επέτυχε» το «εντυπωσιακό» ποσοστό του 13,7% (24.775 ψήφοι).

Φαινομενικά πρόκειται για σημαντική επιτυχία, αφού στις μεν βουλευτικές εκλογές του 2009 και στις δημοτικές του 2006 τα ποσοστά ήταν 9,53% και 8,77% αντίστοιχα. Όμως τα φαινόμενα απατούν, διότι σ’ αυτές τις εκλογές το ΚΚΕ δεν αναμένεται να ξεπεράσει τις 26.000 ψήφους, ενώ στις βουλευτικές του 2009 είχε λάβει 29.135 ψήφους (με ποσοστό συμμετοχής 74,97%) και στις δημοτικές του 2006 είχε λάβει 24.169 ψήφους (με ποσοστό συμμετοχής τότε 57,77%).

Ενώ λοιπόν συγκρίνοντας ποσοστά η ηγεσία του ΚΚΕ προσπαθεί να μας πείσει ότι πέτυχε μια αύξηση της τάξεως του 30% σε σχέση με το 2009 και του 36% σε σχέση με το 2006, στην πραγματικότητα συγκριτικά με το 2009 οι ψηφοφόροι του κόμματος μειώθηκαν κατά 10%(απώλεια 3.000 ψήφων), ενώ σε σχέση με το 2006 η περιβόητη αύξηση είναι μερικές εκατοντάδες ψήφοι. (Όλα αυτά χάριν της μεγαλειώδους αποχής).

Αν λάβουμε λοιπόν υπ’ όψιν ότι οι ψηφοφόροι αυτού του κόμματος δεν διανοούνται να απόσχουν από τις εκλογές και ότι τα τελευταία πέντε χρόνια τα λαϊκά στρώματα υπέστησαν πρωτοφανή υποβάθμιση του βιοτικού τους επιπέδου, οδηγούμαστε αβίαστα στο συμπέρασμα ότι και το ΚΚΕ εισέπραξε κατ’ ουσίαν αμέριστη την αποδοκιμασία του εκλογικού σωματος.

Παρακολουθώντας λοιπόν ένα ένα τους πολιτικούς αρχηγούς να προσπαθούν με τις δηλώσεις τους χθες το βράδυ να παρουσιάσουν εαυτούς δικαιωμένους και τα κόμματά τους νικητήρια και τροπαιοφόρα μετά από αυτά τα δεινά εκλογικά αποτελέσματα, είναι βέβαιο ότι όλοι οι ψηφοφόροι αισθάνθηκαν πλήρως απογοητευμένοι και ανεξαιρέτως μετανοιωμένοι. Οι μεν διότι ξεγελάσθηκαν και τους ξαναψήφισαν, οι δε διότι επείσθησαν να μην προσέλθουν στην κάλπη χάνοντας έτσι μια καλή ευκαιρία να τους καταψηφίσουν.

Όσο όμως και αν προσπαθούν για λόγους κατανοητής πολιτικής σκοπιμότητας να εξωραΐσουν την κατάσταση, η πραγματικότητα είναι εύκολα μετρίσιμη και οφθαλμοφανής.

Σύμπασες οι πολιτικές ηγεσίες με το λοιπό πολιτικό κατεστημένο έχουν απολέσει την αξιοπιστία τους και γι’ αυτό το εκλογικό σώμα είτε απαξιεί να κάνει τον κόπο να προσέλθει στην κάλπη είτε αναζητά διέξοδο σε ανεξάρτητες προσωπικότητες ή εκτός παραδοσιακών κομμάτων προοδευτικές συλλογικότητες.

Η αύξηση των ψήφων της ευρύτερης πέραν του ΚΚΕ αριστεράς, που ξεπέρασε το 10% πανελλαδικά και σε ορισμένες περιπτώσεις και το 20%(συνυπολογίζοντας κεντροαριστερές ανεξάρτητες υποψηφιότητες) επιβεβαιώνει στην πράξη την προβλεφθείσα αριστεροποίηση του εκλογικού σώματος, ο ρυθμός της οποίας αναμένεται να ενταθεί το επόμενο διάστημα, όσο η μάστιγα της οικονομικής δυσπραγίας θα επεκτείνεται πληθυσμιακά.

