Σάββατο 5 Απριλίου 2014

Καμένο επικοινωνιακό χαρτί η επίσκεψη Μέρκελ..

Όταν το επιτελείο της κας Μέρκελ προγραμμάτιζε την επίσκεψή της στην Αθήνα, δεν φανταζόταν πόσο ζοφερή θα μπορούσε να είναι η περιρρέουσα ατμόσφαιρα.
Η συνήθης προεκλογική κονσομασιόν της Γερμανίδας Καγκελαρίου σε μια Γερμανική οικονομική αποικία της Ευρωπαϊκής περιφέρειας, είχε προβλεφθεί να γίνει σε περιβάλλον σακσές στόρυ.
Αντ’ αυτού το κλίμα στην Ελλάδα είναι ιδιαίτερα βαρύ, έχοντας επισκιασθεί πλήρως από ένα θεσμικό σεισμό, την απόλυτη ευθύνη του οποίου φέρει ακεραία το στενό Πρωθυπουργικό περιβάλλον.
Το βίντεο του Χρυσαυγίτη βουλευτή, που έχει κάνει το γύρο του πλανήτη και εμφανίζει τον Γεν.Γραμματέα της Κυβέρνησης να χρησιμοποιεί υβριστικούς χαρακτηρισμούς για τον Πρωθυπουργό και ιδίως να εμπλέκει την Κυβέρνηση και την ηγεσία της Δικαιοσύνης σε σκοτεινές ιστορίες σκευωρίας εναντίον πολιτικού κόμματος, δεν είναι δα και το καλλίτερο «χαλί» για την τελετή υποδοχής της κας Μέρκελ.

Έχοντας ξαναδεί το έργο της παρόμοιας επίσκεψής της στο παρελθόν και ο πλέον αφελής των αυτοχθόνων ιθαγενών αντιλαμβάνεται πλήρως τα κίνητρα αυτής της επίσκεψης. Ουδείς στο εσωτερικό της χώρας εμπιστεύεται τον άδολο θαυμασμό της κας Μέρκελ για τις «ελληνικές επιτυχίες» και την όψιμη συμπόνοια της για τις θυσίες του λαουτζίκου.
Και ο πιό ηλίθιος των ψηφοφόρων κατανοεί ότι η Γερμανίδα Καγκελάριος με αυτό το ταξίδι αστραπή επιθυμεί να συνδυάσει το τερπνόν μετά του ωφελίμου. Να δώσει ένα φιλί ζωής στην δημοσκοπικά χαροπαλεύουσα συγκυβέρνηση και συγχρόνως να επισημάνει στους αρμόδιους παράγοντες τα φιλέτα του εθνικού πλούτου και τους οικονομικούς τομείς, που ενδιαφέρουν ιδιαιτέρως τις γερμανικές πολυεθνικές.
Η αμηχανία του Γερμανού κυβερνητικού εκπροσώπου στο ερώτημα περί του σκοπού επίσκεψης της καγκελαρίου, η φαιδρή απάντησή του ότι «η κα Μέρκελ δε χρειάζεται ιδιαίτερο λόγο» για να επισκεφθεί την Αθήνα, αλλά και η διευκρίνησή του ότι θα υπάρξουν επαφές με την κυβέρνηση και οικονομικούς παράγοντες, δεν αφήνουν περιθώρια για ψευδαισθήσεις.
Όμως έστω και έτσι θα ήταν χρήσιμο για την ίδια την υψηλή επισκέπτη και τους ατυχείς οικοδεσπότες της να παρέμενε η ψευδαίσθηση ευφορίας, που είχε σκηνοθετηθεί με αποκορύφωμα το Γιούρογκρουπ.

Δυστυχώς όμως, ως κεραυνός εν αιθρία, η άθλια εικόνα της βιντεοσκοπημένης συνομιλίας ανέτρεψε τους μεγαλεπήβολους επικοινωνιακούς σχεδιασμούς των δύο νεοφιλελεύθερων κυβερνήσεων.
Αντί της στήριξης μιας κυβέρνησης που αρίστευσε στη διαχείριση ενός οικονομικού μοντέλου «επανόδου στην ανάπτυξη», η Καγκελάριος θα φανεί διεθνώς ότι στηρίζει ένα γκρίζο κυβερνητικό σχήμα, που έχοντας προκαλέσει απίστευτο πόνο και εντεύθεν τεράστια λαϊκή δυσαρέσκεια, μετέρχεται πλέον κάθε είδους θεσμικού ατοπήματος προκειμένου, να γαντζωθεί στην εξουσία.
Είναι επομένως απολύτως κατανοητό, που η Κυβέρνηση επείγεται σφόδρα να αλλάξει την ατζέντα στο Δημόσιο διάλογο και να επαναφέρει τα ΜΜΕ στο «σωστό δρόμο» της «ανάκαμψης» και της «εξόδου στις αγορές».
Δυστυχώς όμως γι αυτήν ο χρόνος, που απομένει είναι ασφυκτικός κι από την άλλη δεν είναι διόλου απίθανο στις επόμενες μέρες να υπάρξουν και άλλα παρόμοια οπτικοακουστικά δρώμενα, αφού όπως διατείνεται η ΧΑ, ο πρώην Γεν.Γραμματέας δεν ήταν ο μόνος που συνήθιζε να «κελαηδάει» στις συναντήσεις του με τους βουλευτές της.
Υπήρχαν και άλλα κυβερνητικά στελέχη, που αντήλλασσαν τις πολιτικές τους ανησυχίες και τους προβληματισμούς τους για το κυβερνητικό έργο καθώς και για τον βαθμό διάκρισης-εξάρτησης των λειτουργιών της Ελληνικής Δημοκρατίας, όπως τουλάχιστον προειδοποιούν σε κάθε ευκαιρία δημόσιας εμφάνισης οι Χρυσαυγίτες.

Πρόκειται για πραγματικό επικοινωνιακό εφιάλτη, τον οποίο τα ξόρκια περί αγνοίας του Πρωθυπουργού, παρανόμου βιντεοσκόπησης και αντιπολιτευτικής εκμετάλλευσης δεν μπορούν να διαλύσουν.
Το βέβαιο λοιπόν είναι ότι ακόμη και μέχρι την ημέρα των εκλογών το συγκυβερνητικό επιτελείο θα μένει ξάγρυπνο με το φόβο ότι ανά πάσα στιγμή ένα νέο βιντεάκι θα αποκαλύψει νέους σκελετούς στα ντουλάπια κυβερνητικών ή κομματικών στελεχών της Ν.Δ.
Και αν κάτι τέτοιο συμβεί, το φιάσκο της επίσκεψης της Γερμανίδας Καγκελαρίου, θα είναι αστεία υπόθεση μπροστά στην τραγωδία των εκλογικών αποτελεσμάτων.

Διότι βεβαίως καμιά εμπιστοσύνη δεν μπορεί να εμπνέουν οι ενεχόμενοι σε βαρύτατα εγκλήματα χρυσαυγίτες, αλλά ο βίος και η πολιτεία της συγκυβέρνησης  έχει οδηγήσει  της αξιοπιστία της στο ναδίρ, απειλώντας να συμπαρασύρει μαζί τη και στελέχη των άλλων θεσμικών λειτουργιών.
Ιδίως όσα τέτοια στελέχη διορίζονται από αυτήν...


Τρίτη 1 Απριλίου 2014

Όταν οι «συνταγματολόγοι» εξελίσσονται σε συνταγματάρχες..



