Τετάρτη 18 Ιουλίου 2012

Η κρίση είναι συστημική, αλλά οι ευθύνες προσωπικές.


Το 2008  οι συνέπειες της οικονομικής κρίσης είχαν γίνει πλέον ιδιαίτερα ενοχλητικές στην Γερμανική οικονομία. Ήταν τότε, που η κα Μέρκελ έτρεχε απεγνωσμένα στην Αμερική αναζητώντας λύση για την σωτηρία της Γερμανικής αυτοκινητοβιομηχανίας και ο κος Καραμανλής παραμυθίαζε τον Ελληνικό λαό περί ανάπτυξης 2.2% και περί της «ισχυρής» μας οικονομίας.

Τελικά την λύση στη Γερμανική ύφεση έδωσε ένα εκτεταμένο πρόγραμμα απόσυρσης και αντικατάστασης των αυτοκινήτων με σημαντική κρατική επιδότηση. Ένα παρόμοιο πρόγραμμα, όλως «συμπτωματικά» εφήρμοσε και ο κος Καραμανλής την ίδια περίοδο, προς μεγάλη ικανοποίηση της Κας Μέρκελ και του κου Μπαρόζο, οι οποίοι προς ανταμοιβή έκαναν τα στραβά μάτια στη δημιουργική λογιστική της στατιστικής μας υπηρεσίας, επαινώντας δημόσια την ψευδολογούσα Ελληνική κυβέρνηση, ενώ ο κος Σαρκοζί επισκεπτόταν την Ελλάδα και έπλεκε το εγκώμιο του «φίλου Kostas» στο Ελληνικό κοινοβούλιο.

Δεν χωράει καμία αμφιβολία ότι η παγκόσμια οικονομική κρίση είναι συστημική επομένως τα αίτια για την εμφάνισή της υπερβαίνουν τα σύνορα κρατών και ηπείρων.
Όμως η ευθύνη για τις ασκούμενες πολιτικές είναι ατομικές και αργά ή γρήγορα επιμερίζονται αναλόγως των αποτελεσμάτων τους.

Στο παράδειγμά μας η επιλογή της επιδοτούμενης απόσυρσης υπήρξε σωτήριο μέτρο για την Γερμανική αυτοκινητοβιομηχανία, αλλά για την Ελλάδα επιβάρυνε έτι περαιτέρω το αρνητικό ισοζύγιο εμπορικών συναλλαγών επιταχύνοντας την οικονομική ασφυξία  της χώρας.

Αυτό δεν σημαίνει απλώς ότι τα συμφέροντα στην ευρωζώνη είναι αντικρουόμενα.
Καταδεικνύει πολλά ακόμη ενδιαφέροντα πράγματα:
Πρώτον προσφέρει μια αδιάσειστη εξήγηση  για το πώς η Γερμανία και μέχρι ένα βαθμό και η Γαλλία και οι λοιπές βιομηχανικές χώρες του Ευρωζωνικού κέντρου  κατάφεραν να απομυζούν συστηματικά τις «υπανάπτυκτες» χώρες της περιφέρειας.
Προδίδει επίσης ότι η σχέση των εταίρων στην Ευρωπαϊκή Ένωση δεν υπήρξε  ποτέ ισότιμη, όπως καταστατικά σχεδιάσθηκε. Και αν στην πρώτη φάση ισχυρές προσωπικότητες κατάφερναν να τηρούνε τα προσχήματα, αυτό εξαφανίσθηκε στη συνέχεια. Γοργά και σταθερά το πράγμα διολίσθησε σε μια νέου τύπου αποικιοκρατία, όπου η μητρόπολη (Γερμανία) απέκτησε τον κυρίαρχο ρόλο και δημιούργησε θεσμούς, συνθήκες και διαδικασίες στυγνής εκμετάλλευσης των «αποικιών», οι οποίες νομοτελειακά οδηγήθηκαν στην δήωση του πλούτου τους, τον εξανδραποδισμό του πνευματικού δυναμικού τους και την εξαθλίωση των «ιθαγενών».

 Το αυτονόητο για την μητρόπολη ήταν απαγορευμένο για την αποικία. 
Αυτό παρουσιάζεται εναργέστατα  στο παράδειγμά μας: Με την επιδοτούμενη απόσυρση στην πραγματικότητα η Γερμανία ενίσχυσε με κρατικά κεφάλαια την αυτοκινητοβιομηχανία της προκειμένου να ξεπεράσει τα συστημικά της προβλήματα και ουδείς εταίρος διαμαρτυρήθηκε για αθέμιτο ανταγωνισμό (κάποιοι μάλιστα έσπευσαν να την συνδράμουν αντίθετα με το εθνικό τους συμφέρον). Στον αντίποδα οποιασδήποτε μορφής επιδότηση  της Ολυμπιακής ή όποιας άλλης χειμαζόμενης ελληνικής επιχείρησης ήταν και παραμένει Κοινοτικά αθέμιτη πράξη απηγορευμένη διά ροπάλου για την «αποικία» του νότου.

Ενώ λοιπόν το 2008 η μητροπολιτική Γερμανία φρόντισε εγκαίρως να απαντήσει στην οικονομική κρίση με αναπτυξιακά μέτρα αυξήσεως των δημοσίων δαπανών, όπως στο παράδειγμά μας, την ίδια στιγμή για τις αποικίες της Ευρωπαϊκής περιφέρειας επιλεγόταν ο δρόμος της ύφεσης, της λιτότητας και της ανθρωπιστικής καταστροφής.

