Πέμπτη 10 Μαρτίου 2011

Η επαναγορά ομολόγων ισοδυναμεί με παράδοση του τελευταίου οχυρού.

Στην εποχή μας οι εδαφικές κατακτήσεις δεν επιχειρούνται πλέον με τη χρήση στρατιωτικών μέσων. Ο δεύτερος παγκόσμιος πόλεμος υπήρξε η τελευταία συστηματική απόπειρα επιβολής της Γερμανικής κυριαρχίας στην Ευρωπαϊκή ήπειρο και απέβη όχι μόνον άκαρπη, αλλά και ιδιαιτέρως οδυνηρή για τους εμπνευστές της.

Έτσι οι στρατιωτικοί σχηματισμοί έχουν περιέλθει σε δευτερεύουσα μοίρα και τον ρόλο της καθυπόταξης κρατών και εθνών έχουν αναλάβει παντοδύναμοι οικονομικοί οργανισμοί διοικούμενοι από στυγνούς γραφειοκράτες.

Αυτό που δεν κατάφερε η Γερμανία μέσω της Βέρμαχτ, μπορεί να το επιτύχει ευκολότερα μέσω της ΖΗΜΕΝΣ ή της Ντόϋτσε Τέλεκομ. Κι αν είναι αδύνατο για την Τουρκία να εισβάλλει στον Εύρο, είναι απολύτως εφικτό να βάλει χέρι στο σύνολο των γεωργο-κτηνοτροφικών εκτάσεων της χώρας αν αύριο το πρωΐ μια Τουρκική Τράπεζα αγοράσει την ΑΓΡΟΤΙΚΗ…

Η οικονομική εξάρτηση του κράτους-στόχου, η αξιοποίηση του αδιαφανούς και διεφθαρμένου κρατικού μηχανισμού, η υπερχρέωσή του, η συνολική οικονομική του αποδόμηση και εν τέλει η παραχώρηση της εθνικής του κυριαρχίας στους οικονομικούς του σωτήρες, οι οποίοι έρχονται να προσφέρουν υπηρεσίες διάσωσης με αντάλλαγμα τον εθνικό του πλούτο, αποτελούν το δοκιμασμένο και αποτελεσματικό εργαλείο των σύγχρονων οικονομικών κατακτητών.

Ένα μοντέλο, που προϋποθέτει ανεκτικούς λαούς και συνεργάσιμους κυβερνήτες (από αφέλεια, αμέλεια ή ιδιοτέλεια, αδιάφορο).

Πρόκειται ακριβώς για τον εφιάλτη, που βιώνουμε τα τελευταία χρόνια και όπου όλοι αντιλαμβανόμαστε ότι στην εθνική μας κακοδαιμονία συνέβαλαν καθοριστικά και λάθη και παραλήψεις και προσωπικές αδυναμίες και σκοπιμότητες στελεχών των κομματικών επιτελείων του συνόλου πολιτικού φάσματος. Και αυτών που κυβέρνησαν και αυτών, που δεν κυβέρνησαν. Και αυτών που «μετανόησαν» και άλλαξαν κόμμα και αυτών που αλλαξοπίστησαν και μετάλλαξαν το κόμμα.

Και ο εθνικός γολγοθάς συνεχίζεται και δυστυχώς φαίνεται ότι θα υποχρεωθούμε ως λαός να πιούμε το πικρό ποτήρι μέχρι τέλους, διότι τόσον η κυβέρνηση όσο και τα υπόλοιπα κόμματα δεν εννοούν να κόψουν τις «κακές συνήθειες», επιμένουν να υποθάλπουν την αδιαφάνεια και την διαφθορά και αδυνατούν ή δεν θέλουν να κατανοήσουν το εθνικώς συμφέρον.

Περιφανές υπόδειγμα πολιτικής αβελτηρίας αν όχι ιδιοτελούς εθνικής μειοδοσίας είναι η περίπτωση της επαναγοράς χρέους.

Με τρόμο παρακολουθούμε τις τελευταίες ημέρες στο περίφημο συνολικό πακέτο διάσωσης της Ελληνικής οικονομίας να τίθεται σε περίοπτη θέση και το «αίτημα» της δυνατότητας επαναγοράς χρέους από τα υπερχρεωμένα κράτη.