Για την παραδοσιακή λοιπόν αριστερά το απλό και ξεκάθαρο μήνυμα είναι ότι οι σημερινές ηγεσίες έχουν κλείσει τον ιστορικό τους κύκλο. Τόσο το ΚΚΕ όσο και ο ΣΥΡΙΖΑ έχουν ανάγκη από την ανάδειξη νέων στελεχών σε ηγετικούς ρόλους, που θα διαθέτουν την ευρύτητα της σκέψης και την στοιχειώδη ωριμότητα να προχωρήσουν σε ενωτικές πρωτοβουλίες, που θα εμπνεύσουν τους πολίτες προσφέροντάς τους όραμα, ελπίδα και προοπτική. Είναι πλέον ή βέβαιο ότι μια ενιαία πολιτική έκφραση της αριστεράς υπό τις παρούσες συνθήκες δεν θα περιοριζόταν απλώς στο ποσοτικό άθροισμα των αριστερών ψήφων, αλλά έχοντας χαρακτήρα ποιοτικού άλματος θα μπορούσε να απογειώσει τα πραγματικά ποσοστά της στο εκλογικό σώμα.

Το σαφές μήνυμα των χθεσινών εκλογών προς την Κυβέρνηση εάν θέλει να ανακάμψει εκλογικά είναι να ανακρούσει πρύμναν και να επιστρέψει σε ανθρωποκεντρικές πολιτικές, σαν αυτές, που ιστορικά ευαγγελίσθηκε το ΠΑΣΟΚ από το 1974 μέχρι το 2009.

Το σαφές μήνυμα προς τον αρχηγό του ΠΑΣΟΚ είναι ότι το κόμμα του ιστορικά και αυτός ο ίδιος προσωπικά κατάφεραν να κερδίσουν μεγάλες μάχες, όταν και όποτε στηρίχθηκαν στις προοδευτικές δυνάμεις αυτού του τόπου και επέτυχαν έστω και πρόσκαιρα (έστω στη βάση αν όχι στην κορυφή) συμμαχίες με την ευρύτερη αριστερά. Όπως κατ’ αναλογίαν η ΝΔ κατάφερνε να κερδίζει τις εκλογές όποτε επετύγχανε διείσδυση στο «μεσαίο χώρο».

Συνεπώς αλλαγή πολιτικής και αναζήτηση συμμαχιών με την ευρύτερη αριστερά είναι αναγκαίος όρος για τη επιβίωση της Κυβέρνησης, η οποία απέτυχε να κερδίσει την πολυπόθητη νομιμοποίηση από την πρόσφατη εκλογική διαδικασία και είναι βέβαιο ότι η διάσταση της με το εκλογικό σώμα θα επιδεινωθεί στο αμέσως επόμενο διάστημα αν συνεχισθεί ο στασιμοπληθωρισμός, οι απολύσεις και τα ατελέσφορα φοροεισπρακτικά μέτρα.

Και κάτι ακόμα.

Για να μπορέσει το ΠΑΣΟΚ να επιτύχει τις αναγκαίες ευρύτερες λαϊκές συναινέσεις θα πρέπει ο κος Παπανδρέου να περιθωριοποιήσει εδώ και τώρα κάποια πολύ συγκεκριμένα στελέχη, που φρόντισαν μεθοδικά να ανεγείρουν αναχώματα προς τα αριστερά του Κινήματος και οι οποίοι τις τελευταίες εβδομάδες επιδίωξαν με σειρά κυνικών, αλαζονικών και υπερφίαλων δηλώσεων να εξοργίσουν το εκλογικό σώμα, πιθανώς επενδύοντας όχι στην επιτυχία, αλλά στην εκλογική συντριβή του ΠΑΣΟΚ και προσωπικά του ίδιου του Πρωθυπουργού.