Αυτά βεβαίως τα «δύο μέτρα και δύο σταθμά» στην Ευρωπαϊκή Κοινότητα της «ισοτιμίας» και της «συνεχούς διαπραγμάτευσης» δεν θα μπορούσαν να επιβληθούν ούτε με την δύναμη των όπλων, ούτε πολλώ μάλλον με την διαπραγματευτική δεινότητα των Γερμανών «διαπραγματευτών».  
Από πολύ νωρίς οι επίδοξοι αποικιοκράτες συνειδητοποίησαν ότι ισχυρές πολιτικές προσωπικότητες δεν συμβιβάζονται με το σχέδιο εκμετάλλευσης των «αποικιών». Κυβερνήτες τύπου Κωνσταντίνου Καραμανλή και Ανδρέα Παπανδρέου θα έπρεπε να εξαφανισθούν από την πολιτική σκηνή των κρατών-στόχων.
Οι «ρομαντικοί», γενναίοι και ισχυρογνώμονες πολιτικοί ηγέτες έπρεπε να αντικατασταθούν από «ρεαλιστές», δειλούς και πειθήνιους «εθνικούς αντιπροσώπους».

Στη διαδικασία της μετάβασης στο νέου είδους πολιτικό προσωπικό «επιχειρηματικές πρακτικές» τύπου ΖΗΜΕΝΣ, καθοδηγούμενες και ελεγχόμενες από την Γερμανική Κυβέρνηση υπήρξαν εξαιρετικής σημασίας.
Διότι οι πρακτικές αυτές δεν προσέφεραν στον γερμανικό διαφθορέα την μερίδα του λέοντος στις κρατικές προμήθειες, διευκόλυναν κυρίως την επιρροή της Γερμανίας σε θέματα  εσωτερικής διακυβέρνησης και όπλιζαν την Γερμανική Καγκελαρία με εμπεριστατωμένους φακέλους γεμάτους ευαίσθητες πληροφορίες για ανθρώπους κλειδιά στο θεσμικό και διοικητικό σύστημα της χώρας-στόχου. 
Η ιδέα ήταν πολύ απλή: Όσο οι «φακελωμένοι» θα συμμετείχαν στη διακυβέρνηση της  χώρας τους θα εξασφάλιζαν την υποταγή της στους κατόχους των «φακέλων», τουτέστιν στην Γερμανική Κυβέρνηση.
Δεν είναι λοιπόν τυχαίο ότι η Γερμανική κυβέρνηση σε συνεργασία με την Γερμανική δικαιοσύνη φρόντισε να παράσχει πλήρη ασυλία σε Γερμανούς και Έλληνες υπαλλήλους της ΖΗΜΕΝΣ, οι οποίοι ενεργούσαν υπό την καθοδήγηση και επ’ ωφελεία της.

Όπως κατ’ αναλογίαν δεν είναι παράξενη η παράνομη δράση των Βρετανικών τραπεζών που αποκαλύφθηκε ότι χειραγωγούσαν την διαμόρφωση  του διατραπεζικού επιτοκίου ή πρωτοστατούσαν στο ξέπλυμα αμύθητων χρηματικών ποσών.
Το ενδιαφέρον είναι κατά πόσον οι Βρετανοί τραπεζίτες εξυπηρέτησαν τα συμφέροντα της Βρετανικής οικονομίας την ώρα που κάποιοι άλλοι συνάδελφοί τους «κούρευαν» τα αποθεματικά των ασφαλιστικών ταμείων στη δική τους τραπεζική επικράτεια, υπονομεύοντας την βιωσιμότητα τους και εξανεμίζοντας τις αποταμιεύσεις εκατομμυρίων δυστυχισμένων ασφαλισμένων.

Είπαμε, η κρίση είναι συστημική, ξεκίνησε στην ουσία από την στιγμή που ο πρόεδρος Κλίντον κατήργησε  τον νόμο του Ρούσβελτ, ο οποίος εμπόδιζε τράπεζες που διαχειρίζονταν καταθέσεις μικροκαταθετών, μισθωτών και συνταξιούχων, να κάνουν τοποθετήσεις υψηλού ρίσκου, με αποτέλεσμα να δημιουργηθεί το γνωστό «πάρτι» της Γουόλ Στριτ και εντός ολίγου χρόνου να επισυμβεί  η κατάρρευση της παγκόσμιας χρηματοπιστωτικής αχυροκαλύβας ή αλλέως πως σαπουνόφουσκας.
 Όμως ακόμη και από αυτήν την κατάρρευση κάποιοι βγήκαν κερδισμένοι, εξακολουθούν να θησαυρίζουν  και συνεχίζουν να απεργάζονται κερδοσκοπικά σχέδια περαιτέρω αποθησαυρισμού.
Την ίδια στιγμή που κράτη οδηγούνται στην χρεωκοπία και λαοί στην εξαθλίωση.

Σ’ αυτή λοιπόν την ιστορική περίοδο πέρα από τον συστημικό κοινό παρανομαστή υπάρχει και είναι εναργέστατα διακριτή η ατομική ευθύνη αυτών που με τις πράξεις και τις παραλήψεις τους συμβάλλουν στην προώθηση των συμφερόντων της χώρας ή απλώς διευκολύνουν την ευόδωση των σχεδίων των οικονομικών επιδρομέων.
Πλανώνται δε πλάνη οικτρά όσοι βαυκαλίζονται ότι οι ευθύνες αυτές θα αξιολογηθούν ως απλώς πολιτικές και θα τους αποδοθούν μετά θάνατον από κάποιον αγέννητο εισέτι ιστορικό  του μέλλοντος.
Η πραγματικότητα είναι ότι οι ευθύνες που θα τους καταλογισθούν θα είναι πολύ ευρύτερες, πολύ βαρύτερες. Ο καταλογισμός τους δε πλέον επίκειται, εάν άμεσα δεν σοβαρευθούν και δεν φροντίσουν έστω και αυτή την υστάτη ώρα να επιλέξουν το σωστό στρατόπεδο σε οποιαδήποτε βαθμίδα και αν βρίσκονται.