«Συμπτωματικά» το θέμα τέθηκε μόλις κατέστη εμφανές ότι η αποφυγή περικοπής της αξίας των κρατικών ομολόγων παρίσταται αδύνατη. «Συμπτωματικά» τότε οι κερδοσκοπικές αγορές και οι διεθνείς χρηματοπιστωτικοί οίκοι, μεταξύ των οποίων και η Κεντρική Ευρωπαϊκή Τράπεζα αποφάσισαν ότι έπρεπε γρήγορα να ξεφορτωθούν τα Ελληνικά Κρατικά ομόλογα, στα οποία το προηγούμενο διάστημα είχαν φροντίσει να επενδύσουν συμμετέχοντας στο πάρτι κερδοσκοπικής αλητείας, που είχε στηθεί από ξένους και ντόπιους «σωτήρες». «Συμπτωματικά» η σιδηρά Γερμανίδα Καγκελάριος επέδειξε «μεγαλόψυχη υποχωρητικότητα» και δήλωσε ότι η Γερμανία θα μπορούσε να δεχθεί «το αίτημα» των υπερχρεωμένων κρατών με την προϋπόθεση ότι θα προβούν στην επαναγορά ομολόγων με χρήματα, που θα δανείζονται από τον ευρωπαϊκό μηχανισμό στήριξης.

«Συμπτωματικά» μετά την δήλωση της κας Μέρκελ, η ελληνική Κυβέρνηση φαίνεται εμμέσως να το υιοθετεί ως «αίτημα» για τη «λύση πακέτο» της 25ης Μαρτίου, ενώ αναφανδόν τάσσονται ήδη υπέρ του καταστροφικού για τα εθνικά συμφέροντα μέτρου ο κος Σαμαράς και η κα Μπακογιάννη και ουδείς των υπολοίπων πολιτικών αρχηγών φαίνεται να κατανοεί την παγίδα.

Είναι ηλίου φαεινότερο ότι μια τέτοια κίνηση δεν θα έχει ως αποτέλεσμα την μείωση του Ελληνικού χρέους, όπως τα γνωστά δημοσιογραφικά «παπαγαλάκια» σπεύδουν τις τελευταίες ημέρες να προπαγανδίζουν. Το χρέος της Ελλάδας θα παραμείνει ακέραιο, αφού θα ξεπληρώσει μεν τους σημερινούς κατόχους κρατικών ομολόγων επαναγοράζοντάς τα, αλλά συγχρόνως θα χρεωθεί με ισοδύναμο ποσό που θα δανεισθεί από το μηχανισμό στήριξης.

Ετοιμαζόμαστε λοιπόν να πάμε να «δώσουμε» τη μάχη για να απαλλάξουμε αυτούς, που κερδοσκόπησαν ασύστολα αγοράζοντας με πρωτοφανή discount και ληστρικά επιτόκια τα κρατικά μας ομόλογα, από το ανεπιθύμητο πλέον γι’ αυτούς ρίσκο, με το προϊόν ενός νέου δανεισμού ή ακόμη χειρότερα με το ευτελές τίμημα από το ξεπούλημα εθνικής περιουσίας.

Στην καλύτερη περίπτωση πρόκειται για τεράστια ανοησία.

Το τραγικότερο όμως είναι ότι συγχρόνως αφοπλίζουμε την χώρα από το έσχατο διαπραγματευτικό της χαρτί.

Διότι αν σήμερα φοβούνται κάτι οι δανειστές μας, είναι μήπως υποστούν απώλειες κεφαλαίων από ένα «κούρεμα» των ομολόγων. Αν καταφέρουν να ξεφορτωθούν τα ομόλογά μας δεν θα έχουν πλέον τίποτα να φοβηθούν από την χρεωκοπία της Ελλάδος.

Τόσο απλό είναι το θέμα.

Και όμως γκουρού της οικονομικής επιστήμης (όπως δηλώνει ο κος Σαμαράς) και επιφανείς πολιτικοί σαν τους υπόλοιπους σπεύδουν να ανοίξουν την κερκόπορτα του τελευταίου οχυρού της καθημαγμένης πατρίδας.

Τάλαινα Ελλάδα «πάντοτε ευκολόπιστη και πάντα προδομένη», όπως λέει και ο ποιητής.

Παρασκευή 25 Φεβρουαρίου 2011

ΠΟΔΟΣΦΑΙΡΟ: Μια αθλιότητα, που στοιχίζει πανάκριβα.

Κάποιοι αντιλαμβάνονται το ποδόσφαιρο ως «θρησκεία», κάποιοι άλλοι το βλέπουν ως εργαλείο πολιτικής. Προφανώς και οι δύο αντιλήψεις ανάγονται στην παθολογία του αθλήματος. Και είναι χαρακτηριστικό ότι το ποδόσφαιρο από μεν την θρησκεία έχει πάρει τον φανατισμό, από δε την πολιτική τον επαγγελματισμό. Θανάσιμα ελαττώματα στα οποία εν πολλοίς οφείλει την διαχρονική του κακοδαιμονία.

Το δυστύχημα είναι ότι αυτοί που θεωρητικά αγαπούν το άθλημα, μοχθούν και κόπτονται περί της αναβαθμίσεως του, είναι εκείνοι που στην πράξη κάνουν ότι μπορούν για την φθορά και τον ευτελισμό του.