Ο νοών νοείτω, διότι το αληθές νόημα του εκλογικού αποτελέσματος δεν είναι, όπως όλοι θα θέλαμε, ότι απομακρύνθηκε το ενδεχόμενο των πρόωρων εκλογών, αλλά μάλλον ότι οι εκλογές γαρ εγγύτερον…

Πέμπτη 4 Νοεμβρίου 2010

Στα αδιέξοδα δεν υπάρχει Δημοκρατία

Στην Αγγλία για πρώτη φορά μετά από αρκετά χρόνια τα ποσοστά των εργατικών υποσκέλισαν δημοσκοπικά τα ποσοστά του συνασπισμού συντηρητικών –φιλελευθέρων, που κυβερνά τη χώρα.

Στη Γαλλία η δημοτικότητα του Σαρκοζί έχει αγγίξει πάτο.

Στην Ιταλία ο κυβερνητικός συνασπισμός βρίσκεται ένα βήμα πριν την οριστική διάσπαση με τον κο Μπερλουσκόνι να καρκινοβατεί μεταξύ ροζ σκανδάλων και δικαστικών διώξεων.

Στην Ισπανία το κυβερνητικό κόμμα καταγράφει ιστορικά χαμηλά στις δημοσκοπήσεις (13 μονάδες πίσω από το Λαϊκό κόμμα).

Στη Γερμανία ο κυβερνητικός συνασπισμός, απώλεσε την πλειοψηφία στην Κάτω Βουλή μετά τη βαριά ήττα του στις εκλογές του κρατιδίου της Ρηνανίας-Βεστφαλίας.

Και από χθες ο Πρόεδρος Ομπάμα έχασε πανηγυρικά την πλειοψηφία στη Βουλή των Αντιπροσώπων.

Κανένας από αυτούς τους «ανεμοδαρμένους» ηγέτες δεν σκέφθηκε ούτε μια στιγμή να καταφύγει εκ νέου στην λαϊκή ετυμηγορία.

Μόνο ο ημέτερος Πρωθυπουργός κατελήφθη εσχάτως από την πρωτότυπη έμμονη ιδέα ότι, παρά την ισχυρή πλειοψηφία του στη Βουλή και παρότι οι μεθαυριανές εκλογές έχουν αυτοδιοικητικό αντικείμενο, εν τούτοις οφείλει να προκηρύξει εκ νέου κοινοβουλευτικές εκλογές σε περίπτωση, που δεν προτιμηθούν οι υποστηριζόμενοι από το ΠΑΣΟΚ υποψήφιοι.

Η έμμονη ιδέα του κου Παπανδρέου μπορεί να αποτελεί παγκόσμια πρωτοτυπία, δεν είναι όμως πολιτικά ή ψυχιατρικά τόσο ανεξήγητη όσο επιχειρεί να την παρουσιάσει σημαντική μερίδα ανεγκέφαλων και διαπλεκόμενων δημοσιογραφίσκων.

Αντίθετα μάλιστα είναι μια πολιτικά απολύτως στοχευμένη και μελετημένη κίνηση, από ψυχολογικής δε άποψης απολύτως νηφάλια και ψύχραιμη.

Είναι κοινό μυστικό ότι τα μηνύματα που ελάμβανε το κυβερνητικό επιτελείο από παντού προοιωνίζονταν μια άνευ προηγουμένου εκλογική συντριβή των κυβερνητικών υποψηφίων, αφού το εκλογικό σώμα είχε κάθε λόγο να αξιοποιήσει αυτή την ψηφοφορία ως μια καλή ευκαιρία για να εκδηλώσει την απογοήτευσή του για την οικονομική του δυσπραγία.