Διότι η χώρα, είτε μας ευχαριστεί είτε όχι, βρίσκεται σε (οικονομική) εμπόλεμη κατάσταση, δεχόμενη απρόκλητη λυσσαλέα ληστρική επίθεση.
Σε αυτή την έξωθεν επίθεση αντίστοιχη νομοτελειακά θα υπάρξει οσονούπω η λαϊκή αντίδραση, καθ’ όσον ιστορικά δεν υπήρξε ποτέ λαός σε παρόμοια θέση που να επέλεξε αντί της αντιστάσεως την ομαδική αυτοκτονία ή την καθολική μετανάστευση.

Αν η κα Μέρκελ και οι οικονομικοί δολοφόνοι, τους οποίους εκπροσωπεί, δεν έχουν την διάθεση ή την αναγκαία νοημοσύνη για να διδαχθούν από την ιστορία της Γερμανίας, ας φροντίσουν τουλάχιστον οι σημερινοί κυβερνώντες να μην αποδειχθούν  ανιστόρητοι σε σχέση με την ιστορία αυτού του τόπου, την φιλοπατρία και την εθνική αξιοπρέπεια αυτού του λαού …

Κυβερνώντες μετανοείτε, δημόσιοι άνδρες γρηγορείτε, οι καιροί ου μενετοί, η ώρα της κρίσεως εγγύς….
Ο νοών νοείτω….

Τρίτη 10 Ιουλίου 2012

Τα πολιτικά εγκλήματα έχουν διαβαθμήσεις.



Η παραίτηση του κου Νικολόπουλου αποτελεί μια φωτεινή ακτίδα αισιοδοξίας στην αποπνικτική καταχνιά απελπισίας, που αποπνέει το κυβερνητικό πρόγραμμα, καθώς και η αξιοθρήνητη εικόνα του κυβερνητικού σχήματος, όπως εμφανίσθηκε στην παρθενική του παρουσία στο κοινοβούλιο κατά τη διάρκεια του Σαββατοκύριακου.

Πέρα από τους απηρχαιωμένους θεατρινισμούς, τις λογοτεχνίζουσες αμπελοφιλοσοφίες, τις ανέξοδες μεγαλοστομίες, τους υποκριτικούς κουτσαβακισμούς αυτή που κατέστη αναμφισβήτητα σαφής κατά την παρουσίαση των προγραμματικών δηλώσεων στη Βουλή ήταν  μια πολύ πικρή διαπίστωση.
Ότι αν το 2009 οι Έλληνες ψηφοφόροι έπεσαν θύματα μιας άνευ προηγουμένου πολιτικής απάτης, τώρα το 2011 υπήρξαν θύματα ενός απερίγραπτου τρομοκρατικού εκβιασμού σε συνδυασμό με μια νέα απάτη τεραστίου μεγέθους. 

Ουδείς αξιοπρεπής πολιτικός αναλυτής μπορεί να αρνηθεί ή έστω αγνοήσει το αντικειμενικό γεγονός ότι η μικρή διαφορά μεταξύ πρώτου και δευτέρου κόμματος  υπήρξε αποκλειστικό επίτευγμα της ευρείας τρομοκρατικής εκβίασης, που υπέστη σε ανελέητο και συντριπτικό καταιγισμό προπαγάνδας η συνείδηση του μέσου ψηφοφόρου στην προεκλογική περίοδο.

Και όλοι βεβαίως οι ελάχιστα υποψιασμένοι περί τις κοινωνικές επιστήμες, μπορούν να διακρίνουν ότι το ειδικό βάρος της παρούσας πολιτικής απάτης είναι μεγαλύτερο εκείνης του ΠΑΣΟΚ. Καθ’ όσον ο μεν κος Παπανδρέου, ουδόλως συγχωρητέος για την φαυλότητά του, έχει στοιχειωδώς τουλάχιστον το ελαφρυντικό της αγνοίας του μεγέθους της οικονομικής κρίσεως και της αρνητικής αποτελεσματικότητας των μνημονιακών συνταγών, ενώ τουναντίον ο κος Σαμαράς τελούσε σε πλήρη επίγνωση των πάντων, όταν υποσχόταν επαναδιαπραγμάτευση, άμεση χαλάρωση των αντικοινωνικών και αντεργατικών μέτρων και εσπευσμένη ανάληψη αναπτυξιακών πρωτοβουλιών. 

Ο κος Παπανδρέου λοιπόν και οι συν’ αυτώ μπορούν (λυσιτελώς ή όχι αδιάφορο στην παρούσα αξιολόγηση) να επικαλεσθούν το επιχείρημα ότι βεβαίως η αντίφαση μεταξύ προεκλογικών υποσχέσεων και μετεκλογικών πράξεων στοιχειοθετεί την αντικειμενική υπόσταση της εκλογικής απάτης, όμως δεν πληρούται η οιονεί υποκειμενική υπόσταση του εν λόγω πολιτικού εγκλήματος στο μέτρο όπου προεκλογικά όλοι αυτοί αγνοώντας την πραγματικότητα (την οποίαν επιμελώς απέκρυπταν οι απερχόμενοι πολιτικοί αντίπαλοί τους, οι αρμόδιοι κοινοτικοί αξιωματούχοι και η Τράπεζα της Ελλάδος) τελούσαν προεκλογικά εν τη πεποιθήσει ότι θα μπορούσαν να υλοποιήσουν τις υποσχέσεις τους.

Τουναντίον ο κος Σαμαράς και η κουστωδία του επειδή ως αντιπολίτευση είχαν αναλωθεί σε εκτεταμένες αναλύσεις γύρω από την καταστροφική εφαρμογή του μνημονιακού «μείγματος πολιτικής» και επειδή, αν μη άλλως πως, πάντως ως συμμετέχοντες στην Συγκυβέρνηση Παπαδήμου είχαν πλήρη εικόνα της «τραγικότητας» της οικονομίας και της μονολιθικότητας των δανειστών, δεν δικαιούνται να επικαλεσθούν αντίστοιχα ελαφρυντικά επιχειρήματα.
Και αυτή δεν είναι μια μικρή, είναι μια θεμελιώδης, εξαιρετικά κρίσιμη ειδοποιός διαφορά.

