Παρασκευή 3 Δεκεμβρίου 2010

Βουλευτές αφυπνισθείτε, Κοινωνικοί Εταίροι μην αυτοκτονείτε.

Οι Έλληνες βιομήχανοι με προεξάρχοντα τον ΣΕΒ αποτελούν χαρακτηριστική περίπτωση «ποντικού», που τυφλωμένος από την λαιμαργία του για το «τυρί» αδυνατεί να διακρίνει την «φάκα».

Όπου τυρί εννοούνται τα μέτρα περικοπής των μισθών και κατάλυσης των δικαιωμάτων των εργαζομένων και όπου φάκα οι κρυφές επιδιώξεις των εμπνευστών του μνημονίου.

Είναι απορίας άξιο πως αυτοί οι κακόμοιροι άνθρωποι δεν αντιλαμβάνονται ότι η επιχειρηματική τους εξόντωση συγκαταλέγεται στους τρείς πρώτιστους στόχους της τρόϊκας.

Έχουμε επισημάνει αρκετές φορές ότι η σπουδή των δανειστών του Ελληνικού Δημοσίου να παρέμβουν σε θέματα που αφορούν στον ιδιωτικό τομέα δεν δικαιολογείται από τη φύση των οικονομικών προβλημάτων, που υποτίθεται ότι υπαγόρευσαν την ανάγκη προσχώρησης στον μηχανισμό στήριξης.

Υποτίθεται δηλαδή ότι το πρόβλημα της χώρας είναι το δημόσιο έλλειμμα και το δημόσιο χρέος, που δημιουργούν στους δανειστές μας και στην ΕΕ το φόβο για πιθανή αδυναμία πληρωμών.

Για την αντιμετώπιση του ελλείμματος υπάρχουν δύο τρόποι: η μείωση των δαπανών και η αύξηση των δημοσίων εσόδων.

Για την μείωση του χρέους απαραίτητη είναι η ελαχιστοποίηση των δανειακών αναγκών της χώρας και η δημιουργία πλεονάσματος ικανού να εξυπηρετεί απρόσκοπτα τις ληξιπρόθεσμες οφειλές, αλλά συγχρόνως να επιτρέπει και την σταδιακή επιστροφή των δανεικών κεφαλαίων.

Τόσον η μείωση του ελλείμματος όσον και η μείωση του χρέους διευκολύνονται από την αύξηση του ΑΕΠ καθόσον έτσι αφ’ ενός διευρύνεται η φορολογητέα βάση, αφ ετέρου μειώνεται άμεσα το χρέος, ως ποσοστό του ΑΕΠ, (δείκτης που ενδιαφέρει εξαιρετικά την ΕΕ).

Τόσο απλά είναι τα θέματα για το υποτιθέμενο οικονομικό πρόβλημα της χώρας.

Βλέπει κανείς σ’ αυτά τα απλά ζητήματα να εμπλέκεται πουθενά το θέμα των μισθών των εργαζομένων;

Υπάρχει κανείς εχέφρων άνθρωπος (όχι κατ’ ανάγκην οικονομολόγος), που να έχει ισχυρισθεί ποτέ ότι η μείωση των αποδοχών στον ιδιωτικό τομέα μπορεί να μειώσει τα ελλείμματα της κεντρικής κυβέρνησης;

Όχι βέβαια. Αντίθετα και η κουτσή Μαρία αντιλαμβάνεται, ότι η μείωση των αποδοχών, οδηγεί σε μείωση της κατανάλωσης, η μείωση της κατανάλωσης σε κλείσιμο επιχειρήσεων , και τα δύο αυτά μαζί σε μείωση των φορολογικών εσόδων, άρα σε αύξηση του ελλείμματος και συνέχιση της διόγκωσης του δημοσίου χρέους. Τουτέστι φαύλος κύκλος ή σπειροειδής υφεσιακή τροχιά, όπως αλλιώς έχει επικρατήσει να αποκαλείται η δομική κρίση ενός συστήματος, που έχει αφεθεί απροστάτευτο στα χέρια των διεθνών αρχιτεκτόνων του παγκόσμιου οικονομικού χάους.

Συνεπώς η άγρια περικοπή των αποδοχών των εργαζομένων είναι απολύτως ασύμβατη με τους υποτιθέμενους στόχους της κυβέρνησης, της ΕΕ και των δανειστών μας. Η δε βάρβαρη κατεδάφιση του υφιστάμενου ιδιωτικού εργασιακού καθεστώτος ουδόλως μπορεί να βρεί οποιαδήποτε αιτιολογική βάση στην επιδίωξη εξυγίανσης του κράτους και των δημοσίων οικονομικών.

Γιατί λοιπόν συμβαίνουν όλα αυτά;

Ο λόγος είναι απλός και ευκόλως πλέον εννοούμενος.

Οι προαναφερθέντες στόχοι, οι οποίοι προβάλλονται επισήμως δεν είναι οι μόνοι και μάλλον δεν είναι καν οι πρωτεύοντες.

Κυρίαρχος στόχος των διεθνών επιχειρηματικών αρπακτικών φαίνεται πλέον εναργώς ότι ήταν και παραμένει η οικειοποίηση του δημόσιου πλούτου της χώρας στην ευρύτερη έννοια του οποίου συμπεριλαμβάνονται (ατυχώς για τον ΣΕΒ) και το σύνολο των προσοδοφόρων επιχειρηματικών δραστηριοτήτων του ιδιωτικού τομέα.