Αρμόδιοι κυβερνητικοί αξιωματούχοι, παράγοντες όλων των βαθμίδων, διαιτησία, ποδοσφαιριστές, ομάδες, σύλλογοι οπαδών, αθλητικογράφοι, αθλητική δικαιοσύνη, όλοι μαζί και ο καθένας ξεχωριστά δεν παραλείπουν να κάνουν ότι περνάει από το χέρι τους για να ενθαρρύνουν αντιαθλητικές συμπεριφορές, να υπονομεύσουν την αξιοπιστία των αθλητικών διοργανώσεων και να ενισχύσουν τις διεργασίες σήψης και αποσύνθεσης του αθλήματος.

Το «ντέρμπυ των αιωνίων», που τάραξε την επικαιρότητα της εβδομάδας δεν είναι σίγουρα ότι χειρότερο έχει να επιδείξει ο χώρος του ποδοσφαίρου ή το εξελισσόμενο πρωτάθλημα. Είναι απλώς η κορυφή του παγόβουνου. Το κερασάκι στην τούρτα (για να ακριβολογήσουμε μια μικρή ακαθαρσία σε ένα απέραντο βόθρο).

Έχει όμως ακαδημαϊκή αξία γιατί αποτελεί ένα πλήρες υπόδειγμα της παθολογίας, επί το ορθότερο της αθλιότητας, του Ελληνικού ποδοσφαίρου.

Διαθέτει τα πάντα. Την βαρβαρότητα των οπαδών, τον βεντετισμό των παικτών, την στραβομάρα των διαιτητών, την αναίδεια των διοικήσεων, τον φαρισαϊσμό και την δειλία των κυβερνώντων και τέλος την κακώς εννοούμενη επιείκεια της αθλητικής δικαιοσύνης.

Ανήκω σ’ αυτούς, που δεν τρελαίνονται για το ποδόσφαιρο. Κατανοώ όμως πλήρως την ανάγκη όσων συμπολιτών μου αρέσκονται να ασχολούνται μ’ αυτό με οποιοδήποτε τρόπο και με οποιαδήποτε ιδιότητα.

Αυτό που δεν κατανοώ είναι γιατί ο Έλληνας φορολογούμενος υποχρεώνεται όλα αυτά τα χρόνια να πληρώνει τεράστια ποσά για την διατήρηση ιδιωτικών επιχειρήσεων, όπως είναι οι ΠΑΕ, οι οποίες εξυπηρετούν την κερδοσκοπία ή την ματαιοδοξία κάποιων επαγγελματιών του είδους (παικτών, επιχειρηματιών ή παρατρεχάμενων αδιάφορο), την ψηφοθηρία κάποιων συγκεκριμένων δήθεν φίλαθλων πολιτικάντηδων και κάθε τόσο καταφέρνουν να εξευτελίζουν την χώρα με τις ασχημίες τους.

Και ιδιαίτερα σήμερα στην εποχή των ισχνών αγελάδων, όπου περισσεύει η οικονομική δυσπραγία καθώς και ο ποικιλότροπος καθημερινός διεθνής μας εξευτελισμός.

Αυτή η κυβέρνηση που δεν διστάζει να περικόψει την πενιχρή σύνταξη της γιαγιάς, που θεσμοθετεί την ποινική καταδίκη του μεροκαματιάρη ο οποίος αδυνατεί να καταβάλει το αντίτιμο του εισιτηρίου και απειλεί με αυτόφωρο τον περιπτερά για καθυστέρηση μικροποσών στην εφορία, μήπως πρέπει επιτέλους να σταματήσει αμέσως κάθε μορφής χρηματοδότηση των ποδοσφαιρικών ομάδων να αναζητήσει τα αχρεωστήτως κατά το παρελθόν καταβληθέντα (και από τους εκάστοτε υπουργούς που τα κατέβαλαν) και να στείλει και κανένα κλιμάκιο του ΣΔΟΕ κατά Σούπερ Λίγκα μεριά;