Φοβούμαι  λοιπόν ότι όχι μόνον ο ιστορικός του μέλλοντος, αλλά και ο σύγχρονος τρομοκρατηθείς και απατηθείς ψηφοφόρος συντομότατα θα τους καταλογίσει άμεσο δόλο στη διάπραξη πολιτικής απάτης κατά συρροή με προεκλογική άσκηση μαζικής ψυχολογικής βίας, διά της ασύστολης προβολής προεκλογικών υποσχέσεων, τις οποίες εκ προοιμίου εγνώριζαν ότι ούτε ήθελαν ούτε μπορούσαν να εκπληρώσουν, σε συνδυασμό με ευρεία άσκηση επικοινωνιακής τρομοκρατίας, προκειμένου να υφαρπάσουν την εκλογική υπεροχή, το μεν εξαπατώντας το δε εκφοβίζοντας τους εκλογείς.

Αυτή προφανώς η ερινύα καταλογισμού των ήδη συντελεσθέντων προπεριγραφόμενων βαρύτατων πολιτικών εγκλημάτων, αλλά και η αιδήμων αδυναμία συμμετοχής στο ανθρωπιστικό και εθνικό έγκλημα, που μέλει να ολοκληρωθεί με την συνέχιση της ευλαβικής εφαρμογής των μνημονιακών πολιτικών, υπήρξε η αιτία της «πρόωρης» παραίτησης του Υφυπουργού Εργασίας.

Διότι μπορεί κανείς να έχει χαώδη ιδεολογική αντίθεση με το συγκεκριμένο πολιτικό άνδρα, αλλά ποιος μπορεί να ισχυρισθεί με σοβαρότητα ότι δεν είναι σημαίνον στέλεχος της συντηρητικής παράταξης και ακάματος αγωνιστής στους κομματικούς αγώνες της ΝΔ κατά τις τελευταίες δεκαετίες;
Παρίστανται απελπιστικά παιδαριώδη τα φληναφήματα τουΚυβερνητικού εκπροσώπου περί ανικανότητας του Αχαιού πολιτικού να ανταποκριθεί στα δύσκολα ή οι προφάσεις εν αμαρτίαις της ΔΗΜΑΡ ότι δήθεν η παραίτηση του κου Νικολόπουλου εδράζεται στο μοίρασμα των υπουργικών αρμοδιοτήτων.
Και επειδή ουδέν κρυπτόν υπό τον ήλιο, αρκεί μια απλή ανάγνωση της επιστολής παραίτησης του Υφυπουργού για να καταλάβει και ο πλέον αφελής ότι στις δηλώσεις του κου Κεδίκογλου περισσεύει η ψευδολογία και η αναίδεια.

Στην δε ανακοίνωση της ΔΗΜΑΡ υποκρύπτεται ο τρόμος των συγκριτικών πολιτικών αξιολογήσεων και συλλογισμών.

Διότι αν ένας συντηρητικός πλην έντιμος πολιτικός διαθέτει την ηθική, την τόλμη και κυρίως την κοινωνική ευαισθησία να γυρίζει την πλάτη στα δημόσια αξιώματα θεωρώντας ανάξιο για τον εαυτό του να εδράσει την προσωπική του πολιτική σταδιοδρομία στην  εξαπάτηση των εκλογέων του και στην εξαθλίωση του λαού του, τότε πού άραγε θα πρέπει να τεθεί ο πήχης  για τους φερώνυμους «αριστερούς» αγωνιστές της δημοκρατίας και της κοινωνικής προκοπής;

Σίγουρα πολύ ψηλότερα από εκεί που προσπάθησε να τον θέσει ο μέχρι πρότινος συμπαθής αρχηγός της ΔΗΜΑΡ με το πιγκ πογκ σοφιστείας στον οποίο επιδόθηκε εσχάτως με συμπαίχτη ( όχι με αντίπαλο, ως όφειλε)  τον εξοχότατο Υπουργό Οικονομικών.
Διότι δεν παρέμεινε βεβαίως απαρατήρητο ότι η πατρότητα του ευφυούς επιχειρήματος πως «το μνημόνιο δεν είναι η αιτία, αλλά το αποτέλεσμα της κρίσης» ανήκει στον κο Κουβέλη, ο οποίος προηγήθηκε στο βήμα και προσέφερε αυτή την μνημειώδη πολιτική «πάσα» στον κο Στουρνάρα για να ξεκινήσει από εκεί και να ξεδιπλώσει την φιλομερκελική και εξόχως  αντικοινωνική επιχειρηματολογία του. 

Όπως δεν μπορεί να περάσει απαρατήρητο στο νομικό κόσμο της χώρας ότι δύο εκλεκτά και προβεβλημένα μέλη του, τα οποία χρημάτισαν αμφότερα πρόεδροι του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών , κατά την προχθεσινή ομιλία τους στη Βουλή απαξίωσαν ή προτίμησαν να τηρήσουν αιδήμονα σιωπή για την αυτοκτονία ενός συναδέλφου τους, ενός τραγικού επιστήμονα, που δεν άντεξε τις πολιτικές, τις οποίες οι ίδιοι στηρίζουν ενεργά και φιλοδοξούν να εφαρμόσουν άτεγκτα στο επόμενο διάστημα.