Με αφορμή την πρόταση μομφής κατά του Υπουργού Οικονομικών, που κατατέθηκε στη Βουλή από την Αξιωματική Αντιπολίτευση, το δυστυχισμένο σύνταγμα της χώρας έπεσε για άλλη μια φορά θύμα της μικροπολιτικής σκοπιμότητας συγκεκριμένης πολιτικής μερίδας και της ημιμάθειας των διαφόρων παρατρεχάμενων της.
Εν ριπή οφθαλμού οι μέχρι προχθές σεισμολογούντες και μέχρι χθες ειδικοί εμπειρογνώμονες επί αεροπορικών εξαφανίσεων δημοσιογράφοι, ανεδείχθησαν σε φωστήρες συνταγματικού δικαίου και αποδυθήκαν σε αγώνα στήριξης της κυβερνητικής άποψης.

Οι σχετικές διατάξεις του Συντάγματος (άρθρο 84) και του κανονισμού της Βουλής (άρθρο 142) είναι βέβαια σαφέστατες και ουδέν περιθώριο παρερμηνείας καταλείπουν.
Αυτός ήταν άλλωστε ο λόγος, που η αρχική αντίδραση τόσο του Προεδρείου της Βουλής, όσο και του κατ’ εκείνη την ώρα εκπροσωπούντος την κυβέρνηση Υπουργού Επικρατείας ήταν η άμεση διακοπή της συζήτησης του πολυνομοσχεδίου προκειμένου αυτή να επαναληφθεί μετά την συζήτηση και ψηφοφορία επί της πρότασης μομφής.
Πράγματι αυτή είναι η ταυτόσημη ρητή διατύπωση των συνδυασμένων διατάξεων του Συντάγματος και του Κανονισμού. Όμως δευτέρα σκέψη έμπλεη πολιτικών σκοπιμοτήτων, οδήγησε τον Πρόεδρο της Βουλής υποστηριζόμενο και εν πολλοίς καθοδηγούμενο από τον αντιπρόεδρο της κυβέρνησης να μεταβάλει άρδην την αρχική ορθή στάση του προεδρείου και από εκείνη τη στιγμή ο ελληνικός λαός να καταστεί θιασώτης μιας ακόμη συνταγματικής παραβίασης. Παραβίασης, που συνοδεύθηκε από μια απερίγραπτη ερμηνευτική του συντάγματος φαφλατολογία προεξάρχοντος του συνταγματολόγου Υπουργού και την σκυτάλη λαβόντων των συνήθων «εγκρίτων» καθεστωτικών δημοσιογράφων.

Λόγω της σαφήνειας των διατάξεων δεν αξίζει τον κόπο να παραθέσουμε διεξοδική ανάλυσή τους. Χρήσιμο θεωρούμε μόνο να αξιολογήσουμε τα «ερμηνευτικά» επιχειρήματα της κυβερνητικής πλευράς, που κατά κόρον προβλήθηκαν από τα ΜΜΕ.
Θα πρέπει δε να ξεκαθαρίσουμε από την αρχή ότι οποιαδήποτε ερμηνεία, όσο ευφυής και όσο επιστημονικοφανής κι αν παρουσιάζεται, δεν συγχωρείται να φθάνει μέχρι του σημείου αναίρεσης της συνταγματικής ρυθμίσεως.

Το βασικό λοιπόν επιχείρημα της κυβερνητικής πλειοψηφίας ήταν η μη παρέλευση εξαμήνου από την προηγούμενη μομφή δυσπιστίας του ΣΥΡΙΖΑ.
Η απάντηση εδώ είναι απλούστατη και την δίδει η παράγραφος 6 του άρθρου 142 της Βουλής, που περιορίζει την χρονική παρεμπόδιση στην περίπτωση της «όμοιας πρότασης». Και είναι βεβαίως αυτονόητο ότι η πρόταση μομφής κατά της Κυβέρνησης δεν είναι όμοια με αυτήν κατά υπουργού.
Ο ισχυρισμός ότι ο Υπουργός Οικονομικών ασκούσε τα καθήκοντά του εντός του πλαισίου της κυβερνητικής πολιτικής αποτελεί ανώφελη σοφιστεία. Διότι ακριβώς το ερώτημα εντός ποίου πλαισίου και με τι τρόπο ασκεί τα καθήκοντά του ο Υπουργός είναι αντικείμενο συζήτησης της πρότασης μομφής. Σε καμία δε περίπτωση δεν μπορεί να προλαμβάνει και πολλώ μάλλον να αποτρέπει αυτή τη συζήτηση η Κυβέρνηση κρίνοντας η ίδια την λειτουργία του ελεγχομένου Υπουργού.

Ομοίως και το ευλογοφανές επιχείρημα ότι η αντιπολίτευση θα μπορούσε να καταθέτει αλλεπάλληλες προτάσεις μομφής, τόσες όσοι και οι υπουργοί της Κυβέρνησης, στερείται σοβαρότητας. Και τούτο, όχι απλώς διότι αυτό θα καθιστούσε εξαιρετικά φαιδρή την αντιπολίτευση, αλλά και διότι μια τέτοια αήθης τακτική προσκρούει σε άλλη διάταξη του Συντάγματος. Πράγματι στην παράγραφο 3 του άρθρου 25 το ίδιο το Σύνταγμα περιβάλλει με ηυξημένη ισχύ την πάγια αρχή του δικαίου περί απαγορεύσεως της καταχρηστικής άσκησης των δικαιωμάτων, στα οποία βεβαίως ορθώς μπορεί να συγκαταλέγεται και το δικαίωμα των βουλευτών να καταθέτουν προτάσεις μομφής. Δεν είναι τυχαίο λοιπόν, που το σχετικό επιχείρημα διατυπώθηκε κυρίως από μη νομικούς «ερμηνευτές» του Συντάγματος.

Παρομοίως στο χώρο της ημιμάθειας κινείται και το επιχείρημα, που προβλήθηκε στην περίπτωση της μομφής κατά του Προέδρου της Βουλής, περί του ότι πρόταση τέτοια είχε να υποβληθεί από το 1927. Είναι γνωστό ακόμη και στους φοιτητές της Νομικής ότι η δημιουργία συνταγματικού εθίμου είναι ιδιαίτερα δυσχερής, όταν υπάρχει γραπτό Σύνταγμα και εν πάση περιπτώσει το έθιμο μπορεί να γίνει δεκτό στην περίπτωση συμπλήρωσης συνταγματικού κενού ή τρόπου θετικής εφαρμογής συνταγματικού κανόνος. Ουδέποτε όμως μπορεί να δημιουργηθεί έθιμο καταργητικό συνταγματικού δικαιώματος. Και δη ενός τέτοιου δικαιώματος των βουλευτών, που σκοπεύει την εξασφάλιση της μείζονος πολιτειακής λειτουργίας.

Αυτά είναι τα κυριότερα «νομικά» επιχειρήματα της κυβέρνησης, τα οποία όμως κινούνται γύρω από το ερώτημα αν ορθώς άσκησε το δικαίωμα της πρότασης μομφής η αντιπολίτευση. Το ερώτημα όμως αυτό θα έπρεπε να απασχολήσει τη Βουλή εάν και εφ’ όσον έμπαινε στη συζήτηση της πρότασης μομφής.
Συζήτηση όμως δεν υπήρξε γιατί η Κυβέρνηση και δη ο Πρόεδρος της Βουλής κος Μεϊμαράκης αποφάνθηκαν μόνοι τους, ως μη όφειλαν, ότι δεν ευσταθούσε η πρόταση δυσπιστίας του ΣΥΡΙΖΑ.
Προτού όμως να ασχολούνται όλοι για το αν ήταν σωστή ή όχι η κίνηση της αντιπολίτευσης, θα ήταν ενδιαφέρον να εξετασθεί αν είχε ο Πρόεδρος της Βουλής και η Κυβέρνηση δικαίωμα να αποφύγουν την συζήτηση περί της πρότασης μομφής, καθ’ ον τρόπον έπραξαν.
Κανείς δυστυχώς δεν ασχολήθηκε μ’ αυτό το πρωτεύων θέμα κι έτσι αξίζει τον κόπο να ασχοληθούμε λίγο εμείς.