Αυτό λοιπόν που επιχειρείται σήμερα είναι η κολιγοποίηση των ελλήνων εργαζομένων, ώστε όταν οι νέοι ξένοι ιδιοκτήτες αναλάβουν τον επιχειρηματικό έλεγχο να έχουν εξασφαλισμένα φθηνά εργατικά χέρια απασχολούμενα σε συνθήκες εργασιακού μεσαίωνα.

Παράλληλα, επειδή βεβαίως έχει σοβαρό ενδιαφέρον για τους επίδοξους αγοραστές η αγοραία τιμή των πωλουμένων επιχειρήσεων κατά τον χρόνο της εξαγοράς, εξελίσσεται ραγδαία ένα άλλο εθνοκτόνο σχέδιο καταστροφής των επιχειρήσεων και των Ελλήνων επιχειρηματιών. Το έργο αυτό το έχουν αναλάβει κυρίως οι ξενόδουλες Ελληνικές τράπεζες, οι οποίες επιδίδονται συστηματικά στην εξόντωση της υγιούς επιχειρηματικότητας.

Και ο τελευταίος μικροβιοτέχνης γνωρίζει ότι το θανάσιμο πρόβλημα επιβίωσης της επιχείρησης του είναι η στέρηση ρευστότητας και όχι το ούτως ή άλλως πενιχρό μεροκάματο του υπαλλήλου του.

Γι αυτή δε την έλλειψη ρευστότητας ευθύνονται πρωτίστως οι τράπεζες, οι οποίες προ πολλού έχουν απομακρυνθεί από τον υπαρξιακό τους προορισμό και από μοχλός ανάπτυξης της επιχειρηματικότητας έχουν μεταβληθεί σε στυγνούς εκτελεστές υγειών (όχι προβληματικών) επιχειρήσεων. Και βεβαίως, θλιβερόν ειπείν, στο εγκληματικό αυτό έργο των Τραπεζών εξ αντικειμένου αναγκαίος συνεργός έχει αποδειχθεί το ίδιο το κράτος, το οποίο με πλείστα όσα μέτρα (υψηλή φορολογία, εισπρακτικής σκοπιμότητας πρόστιμα, κ.λ.π), αλλά και με το σύνολο της οικονομικής πολιτικής του συμβάλλει στην αποστράγγιση του χρήματος από την αγορά.

Αντίπαλος επομένως της Ελληνικής Βιομηχανίας δεν είναι σήμερα το εργατικό δυναμικό της χώρας. Οι αποδοχές των εργαζομένων δεν είναι απειλή για την ανταγωνιστικότητα, είναι ελπίδα για την συντήρηση της ζήτησης και εντεύθεν για την επιβίωση των επιχειρήσεων.

Πραγματικός εχθρός της επιχειρηματικότητας όλων των τομέων και όλων των βαθμίδων είναι η καταστροφική στάση των τραπεζών και η αδυναμία του υπάρχοντος πολιτικού προσωπικού να διακρίνει την πραγματικότητα και να επιβάλλει πλαίσια και κανόνες στην αγορά και στο τραπεζικό κατεστημένο.

Οι λαοί της Ευρώπης, κυρίως αυτοί που έρχονται πρώτοι σε επαφή με τις μυλόπετρες της οικονομικής κρίσης και βρίσκονται αντιμέτωποι με τους «ενιαίους κανόνες» και τα ενιαία προγράμματα «σωτηρίας και διάσωσης» αρχίζουν πλέον να συνειδητοποιούν την πραγματικότητα.

Καιρός είναι να συνειδητοποιήσουν και οι Έλληνες επιχειρηματίες ότι το ψευδεπίγραφο σχέδιο «μη χρεωκοπίας της χώρας» στοχεύει ευθέως και οδηγεί μαθηματικώς στην δική τους ατομική χρεωκοπία.

Μετά δε την πρόσφατη επίσκεψη του κου Στρος Σκαν ουδεμία πλέον άγνοια συγχωρείται στα μέλη του Ελληνικού Κοινοβουλίου για τις πραγματικές προθέσεις των διεθνών τοκογλύφων και της τρόϊκας (ήτοι του εκτελεστικού τους βραχίονα), καθώς και της άμεσης διασύνδεσής τους με υψηλού επιπέδου πολυεθνικά επιχειρηματικά συμφέροντα, που εποφθαλμιούν το εθνικό δημόσιο και ιδιωτικό πλούτο της Ελλάδος.

Καθ’ όμοιο λόγο η έλευση του κου Ρουμπινί διέλυσε κάθε αμφιβολία, ότι η πολυθρύλητη επιμήκυνση του χρόνου αποπληρωμής του χρέους υπαγορεύεται στην πραγματικότητα από την διαπίστωση των εμπνευστών και εκτελεστών του προαναλυθέντος σχεδίου, ότι δεν τους επαρκεί ο χρόνος για να προλάβουν να ολοκληρώσουν τον ανομολόγητο τριπλό στόχο τους, ήτοι: Απαξίωση και απαλλοτρίωση της δημόσιας περιουσίας, καταστροφή των ελληνικών επιχειρήσεων και οικονομική εξόντωση των Ελλήνων επιχειρηματιών όλων των βαθμίδων και εξαθλίωση του Έλληνα εργαζόμενου, ώστε να αποτελέσει φθηνό εργατικό δυναμικό στις νέες επιχειρήσεις, που θα είναι πλέον αλλοδαπών συμφερόντων.

Και στο πλαίσιο αυτό δεν αποκλείεται η χρήση του μέσου της «ήπιας χρεωκοπίας» της χώρας, εάν κριθεί απαραίτητο για την ολοκλήρωση του σχεδίου, γι αυτό και κρίθηκε σκόπιμη η υποδοχή του γνωστών απόψεων κου Ρουμπινί, ώστε να αρχίσει η προετοιμασία του σχετικού κλίματος για παν ενδεχόμενο.