Είναι ιστορικά τεκμηριωμένο και νομοτελειακά αναπότρεπτο στις επόμενες σκληρές μέρες που έρχονται, όπου οι δανειστές θα αποθρασύνονται από την κυβερνητική ενδοτικότητα, όπου τα λαϊκά στρώματα θα συνθλίβονται από την κυβερνητική αναλγησία και όπου η δημόσια περιουσία θα προσφέρεται αναίσχυντα κοψοχρονιά σε αχρείους ντόπιους και ξένους βουλιμικούς κερδοσκόπους, όλο και περισσότεροι πολιτικοί θα αναδεικνύονται «ακατάλληλοι για τα δύσκολα» και θα αντικαθίστανται με «νέους» φιλόδοξους και «θαρραλέους» τεχνοκράτες. 

Και μέσα σ’ αυτό το ζοφερό τοπίο που προοιωνίζεται η κυβερνητική σύνθεση και θα απεργάζεται  η αγαστή  συνεργασία των κκ Στουρνάρα και Σόϊμπλε όλο και περισσότερο οι Έλληνες πολίτες θα θέτουν προς τον κο Κουβέλη το αμείλικτο ερώτημα:
«Τι γυρεύει η αλεπού στο παζάρι;»….

Πέμπτη 5 Ιουλίου 2012

Μποζόνια στη Γενεύη …. Μπουφόνια στην Αθήνα.


Οι μεγάλες (;) ανακαλύψεις της φυσικής ανακοινώνονται στη Γενεύη.
Οι μεγαλειώδεις όμως κουτοπονηριές της πολιτικής αναμένεται να ανακοινωθούν στην Αθήνα.
Ήδη τα σεσημασμένα μπουφόνια, που λυμαίνονται  την διακυβέρνηση (πολιτικοί-καναλάρχες, μεγαλοεκδότες) και ευθύνονται για την κατάντια της χώρας, εργάζονται πυρετωδώς για να διαμορφώσουν το κατάλληλο κλίμα.

Τα πανέξυπνα στελέχη της τριμερούς συγκυβέρνησης συσκέπτονται επί 24ώρου βάσεως προκειμένου να κατασκευάσουν το άλλοθι απαγκίστρωσης των κομμάτων τους από τις προεκλογικές τους υποσχέσεις και να επινοήσουν την βέλτιστη δικαιολογητική βάση της μετεκλογικής ανακυβίστησης και της συνέχισης και ολοκλήρωσης της εθνικής μας καταστροφής.
Από την άλλη οι δημοσιογραφικές παράγκες έχουν ήδη ξεκινήσει την γνωστή τακτική της παραπληροφόρησης και του εκφοβισμού των πολιτών, προκειμένου να εξασφαλίσουν την αμηχανία και την αδράνειά τους απέναντι στην καταιγίδα των μέτρων, που προετοιμάζονται ερήμην και εις βάρος τους.

Μετά την τρελή σχεδόν ανέλπιστη επιτυχία της εκλογικής επικράτησης των μνημονιακών κομμάτων, δεν έχουν άδικο ντόπιοι και ξένοι καλικάντζαροι να θεωρούν την τρομοκρατία σαν ένα εξαιρετικό εργαλείο μαζικού ψυχαναγκασμού των νεοελλήνων.
Το νέο λοιπόν τρομοκρατικό αφήγημα, που άρχισε να σερβίρεται καθ’ υπερβολήν έχει ως κεντρικό πυρήνα  το δίπτυχο «αδήριτες ταμειακές ανάγκες-επερχόμενες νέες περικοπές και απολύσεις».
Το κακόγουστο έργο συνεπώς επαναλαμβάνεται με παρεμφερές σενάριο και τους ίδιους ηθοποιούς στους βασικούς ρόλους.
Οι ίδιοι άνθρωποι που κατεδάφισαν την χώρα, κουκούλωσαν τα σκάνδαλα, άδειασαν τα δημόσια ταμεία, ροκάνισαν επιμελώς τον χρόνο για διαρθρωτικές τομές  τώρα θα έρθουν να μας πουν, ότι, επειδή χάθηκε πολύς ζωτικός χρόνος και  δεν προχώρησαν οι διαρθρωτικές αλλαγές, οι πιστωτές «έχουν χάσει την υπομονή τους» και γι αυτό δεν μπορεί να γίνει καμία διαπραγμάτευση, αν πρώτα η Ελλάδα δεν ανακτήσει την χαμένη αξιοπιστία της.   
Επί του παρόντος λοιπόν κάθε σκέψη για χαλάρωση του μνημονίου αναβάλλεται για τις επόμενες καλένδες και τώρα πρέπει να δοθεί μάχη για την αντιμετώπιση των άμεσων ταμιακών αναγκών.

Σ’ αυτό το σημείο αναλαμβάνει δράση η τρομοκρατία:
«Αφού τα λεφτά φθάνουν δεν φθάνουν για τον Αύγουστο μπορεί να χρειασθούν νέες περικοπές μισθών και συντάξεων και μπορεί η τρόϊκα να ζητήσει επιμόνως άμεσες απολύσεις δημοσίων υπαλλήλων.»
Αμάν αλαφιάζεται ο κάθε φουκαράς δημόσιος υπάλληλος που κλείνει τρίτο χρόνο με την δαμόκλειο σπάθη της απόλυσης να τον έχει εξουθενώσει ψυχολογικά.
Αμάν πανικοβάλλεται ο μισθωτός κι ο συνταξιούχος, που έχουν ήδη περιέλθει σε στέρηση βασικής διατροφής και στοιχειώδους φαρμακευτικής αγωγής.
-Αμάν κάντε κάτι πολυχρονεμένοι μας αφέντες γιατί αλλιώς ήμαστε γι’ αυτοκτονία…