Πέμπτη 24 Φεβρουαρίου 2011

ΛΙΒΥΗ ώρα μηδέν

Ο Μαουμάρ Καντάφι ξεκίνησε την πολιτική του σταδιοδρομία ως ιδεολογικός συγγενής και καλός φίλος του Ανδρέα Παπανδρέου και κατέληξε επιχειρηματικός συνεργάτης και «κολλητός» του κου Μπερλουσκόνι.
Στην πρώτη φάση υπήρξε ένας λαοφιλής ηγέτης, που στράφηκε κατά της βασιλείας και της αποικιοκρατίας, προσφέροντας στο λαό του μερίδιο από την εκμετάλλευση των πετρελαιοπηγών της Λιβύης και στην συνέχεια εξελίχθηκε σε ένα στυγνό δικτάτορα, που μέσω ενός ανελεύθερου και διεφθαρμένου καθεστώτος θησαύρισε εις βάρος του εθνικού πλούτου της πατρίδας του.
Στο πρώτο διάστημα για τη Δύση ήταν «ο Τρελός», που τολμούσε να τα βάζει με όλους, υποστήριζε τις φονταμενταλιστικές αραβικές οργανώσεις και προσπαθούσε να ενώσει και να ξεσηκώσει την Αφρικανική ήπειρο. Το τελευταίο διάστημα όμως είχε γίνει το χαϊδεμένο παιδί της Ευρώπης και της Αμερικής. Ο φιλόξενος κυβερνήτης, στο περιβάλλον του οποίου μπορούσε να βρει πεδίο κέρδους λαμπρό κάθε επιχειρηματίας. Σήμερα ξανάγινε «ο τρελός δολοφόνος», που δεν διστάζει να βομβαρδίζει την ίδια του τη χώρα και να σκοτώνει ανηλεώς και αδιακρίτως άμαχους πολίτες, που ζητούν ελευθερία, δημοκρατία και αξιοπρέπεια.

Συγκεκριμένοι κύκλοι στην Ελλάδα δεν έχασαν την ευκαιρία να επιτεθούν στην μνήμη του Ανδρέα Παπανδρέου με προφανή στόχο τη δυσφήμιση των φωτεινών στιγμών της Ελληνικής ιστορίας προκειμένου να επιτευχθούν ανιστόρητοι συμψηφισμοί και να προσφερθεί πολιτικό άλλοθι για αθλιότητες του σήμερα.
Την ίδια εποχή φίλοι του Ανδρέα Παπανδρέου ήταν και η Ιντιρα Γκάντι, ο Γιασέρ Αραφάτ, ο Φρανσουά Μιτεράν, ο Όλαφ Πάλμε και πολλοί άλλοι, γιατί υπήρξε μια εξέχουσα προσωπικότητα με τεράστια διεθνή ακτινοβολία, που επηρέαζε με τη σκέψη και τη δράση του το πολιτικό γίγνεσθαι του πλανήτη επί αρκετές δεκαετίες.
Είναι προφανές ότι για το κατάντημα του Καντάφι φταίει ο ίδιος και όσοι συνέβαλαν με τον ένα ή τον άλλο τρόπο στην διαφθορά του και όχι ο Ανδρέας Παπανδρέου.
Είναι επίσης ευνόητο ότι, αν πρέπει κάποιοι να απολογηθούν, δεν είναι εκείνοι, που προσπάθησαν να τον υποστηρίξουν διπλωματικά στην πρώτη περίοδο, όπου εμφανιζόταν σαν ένας φιλόπατρις λαοπρόβλητος ηγέτης, αλλά μάλλον αυτοί, που τα τελευταία χρόνια εθελοτυφλώντας φρόντιζαν να τον στηρίζουν προκειμένου να συναλλάσσονται επιχειρηματικά με την οικογένειά του και το διεφθαρμένο περιβάλλον του, αδιαφορώντας για την δυστυχία του Λιβυκού λαού.
Και είναι βεβαίως αυτονόητο ότι οι πλείστοι απ’ αυτούς τους μικρόψυχους και μικρόνοες πολιτικούς αντιπάλους του Ανδρέα Παπανδρέου, δεν είχαν ποτέ σχέσεις με τον Μαουμάρ Καντάφι όχι γιατί δεν το επιθύμησαν, αλλά απλώς διότι το μικρό ειδικό βάρος τους ως πολιτικών τους κράτησε ανέκαθεν στο περιθώριο των διεθνών εξελίξεων.

Ανεξάρτητα όμως από όλα αυτά, εκείνο που έχει σήμερα περισσότερη σημασία είναι ότι στη Λιβύη ετούτες τις ώρες συντελείται ένα φρικαλέο έγκλημα εις βάρος του Λιβυκού λαού, στο οποίο κανένας πλέον δεν δικαιολογείται να κλείσει τα μάτια.
Η διεθνής κοινότητα και όλα τα πολιτισμένα κράτη ξεχωριστά υποχρεούνται να παρέμβουν και να χρησιμοποιήσουν όλα τα μέσα που διαθέτουν για την απομάκρυνση αυτού του αιμοσταγούς δικτάτορα και τη στήριξη των Λιβύων, που αγωνίζονται απεγνωσμένα για τα στοιχειώδη ανθρώπινα και δημοκρατικά δικαιώματά τους.
Ιδιαίτερα δε η Ελληνική Κυβέρνηση οφείλει να εξαντλήσει το διπλωματικό της οπλοστάσιο ώστε σ’ αυτή τη φάση να προστατεύσει τους Έλληνες που βρίσκονται εκεί, αλλά και όσους μπορεί από άλλες εθνικότητες και σε δεύτερη φάση να βοηθήσει στην ανασυγκρότηση αυτής της χειμαζόμενης χώρας.