Κατόπιν όλων αυτών οι κοινωνικοί εταίροι, οφείλουν να αντιληφθούν ότι η τύχη τους γαρ κοινή και το μέλλον τους ζοφερό μετά βεβαιότητας.

Όσο για τους βουλευτές, οφείλουν να συνειδητοποιήσουν την ιστορικότητα των στιγμών, όπου η χώρα καλείται να δώσει τον υπέρ πάντων αγώνα και αυτοί, που τάχθηκαν να φυλάσσουν Θερμοπύλες ήρθε η ώρα να επιλέξουν αν θα σταθούν στο πλευρό του χειμαζόμενου λαού ή θα συμπεριφερθούν ως κοτζαμπάσηδες και Φαναριώτες.

Ταξικοί εχθροί και φίλοι γίναν’ όλοι τους ρεζίλι…

Η κοινωνική αξιολόγηση του τρόπου με τον οποίον πολιτεύονται οι δημόσιοι άνδρες, δεν είναι τυχαία ή συμπτωματική. Τουναντίον μάλιστα υπόκειται σε κανόνες λογικούς και διαχρονικούς.

Ένας τέτοιος κανόνας είναι ότι κανείς δεν μπορεί να γίνει ρεζίλι, αν ο ίδιος δεν θέσει τις βασικές προϋποθέσεις.

Θλιβερή επιβεβαίωση του εν λόγω κανόνα αποτέλεσε η πρόσφατη φαιδρή εμφάνιση των αυτοαποκαλούμενων «κοινωνικών εταίρων», οι οποίοι συνελθόντες σε «άτυπη» παρασκηνιακή συνάντηση το μόνο το οποίο κατάφεραν τελικά ήταν να εκθέσουν εαυτούς και αλλήλους στην ελληνική κοινή γνώμη (ίσως όχι για πρώτη και μάλλον ούτε για τελευταία φορά).

Ανεξάρτητα από τις δικαιολογίες και τις αιτιάσεις της κάθε πλευράς και αδιαφόρως προς τον τρόπο, που το κάθε ΜΜΕ αξιοποίησε το θέμα, ένα πράγμα είναι απολύτως βέβαιο.

Ότι οι εν λόγω συνευρεθέντες απώλεσαν κάθε ίχνος σοβαρότητας στο μέτρο, που αποδείχθηκαν ανίκανοι να αντιληφθούν ο μεν κος Παναγόπουλος ότι συμμετέσχε στη συνάντηση, ο κος Κορκίδης ότι ουδέν συμφωνήθηκε, οι δε υπόλοιποι με τι είδους συνδαιτυμόνες ανάλωσαν τον πολύτιμο χρόνο τους.

Έτσι μια υποτιθέμενη πολύ σοβαρή υπόθεση κατέληξε σε ένα άνευ προηγουμένου φιάσκο με την κοινή γνώμη να εκπλήσσεται αρνητικά από την απίστευτη ελαφρότητα των περιβόητων «κοινωνικών εταίρων».

Όμως όπως είπαμε από την αρχή κανένας και τίποτε δεν μπορεί να προκαλέσει την λαϊκή θυμηδία, εάν από μόνος του δεν προσφέρει συμπτώματα φαιδρότητας.

Και να ποια είναι αυτά στη συγκεκριμένη περίπτωση.

Υποτίθεται ότι το αντικείμενο της συνάντησης ήταν οι όροι και οι προϋποθέσεις των επιχειρηματικών συμβάσεων. Υποτίθεται επίσης ότι οι εκπρόσωποι των παραγωγικών τάξεων ήθελαν να διαμορφώσουν μια κοινή πλατφόρμα, η οποία θα βοηθούσε την Υπουργό Εργασίας στην διαπραγμάτευσή της με την τριαρχία.

Επομένως βασικές στοιχειώδεις προϋποθέσεις ήταν: α) η γνώση του υπό συζήτηση αντικειμένου και η επίγνωση της σοβαρότητάς του, β) η νομιμοποίηση των συσκεπτομένων υπό την έννοια της ουσιαστικής εκπροσώπησης του ευρύτερου κλάδου τους και γ) η παρουσία της Υπουργού, μόνης ικανής να προδιαγράψει τα αναγκαία κατά την κρίση της χαρακτηριστικά της επιδιωκόμενης συμφωνίας, ώστε να είναι πράγματι επιβοηθητική των επόμενων δικών της διαπραγματεύσεων.

Δυστυχώς κανένας από τους πρωταγωνιστές της φαρσοκωμωδίας δεν μερίμνησε για την εξασφάλιση οποιασδήποτε από τις παραπάνω προϋποθέσεις. Προσήλθαν αφελώς σαν μια χαρούμενη παρεούλα, απούσης της αρμοδίας υπουργού, εκπροσωπώντας μερικοί εξ αυτών (όπως αποδείχθηκε τουλάχιστον για τον Πρόεδρο της ΓΣΕΕ) μονάχα τον εαυτό τους.

Η υπόθεση των επιχειρησιακών συμβάσεων και ο τρόπος με τον οποίο φαίνεται ότι είναι προαποφασισμένο να ρυθμισθεί, αποτελεί μια απόλυτη ανατροπή όχι απλώς της ισχύουσας εργατικής νομοθεσίας, αλλά αυτής καθεαυτής της εργασιακής φιλοσοφίας, που ξεκίνησε από την εποχή των αστικών επαναστάσεων και εξελίχθηκε ιστορικά μέσα από κοινωνικές συγκρούσεις και επιστημονικές αντιπαραθέσεις δύο τουλάχιστον αιώνων και πολύ περισσότερων γενεών.