Ας δούμε λοιπόν πρώτα τι προβλέπει κατ’ εφαρμογή του Συντάγματος ο κανονισμός της Βουλής.
Αρθρο 142 παρ. 2: «Η πρόταση δυσπιστίας υποβάλλεται στον Πρόεδρο σε δημόσια συνεδρίαση της Βουλής». Παρ.3 «Αν διαπιστωθεί ότι η πρόταση υπογράφεται από τον απαιτούμενο αριθμό βουλευτών (1/6), Η Βουλή διακόπτει τις εργασίες της για τουλάχιστον δύο ημέρες, εκτός αν η Κυβέρνηση ζητήσει να αρχίσει αμέσως η συζήτηση για την πρόταση δυσπιστίας».

Κατά την μόνη επομένως ορθή εφαρμογή του Συντάγματος και του κανονισμού της Βουλής, το μοναδικό δικαίωμα-καθήκον (droit – function)  του Προέδρου σε περίπτωση υποβολής πρότασης δυσπιστίας είναι να εξετάσει αν υπογράφεται τουλάχιστον από το 1/6 των βουλευτών, δηλαδή εν προκειμένω αν έχει τουλάχιστον 50 υπογραφές. Αν αυτή η προϋπόθεση τηρείται, εάν του έχει υποβληθεί σε δημόσια συνεδρίαση και εάν κατά την απαίτηση της παρ. 1 του άρθρου 142 «περιλαμβάνει σαφώς τα θέματα για τα οποία θα διεξαχθεί ης συζήτηση», ουδεμία πλέον άλλη ενέργεια μπορεί να κάνει πέραν του να θέσει ερώτημα στην κυβέρνηση (σύμφωνα με τη παρ.3) περί του αν εκείνη «επιθυμεί να αρχίσει αμέσως η συζήτηση για την πρόταση δυσπιστίας».

Ουδεμία δηλονότι ευχέρεια καταλείπεται σ’ αυτόν πέραν του να διακόψει αμέσως τη μέχρι εκείνη τη στιγμή συζήτηση και ή να αρχίσει αμέσως τη συζήτηση της πρότασης μομφής, εφ’ όσον το ζητήσει η Κυβέρνηση, η να ορίσει ώρα ενάρξεως της επί της προτάσεως δυσπιστίας συζήτησης μετά από δύο ημέρες.
Ομοίως ουδεμία ευχέρεια καταλείπεται στην Κυβέρνηση να εναντιωθεί  στην συζήτηση, πέραν της προβολής ενστάσεως περί του ότι δεν υπάρχουν οι απαιτούμενες υπογραφές ή περί του ότι δεν περιλαμβάνονται σαφώς τα θέματα, που πρέπει να συζητηθούν.

Για αυτό και η πρώτη αντίδραση του προεδρείου της Βουλής, αλλά και του κου Σταμάτη δηλώσαντος ότι ασκεί το δικαίωμα της Κυβέρνησης να ζητήσει την άμεση έναρξη της συζήτησης επί της προτάσεως δυσπιστίας, ήταν απολύτως συνταγματικά ορθή.
Τουναντίον η εκ των υστέρων υπαναχώρηση με την είσοδο στη Βουλή του Αντιπροέδρου της Κυβέρνησης και την άνοδο στην έδρα του Προέδρου κου Μεϊμαράκη, η συζήτηση περί του παραδεκτού ή περί της ουσίας της προτάσεως δυσπιστίας και η εν γένει μεθόδευση αποφυγής της, υπήρξε όχι απλώς έωλη συνταγματικά, αλλά  στην κυριολεξία ωμή καταστρατήγηση του Συντάγματος.

Όπως προεκτέθηκε το θέμα της παρελεύσεως εξαμήνου αποτελεί τυπικό θέμα παραδεκτού της προτάσεως δυσπιστίας περί του οποίου μόνη αρμοδία να αποφανθεί είναι η ολομέλεια της βουλής κατά την συζήτηση της προτάσεως δυσπιστίας και προτού εισέλθει στην ουσία των προς συζήτηση θεμάτων της. Πολλώ μάλλον το ίδιο συμβαίνει με το ζήτημα του αν ο ελεγχόμενος Υπουργός λειτούργησε εντός ή εκτός του πλαισίου κυβερνητικής πολιτικής. Ζήτημα ουσιαστικό που επίσης μόνο η Βουλή κατά της συζήτηση της προτάσεως δυσπιστίας νομιμοποιείται να εξετάσει.
Και επειδή ακριβώς το Σύνταγμα και ο κανονισμός της Βουλής προδιαγράφει ως δεσμία σε πολύ συγκεκριμένες και αυστηρές προϋποθέσεις την αρμοδιότητα του Προέδρου της Βουλής να ενεργήσει σε περίπτωση προτάσεως δυσπιστίας, για αυτό ακριβώς υπήρξαν αδόκιμες έως φαιδρές οι συζητήσεις για παραπομπή του θέματος στην σύσκεψη των Αρχηγών των κομμάτων ή ακόμη και σε ψηφοφορία των παρόντων βουλευτών.

Αλίμονο εάν ένα δικαίωμα των βουλευτών να προστατεύσουν το πολίτευμα και τη λειτουργία του κράτους από την ανικανότητα, την παρανομία ή την αυθαιρεσία της Κυβέρνησης ή μέλους αυτής, εξαρτιόταν από την αποφασιστική αρμοδιότητα της ίδιας, ή άλλων ολιγομελών συμβουλίων, όπως το κονκλάβιο των Αρχηγών,  ή μονοπρόσωπων οργάνων, όπως ο κατά τεκμήριο προσκείμενος στην εκάστοτε Κυβέρνηση Πρόεδρος της Βουλής.

Είναι ηλίου φαεινότερο ότι ο θεσμικός στόχος της προτάσεως δυσπιστίας είναι η προστασία της κατά τεκμήριον μειοψηφικής αντιπολίτευσης έναντι αυθαιρεσιών της κατά μαχητόν τεκμήριον πλειοψηφικής κυβέρνησης.
Το ελάχιστο λοιπόν, που όφειλε να εξασφαλίσει ο Συνταγματικός νομοθέτης, ήταν τουλάχιστον να μη παρεμποδισθεί η συζήτηση επί μιας προτάσεως δυσπιστίας, ώστε να φωτισθεί η πιθανότητα απώλειας της δεδηλωμένης.
Γι αυτό ακριβώς δεν θέλησε να προσφέρει σε κανένα, ιδίως στην κυβερνητική πλειοψηφία, την δυνατότητα να απορρίψει την πρόταση άνευ συζητήσεως. Διότι περί αυτού πρόκειται.

Η όλη μεθόδευση λοιπόν της Κυβέρνησης, διά του Αντιπροέδρου της και του Προέδρου της Βουλής, επιδιώκοντας να απορριφθεί η πρόταση δυσπιστίας προ πάσης συζητήσεώς της δεν αποτελεί απλή παραβίαση του συντάγματος.
Αποτελεί τωόντι «κοινοβουλευτικό πραξικόπημα», διότι υπονομεύει το θεμελιακό ζήτημα της διερεύνησης υπάρξεως της «δεδηλωμένης».