Ο κος Παπανδρέου ήταν δικαιολογημένος να φοβάται, ότι οι κεντροαριστεροί ψηφοφόροι του ΠΑΣΟΚ είχαν κάθε λόγο να του γυρίσουν την πλάτη, οι κεντρώοι δεν είχαν κανένα λόγο να πάνε να ψηφίσουν και οι κεντροδεξιοί μπορεί να έχουν την μερίδα του λέοντος σε κυβερνητικά πόστα, αλλά ως εκλογική μάζα είναι πολύ λίγοι για να του σώσουν την παρτίδα (εκτός του ότι ουδέποτε υπήρξαν προσωπικοί του οπαδοί και μπορεί να προσβλέπουν ήδη σε μια νέα λύση κεντροδεξιάς κυβερνητικής συμμαχίας χωρίς αυτόν).

Ξεκινώντας με τέτοιες προϋποθέσεις δεν μπορούσε να αποκλεισθεί το ενδεχόμενο να βρεθεί το βράδυ των αποτελεσμάτων το ΠΑΣΟΚ όχι απλώς με κουτσουρεμένα τα ποσοστά του σε σχέση με τις περσινές βουλευτικές εκλογές, αλλά ακόμη και δεύτερο κόμμα. Οι συνέπειες σε μια τέτοια περίπτωση θα ήταν προφανώς καταστροφικές για τον ίδιο και την κυβέρνησή του και αναμφίβολα μη αναστρέψιμες.

Μπροστά σε αυτόν τον κίνδυνο η μόνη διέξοδος θα ήταν να καταφέρει το ΠΑΣΟΚ να διεγείρει το θυμικό των παραδοσιακών ψηφοφόρων του, οι οποίοι ιστορικά καταγράφουν ένα ποσοστό της τάξεως του 35% ακόμη και στις πιο δύσκολες συγκυρίες και να τους οδηγήσει στην κάλπη ευελπιστώντας ότι έτσι θα μπορέσει να αναδειχθεί πρώτο κόμμα. Διατηρώντας μάλιστα μια αξιοπρεπή διαφορά από την ΝΔ, η οποία στην καλλίτερη περίπτωση δεν θα μπορούσε να υπερβεί το 25-28%.

Η κομματική, σχεδόν ποδοσφαιρικού τύπου, πόλωση του προεκλογικού κλίματος επιλέχθηκε ως μοναδική ελπιζόμενη σανίδα σωτηρίας για προφανείς λόγους πολιτικής σκοπιμότητας.

Η δε παγκοσμίως πρωτότυπη συνάρτηση του εκλογικού αποτελέσματος με την απειλή προσφυγής σε νέες εκλογές, δεν ήταν τίποτε περισσότερο από την εφαρμογή του αξιώματος «η επίθεση είναι η καλλίτερη άμυνα». Με άλλα λόγια την ανάγκη φιλοτιμία ποιούμενος ο κος Παπανδρέου σκέφθηκε ότι ήταν προτιμότερο να απειλήσει ο ίδιος προ της Κυριακής το εκλογικό σώμα, τα πολιτικά κόμματα, τους βουλευτές, τα στελέχη του κόμματός του, ακόμη και την τρόϊκα ότι θα κάνει κάτι το οποίο ούτως ή άλλως όλοι αυτοί θα τον πίεζαν να κάνει από Δευτέρα, αν τα ποσοστά του ΠΑΣΟΚ ήταν απογοητευτικά (όπως προεβλέπετο).

Με αυτό τον τρόπο εξαναγκάζει σε σχετική αναδίπλωση τα υπόλοιπα κόμματα, που στην πραγματικότητα δεν επιθυμούν την ανάληψη κυβερνητικών ευθυνών στην παρούσα συγκυρία, πιέζει τα στελέχη του να εμπλακούν σοβαρότερα στον προεκλογικό αγώνα και κερδίζει κινήσεις συμπαράστασης από κρίσιμους παράγοντες στο εξωτερικό (ΕΕ, ΔΝΤ, οίκοι αξιολόγησης, Διεθνής τύπος κ.λ.π).