Είναι απολύτως βέβαιο ότι ακόμη και στην ηπιότερη της μορφή, μια οποιαδήποτε ενίσχυση της τυπικής ισχύος των ατομικών (διότι περί αυτού πρόκειται) συμβάσεων έναντι των συλλογικών θα επιφέρει βίαια ανατροπή στο βιοτικό επίπεδο εκατοντάδων χιλιάδων εργαζομένων στον ιδιωτικό τομέα και ως εκ τούτου μπορεί να αποτελέσει υπό προϋποθέσεις ατομική βόμβα μεγατόνων τόσο για την κοινωνική συνοχή, όσο και για την κοινωνική ειρήνη.

Θα ανέμενε λοιπόν κανείς αυτοί οι κύριοι, αλλά και η κα Υπουργός να αντιμετώπιζαν το όλο θέμα με μεγαλύτερη σοβαρότητα.

Ιδίως ο κος Πρόεδρος της ΓΣΕΕ όφειλε να προσέχει περισσότερο από τους υπόλοιπους, που πάει, πώς πάει, ποιόν συναντάει και τι συζητάει.

Οι υπόλοιποι έχουν το στενόμυαλο άλλοθι ότι προσέρχονται σε μία διαπραγμάτευση από την οποία θα εξέλθουν οπωσδήποτε κερδισμένοι, αφού από την αρχή είναι προδιαγεγραμμένο το «ψαλίδισμα» των αποδοχών των υπαλλήλων τους.

Αντίθετα ο κος Παναγόπουλος όφειλε να είναι περισσότερο επιφυλακτικός, συμμετέχοντας σε μια συζήτηση που για τους εργαζόμενους εκ προοιμίου είχε δεδομένο ότι θα χάσουν και «διαπραγματεύσιμο» μόνο το πόσα θα χάσουν.

Το ελάχιστο λοιπόν που έπρεπε να είχε φροντίσει ο κος Πρόεδρος ήταν οι συζητήσεις να είχαν πλήρη δημοσιότητα, για να μη κατηγορηθεί για στυγνή συμπαιγνία με την εργοδοσία και πρωτίστως να έχει την στοιχειώδη επίφαση νομιμοποίησης.

Όφειλε δηλαδή, επειδή ακριβώς πρόκειται για ιστορικής σημασίας ανατροπή των κεκτημένων δεκάδων επαγγελματικών κλάδων, να είχε προηγουμένως εξασφαλίσει την συναίνεση και ρητή ειδική εξουσιοδότηση όλων των Διοικητικών Συμβουλίων των δευτεροβαθμίων συνδικαλιστικών οργανώσεων, που εκπροσωπούν τους κατ’ ιδίαν κλάδους εργαζομένων.

Αντ’ αυτού ο κος Παναγόπουλος φάνηκε ότι προσήλθε σε μία εν κρυπτώ (παρ)άτυπη συνάντηση, χωρίς να έχει εξασφαλίσει ούτε τη σύμφωνη γνώμη της ευρύτερης διοίκησης της ίδιας της ΓΣΕΕ.

Και το χειρότερο φαίνεται ότι ο άνθρωπος πήγε εντελώς αδιάβαστος.

Διότι αν ευσταθούν οι πληροφορίες, που δημοσιεύονται από τα ΜΜΕ, η κα Υπουργός με τους κ.κ. «κοινωνικούς εταίρους» συνεννοούνται για τον προσδιορισμό ενός ενιαίου ποσοστού περικοπής μισθών και ημερομισθίων της τάξεως του 12,5%.

Σε μια τέτοια περίπτωση ο κος Παναγόπουλος συλλαμβάνεται αδιάβαστος σχετικά με τα επίπεδα των αποδοχών, που προβλέπουν οι κατ’ ιδίαν συλλογικές συμβάσεις εργασίας.

Διότι υπάρχουν πλείστες όσες ΣΣΕ που ορίζουν αποδοχές ελάχιστα διαφέρουσες από την γενική συλλογική και πάντως πολύ λιγότερο από 12,5%. Για παράδειγμα οι κατώτατες αποδοχές της ΣΣ των τραπεζοϋπαλλήλων ή των λογιστών μπορεί να υπερκαλύπτουν αυτό το ποσοστό, όμως πολλές άλλες όπως π.χ των εργαζομένων στη σιδηροβιομηχανία έχουν πολύ μικρότερη διαφορά (7-8%).

Είναι επομένως εντελώς αφελές αν όχι κακόπιστο να αναζητείται ενιαίο ισοπεδωτικό ποσοστό περικοπής των μισθών και ημερομισθίων.

Αντί λοιπόν να αναλώνονται σε κακόγουστες επικοινωνιακές σκηνοθεσίες θα ήταν καλύτερα όλοι αυτοί οι κύριοι να αντιμετώπιζαν το θέμα με μεγαλύτερο αίσθημα ευθύνης και αν μη τι άλλο με περισσότερο επαγγελματικό ρεαλισμό.

Διότι οι εργοδοτικοί φορείς θα έπρεπε να ενδιαφέρονται για την διάσωση και όχι για την φαλκίδευση των αποδοχών των εργαζομένων, αντιλαμβανόμενοι ότι αυτές αποτελούν εργαλείο ανάπτυξης της οικονομίας όχι απλώς συντελεστή κόστους, όπως κοντόφθαλμα σκέπτονται.

Η δε κα Υπουργός στο πλαίσιο του πολιτικού της ρόλου μάλλον θα ισχυροποιήσει την διαπραγματευτική της θέση με μια κοινή ανυποχώρητη συμφωνία των παραγωγικών τάξεων για διατήρηση ακεραίων των αποδοχών στον ιδιωτικό τομέα.