Και το ερώτημα το οποίο φυσιολογικά ακολουθεί είναι. Καλά κάποιοι ημιμαθείς βουλευτές, καλά οι αδαείς δημοσιογράφοι. Όμως αυτά τα στοιχειώδη, που αναφέραμε εδώ, δεν τα γνώριζαν τόσοι νομικοί, μεταξύ των οποίων και συνταγματολόγοι, που κάθονται στα έδρανα της Βουλής;
Η απάντηση είναι δυστυχώς απλή. Προφανώς τα γνωρίζουν. Προφανώς γι αυτό οι πλείστοι εξ αυτών απέφυγαν να τοποθετηθούν δημοσίως. Προφανώς γι αυτό απέφυγε να προσέλθει στη Βουλή ο ίδιος ο Πρωθυπουργός. Προφανώς γι αυτό αναγκάσθηκε να σηκώσει το βάρος της «νομικής» επιχειρηματολογίας μόνος του ο συνταγματολόγος Αντιπρόεδρος.

Παρά τις φιλότιμες προσπάθειές του όμως, η προχθεσινή διαχείριση του όλου θέματος από πλευράς κυβέρνησης και Προέδρου της Βουλής θα καταγραφεί στην συνταγματική ιστορία της νεοτέρας Ελλάδας και στις περί αυτής ακαδημαϊκές μελέτες ως τυπικό παράδειγμα συνταγματικής εκτροπής και κυβερνητικής αυθαιρεσίας.
Περί αυτού δε συνηγορεί το μοναδικό ειλικρινές επιχείρημά του, το οποίο δυστυχώς βέβαια δεν ήταν νομικό, αλλά αμιγώς πολιτικό. Το επιχείρημα, ότι δεν ήταν δυνατό να αναβληθεί η ψήφιση του πολυνομοσχεδίου και να εκτεθεί ο Υπουργός και η Κυβέρνηση εν όψει του σημερινού Γιούρογκρουπ.

Θλιβερή ομολογία ότι η στόχος της όλης μεθόδευσης της Κυβέρνησης δεν ήταν η σωστή εφαρμογή του Συντάγματος, αλλά η εξυπηρέτηση άλλων κυβερνητικών πολιτικών σκοπιμοτήτων.
Σκοπιμοτήτων θεμιτών ή όχι αδιάφορο. 
Διότι αλίμονο στη Δημοκρατία όπου η ερμηνεία του συντάγματος γίνεται με βάση τις όποιες σκοπιμότητες της εκάστοτε συγκεκριμένης ιστορικής συγκυρίας.
Αλίμονο εάν η διερεύνηση της ύπαρξης της δεδηλωμένης επαφίεται στην αποφασιστική αρμοδιότητα της εκάστοτε κυβερνητικής «πλειοψηφίας».
Και αλίμονο εάν οι συνταγματολόγοι απαντούν στα συνταγματικά ερωτήματα εξετάζοντάς τα μέσα από τις διόπτρες του κυβερνητικού στελέχους.

Αλίμονο γιατί έτσι συμπεριφερόμενοι βλάπτουν το δημοκρατικό πολίτευμα και από τη θέση του συνταγματολόγου διολισθαίνουν οι  ίδιοι εκόντες άκοντες στην ιδιότητα του ….συνταγματάρχου.

Δευτέρα 17 Μαρτίου 2014

Το Bras de fer των ευρωπαίων πολιτικών με τη Γερμανία είναι μονόδρομος..

Με αυτά τα λόγια ο Ιταλός Πρωθυπουργός έδωσε το στίγμα της λογικής, που τον διακατέχει εν όψει της σημερινής του συνάντησης με την Γερμανίδα καγκελάριο.
Θα ήταν λάθος αυτή η δήλωση να ερμηνευθεί σαν μια έκρηξη ιταλικού εθνικισμού.
Κάθε άλλο. Πρόκειται κατά βάση για ένα ξεκαθάρισμα του πλαισίου μέσα στο οποίο θα πρέπει να κινούνται οι συναντήσεις ηγετών της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Για να μην υπάρξουν μάλιστα παρανοήσεις ο κος Ρέτζι συμπλήρωσε ότι δεν βλέπει την συνάντηση σαν μαθητική εξέταση, όπου θα πρέπει να δεχθεί υποδείξεις για το πώς να διορθώσει την εργασία του. «Είναι γνωστό τι πρέπει να κάνει η Ιταλία και θα το κάνει. Δεν είμαστε κακοί μαθητές και δεν θα σταθούμε μπροστά στο μαυροπίνακα. Η χώρα μας έχει δικαίωμα να πεί ότι η Ευρώπη πρέπει να αλλάξει».
Δεν είναι βέβαια καθόλου σίγουρο ότι η στάση του Ιταλού πρωθυπουργού κατά την συνάντησή του με την κα Μέρκελ θα είναι τόσο σκληρή όσο η φρασεολογία του επί Ιταλικού εδάφους ενώπιον των Ιταλικών μέσων ενημέρωσης.
Όμως δεν παύει να έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον, πολλώ μάλλον καθόσον αποτελεί καινοτομία σε σχέση με προηγούμενες επισκέψεις στην Γερμανική καγκελαρία όχι μόνο Ιταλών, αλλά και λοιπών Ευρωπαίων ηγετών.
Και προφανώς η ρητορεία αυτή, που δυσαρέστησε τη Γερμανική κυβέρνηση και δεν πέρασε απαρατήρητη από τον γερμανικό τύπο ( η Die Welt έγραψε ότι μοιάζει με κήρυξη πολέμου στη γερμανική πολιτική για την Ευρώπη), δεν αποτελεί κεραυνό εν αιθρία για όσους παρακολουθούν στοιχειωδώς τα ευρωπαϊκά και διεθνή δρώμενα.

Η πολιτική της Γερμανίας έχει οδηγεί μαθηματικά σε αδιέξοδο την Ευρωπαϊκή οικονομία, για τον απλούστατο λόγο ότι έχει επιφέρει οικονομική ασφυξία σε όλες σχεδόν τις επί μέρους χώρες ανεξαρτήτως μεγέθους. Και μπορεί ο Ευρωπαϊκός νότος να βρίσκεται ήδη αντιμέτωπος με μια ανθρωπιστική καταστροφή. Όμως ήδη και για τη Γαλλία καθώς και για  τις λοιπές χώρες του δήθεν παραδεισένιου βορρά η αίσθηση ότι η Γερμανία μεθοδεύει την οικονομική τους αφαίμαξη είναι πλέον έντονη.
Και ο προβληματισμός των εταίρων σε σχέση με τους εθνικούς στρατηγικούς σχεδιασμούς της Γερμανίας και πόσο αυτοί μπορεί να βλάψουν τα ευρύτερα ευρωπαϊκά και τα επί μέρους εθνικά συμφέροντα εντείνεται συνεχώς.

Ο χειρισμός του Ουκρανικού ζητήματος εξ άλλου υπήρξε χαρακτηριστικός για το πόσο επικίνδυνος για την Ευρώπη, αλλά και για τις διεθνείς ισορροπίες μπορεί να αποβεί ο μικρομεγαλισμός και ιδίως ο απερίσκεπτος και σουρεαλιστικός επεκτατισμός της Γερμανικής Καγκελαρίας.
Στην προσπάθειά της να αυξήσει τη σφαίρα επιρροής της η Γερμανία ενέπλεξε την Ευρώπη στα εσωτερικά της Ουκρανίας, υπέθαλψε τις εσωτερικές ταραχές, ενίσχυσε ετερόκλητες αντιπολιτευτικές ομάδες να ανατρέψουν την κυβέρνηση Γιανουκόβιτς και να στήσουν την αμφιβόλου νομιμότητας νέα Ουκρανική κυβέρνηση, που άγεται και φέρεται από ακροδεξιές και ναζιστικές οργανώσεις. Σαν μαθητευόμενος μάγος άνοιξε τους ασκούς του Εώλου σε μια περιοχή ευαίσθητων Ρωσικών συμφερόντων.
Χωρίς πλάνο για την επόμενη μέρα έφερε την στρατιωτικά αδύναμη και πλήρως εξαρτώμενη από το Ρωσικό αέριο Ευρώπη σε ιδιαίτερα μειονεκτική θέση. Και αντί να επιτύχει τη επέκταση της ευρωπαϊκής επιρροής κατ’ ουσίαν ωφέλησε τον Ρωσικό επεκτατισμό δίνοντας στην Ρωσία την αφορμή για να προσαρτήσει την Κριμαία. Και αν συνεχισθεί η αλλοπρόσαλλη αυτή πολιτική στήριξης μιας φιλοναζιστικής κυβέρνησης σύντομα και άλλες Ουκρανικές περιφέρειες θα αναζητήσουν την ένωσή τους με τη Ρωσία στο αμέσως προσεχές διάστημα.