«Το ρεπορτάζ» αναλαμβάνει την σκυτάλη.
«Αξιόπιστες πηγές» πληροφορούν ότι: «ο Πρωθυπουργός έχει μαραθώνιες συσκέψεις με τους πολιτικούς αρχηγούς, που στηρίζουν την Κυβέρνηση και τους αρμόδιους Υπουργούς ώστε να εξευρεθεί η πρόσφορη πλατφόρμα παζαρέματος με την τρόικα και τα αναγκαία ανταλλακτικά ισοδύναμα».
«Ένα τέτοιο εξ ων ουκ άνευ αντάλλαγμα είναι το ξεπούλημα της δημόσιας περιουσίας».
«Στην κατάσταση, που βρίσκεται ο τόπος αν θέλουμε να σωθούμε δεν πρέπει να στεκόμαστε μικρόψυχα στο ύψος του τιμήματος. Και φυσικά θα ξεκινήσουμε το ξεπούλημα από τις πλέον κερδοφόρες επιχειρήσεις. Ποιος κουτόφραγκος, διάολε, θα ενδιαφερθεί να πάρει τις ζημιογόνες;» (παρεκτός εκείνες που επίτηδες φορτώσαμε με ζημιές για να τις φθηνύνουμε δεόντως).
«Για επαναφορά των αποδοχών στα παλιά επίπεδα μην ελπίζουμε. Θα δώσει σκληρή μάχη για την σωτηρία συντάξεων και μισθών και για την αποφυγή των απολύσεων η τριανδρία Κουβέλη-Σαμαρά-Βενιζέλου και αν τα καταφέρει θα πρέπει να την ευγνωμονούμε στους αιώνες των αιώνων».

Αυτό περίπου θα είναι όλο το καλοκαίρι το κλίμα τρομοκρατίας, που θα συνοδεύει τα αγχωμένα «μπάνια του λαού» όσο η προκομμένη κυβερνητική ηγεσία του θα εργάζεται αόκνως για την σωτηρία του.
Και μέσα σ’ αυτό το κλίμα ευελπιστούν ξένοι καλοθελητές και ντόπιοι πραματευτάδες να πειθαναγκάσουν τον εξαθλιωμένο μισθωτό, τον ξέπνοο μικροεπαγγελματία και τον εξουθενωμένο δημόσιο υπάλληλο να πει:
-Βρε ας πάει  και το παλιάμπελο, πουλήστε τα όλα μωρέ λαμόγια όσο-όσο,  αν είναι να γλιτώσω από την αυτοκτονία….

Λέτε λοιπόν με τούτα και με κείνα, τα Μπουφόνια των βραδινών δελτίων ειδήσεων να μας ξαναπιάσουνε κορόιδα;
Δεν το πιστεύω, αλλά και δεν το αποκλείω.
Οψόμεθα …

Τρίτη 3 Ιουλίου 2012

Σύνοδος Κορυφής, το παραμύθι πάει σύννεφο..(μέρος β΄)



Σε κάποιο από τα πολυάριθμα προεκλογικά πάνελ όπου ως συνήθως οι συνδαιτυμόνες συναγωνίζονταν σε ανοησία, ένας συντηρητικός υποψήφιος, ο οποίος εκ συστήματος ρυπαίνει την τηλεοπτική εικόνα με την κομπορρημοσύνη και την αναίδεια του καταφέρθηκε εναντίον του αντιπάλου αριστερού κόμματος υποβάλλοντας το υποκριτικό  ρητορικό ερώτημα: «Πώς είναι δυνατόν να ομιλεί η αριστερά για κρατικοποίηση των τραπεζών, όταν είναι γνωστό ότι τα δημόσια ταμεία είναι άδεια;»

Εκείνη την στιγμή όσοι είχαν την ατυχία να παρακολουθούν την εκπομπή δεν εκνευρίσθηκαν μόνο με τις ανοησίες του πολιτικού. Αηδίασαν περισσότερο με την συμπεριφορά του δημοσιογράφου, ο οποίος απέφυγε να του απαντήσει κάτι πάρα μα πάρα πολύ απλό: Ότι δηλαδή τα δισεκατομμύρια, που με τον ένα ή τον άλλο τρόπο  είχε χρεωθεί το Ελληνικό Δημόσιο (τουτέστιν οι φορολογούμενοι) για τις έως τώρα συνεχείς ανακεφαλαιώσεις του τραπεζικού τομέα, ήταν πολλαπλάσια της αξίας των τραπεζών.

Και αυτή η απλοϊκή σκέψη δεν ήταν μόνο φαεινή ιδέα κάποιων ολίγων τηλεθεατών.
Ήδη την δημόσια συζήτηση στην Ελλάδα απασχολούσε το θέμα αν οι μετοχές των τραπεζών, που ούτως ή άλλως θα έρχονταν στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου, θα έπρεπε να είναι με ή χωρίς δικαίωμα ψήφου. Αν δηλαδή το Δημόσιο θα έπρεπε να αναλάβει την διοίκηση τους ή αν θα έπρεπε αυτή να παραμείνει στους αποδεδειγμένα αποτυχημένους ιδιώτες τραπεζίτες.
Την ίδια στιγμή η συντηρητική κυβέρνηση της Ισπανίας ανακοίνωνε ότι όσες τράπεζες προσέτρεχαν στο Ισπανικό Δημόσιο για κεφαλαιακή υποστήριξη θα περνούσαν αυτομάτως στην ιδιοκτησία του.
Ήταν φανερό λοιπόν ότι στο επόμενο διάστημα με τις τράπεζες να συνεχίζουν να αντλούν αμύθητα ποσά από τα δημόσια ταμεία των ευρωπαϊκών χωρών καμία κυβέρνηση δεν θα μπορούσε να πείσει τους φορολογουμένους ότι θα έπρεπε να υπομένουν όλο και μεγαλύτερη λιτότητα, ενόσω οι τραπεζίτες θα συνέχιζαν να διατηρούν ανέπαφη την ιδιοκτησία τους, γλεντώντας εις υγείαν  των κορόιδων.