Όσον αφορά τέλος τον κο Παναγόπουλο, αν δεν μπορεί να μελετήσει τις ιδιαιτερότητες των ΣΣΕ, τουλάχιστον ας διαβάσει τον μύθο του Αισώπου για το πάθημα της καλιακούδας, που άφησε τους δικούς της για να προσκολληθεί στη συντροφιά των περιστεριών και στο τέλος αποβλήθηκε από αμφοτέρους.

Τρίτη 30 Νοεμβρίου 2010

Συναίνεση; Ναι μεν αλλά…

Είναι βολικό να ερμηνεύει η κυβέρνηση το εκλογικό αποτέλεσμα ότι το 34% την στηρίζει και το 45% της αποχής την ανέχεται, είναι όμως πράγματι έτσι; Κανείς δεν μπορεί να πάρει όρκο γι’ αυτό. Μπορεί ας πούμε το 35% να την αξιολόγησε στη δεδομένη στιγμή μη χειρότερη από τους χειροτερότερους ανταγωνιστές της, οι δε απέχοντες να ήσαν απασχολημένοι με την προετοιμασία της αντεπίθεσής τους…

Παρά τις μετεκλογικές θριαμβολογίες της κυβέρνησης και τους διθυραμβικούς επαίνους του ΔΝΤ και της ΕΕ, ο Πρωθυπουργός αντιλαμβάνεται πολύ καλά ότι η ελληνική κοινωνία είναι ένα καζάνι που βράζει.

Εργαζόμενοι, ελεύθεροι επαγγελματίες και συνταξιούχοι βιώνουν ένα χρόνο τώρα μια ολομέτωπη επίθεση στο εισόδημά τους, στην περιουσία τους, στα δημοκρατικά τους δικαιώματα.

Καθώς η επίθεση αυτή έχει ξεπεράσει κάθε όριο αγριότητας, είναι αδύνατον να προβλεφθεί πλέον πότε ακριβώς θα ξεπερασθούν και τα όρια της αντοχής τους.

Έτσι δεν είναι δυσνόητη η όψιμη επιθυμία του κου Παπανδρέου να επιτύχει ευρύτερες πολιτικές συμμαχίες. Κάτι που βέβαια από μόνο του προδίδει μια αίσθηση αδυναμίας, αφού παρόμοια επιθυμία δεν είχε διατυπωθεί προ δεκαμήνου όταν ακόμα η δημοφιλία του κυβερνώντος κόμματος ήταν σε υψηλά επίπεδα.

Πρόκειται λοιπόν κατά πάσα πιθανότητα για μια κίνηση πολιτικής σκοπιμότητας, που στοχεύει στην εξαγορά πολιτικού χρόνου και την επιβίωση της κυβέρνησης, γεγονός που αντιλαμβάνονται καλύτερα από μας οι αποδέκτες της Πρωθυπουργικής πρόσκλησης.

Πού λοιπόν ποντάρει ο Πρωθυπουργός ώστε να θεωρεί πιθανή την παροχή συναίνεσης από τους υποτιθέμενους πολιτικούς του αντιπάλους; Μάλλον στην πεποίθηση διέγερσης των συντεχνιακών αντανακλαστικών του πολιτικού κόσμου, που αναμένονται να ενταθούν δεδομένης της συνολικής απαξίωσης του πολιτικού προσωπικού της χώρας, όπως αυτή εκδηλώθηκε εναργώς στις πρόσφατες αυτοδιοικητικές εκλογές.

Όσο αυτή η απαξίωση εντείνεται και διαχέεται εξ ίσου (ίσως και περισσότερο) στα υπόλοιπα κόμματα, τόσο αυξάνεται η πιθανότητα να προστρέξουν σε συνεργασία χάριν της διάσωσης του κοινού συστημικού τους μέλλοντος.

Λογική σκέψη, αλλά χωρίς πολλές ελπίδες στους χαλεπούς κι ανάποδους τούτους καιρούς.

Η μεν ΝΔ, προοριζόμενη να συνεχίσει την εφαρμογή του μνημονίου μετά την πτώση του ΠΑΣΟΚ, είναι καταδικασμένη να επιμείνει μέχρι τέλους στον σουρεαλιστικό αντιμνημονιακό βερμπαλισμό της μη στέργοντας σε προσχώρηση σε οποιουδήποτε είδους φιλομνημονιακό μέτωπο.

Πολύ περισσότερο η αριστερά αντιλαμβάνεται ότι και η παραμικρή στήριξη αυτής της λαίλαπας αντιλαϊκών μέτρων θα σήμαινε αυτομάτως την πολιτική της «ταφόπετρα».

Έτσι λοιπόν η πρόταση για ευρύτερη συναίνεση του κου Παπανδρέου καταντάει μια πρόσκληση υψηλού πολιτικού ρίσκου αξιοποιήσιμη μόνο από απελπισμένους πολιτικούς τυχοδιώκτες.

Υπάρχουν τέτοιοι στο σημερινό πολιτικό σκηνικό;

Σίγουρα πάντοτε υπήρχαν, υπάρχουν και θα υπάρχουν.

Το ερώτημα όμως είναι πόση βαρύτητα θα είχε ένα τέτοιο φιλομνημονιακό μέτωπο συγκροτούμενο από μια φθαρμένη σχετική πλειοψηφία και από μερικούς φαιδρούς οπορτουνιστές για να κερδηθεί το επικοινωνιακό παιχνίδι εντός και εκτός συνόρων;

Σίγουρα ελάχιστη βαρύτητα και πάντως αξιολύπητα ανεπαρκή.