Με δεδομένη λοιπόν την δυστυχία, που έχει επισωρεύσει στους λαούς της Ευρώπης η επιβαλλόμενη από τους Γερμανούς πολυετής λιτότητα. Με την εμμονή των Γερμανών στη τήρηση μιας στείρας δημοσιονομικής πειθαρχίας, που κατ’ ουσίαν διασώζει τις γερμανικές τράπεζες, αλλά απειλεί με πλήρη κατάρρευση τις εθνικές οικονομίες και εντεύθεν το κατεστημένο πολιτικό προσωπικό των κρατών μελών. Και με την απροκάλυπτη αλαζονεία των Γερμανών αξιωματούχων και των υψηλόβαθμων υπαλλήλων της ΕΕ (ουσιαστικά φερέφωνων της γερμανικής Καγκελαρίας).
Ο ευρωσκεπτικισμός δεν αποτελεί μια μειοψηφική πολιτική τάση, αλλά μια κυρίαρχη αντίληψη υπαγορευόμενη από το ένστικτο αυτοσυντήρησης των λαών της Ευρώπης.

Όσο και αν τα καθεστωτικά ΜΜΕ προσπαθούν να εξωραΐσουν τον Γερμανικό ηγεμονισμό και τον ρόλο του ευρώ ως εργαλείου μεταφοράς πλούτου από την ευρωπαϊκή περιφέρεια στο Γερμανικό κορβανά, οι Ευρωπαίοι πολίτες συνειδητοποιούν μαζικά και εναργώς, ότι η πολιτική της Καγκελαρίας οδηγεί με μαθηματική ακρίβεια σε μια μεγάλη οικονομική αποικία , όπου στη Γερμανία επιφυλάσσεται ο ρόλος του αποικιοκράτη.
Κάτω από αυτές τις συνθήκες η επιβίωση κομμάτων ή πολιτικών προσωπικοτήτων, που δεν θα αρθρώνουν στοιχειώδη καταγγελτικό λόγο για  τα τερτίπια της γερμανικής και ευρωπαϊκής νομενγκλατούρας, είναι περίπου αδύνατη.

Την αδήριτη αυτή ανάγκη έκφρασης της κοινής γνώμης των Ιταλών και κατ’ επέκτασιν των Ευρωπαίων ψηφοφόρων σηματοδοτούν λοιπόν οι δηλώσεις του Ιταλού πρωθυπουργού.
Όσο μάλιστα πλησιάζουμε στις ευρωεκλογές τόσο θα πολλαπλασιάζονται και θα εντείνονται οι δηλώσεις πολιτικών όλων των πολιτικών αποχρώσεων, που θα κινούνται σε πλαίσιο απόρριψης των Γερμανικών σχεδιασμών και αναστύλωσης της εθνικής οικονομικής κυριαρχίας των κατ’ ιδίαν εταίρων.

Επειδή δε η Ευρώπη έχει περιέλθει στα όρια όχι απλώς της επιβίωσής της ως ένωσης, αλλά και της ύπαρξής της ως καθ’ έκαστον κρατών, οι επερχόμενες εκλογές αποτελούν ένα σύνθετο υπαρξιακό  ιστορικό σταυροδρόμι.
Πρόκειται για μια άνευ προηγουμένου ευκαιρία για τους Ευρωπαίους ψηφοφόρους να πάρουν την τύχη τους στα χέρια τους και αμυνθούν εθνικών και ευρύτερων κοινών ευρωπαϊκών συμφερόντων, που δυστυχώς μέχρι σήμερα αλλεπάλληλες εθνικές κυβερνήσεις παρέστησαν ανίκανες να περισώσουν.

Είναι ηλίου φαεινότερο ότι, αν η Ευρωπαϊκή Ένωση δεν αλλάξει άρδην πλεύση, θα οδηγηθεί σε οικονομική κατάρρευση, κοινωνική αναστάτωση τεραστίων διαστάσεων και μεσαιωνικό βιοτικό περιβάλλον.
Η ανατροπή της κοντόφθαλμης και εθνοκεντρικής Γερμανικής πολιτικής που στοχεύει στην εξασφάλιση του τραπεζικού συστήματος μέσω της σκληρής λιτότητας και της εσωτερικής υποτίμησης πρέπει να ανατραπεί εκ θεμελίων. Πρέπει να αντικατασταθεί από ένα πρόγραμμα, που θα έχει ως επίκεντρο τον Ευρωπαίο πολίτη με εργαλείο την ανάπτυξη και την ισότιμη συμμετοχή των ευρωπαϊκών κρατών στην διανομή του συνολικού ευρωπαϊκού πλούτου.

Αλίμονο αν ο Ευρωπαίος ψηφοφόρος δεν αντιληφθεί την ιδιαίτερη βαρύτητα της ψήφου του και σ’ αυτή την μοναδική ιστορική στιγμή αφεθεί έρμαιο στις σειρήνες των ανά χώρα καθεστωτικών μέσων ενημέρωσης.
Αλίμονο αν παρασυρθεί και εκτραπεί σε στήριξη νεοφανών κομματικών μορφωμάτων με θολό πολιτικό πρόσημο, που αποτελούν το δούρειο ίππο του γερμανόδουλου  ευρωπαϊκού κατεστημένου.
Η καταιγίδα φοροληστρικής επιδρομής και η απροκάλυπτη μεταφορά του δημόσιου πλούτου στα ταμεία των Γερμανικών τραπεζών και πολυεθνικών, που θα επακολουθήσει μετά από ένα τέτοιο ολέθριο σφάλμα των Ευρωπαίων ψηφοφόρων θα έχει κοσμογονικές διαστάσεις.

Και βέβαια λόγω του μεγέθους της καταστροφής, που έχει ήδη συντελεσθεί και της οριακής κατάστασης στην οποία βρίσκεται η Ευρώπη, δεύτερη ευκαιρία ομαλής διάσωσης δεν θα υπάρξει.

Ο νοών νοείτω, διότι οι καιροί ου μενετοί…

Τετάρτη 12 Μαρτίου 2014

Πτήση ΜΗ370: Το τρίγωνο της Μαλάκας ή το πείραμα της Κουάλα Λουμπούρ?


Όταν μετά από 48 ώρες εξαφάνισης του  Boeing 777 της Malaysia Airlines έγραφα στο Τουήτερ ότι, όσοι ψάχνουν να το βρουν, θα πρέπει να προσέξουν πως χάθηκε στον γεωγραφικό αντίποδα του τριγώνου των Βερμούδων, ήθελα απλώς να ελαφρύνω το βαρύ κλίμα της τραγικής απώλειας. Να ειρωνευθώ ευγενικά τις κρατικές υπηρεσίες πολλών εμπλεκόμενων και όχι μόνο κρατών, που παρουσίαζαν μια ακατανόητη αδυναμία να εντοπίσουν ένα τόσο μεγάλο αντικείμενο. Σε μια περιοχή, που δεν είναι καθόλου ερημική, αλλά, τουλάχιστον αεροπορικά, πολυσύχναστη.