Το δε αναγκαίο δίδαγμα που εξάγεται από τις εξελίξεις των τελευταίων εβδομάδων στον Αραβικό κόσμο, είναι ότι οι κάθε λογής επίδοξοι επιχειρηματίες, μηδέ του Ελληνικού Δημοσίου εξαιρουμένου, θα πρέπει να είναι ιδιαίτερα προσεκτικοί τί και ιδίως με ποιούς διαπραγματεύονται, διότι είναι ηλίου φαεινότερο ότι τα περισσότερα από αυτά τα καθεστώτα δεν εκπροσωπούν το λαό τους και μάλλον έχει τελειώσει ο ιστορικός τους κύκλος.

Κυριακή 20 Φεβρουαρίου 2011

1821- Μια απαράγραπτη παρακαταθήκη που κάποιοι επενδύουν στην παραχάραξή της.


Η μέχρι χθες κρατούσα και διδασκόμενη άποψη για την περίοδο του 1821 παρουσίαζε μια soft και μάλλον ρομαντική εικόνα της ιστορικής πραγματικότητας, περιοριζόμενη κυρίως στην εξιστόρηση ηρωϊκών στιγμών με εξιδανικευμένους πρωταγωνιστές. Με τον κλήρο να πρωτοστατεί αρχικά στη διάσωση του γένους κατά τους χαλεπούς χρόνους της Τουρκοκρατίας και στη συνέχεια να ηγείται πνευματικά του παλλαϊκού ξεσηκωμού. Με τους πολιτικούς να συμβάλλουν με ασαφή τρόπο και τις ξένες δυνάμεις να στηρίζουν καθοριστικά τον αγώνα, ευαισθητοποιούμενες από τις θυσίες και τα ολοκαυτώματα.

Απέναντι σ’ αυτή την περιγραφή αντιπαρατίθεται τα τελευταία χρόνια μια άλλη υποτίθεται περισσότερο επιστημονική και ρεαλιστική εκδοχή, σύμφωνα με την οποία η εκκλησία (κυρίως η επίσημη) κράτησε αρνητική στάση, όπου οι οπλαρχηγοί επεδίωκαν ως επί το πλείστον την περιουσιακή τους επιτυχία, οι απλοί αγωνιστές προσέβλεπαν στην απόκτηση κλήρου (ιδιόκτητων χωραφιών), όπου οι πολιτικοί προσέφεραν ανιδιοτελώς ανεκτίμητες υπηρεσίες στην συγκρότηση του νεοσύστατου κράτους και όπου οι ξένες δυνάμεις ήσαν αυτές, που με την κρίσιμη ναυμαχία του Ναυαρίνου χάρισαν την ανεξαρτησία στους απέλπιδες εξεγερμένους.

Η πρώτη ομάδα ιστορικών εμφανίζει ένα υπόδουλο χριστιανικό έθνος, που επί 400 χρόνια «το σκιαζε η φοβέρα και το πλάκωνε η σκλαβιά», να εξεγείρεται ενάντια στο ξένο κατακτητή, ο οποίος του συμπεριφέρεται με απίστευτη βαρβαρότητα στερώντας του κάθε ατομική και θρησκευτική ελευθερία, επιβάλλοντάς του απόλυτη βιοτική εξαθλίωση και σφαγιάζοντάς το σε κάθε ευκαιρία.

Αντίθετα η ομάδα των «ρεαλιστών επιστημόνων» εμφανίζει την Υψηλή Πύλη ως ουδόλως απασχολούμενη με την γλώσσα ή την θρησκεία των κατοίκων της επικράτειάς της, αλλά ενδιαφερόμενη αποκλειστικά για την ομαλή λειτουργία του άρτια οργανωμένου κατ’ εκείνη την περίοδο Οθωμανικού κράτους και ιδιαίτερα για την απρόσκοπτη είσπραξη των φόρων και την εν γένει κοινωνική ηρεμία. Προβάλλουν υπερβολικά την αιματοχυσία, που επακολούθησε στην άλωση της Τριπολιτσάς για να συμψηφίσουν τις θηριωδίες των Τούρκων με τις «αγριότητες» των Ελλήνων και προκειμένου να καταδείξουν την αναξιοπιστία της άλλης πλευράς ανάγουν σε μείζον ζήτημα την ανυπαρξία κρυφού σχολειού και την ανακρίβεια της κηρύξεως της επαναστάσεως στην Αγία Λαύρα από των Παλαιών Πατρών Γερμανό.