Ο περίπου απελπισμένος κος Παπανδρέου φαίνεται έτοιμος να προσφύγει στην αναζήτηση συπληρωματικής συναινετικής στήριξης από χρεοκοπημένους συνδικαλιστές και από αμφιβόλου κύρους και ποιότητος «προσωπικότητες» διαφόρων κλάδων.

Ο ευφυέστατος κος Βενιζέλος, που δεν έχει κανένα λόγο να είναι αιθεροβάμων, έσπευσε να δηλώσει ότι η συναίνεση αρκεί να υπάρξει στην πράξη χωρίς κατ’ ανάγκη να αποκτήσει τυπικό χαρακτήρα και ξεκίνησε τα «ρευματοειδή» δείπνα προετοιμασίας της περιπαθώς προσδοκώμενης διαδοχής.

Ενώ κάποιοι άλλοι υπουργοί ακόμη περισσότερο ρεαλιστές εκπέμπουν καθημερινά κραυγές αγωνίας ότι είναι καταδικασμένοι να πετύχουν όλοι μαζί, άλλως πως όλοι μαζί θα τελειώσουν αδόξως την πολιτική τους καριέρα.

Των πραγμάτων ούτως εχόντων και δεδομένου ότι η σύνδικος της πτωχεύσεώς μας επάρατη τριαρχία (βαρβαριστί τρόϊκα) την ανάγκη φιλοτιμία ποιούμενη συνήνεσε ασμένως στην επιμήκυνση του χρόνου ρευστοποίσης του εθνικού μας πλούτου, είναι σοφότερο για τον Πρωθυπουργό να επιμηκύνει αναλόγως το χρόνο οικονομικής εξόντωσης της μέσης ελληνικής οικογένειας.

Μάταια αναζητά πολιτική στήριξη από πολιτικούς αντιπάλους, από πολιτικά αποκαΐδια και από εξωθεσμικές «προσωπικότητες» των ντόπιων και ξένων σαλονιών.

Καμιά ουσιαστική αξία δεν έχουν, αλλά μάλλον είναι βλαπτικοί οι έπαινοι του κου Στρος Σκαν και τα βραβεία του κου Άκερμαν.

Η μόνη ελπίδα διάσωσης της πολιτικής του αξιοπρέπειας, του ΠΑΣΟΚ αλλά κυρίως αυτής της πολύπαθης χώρας είναι η επίτευξη συναίνεσης και ομοψυχίας των Ελλήνων πολιτών.

Αυτό απαιτεί να σταματήσει ή φορομπηχτική τακτική ενάντια στα πλατιά λαϊκά στρώματα και να αναζητηθούν έσοδα σ’ αυτούς που κατάκλεψαν τα δημόσια ταμία και σ’ αυτούς που πράγματι φοροδιέφυγαν τα τελευταία χρόνια. Απαιτεί πρώτα από όλα την τιμωρία αυτών που πρωτοστάτησαν στα πολύκροτα οικονομικά σκάνδαλα.

Αυτό απαιτεί να σταματήσει ο εκφοβισμός των πολιτών και η καταδίωξη της υγιούς επιχειρηματικότητας και να πιεσθούν οι τράπεζες να διοχετεύσουν στην αγορά την ρευστότητα που τους πρόσφεραν οι έλληνες φορολογούμενοι, εκπληρώνοντας επί τέλους τον υπαρξιακό τους λόγο.

Αυτό απαιτεί να ελαχιστοποιηθούν οι πληρωμές των διεθνών τοκογλύφων και να αυξηθούν τα δημόσια έργα.

Αυτό απαιτεί μια εθνικά περήφανη πολιτική, που θα προχωρήσει σε εθνική αξιοποίηση των πλουτοπαραγωγικών πηγών της χώρας.

Είναι μια δύσκολη πορεία περίπου αντίθετη από αυτήν που επιτάσσει το μνημόνιο, αλλά απολύτως συμβατή με την ιδεολογία του ΠΑΣΟΚ και τις προ έτους προεκλογικές δεσμεύσεις του.

Είναι ένας δύσκολος δρόμος, αλλά είναι μονόδρομος αν κοινός στόχος είναι η ευημερία του λαού και η σωτηρία της πατρίδος.

Είναι μονόδρομος για ένα πολιτικό αρχηγό τρίτης γενιάς η εξασφάλιση της στήριξης του λαού.

Και για την εξ ων ουκ άνευ λαϊκή συναίνεση δει δη αξιοπιστίας, κε Πρωθυπουργέ, και άνευ αυτής ουδέν δυνατόν γενέσθαι…

Παρασκευή 26 Νοεμβρίου 2010

Ο επηρμένος, ο επαναφερμένος , η αναπαλαιωμένη και ο αδιόρθωτος…

Τύφλα-μούντζα πρωί –βράδυ, κάναν’ το τσαρδί ρημάδι

Είχαν δεν είχαν την ρήμαξαν την κεντροδεξιόχουντη πολυκατοικία.

Από τη μια ο επηρμένος κος Καρτζαφέρης, που πάσχει από μικρομεγαλισμό και βασανίζεται από χρόνιο σύνδρομο στέρησης υπουργικού θώκου, από την άλλη ο νέος νέος αρχηγός της νέας Νέας Δημοκρατίας, που ως φυγόπονος μαθητής επιμένει να γυρίζει σελίδες χωρίς να τις μελετάει και παραδίπλα η αναπαλαιωμένη κα Μπακογιάννη, που δήθεν την άλλαξαν τα βάσανα και οι κακουχίες…

Και ενώ οι πολίτες έχουν εισέλθει ανεπιστρεπτί σε ένα μακρύ επώδυνο Γολγοθά, η δε Ελλάδα προώρισται να μεταβληθεί οσονούπω σε κρανίου τόπο, οι απερίγραπτοι ηγέτες της «ευρείας δεξιάς παράταξης» συμπεριφέρονται ως φύλαρχοι μεσαιωνικού τύπου με μοναδικό μέλημα την περιχαράκωση και επαύξηση του τιμαρίου τους.