Με αυτό το πνεύμα εξ άλλου ερμηνεύτηκε το σχόλιο μου από τους πολυάριθμους φίλους μου, που μετά από τόσο καιρό και αρκετές χιλιάδες τουήτ, που προηγήθηκαν, γνωρίζουν ότι είμαι ο τελευταίος άνθρωπος στον πλανήτη, που θα υποστήριζε σενάρια τέτοιου είδους.

Λίγα λεπτά αργότερα όμως (10.03.2014) στο ΣΚΑΙ ένας ειδικός εμπειρογνώμονας συζητώντας με το Νίκο Ευαγγελάτο για τις πιθανές αιτίες της εξαφάνισης δεν παρέλειψε, πολύ διστακτικά είναι η αλήθεια, να περιλάβει και την περίπτωση της «επιστημονικής φαντασίας», όπως την χαρακτήρισε στον προβληματισμό του.
Δεν συγκράτησα δυστυχώς το όνομά του, όμως σύμφωνα με τις διαβεβαιώσεις του έγκριτου παρουσιαστή-δημοσιογράφου ο άνθρωπος ήταν ένας από τους πλέον ειδικούς σε θέματα αεροπλοΐας και ατυχημάτων με άρτια επιστημονική κατάρτιση και  εξαιρετική εμπειρία. Η προχωρημένη άλλωστε ηλικία του και το εν γένει παρουσιαστικό του παρέπεμπε σε άνθρωπο όχι απλώς γνώστη του αντικειμένου του, αλλά και αρκούντως  σοβαρό και μετρημένο. 
Ήταν μόλις 48 ώρες, που είχαν χαθεί τα ίχνη της πτήσης ΜΗ370 και ο σεβάσμιος εμπειρογνώμονας, ενώ στο ξεκίνημα μίλησε για τρείς κατηγορίες εξεταστέων περιπτώσεων, στη συνέχεια αναφέρθηκε μόνο στην πιθανότητα του τρομοκρατικού κτυπήματος και της έκρηξης από μηχανική βλάβη. Και μόνο μετά από φορτική πίεση του δημοσιογράφου αναγκάσθηκε δειλά δειλά να αποκαλύψει ότι η τρίτη περίπτωση, που είχε «στο πίσω μέρος του μυαλού του», ήταν διάφορες εκδοχές σεναρίων επιστημονικής φαντασίας, τις οποίες δεν ήθελε με κανένα τρόπο να διευκρινίσει σε εκείνη τη συζήτηση. Φυσικό, αφού μόνο τη δικαιολογημένη θυμηδία των τηλεθεατών θα μπορούσαν να προκαλέσουν τέτοιου είδους ισχυρισμοί.

Όμως οι μέρες αναζήτησης του αεροσκάφους συνέχισαν να κυλούν βασανιστικά για τους συγγενείς των θυμάτων και ανησυχητικά για την παγκόσμια κοινή γνώμη.
Είκοσι τέσσερεις ώρες το εικοσιτετράωρο όλα τα διεθνή μέσα αφιέρωσαν άπειρο χρόνο στην αναμετάδοση πληροφοριών, εικόνων και απόψεων που στο σύνολο τους έχουν ένα κοινό παρανομαστή. Υπήρξαν γενικά ασαφείς, συγκεχυμένες, αλληλοσυγκρουόμενες.
Σαν τέτοιες είναι απολύτως φυσικό να συσκοτίζουν αντί να διαφωτίζουν την υπόθεση, να ανησυχούν αντί να καθησυχάζουν την κοινή γνώμη και να εξάπτουν αντί να χαλιναγωγούν την φαντασία.

Διανύοντας ήδη την έκτη μέρα από τη μοιραία εξαφάνιση εξακολουθεί να μην υπάρχει το παραμικρό εύρημα του χαμένου αεροσκάφους, αφού ήδη όλες οι μέχρι στιγμής σχετικές ανακοινώσεις, έχουν επισήμως διαψευσθεί.
Παραμένει μυστήριο η απώλεια του ίχνους του από όλα τα ραντάρ και τους λοιπούς επίγειους και διαστημικούς τρόπους παρακολούθησης κάθε γωνιάς του πλανήτη.

Και, σαν να μην έφθαναν αυτά, μια περίεργη πληροφορία από συγγενείς των θυμάτων ότι εξακολουθούσαν για ώρες μετά την εξαφάνιση να αντιδρούν θετικά στις κλήσεις τους τα κινητά τηλέφωνα των αγνοούμενων συγγενών τους, ήρθε για να καταρρίψει την κρατούσα θεωρία περί μεγάλης καταστροφικής έκρηξης στο αεροπλάνο.
Διότι αρχικά η κρατούσα περισσότερο ρεαλιστική γνώμη όπου συνέκλιναν οι εμπειρογνώμονες ήταν ότι είτε από μηχανική βλάβη είτε από τρομοκρατική ενέργεια μια τεραστίας διαστάσεως έκρηξη θα πρέπει να είχε κάνει συντρίμμια το αεροπλάνο στον αέρα. Ότι η έκρηξη αυτή ήταν τόσο απρόοπτη που δεν επέτρεψε στο πλήρωμα του αεροσκάφους να εκπέμψει οποιοδήποτε σήμα επείγουσας ανάγκης. Και ότι ήταν τόσο καταστροφική που αφ’ ενός κονιορτοποίησε το αεροσκάφος, αφ’ ετέρου κατέστρεψε ακόμη και «το μαύρο κουτί» και κάθε άλλη συσκευή αυτόματης εκπομπής σήματος.
Αυτή λοιπόν η σχετικά λογική και τουλάχιστον για την κοινή γνώμη επιστημονικά τεκμηριωμένη ερμηνεία της σπάνιας εξαφάνισης ανετράπη ανεπανόρθωτα από τις περί λειτουργίας των κινητών τηλεφώνων μαρτυρίες των θυμάτων.
Γιατί βεβαίως η κοινή λογική δεν μπορεί να εννοήσει τι είδους τρομακτική έκρηξη ήταν αυτή που λειτούργησε επιλεκτικά κονιορτοποιώντας τα πάντα εκτός των κατά τεκμήριον ευπαθών συσκευών κινητών τηλεφώνων;

Έτσι όσο περνούν οι μέρες και οι έρευνες παραμένουν άκαρπες και όσο συνεχίζεται η αδυναμία των αρμόδιων αρχών να προσφέρουν σοβαρές πληροφορίες και αξιόπιστες απαντήσεις στα εύλογα ερωτηματικά των συγγενών και όχι μόνον, τόσο θα δημιουργείται έδαφος για παραφιλολογία και μεταφυσικές φαντασιώσεις.
Γιατί όπου δεν μπορεί να απαντήσει η επίσημη επιστήμη, εκεί δημιουργούνται κενά που αρχαιόθεν επιχειρεί να καλύψει η μεταφυσική και παλαιόθεν η επιστημονική φαντασία.
Είναι λοιπόν πλέον ή βέβαιο πως στο επόμενο διάστημα γύρω από την μυστηριώδη εξαφάνιση της πτήσης ΜΗ370 θα υπάρξει κύμα θεωριών, που θα την κατατάσσουν σε μια πλειάδα άλλων περιπτώσεων, που μέχρι σήμερα παραμένουν ανεξιχνίαστες.