Ο Μαυροκορδάτος και ο Κωλέττης υπήρξαν οι αθλιότερες μορφές εκείνης της περιόδου, Φαναριώτης ο πρώτος, γιατρός του Αλή Πασά ο δεύτερος, σπουδάσαντες αμφότεροι στην Εσπερία ενδιαφέρονταν αποκλειστικά για την προσωπική τους ανέλιξη. Χρησιμοποιώντας τα χρήματα από το πρώτο Αγγλικό δάνειο, έσπερναν την διχόνοια μοιράζοντας λουφέδες ώστε να στρέφουν τον ένα οπλαρχηγό εναντίον του άλλου και σπρώχνοντας τους Ρουμελιώτες να εισβάλλουν στην Πελοπόννησο την ώρα που ο Ιμπραήμ απειλούσε να καταπνίξει την επανάσταση. Χαρακτηριστική της εγκληματικής τους διαγωγής η φυλάκιση του Κολοκοτρώνη και η μεθόδευση της δολοφονίας του Οδυσσέα Ανδρούτσου. Με το βίο και την πολιτεία τους έθεσαν τα θεμέλια της πολιτικής φαυλότητας, της ίντριγκας, της ιδιοτέλειας, της διαφθοράς και της διαπλοκής με τον ξένο παράγοντα, που έκτοτε στοιχειώνουν την πολιτική ιστορία της νεοτέρας Ελλάδος.

Αμφότερες όμως οι ιστορικές σχολές, «ρομαντικοί» και «ρεαλιστές», ενώ αναφέρονται ακροθιγώς στην περίοδο της διχόνοιας, αποφεύγουν επιμελώς να ξεσκεπάσουν τους πρωταιτίους. Ο λόγος απλός. Η ιστορία τους εξυπηρετεί πολιτικές σκοπιμότητες και έχει ούτως ή άλλως γραφεί υπό την καθοδήγηση, επίβλεψη και χρηματοδότηση πολιτικών κύκλων, οι οποίοι έχουν κάθε λόγο να συσκοτίσουν ιστορικά πρόσωπα και γεγονότα, που θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε συνειρμικούς συσχετισμούς.

Έτσι ούτε η μία ούτε η άλλη παραλλαγή είναι ιδιαίτερα αντικειμενική και όπως είναι φυσικό η ιστορική αλήθεια βρίσκεται περίπου στη μέση και πάντως πέραν των ένθεν κακείθεν σκοπιμοτήτων.

Η αντικειμενική βάση της επανάστασης του 1821 δεν απέχει ιδιαίτερα από εκείνη της Γαλλικής επανάστασης του 1789. Πρόκειται δηλαδή για μια αστική επανάσταση με τις ιδιομορφίες του οθωμανικού φεουδαλισμού και τις εθνοτικές ιδιαιτερότητες των λαών της Βαλκανικής. Η κύρια αντίθεση, που διήγειρε τους υποδούλους και τους οδήγησε στην ασυμβίβαστη πάλη και την τελική τους επικράτηση υπήρξε οικονομική, τουτέστιν η ανάγκη των ακτημόνων της περιφέρειας και των αστών, βιοτεχνών, εμπόρων και καραβοκυραίων να απαλλαγούν από τα εμπόδια ενός οργανωμένου, αλλά αναχρονιστικού πλέον φεουδαρχικού καθεστώτος. Δεν είναι τυχαίο ότι η ιδέα της επανάστασης ξεκίνησε από τις παραδουνάβιες ηγεμονίες και ότι χρηματοδοτήθηκε στα πρώτα της βήματα από τις περιουσίες εμπόρων και εφοπλιστών της εποχής. Οι εθνικές και θρησκευτικές διαφορές συνέβαλλαν θετικά στην έξαρση της μαζικής επαναστατικότητας αλλά υπήρξαν δευτερεύουσες και όχι καθοριστικές αντιθέσεις. Αυτό αποδεικνύεται από το γεγονός ότι επαναστάσεις εθνικο-θρησκευτικού τύπου προηγήθηκαν αρκετές, αλλά καμιά δεν κατάφερε να ευδοκιμήσει όσο το φεουδαλικό σύστημα παρέμενε ικανοποιητικό και οι κατά τόπους προεστοί βολεύονταν μεταξύ κοτσαμπασισμού και αρματολικιών.

Οι παραδοσιακοί ιστορικοί είχαν ανάγκη να προσφέρουν στο νεοσύστατο κράτος εθνική ταυτότητα και στα ευρύτερα λαϊκά στρώματα κοινή ιστορική συνείδηση, εθνικό όραμα και συνεκτικά εργαλεία, όπως η γλώσσα και η θρησκεία.