 Αντελήφθησαν λοιπόν οι Ευρωπαίοι banksters ότι βρισκόντουσαν μπροστά σε ένα θανάσιμο κίνδυνο να χάσουν τις τράπεζές τους. Κατάλαβαν ότι οσονούπω θα βρίσκονταν μπροστά σε μια χιονοστιβάδα κρατικοποιήσεων, την οποία θα επέβαλαν με το ζόρι οι ευρωπαϊκοί λαοί και καμιά επί μέρους κυβέρνηση δεν θα είχε τη δύναμη να αντιδράσει.
Έπρεπε επομένως να βρούν τρόπο να ξεφύγουν. 
Έπρεπε να σώσουν την ιδιοκτησία τους και έπρεπε να δράσουν  εδώ και τώρα, γιατί ενδεχομένως την επόμενη βδομάδα με τις Ισπανικές και τις Κυπριακές Τράπεζες στο κόκκινο ήταν προβλέψιμο ότι το ντόμινο των κρατικοποιήσεων θα ξεκινούσε.

Επιστράτευσαν λοιπόν τον άνθρωπο τους το κο Μόντι να φέρει εις πέρας την αποστολή διάσωσή τους. Όταν αυτός ο περιβόητος αρχιbankster δήλωνε προ της συνόδου κορυφής ότι η Ευρωζώνη έχει μόλις μια εβδομάδα για να σωθεί, στην πραγματικότητα εννοούσε ότι ο ίδιος είχε μια εβδομάδα για να σώσει τα αφεντικά της Ευρωζώνης.

Το σχέδιο του κου Μόντι ήταν απλό.
Όσο οι τράπεζες αντλούσαν κεφάλαια ευθέως από τον κάθε κρατικό κορβανά θα ενομιμοποιείτο κάθε μυστήριος φορολογούμενος να απαιτεί μερίδιο στο μετοχικό τους κεφάλαιο και  συμμετοχή στη διοίκησή τους.
Στην ελεύθερη οικονομία όμως ισχύει ο κανόνας ότι όποιος πληρώνει δικαιούται να αποκτά και να εξουσιάζει. (Αυτό είναι και το βασικό επιχείρημα της τρόϊκας).
Για να επιτύχει λοιπόν στην αποστολή του ο κος Μόντι έπρεπε να λύσει ένα σημαντικό γρίφο. Έπρεπε να βρει ένα τρόπο ώστε οι φορολογούμενοι να συνεχίσουν να επιβαρύνονται με τις «μαύρες τρύπες» των τραπεζών, αλλά οι τράπεζες να φαίνονται ότι παίρνουν  χρήματα από αλλού, όχι από τα κρατικά ταμεία.
Η λύση λοιπόν του γρίφου ήταν να αλλάξει η διαδρομή του χρήματος.
Με το «μεγαλοφυές σχέδιο Μόντι» οι τράπεζες θα συνέχιζαν να απομυζούν τα χρήματα των μαρτυρικών ευρωπαίων φορολογουμένων.
 Εισπράττοντάς τα όμως από ένα κεντρικό μηχανισμό «σταθερότητας»  θα θόλωναν αρκούντως τα νερά ώστε να αφαιρέσουν από τα κατ’ ιδίαν κράτη το δικαίωμα-υποχρέωση να βάλλουν χέρι στις μετοχές και στη διοίκησή τους.  Αυτό το δικαίωμα θα περιερχόταν με βάση τον κανόνα που προαναφέραμε στον νέο εμβόλιμο κεφαλαιούχο, τον «Οργανισμό Σταθερότητας».

Για να κοιμούνται όμως απολύτως ήσυχοι οι Τραπεζίτες, στον «Οργανισμό Στήριξης» θα συμμετέχει και η Κεντρική Ευρωπαϊκή Τράπεζα, δηλαδή οι ίδιοι. Έτσι θα έχουν δεμένο τον «γάϊδαρο» από όλες τις μεριές με τον τραπεζικό τομέα «απολύτως θωρακισμένο».
«Απολύτως θωρακισμένο»; 
Ναι, αλλά όχι όπως θέλουν να το παρουσιάζουν στους κατά τόπους ιθαγενείς, ως δήθεν  εξασφάλιση των καταθέσεων των μικροκαταθετών.
 Απολύτως θωρακισμένο υπό την έννοια της εξασφάλισης των banksters από τον κίνδυνο να τους προκύψει κανένας «ακραίος» Ευρωπαίος πολιτικός, που να έχει την αποκοτιά να βάλει χέρι στις επιχειρήσεις και στην κερδοφορία τους, ή να τους προκύψει κανένας «δειλός» Ραχόι που να μην έχει το σθένος να αντιμετωπίσει την λαϊκή απαίτηση για κρατικοποίηση των χρεωκοπημένων επιχειρήσεών τους.

Αφού λοιπόν συνέλαβε το μεγαλοφυές σχέδιο ο κος Μόντι τα επόμενα βήματα ήταν απλός περίπατος.
Φώναξε τους υποτακτικούς του (Μέρκελ, Ολάντ, Ραχόϊ) και τους εξήγησε με ποιο τρόπο θα έπερεπε να το σερβίρουν στους υπόλοιπους και στα ΜΜΕ, ώστε να περάσει πιο μαλακά στην Ευρωπαϊκή κοινή γνώμη.
Συγχρόνως τους προσέφερε και ένα «σωσίβιο» για την διάσωση της προσωπικής τους εικόνας:
Ο κος Ραχόϊ θα «κέρδιζε» την ενίσχυση της Ισπανίας «ολίγον» μνημόνιο, χαλαρή επίβλεψη και δήθεν χωρίς τρόϊκα Ελληνικού τύπου.
 Η κα Μέρκελ θα κέρδιζε την αυξημένη επιρροή της Γερμανίας στον υπό σύσταση «αποτελεσματικό εποπτικό μηχανισμό».
 Ο κος Ολάντ θα παρηγοριόταν με τα 130 δις (στραγάλια) για το υπό σκέψιν σχέδιο επιστροφής στην ανάπτυξη.