Πεδίο δόξης λαμπρόν φαίνεται πως ανοίγεται για τους οπαδούς του Ντένιγκεν, τους ερευνητές του τριγώνου των Βερμούδων, τους θιασώτες της ιστορίας του πειράματος της Φιλαδέλφειας.  
Οι εξωγήινοι, ο συνδυασμός μυστηριωδών σκοτεινών δυνάμεων και φυσικών φαινομένων ή μυστικά στρατιωτικά πειράματα ευθύνονται για την παράξενη εξαφάνιση του αεροσκάφους και των άμοιρων πολυάριθμων επιβατών του; Διαλέξτε και πάρτε…
Αυτό, που τις πρώτες μέρες ήταν «στο πίσω μέρος του μυαλού» του συμπαθούς ηλικιωμένου εμπειρογνώμονα, προβλέπεται να έρθει γρήγορα στο προσκήνιο.
Μακάρι, πρώτα και κύρια για τους δυστυχείς αγνοούμενους και τους συγγενείς τους, να υπάρξει γρήγορα αίσιο αποτέλεσμα και να μη καταλήξει αυτή η υπόθεση ανεξιχνίαστος φάκελλος του τριγώνου της Μαλάκας ή χειρότερα του πειράματος της Κουάλα Λουμπούρ.

Γιατί αν στο αμέσως επόμενο διάστημα δεν υπάρξει πρόοδος στις έρευνες. Αν η σιωπή ή πολύ περισσότερο οι απαντήσεις των αρμοδίων αρχών αυξάνουν αντί να μειώνουν τα ερωτηματικά των συγγενών. Αν οι απανταχού ειδικοί και εμπειρογνώμονες αδυνατούν να παράσχουν σοβαρές εξηγήσεις για την υπόθεση.
Η εμπλοκή των πάσης φύσεως ευφάνταστων «ερευνητών» θα είναι αναπόφευκτη.


Και γιατί όχι άλλωστε….?

Δευτέρα 10 Μαρτίου 2014

Η πολύφερνη «κεντροαριστερά» και οι καγκουρομνηστήρες…



Ο όρος κεντροαριστερά έχει τη ίδια πολιτική αξία όση έχουν και οι όροι σοσιαλδημοκρατία ή εθνικοσοσιαλισμός. Τουτέστιν καμία απολύτως.
Και στις τρείς αυτές περιπτώσεις, και όχι μόνο, πρόκειται απλώς για ονοματολογικούς εξωραϊσμούς ανομολόγητων πολιτικών στόχων προκειμένου να ξεγελασθούν οι μάζες και να εγκλωβισθούν σε ψευδεπίγραφα πολιτικά σχήματα, τα οποία ανερχόμενα στην εξουσία κινούνται μονίμως σε κυβερνητικές κατευθύνσεις εκ διαμέτρου αντίθετες με τις προεκλογικές τους ρητορίες.

Δεν χρειάζεται ιδιαίτερη νοημοσύνη για να αντιληφθεί κανείς ότι ο όρος «εθνικοσοσιαλισμός» θεωρητικά και πρακτικά αποτελεί μνημείο οξύμωρου σχήματος, μιας που ο σοσιαλισμός είναι απόλυτα ανθρωποκεντρικός χωρίς διακρίσεις οποιουδήποτε είδους. Αντίθετα με τον απόλυτο ρατσισμό που χαρακτηρίζει  τον υποκρυπτόμενο φασιστικό ιδεολογικό πυρήνα του εθνικοσοσιαλισμού αποκλείονται και στοχοποιούνται μεγάλες ομάδες του πληθυσμού (αλλοεθνείς, ετερόδοξοι, ομοφυλόφιλοι, ιδεολογικοί αντιπάλοι κ.λ.π) και ο εθνικοσοσιαλισμός παύει να είναι σοσιαλισμός, ο δε προβαλλόμενος εθνικισμός του πόρρω απέχει από τον πατριωτισμό, όπως σε κάθε κρίσιμη ιστορική στιγμή αποδείχθηκε.

Παρομοίως και η περίφημη «σοσιαλδημοκρατία» αποτελεί ένα ανούσιο λεκτικό πλεονασμό. Οι έχοντες μικρή γνώση των πολιτικών θεωριών γνωρίζουν καλά ότι ούτως ή άλλως ο σοσιαλισμός είναι σύμφυτος με την έννοια  της δημοκρατίας και επομένως παρέλκει η οποιαδήποτε ονοματολογική σύνθεση των δύο αυτών όρων. Διότι απλούστατα ο σοσιαλισμός είναι η πεμπτουσία της άσκησης της εξουσίας από την δημοκρατικά δομημένη, διαβουλευόμενη, συναποφασίζουσα και εν τέλει διακυβερνώσα κοινωνία. Ενώ ιστορικά έχει αποδειχθεί στην πράξη, ότι όπου επικράτησαν «σοσιαλδημοκρατικές» δυνάμεις, η κοινωνία παρέμεινε στη γωνία, η δημοκρατία υπέστη πλήθος περιορισμών και οι εφαρμοζόμενες πολιτικές ελάχιστα διαφοροποιήθηκαν από τις αντίστοιχες «φιλελεύθερες».

Ειδικότερα δε στην Ευρωπαϊκή Ένωση ο βίος κι η πολιτεία των αυτοαποκαλούμενων «σοσιαλδημοκρατικών» κομμάτων υπήρξε ιδιαίτερα «αμαρτωλός».
Στην πράξη σε κυβερνητικό επίπεδο τα κόμματα αυτά εφάρμοσαν απαρέγκλιτα τις κεντρικές εντολές του Ευρωπαϊκού Διευθυντηρίου παρουσιάζοντας συνήθως μεγαλύτερη αποτελεσματικότητα στην επιβολή αντιλαϊκών μέτρων  από τα «αντίπαλά» τους φιλελεύθερα κόμματα.
 Σε προσωπικό δε επίπεδο τα πολιτικά τους στελέχη διεπλάκησαν εξ ίσου ισχυρά και παραβατικά με τις κατά τόπους ομάδες συμφερόντων, αλλά και με μεγάλους οικονομικούς παράγοντες του εξωτερικού.
Έτσι αφού στο διάστημα 1990-2000 αμαύρωσαν τη εικόνα του εφηρμοσμένου στη Δυτική Ευρώπη σοσιαλισμού, κατάφεραν στην επόμενη δεκαετία 2000-2010 να ξευτιλίσουν και την ψευδεπίγραφη έννοια της λεγόμενης σοσιαλδημοκρατίας, με αποκορύφωμα την ταύτισή της με τις πλέον σκληρές νεοφιλελεύθερες πολιτικές. 
Και τέτοια υπήρξε η αναισχυντία της Ευρωπαϊκής Σοσιαλδημοκρατίας, που δε δίστασε επί των ημερών μας να συγκυβερνήσει με τα συντηρητικά κόμματα. Αποδεχόμενη το ρόλο του κυβερνητικού κομπάρσου που αποτελεί το αναγκαίο δεκανίκι του κατά τόπους κυβερνώντος δεξιού κόμματος και αρκούμενη σε πολιτική και οικονομική ικανοποίηση της κομματικής της νομεγκλατούρας  και σε στοιχειώδη επαγγελματική κάλυψη της εκλογικής της πελατείας.

Βεβαρημένη λοιπόν με σωρεία θεσμικών παραβιάσεων, κινούμενη τα τελευταία χρόνια στον αστερισμό των μνημονίων και εφαρμόζοντας σκληρά προγράμματα λιτότητας και εσωτερικής υποτίμησης. Πρωτοστατώντας σε ραγδαία εξαθλίωση των λαϊκών μαζών, οικονομική εξόντωση της λεγόμενης μεσαίας τάξης, βιβλική καταστροφή των παραγωγικών υποδομών, ρευστοποίηση κάθε είδους δημόσιας περιουσίας και  σε παραχώρηση κάθε στοιχείου εθνικού πλούτου σε εξωχώριους δανειστές και πολυεθνικές. Η ευρωπαϊκή σοσιαλδημοκρατία δεν είναι απλώς βαρύτατα εκτεθειμένη στα μάτια του μέσου Ευρωπαίου ψηφοφόρου. Έχει διαρρήξει πλήρως τη σχέση της με τα κοινωνικά στρώματα, που ιστορικά αποτέλεσαν την μήτρα δημιουργίας της και την διαχρονική βάση εκλογικής της δύναμης.