Το κωμικοτραγικό της υποθέσεως είναι ότι δεν αντιλαμβάνονται πως η πολιτική τους προϊστορία τους έχει ρίξει σε ένα βάλτο αναξιοπιστίας, όπου όσο πιο πολύ κουνιούνται τόσο πιο πολύ βουλιάζουν.

Ποιός αφελής μπορεί να πιστέψει ότι η εμμονή του κου Καρατζαφέρη για δημιουργία «κυβέρνησης προσωπικοτήτων» πηγάζει από την αγωνία του για την σωτηρία της πατρίδας και όχι από τον καημό του να υπουργοποιηθεί;

Ομοίως δεν πείθουν κανένα οι μεγαλοστομίες του κου Σαμαρά για αλλαγή σελίδας, όταν η σπονδυλική στήλη της ηγετικής ομάδας της «νέας Νέας Δημοκρατίας» απαρτίζεται από γνωστές και μη εξαιρετέες αντιδημοφιλείς προσωπικότητες των κυβερνήσεων Καραμανλή, διανθιζόμενη από μερικά πρωτοπαλίκαρα της αλησμόνητης Πολιτικής Άνοιξης.

Αντίθετα με ιδιαίτερο σκεπτικισμό παρακολουθούν ακόμη και οι ίδιοι οι οπαδοί του κόμματος τις αντιφατικές συμπεριφορές του αρχηγού τους, ο οποίος επιδιώκει την ενότητα διά των διαγραφών, υπόσχεται εσωκομματική δημοκρατία διά της φίμωσης των στελεχών και πανηγυρίζει για την δήθεν ολική επαναφορά της ΝΔ στο πολιτικό προσκήνιο, ενώ όλοι διαισθάνονται ότι καθημερινά διολισθαίνει σε ολική επιστροφή στο αλήστου μνήμης 1993.

Η περίπτωση εξ άλλου της κας Μπακογιάννη θα μπορούσε να είναι διασκεδαστική, αν δεν ήταν εξόχως εκνευριστική. Διότι όταν χάνεται τελείως το μέτρο της αιδούς και της σοβαρότητας και όταν η κοροϊδία του εκλογικού σώματος επιλέγεται ως έσχατο εργαλείο συνέχισης μιας διαχρονικά επιζήμιας για τον τόπο πολιτικής καριέρας, τότε η κοινή γνώμη μεταπίπτει από την θυμηδία στον εκνευρισμό.

Διότι τι άλλο από εξόφθαλμη κατάφωρη κοροϊδία αποτελούν τα φληναφήματα της κας Μπακογιάννη ότι δήθεν η κρίση λειτούργησε για την ίδια και τους λοιπούς αποτυχημένους συνεργάτες της ως κολυμβήθρα του Σιλωάμ και επομένως δικαιούται να ξεκινήσει από την αρχή μια νέα φερέλπιδα πολιτική σταδιοδρομία.

Η τακτική αποκήρυξη ενός ελεεινού ιστορικού παρελθόντος και η παραπλάνηση του λαού προκειμένου να διαιωνίζεται η οικογενειοκρατική νομή της εξουσίας από μια συγκεκριμένη πολιτική ελίτ , αποτελεί βεβαίως συνήθη πρακτική στη δεξιά παράταξη.

Πρώτος διδάξας υπήρξε ο ιδρυτής της Κωνσταντίνος Καραμανλής, ο οποίος προκειμένου να αποδράσει από τις εφιαλτικές μνήμες της πρώτης Καραμανλικής περιόδου επενόησε την μετονομασία της ΕΡΕ σε ΝΔ κατά την δεύτερη μεταπολιτευτική περίοδο. Στην συνέχεια ό ανιψιός του εφεύρε την φενάκη της «νέας Διακυβέρνησης», ενώ ο κος Σαμαράς μιλά απεγνωσμένα για την «νέα Νέα Δημοκρατία» .

Θρασυτέρα όλων η κα Μπακογιάννη φιλοδοξεί να διασωθεί διά της ολικής αποκηρύξεως του πολιτικού της παρελθόντος και του εν πολλαίς αμαρτίαις περιπεσόντος πολιτικού κόμματος, που την φιλοξένησε επί μια εικοσαετία και να παρεισφρήσει εκ νέου λευκή και άσπιλη στο πολιτικό προσκήνιο εκμεταλλευόμενη την δεινή εθνική συγκυρία της οποίας υπήρξε υπαίτια σε πολύ σημαντικό ποσοστό.

Τέλος γαρνιτούρα σ’ αυτή την ξαναζεσταμένη και άνοστη πολιτική χυλόσουπα, υπήρξε ο Αντιπρόεδρος της Κυβέρνησης, ο οποίος για άλλη μια φορά τάραξε τα καταπονημένα νεύρα της ελληνικής κοινωνίας με τις αψυχολόγητες και απερίσκεπτες δηλώσεις του.