Οι νεότεροι που παριστάνουν τους «ρεαλιστές» έχουν απλώς αναλάβει εργολαβικά την αναδιασκευή της ιστορίας στα μέτρα της παγκοσμιοποίησης, που εξυπηρετείται από την αποδόμηση των εθνικών, θρησκευτικών και πολιτιστικών διαφορών και απεργάζεται την λήθη των ερίδων του παρελθόντος μεταξύ δύο λαών, Ελλήνων και Τούρκων, οι οποίοι προώρισται να προχωρήσουν οσονούπω σε συνεκμετάλλευση του Αιγαίου και όχι μόνο.

ΕΤΕ – ALPHA BANK: Διάθεση υπάρχει, χρήμα δεν υπάρχει…

Για άλλη μια φορά επιβεβαιώθηκε ο γνωστός νόμος του Μέρφυ. «Όταν κάτι ξεκινάει άσχημα, θα καταλήξει χειρότερα».

Η γκίνια για την Κυβέρνηση άρχισε την προηγούμενη Παρασκευή με το φιάσκο της τροϊκανής συνέντευξης, συνέχισε με τις ανοησίες του Υπουργείου Εσωτερικών και τις παλινωδίες του Υπουργείου Οικονομικών κατά την ψήφιση του νόμου για το υποτιθέμενο άνοιγμα των υποτιθέμενων κλειστών επαγγελμάτων και κατέληξε με την οπερέτα του «big deal» της ΕΤΕ με την ALPHA BANK.

Υποτίθεται ότι οι επί ένα μήνα μυστικές συνεννοήσεις των δύο τραπεζών είχαν θετική κατάληξη και έτσι θα συνετελείτο μία λαμπρή συγχώνευση από την οποία θα προέκυπτε ένας νέος ισχυρός τραπεζικός κολοσσός. Υποτίθεται ότι η ALPHA BANK θα αποδεχόταν την «φιλική πρόταση» της ΕΤΕ και μέσα στο Σαββατοκύριακο θα είχαμε ολοκληρωμένο ένα σημαντικό επιχειρηματικό γεγονός, ικανό να αναστρέψει το βαρύ οικονομικό κλίμα στο εσωτερικό και να στείλει ένα θετικό μήνυμα στις περιβόητες διεθνείς αγορές.

Όλες αυτές οι υποθέσεις βεβαίως ήταν πολύ ωραίες για να είναι αληθινές και εξαιρετικά παιδαριώδεις για να γίνουν πιστευτές στον υπόλοιπο κόσμο αν εξαιρέσουμε τον κο Παπακωνσταντίνου και τους επαγγελματίες κερδοσκόπους, που παρεπιδημούν στο Χρηματιστήριο Αθηνών. Πράγματι οι κερδοσκόποι συνεπικουρούμενοι από τα γνωστά «παπαγαλάκια» δεν έχασαν την ευκαιρία να κάνουν μια «αρπαχτή» σε μια περίοδο χρηματιστηριακής ξηρασίας, συμπεριφορά φυσιολογική και αναμενόμενη. Θα έλεγε κανείς ότι και η σπουδή του κου Υπουργού να υιοθετήσει τα επικοινωνιακά πυροτεχνήματα των κερδοσκόπων ήταν μια ανθρώπινη αντίδραση ενός τάλαινος πολιτικού, που είχε καραβοτσακιστεί επικοινωνιακά όλες τις προηγούμενες μέρες. Ανθρώπινη ναι, δικαιολογημένη όμως όχι για ένα Υπουργό Οικονομίας, ο οποίος αν μη τι άλλο οφείλει να διαθέτει και περισσότερη ενημέρωση και μεγαλύτερη ευθυκρισία από τον μέσο πολίτη.

Διότι ο μέσος πολίτης έστω και βομβαρδιζόμενος από τις ψευδολογίες και την παραπληροφόρηση των ΜΜΕ, ήταν σε θέση να διακρίνει από την πρώτη στιγμή ότι αν οι συνεννοήσεις είχαν αίσια κατάληξη, οι δύο διοικήσεις των τραπεζών θα ανακοίνωναν την συμφωνία τους σε κοινή συνέντευξη τύπου και δεν θα υπήρχε κανένας λόγος να διατυπωθεί δημοσίως μια πρόταση από την Εθνική το πρωί για να περιμένει την αποδοχή της μέχρι το βράδυ.