Έτσι αυξάνει τις πιθανότητές του να πετύχει μια εκλογική διαφορά 5-10 μονάδες από την ΝΔ, η οποία ανεξαρτήτως απόλυτων αριθμών ψήφων, θα του προσφέρει ένα επικοινωνιακό επιχείρημα κυριαρχίας στο πολιτικό σκηνικό της χώρας. Αν πάλι ο στόχος αυτός δεν επιτευχθεί θα μπορεί τουλάχιστον να ελπίζει ότι θα απολέσει την εξουσία όχι ως αποδιοπομπαίος τράγος, αλλά ως πολιτικά εύθικτος Κυβερνήτης, που έπεσε θύμα της αδυναμίας του εκλογικού σώματος να εκτιμήσει δεόντως την εθνοσωτήρια προσπάθειά του.

Αυτό είναι λοιπόν το νόημα και η υποκειμένη αιτία της sui generis προεκλογικής συνθηματολογίας του κου Πρωθυπουργού.

Η ιδιόρρυθμη όμως διαφοροποίησή του από την στάση όλων ανεξαιρέτως των ξένων ομολόγων του σε αντίστοιχες περιπτώσεις εκλογικών ή δημοσκοπικών τους παθημάτων, οφείλεται σε μια υπαρκτή πρωτοφανή ιδιομορφία, που χαρακτηρίζει την περίπτωσή του.

Ουδεμία ξένη κυβέρνηση παρά την όποια κάμψη της δημοφιλίας της βαρύνεται με έλλειψη νομιμοποίησης για τις όποιες πολιτικές υιοθετεί.

Ουδείς από τους ξένους ηγέτες αναγκάσθηκε μέσα σε τόσο μικρό χρονικό διάστημα διακυβέρνησης να εφαρμόσει πολιτικές τόσο διαμετρικά αντίθετες με τις υποσχέσεις, που έδωσε προεκλογικά, αλλά κα τόσο τραγικά αναντίστοιχες με την εν γένει κοσμοθεωρία του κόμματός του.

Αυτή η μοναδικότητα στέρησης δημοκρατικής νομιμοποίησης στοιχειώνει υπαρξιακά την Κυβέρνηση του Έλληνα Πρωθυπουργού και έπειτα από ένα χρόνο σκληρής αντιλαϊκής πολιτικής (παρά την κοινοβουλευτική του πλειοψηφία) είναι αδύνατον πλέον για αυτόν να παραμείνει στην εξουσία, αν δεν καταφέρει να αποκτήσει μια επίφαση στοιχειώδους νομιμοποίησης.

Αυτήν την νομιμοποίηση αναζητά λοιπόν απεγνωσμένα επιχειρώντας να μετατρέψει τις αυτοδιοικητικές εκλογές σε οιονεί βουλευτικές, ώστε να μπορέσει να ισχυρισθεί ότι οι πολίτες δίνοντας στο κόμμα του ένα αξιοπρεπές ποσοστιαίο προβάδισμα δεν δικαίωσαν απλώς τις δικές του επιλογές τοπικών αρχόντων, αλλά κυρίως την Κυβερνητική του θητεία και την γενικότερη πολιτική, που εφαρμόζει.

Κατά συνέπεια οι χειρισμοί του κου Παπανδρέου είναι φυσιολογικοί και απολύτως κατανοητοί.

Το κρίσιμο λοιπόν ερώτημα δεν είναι το γιατί το έκανε, όπως μας έχουν ζαλίσει στην κυριολεξία τα κρατικοδίαιτα ΜΜΕ και οι αργυρώνητοι «πολιτικοί αναλυτές», αλλά αν θα έχει το επιθυμητό γι αυτόν αποτέλεσμα.

Χωρίς να διεκδικούμε το ρόλο της Κασσάνδρας, αλλά και χωρίς να φοβόμαστε αν θα κατηγορηθούμε γι αυτό, αμφιβάλλουμε ειλικρινά ότι ο συμπαθής Πρωθυπουργός θα ξεμπερδέψει εύκολα για τους εξής απλούς λόγους.