Αφού λοιπόν ο Capo di Capi κος Μόντι μοίρασε τους ρόλους στα τσιράκια του, υπόλοιπα μέλη της Ευρωζωνικής φράξιας, δεν έμενε παρά να πάνε στη σύνοδο κορυφής και να πειθαναγκάσουν τους υπόλοιπους να αποδεχθούν τις προκατασκευασμένες αποφάσεις τους.
Εκεί τα πράγματα αποδείχθηκαν εξαιρετικά εύκολα, γιατί ενώ ο κο ς Μόντι προέβλεπε μαραθώνια πολυήμερη σύγκρουση, η Σύνοδος αποδείχθηκε ειδυλλιακός βραδινός καλοκαιρινός περίπατος.

Αν λοιπόν όλο αυτό το θέατρο σκιών δεν αποτελεί μια καραμπινάτη οικονομική συνομωσία υπέρ των τραπεζιτών και εις βάρος των Ευρωπαίων φορολογουμένων και των κατ’ ιδίαν εθνικών οικονομιών, τότε και ο αείμνηστος Αλ Καπόνε θα πρέπει να λογίζεται ως άγιος, προστάτης των ταπεινών και καταφρονεμένων.

Τα υπόλοιπα είναι λίγο πολύ γνωστά.
Οι Ευρωπαίοι ηγέτες έκαναν δηλώσεις πανηγυρικές.
Τα διεθνή μέσα (παπαγαλάκια) έκαναν δοξολογίες για τον κο Μόντι.
Τα χρηματιστήρια βρήκαν μια καλή ευκαιρία να κάνουν στα γρήγορα μια «αρπαχτή» προτού ξαναγυρίσουν στην καθιερωμένη υφεσιακή μιζέρια τους.
Το ευρώ πήρε μια αγχωμένη ανάσα προτού ξαναγυρίσει στην κατρακύλα του, που προβλέπεται ακόμη πιο φαντασμαγορική αν η Κεντρική Ευρωπαϊκή Τράπεζα τολμήσει να κατεβάσει το επιτόκιο στο 0,75.
Οι ευρωπαίοι πολίτες παρακολουθούν απορημένοι και γυρνούν ανάποδα τις άδειες τσέπες τους προσπαθώντας να ανακαλύψουν τις πολυθρύλητες θετικές συνέπειες  του σχεδίου στην δική τους καθημερινότητα.

Το πιο παράδοξο όμως από όλα είναι η ελληνική εκδοχή του μύθου της Συνόδου Κορυφής.
Τα ξεφτέρια της Ελληνικής πολιτικής ελίτ έσπευσαν να ζηλέψουν την «τύχη» των Ισπανών και των Ιταλών και να βάλουν στόχο και την ένταξη της Ελλάδος στα «ευνοϊκά μέτρα» της κομπίνας Μόντι.
Πρόκειται άραγε για αφέλεια ή μήπως για κουτοπονηριά της συγκυβέρνησης, που στο επόμενο διάστημα  θα παρουσιάσει την αυστηρή λιτότητα σαν δήθεν αναγκαίο κακό προκειμένου να πεισθούν οι εταίροι να μας συμπεριλάβουν στο νέο καθεστώς δημιουργικής λογιστικής αποτύπωσης δημοσίων χρεών;
Τα κανάλια ξεκίνησαν ήδη την σχετική προπαγάνδα.
Τυχαίο;
Έτσι είναι αν έτσι νομίζετε.
Πάντως ακόμη και ως τυχαίο παραμένει ιδιαίτερα ευνοϊκό προπαγανδιστικό αφήγημα για την εξυπηρέτηση της ευλαβικής εφαρμογής του μνημονίου από την φιλομνημονιακή κυβερνητική τριαρχία μας, η οποία στις επόμενες μέρες θα χρειασθεί ανανεωμένο άλλοθι για  να προχωρήσει σε μια σειρά εξοντωτικών μέτρων και κυρίως στο αχαλίνωτο ξεπούλημα του εθνικού πλούτου και της κρατικής μας περιουσίας.


Εξαιρείται η Κύπρος

Είναι πάντως αξιοσημείωτο ότι ανάμεσα σε όλους αυτούς τους ανεκδιήγητους ηγέτες της Ευρωζώνης υπάρχει και ένας που φαίνεται να μην «τσίμπησε» στο «μεγαλοφυές» σχέδιο Μόντι.
Ο λόγος για τον κο Χριστόφια, ο οποίος καίτοι παρών και συναινετικός στη Σύνοδο κορυφής (όπως άλλωστε ταιριάζει στον αρχηγό μιας   χώρας που ανέλαβε την προεδρία της Ευρώπης), δεν  παρέλειψε να προχωρήσει σε κρατικοποίηση της Λαϊκής Τράπεζας.
Παρότι μάλιστα οι πρωταγωνιστές του φιάσκου της Συνόδου Κορυφής παρείχαν διαβεβαιώσεις πως η Κύπρος θα μπορούσε να κάνει χρήση των «ευνοϊκών» ρυθμίσεων του νέου συστήματος ανακεφαλαίωσης των τραπεζών.

Είναι μια κίνηση που κατά την ταπεινή μας γνώμη θα πρέπει ανεξάρτητα από όποιες γενικώτρες επιφυλάξεις αφ ενός να πιστωθεί στον Κύπριο Πρόεδρο, αφ’ ετέρου να αξιολογηθεί από την καθ’ ημάς κυβερνητική τριανδρία ως παράδειγμα πατριωτικής διαχείρισης των προβλημάτων  της οικονομικής κρίσης.