Όπως εξ άλλου προκύπτει εναργέστατα από το περιεχόμενο της προτάσεως της Εθνικής ούτε περί εγχειρήματος ισότιμης «συγχωνεύσεως» των δύο τραπεζών πρόκειται, ούτε περί «φιλικής προτάσεως». Είναι ηλίου φαεινότερο ότι επιχειρείται η απορρόφηση της ALPHA BANK από την ΕΤΕ, κατά τα ειωθότα της ελεύθερης αγοράς, όπου πάντοτε το μεγάλο ψάρι τρώει το μικρότερο και όσο για την «φιλική πρόταση» ας μας επιτραπεί να έχουμε πολλές επιφυλάξεις. Οι φιλικές προσφορές του είδους, όπως προαναφέραμε, είθισται να γίνονται στο στάδιο των μυστικών διαπραγματεύσεων, όπου εάν είναι πράγματι φιλικές, τουτέστι συμφέρουσες, γίνονται και αποδεκτές από την ενδιαφερόμενη πλευρά. Προσφορές απευθυνόμενες δημοσίως στο ευρύ κοινό υποκρύπτουν μάλλον σκοπιμότητα επιθετικής εξαγοράς, εκτίμηση υπέρ της οποίας συνηγορεί και η μεγάλη διασπορά μετοχών που χαρακτηρίζει την κατά τα φαινόμενα αμυνόμενη Τράπεζα.

Περιττό εξ άλλου είναι να επισημάνουμε ότι ούτε το παραμυθάκι περί ισχυρού τραπεζικού κολοσσού, που θα προκύψει δήθεν από την «συγχώνευση» είναι εύκολο να χωνέψει ο απλός πολίτης. Είναι κοινό μυστικό ότι τα πρόβλημα των Ελληνικών Τραπεζών είναι η «τοξικότητα» των κρατικών ομολόγων με τα οποία είναι βαρυφορτωμένα τα χαρτοφυλάκιά τους. Από εκεί κατά βάσιν προέρχεται η μιζέρια τους, η αδυναμία τους να αντλήσουν επαρκή χρηματοδότηση από την διατραπεζική αγορά και η έλλειψη εμπιστοσύνης των διεθνών κερδοσκόπων.

Επειδή λοιπόν δύο μπατίρηδες δεν ισοδυναμούν με ένα πλούσιο, γι αυτό και δεν φαίνεται καθόλου λογικό ότι η συγχώνευση των δύο τραπεζών θα γεννήσει ένα ισχυρότερο τραπεζικό οργανισμό, αν δεν αλλάξει τίποτε σε σχέση με την κεφαλαιακή τους σύνθεση και τον μονοσήμαντο τρόπο δανεισμού τους από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα με βάση την ασύδοτη εγγυοδοσία του οικονομικά παραπαίοντος Ελληνικού Δημοσίου.

Η μόνη ελπιζόμενη ωφέλεια του εν λόγω εγχειρήματος είναι βραχυπρόθεσμα η μείωση του λειτουργικού κόστους από την κατάργηση μιας σειράς υποκαταστημάτων στην Ελλάδα και το εξωτερικό και μεσοπρόθεσμα η δυνατότητα αύξησης της τιμής των τραπεζικών υπηρεσιών και προϊόντων εξ αίτιας του ολιγοπωλιακού καθεστώτος, που θα επιφέρει η μείωση του αριθμού των Τραπεζών. Αυτή είναι η μόνη αλήθεια, που δεν προβάλλεται καθόλου από τα κανάλια, αλλά είναι ευκόλως αντιληπτή από το ευρύ κοινό και είναι αρκετή για να προδιαθέσει αρνητικά στην ιδέα της συγχώνευσης τόσο τους εργαζόμενους, όσο και τους πελάτες των τραπεζών.

Τώρα σε ότι αφορά την στάση των μετόχων της ALPHA BANK είναι ευνόητο ότι όλα πουλιούνται σ’ αυτόν τον μάταιο κόσμο αρκεί να βρεθεί ο μουστερής, που θα πληρώσει την σωστή τιμή. Στην προκειμένη δε περίπτωση αρκεί οι μέτοχοι της ΕΤΕ να δεχθούν μικρότερο μερίδιο στα προϋπολογιζόμενα εκ της συγχωνεύσεως κέρδη.

Όμως όλα αυτά αφήνουν παγερά αδιάφορο τον μέσο Έλληνα πολίτη και σίγουρα δεν παρηγορούν τον μικρομεσαίο επιχειρηματία, που βρίσκεται αντιμέτωπος με το φάσμα της προσωπικής του χρεωκοπίας.

Και το παράδοξο είναι γιατί αυτή η Κυβέρνηση συνεχίζει να μην αντιλαμβάνεται αυτό που διαισθάνεται πια ο καθένας. Ότι δηλαδή η σωτηρία της οικονομίας και η οικονομική ανάπτυξη δεν βρίσκεται ούτε στην ασύστολη κρατική χρηματοδότηση των Τραπεζών, ούτε στις μεταξύ τους αναδιαρθρώσεις. Ο μόνος δρόμος για να βγούμε από την τανάλια του στασιμοπληθωρισμού είναι η δραστική ενίσχυση των παραγωγικών δυνάμεων αυτού του τόπου, η στήριξη της ελληνικής υγιούς επιχειρηματικότητας και κυρίως η ενθάρρυνση της νέας γενιάς να μείνει στην πατρίδα και να πάρει το μέλλον στα χέρια της.