Η πολιτική, που αιφνιδίως από τον περασμένο Μάρτη αποφάσισε να εφαρμόσει είναι εντελώς στη λάθος κατεύθυνση. Αν πράγματι πασχίζει όπως ο ίδιος δηλώνει (και θέλουμε να πιστεύουμε ότι λέει αλήθεια) για να βγάλει τη χώρα από την κρίση και να βελτιώσει τη ζωή των κατοίκων της, είναι βέβαιο ότι με την πολιτική του θα επιτύχει ακριβώς τα αντίθετα αποτελέσματα (και σ’ αυτό έχουν δίκιο όλα τα κόμματα της αντιπολίτευσης, καθώς και όλοι οι σοβαροί οικονομολόγοι του πλανήτη).

Αν όμως συνεχισθεί η χειροτέρευση της οικονομικής κατάστασης της χώρας και η περαιτέρω συνολική εξαθλίωση των πολιτών, καμιά επίφαση νομιμοποίησης και καμιά επίπλαστη κοινοβουλευτική πλειοψηφία (του νόμου Παυλόπουλου) δεν θα είναι ικανή να στηρίξει μια αντιλαϊκή και λαομίσητη πολιτική.

Όπως όσοι φοροεισπρακτικοί μηχανισμοί και αν δομηθούν, όσα φορομπηκτικά τερτίπια και αν επινοηθούν, όσο βαριές ποινές και αν θεσπισθούν για τις φορολογικές παραβάσεις, δεν πρόκειται να αποφευχθεί η μείωση των δημοσίων εσόδων από πένητες πολίτες, αφού «ουκ αν λάβεις παρά του μη έχοντος».

Άρα η μόνη λύση για να αποφύγει ο Πρωθυπουργός και η χώρα να ζήσουν τον χειρότερο εφιάλτη τους είναι να αλλάξει άρδην η Κυβέρνηση την πολιτική της.

Βεβαίως στην Δημοκρατία δεν υπάρχουν αδιέξοδα. Όμως τη διέξοδο στις Δημοκρατίες δεν την προσφέρουν τα εκλογικά τερτίπια.

Και προπαντός η παραπάνω δημοφιλής ρήτρα προϋποθέτει την ύπαρξη Δημοκρατίας.

Τουτέστι ενός πολιτεύματος, που η εξουσία πηγάζει από το λαό και ασκείται υπέρ του Λαού. Δηλαδή ενός πολιτεύματος όπου οι κυβερνητικές πολιτικές έχουν ως κεντρικό άξονα την ευημερία, την ασφάλεια, την αίσθηση δικαίου του πολίτη.

Αυτά είναι τα απλά στοιχεία, που εξασφαλίζουν την νομιμοποίηση των κυβερνήσεων εν Δημοκρατία.

Αυτά τα στοιχεία είναι το μοναδικό εργαλείο για να λύσει η κυβέρνηση τον γόρδιο δεσμό εντός του οποίου αφρόνως περιελίχθηκε.

Αυτά είναι τα αξιολογικά κριτήρια, που θα πρυτανεύσουν στη λογική των ψηφοφόρων και σε τούτες και σε επόμενες εκλογικές διαδικασίες.

Και κάτι ακόμα.

Όσο περισσότερη βαρύτητα έχει η γνώμη των απλών πολιτών και ευκαιρίες να συμμετέχουν στις αποφάσεις, όση περισσότερη φροντίδα προσφέρεται στους αναξιοπαθούντες, στους γέροντες και στους ανήμπορους, όσο περισσότερη ισονομία και δικαιοσύνη επιβάλλεται στους ισχυρούς, τόσο δημοκρατικότερο καθίσταται το πολίτευμα.

Κι αλλοίμονο στις Κυβερνήσεις, που πολιτεύονται παράταιρα προς τη λαϊκή εντολή και αντίστροφα προς αυτά τα απλά πλην θεμελιώδη προτάγματα της Δημοκρατίας.

Αυτές μόνο αδιέξοδα δημιουργούν για τον εαυτό τους και τραγικά δεινά επιφυλάσσουν στις Δημοκρατίες.