Ο ανεπανάληπτος αυτός κύριος προ ολίγων εβδομάδων συγκλόνισε την κοινή γνώμη με την κυνική ομολογία του ότι επί δεκαετίες μαζί με τους ψηφοφόρους του, τους όποιους διόριζε παρανόμως στο δημόσιο, συμμετείχε ενεργά στο «μεγάλο φαγοπότι», που οδήγησε τη χώρα στην σημερινή της κατάντια. Στη συνέχεια είχε την αναιδή έμπνευση να επιρρίψει ευθύνες για τις σπατάλες του δημοσίου στις φτωχικές εκδρομές των γερόντων των ΚΑΠΗ (παραγνωρίζοντας ή αποσιωπώντας σκοπίμως ότι οι απόμαχοι της ζωής με την αξιοπρέπεια, που τους διακρίνει, συμμετέχουν στα σχετικά έξοδα με την πενιχρή τους σύνταξη, την οποία σε μια επίδειξη πρωτοφανούς κοινωνικής αναλγησίας δεν δίστασε να περικόψει η παρούσα κυβέρνηση). Και προχθές αφού χαρακτήρισε «ευτυχία για τον τόπο» το μνημόνιο, προέβη στο έσχατο ολίσθημα να απαξιώσει το ανεκτίμητο έργο των μαχίμων πιλότων ισχυριζόμενος ότι δεν παράγουν κάποιο έργο ή κάποια υπηρεσία και επικαλούμενος αμφιβόλου ποιότητος οικονομικές θεωρίες.

Σε μια χώρα που στην ιστορική της διαδρομή έχει καταστεί κατ’ επανάληψι θέατρο επιδρομής πολλών και διαφόρων βαρβάρων επίδοξων κατακτητών και όπου η εθνική της ανεξαρτησία παραμένει ακόμη πολύτιμο απειλούμενο αγαθό, δεν είναι περίεργο που επί γενεές γενεών η στρατιωτική θητεία θεωρείται ως υπέρτατη υπηρεσία προς την πατρίδα.

Δεν είναι τυχαίο που όλοι ανεξαιρέτως οι κάτοικοι αυτής της χώρας, όταν αναφέρονται στην περίοδο της ζωής τους, που αναλώθηκε στο στράτευμα, συνηθίζουν να λένε «υπηρέτησα στο στρατό, στο ναυτικό ή στην αεροπορία».

Σε τέτοιες ιστορικές στιγμές όπου ο ίδιος ο Πρωθυπουργός κατά τα λεγόμενά του αγωνιά για την οικοδόμηση εθνικής ομοψυχίας, δηλώσεις αυτού του είδους μόνο ως ανόητες άκαιρες παραδοξολογίες μπορούν να νοηθούν.

Συμπέρασμα.

Χρεωκοπημένοι πολιτικοί, που με τις εγωϊστικές και αποτυχημένες επιλογές τους χτεωκόπησαν τη χώρα προσπαθούν να διασώσουν εαυτούς στις ραγδαίως επερχόμενες κοσμογονικές ανακατατάξεις του πολιτικού σκηνικού, άλλος περιχαρακώνοντας τον μικρόκοσμό του, άλλος ονειρευόμενος οικουμενικές κυβερνήσεις, άλλος στήνοντας χάρτινα κινήματα και άλλος υβρίζοντας αναιδώς τον χειμαζόμενο λαό.

Όμως αυτή τη φορά πλανώνται πλάνην οικτράν.

Ξεπερασμένες παλαιοκομματικές συνταγές, «λίφτιγκ» πολιτικού προφίλ, ανακύκλωση απαξιωμένων πολιτικών στελεχών, αναπαλαιώσεις κινημάτων σαλονιού με υλικά κατεδάφισης κομματικών ερειπίων και άλλα τοιαύτα δεν μπορούν να έχουν καμία τύχη στη Δημοκρατία του αύριο.

Σε πείσμα των Ευρωπαίων γραφειοκρατών και των απανταχού διεθνών τοκογλύφων η ιστορία θα γραφεί για άλλη μια φορά από τη νέα γενιά, που θα πρωτοστατήσει αργά η γρήγορα στην οικοδόμηση του μέλλοντός της.

Η πορεία θα είναι ίσως μακρά και επώδυνη. Θα είναι όμως λυτρωτική, ηρωϊκή και μεγαλειώδης.

«Τη Ρωμιοσύνη τώρα να την κλαις και αυτούς που έτσι την κατάντησαν, ελληνικέ λαέ, ποτέ μη συγχωρήσεις». Είπε ο Βασίλειος Μαρκεζίνης παραφράζοντας τον Γιάννη Ρίτσο κατά την χθεσινή παρουσίαση του βιβλίου του Γιάννη Μαλούχου «Άξιος Εστί», που αναφέρεται στη ζωή του Μίκη Θεοδωράκη.

Τη ρωμιοσύνη μη την κλαις επιμένουμε εμείς.

Η Ελλάδα προώρισται να ζήσει και θα ζήσει.

Γιατί εκόντες άκοντες οι οπισθοδρομικοί καλικάτζαροι, τα αντιδραστικά ξωτικά και οι γερασμένοι κουασιμόδοι του ζοφερού της παρόντος θα εξοστρακισθούν στο χρονοντούλαπο της ιστορίας από τις δημιουργικές προσωπικότητες, που θα αναδείξουν οι υγιείς αστείρευτες δυνάμεις αυτού του τόπου.

Και αυτό δεν αφορά μόνο τα κόμματα εξουσίας, αλλά όλες ανεξαιρέτως τις αρτηριοσκληρωτικές ηγεσίες των παραδοσιακών ή δήθεν νεόδμητων κομματικών σχηματισμών του συνόλου πολιτικού φάσματος, που επιμένουν να μην εισπράττουν ή να παρερμηνεύουν κουτοπόνηρα τα ηχηρά μηνύματα των καιρών.