Σε άλλες εποχές  ο κος Σουλτς θα ήταν ο αδιαφιλονίκητος νικητής των επερχόμενων ευρωεκλογών στην βάση και μιας άτυπης συμφωνίας κυρίων, που προβλέπει την εναλλαγή των δύο μεγάλων ευρωπαϊκών ομάδων (σοσιαλιστικής και συντηρητικής) στις θεσμικές θέσεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Τώρα, εξ αιτίας της κρίσης και της πολιτικής αναλγησίας που πρυτάνευσε στην διαχείρισή της, μια αξιοπρεπής ήττα θα μπορούσε να είναι ένα καλό αποτέλεσμα για τους σοσιαλδημοκράτες καθώς και για τους συντηρητικούς συνεταίρους τους.

Τα πράγματα όμως είναι ακόμη χειρότερα για την ντόπια σοσιαλδημοκρατία και τους εγχώριους αντιπροσώπους της. Κόμματα όπως το ΠΑΣΟΚ και η ΔΗΜΑΡ, αλλά και πολιτικά στελέχη, που συμμετείχαν σε μνημονιακές κυβερνήσεις ή ερωτοτρόπησαν μ’ αυτές παντοιοτρόπως, βρίσκονται πλέον μπροστά στο φάσμα της απόλυτης εκλογικής συντριβής.
Μια τέτοια δε ορατή εξέλιξη είναι σφόδρα πιθανό να συνεπιφέρει και δυσάρεστες δικαστικές περιπέτειες σε μια σειρά από πρωτοκλασάτα στελέχη αυτών των κομμάτων, που ευλόγως ανησυχούν πως η όψιμη νομοθεσία περί μη καταλογισμού ευθυνών σε διαχειριστές δημόσιας περιουσίας δύσκολα θα αποτελέσει σοβαρή ασπίδα δικανικής τους προστασίας.

Το αδήριτο προσωπικό υπαρξιακό τους πρόβλημα, που κλήθηκαν ως εκ τούτου να λύσουν οι παντοειδείς «σοσιαλδημοκράτες», ήταν πώς θα αποφύγουν την κομματική και προσωπική εκλογική συντριβή. Δεν άργησαν να συνειδητοποιήσουν, ότι για να το πετύχουν, θα έπρεπε όχι απλώς να θυσιάσουν τα κομματικά τους «μαγαζάκια», αλλά να βρούν και μια νέα ιδεολογική φενάκη, μιας και η παλιά σοσιαλδημοκρατική τους «προβιά»  είχε γίνει κουρέλι.

Το να σχίσουν τις κομματικές τους ταυτότητες και να παραμερίσουν τις μέχρι πρότινος υπερφίαλες προσωπικές τους φιλοδοξίες ήταν αναπόφευκτο. Η πλειοψηφία από τα γκρουπούσκουλα και τις κατ’ ιδίαν «προσωπικότητες» δεν άργησαν να το κατανοήσουν.
Εκεί που δυσκολεύθηκαν περισσότερο φαίνεται πως ήταν η επιλογή της ιδεολογικο-πολιτικής δηθενιάς.
 Εκτιμώντας ορθά ότι εξ αιτίας της λιτότητας και των μνημονιακών αθλιοτήτων η εκλογική μάζα ριζοσπαστικοποιείται στρεφόμενη προς τα αριστερά, εφηύραν την «κεντροαριστερή» τιποτολογία. Μια έννοια κενή ουσιαστικού περιεχομένου, πέραν ίσως του τοπικού προσδιορισμού της θέσεως βουλευτικών εδράνων ανά τα βουλευτήρια της Ευρωπαϊκής ηπείρου.

 Άρχισαν λοιπόν να συνέρχονται, να συσκέπτονται και να ομιλούν για την «επανίδρυση της κεντροαριστεράς». Γρήγορα όμως κατάλαβαν ότι οι μεγαλεπήβολες παπαρολογίες τους δεν έπειθαν κανένα, διότι εκτός των άλλων τα αριστερόστροφα στελέχη χωρίς σκελετούς στο ντουλάπι και οι αντίστοιχοι ψηφοφόροι δεν είχαν καμιά διάθεση να ρισκάρουν σε αμφιβόλου ποιότητας μνημονιακούς σχηματισμούς. Εκτός του ότι ακόμη και στην υποκριτική χρήση του όρου αριστερά, έστω και εν συνθέσει με απολίτικα προσδιοριστικά στοιχεία, μεγάλη μερίδα των αναγκαίων συνδαιτυμόνων πάθαινε  ενός είδους πολιτική αλλεργία.

Έτσι το μεγαλύτερο ποσοστό των «επώνυμων» στελεχών με κύριο κορμό το εν πολλαίς αμαρτίαις περιπεσόν ΠΑΣΟΚ κατάφεραν να βολευθούν κάτω από την τετριμμένη ταμπέλα της «Δημοκρατικής Παράταξης», η οποία ιδεολογικά και πολιτικά δεν παραπέμπει πουθενά. 
Στην καλλίτερη δε περίπτωση αποτελεί μια ξεπερασμένη πολιτική «κουρελού» κάτω από την οποία μπορούν να κρυφθούν όπως-όπως η ανυπαρξία πολιτικής πλατφόρμας και στρατηγικής, τα λάθη και οι παραλήψεις, οι προσωπικές φιλοδοξίας και τα ενοχικά σύνδρομα των ετερόκλητων εταίρων.

Στερούμενοι δε και στοιχειώδους φαντασίας οι μικρού βεληνεκούς πρωτεργάτες της εν λόγω κίνησης υιοθέτησαν ακρίτως και τον διακριτικό τίτλο της ΕΛΙΑΣ. Τίτλο που δεν αποτελεί κάποιου είδους εννοιολογική ακροστιχίδα κατά τα ειωθότα, αλλά είναι μια δάνεια κενή περιεχομένου ξενόφερτη ονομασία, που ουδόλως συνδιαλέγεται με την ιδιοσυγκρασία του μέσου Έλληνα ψηφοφόρου και κυρίως ουδόλως απεικονίζει διαλεκτικά τις υποκειμενικές τάσεις των δεδομένων αντικειμενικών συνθηκών της παρούσης ιστορικής συγκυρίας.   

Είναι ηλίου φαεινότερο ότι αυτός ο σχηματισμός δεν αποτελεί ομοιογενή παράταξη, αλλά απλώς μια συγκυριακή συμπαράταξη ετερόκλητων φιλομνημονιακών στοιχείων, την ανάγκη φιλοτιμία ποιούμενων, για προφανείς λόγους πρόσκαιρης εκλογικής σκοπιμότητος. 
Και είναι ακόμη προφανέστερο ότι στις παρούσες συνθήκες η «δημοκρατία» είτε ως εσωκομματική οργανωτική διαχείριση είτε ως πολιτειακή δομή δεν αποτελεί το κυρίαρχο αίτημα των ψηφοφόρων, που θέτουν ευλόγως άλλου τύπου και επιπέδου υπαρξιακά ζητήματα στις επερχόμενες εκλογές.
Ζητήματα που αναφέρονται στην ατομική, οικογενειακή και εθνική τους επιβίωση. 

Ζητήματα που αναπότρεπτα παρά τις φιλότιμες προσπάθειες διαφόρων ευρωπαϊκών και εγχώριων κύκλων καθιστούν μη πειστικά έως φαιδρά τα εγχειρήματα κάλυψης του λεγόμενου «κενού» στο χώρο της κεντροαριστεράς.
Πρώτον γιατί ο όρος κεντροαριστερά είναι ο ίδιος ένα άχρηστο κέλυφος κενό ιδεολογίας και με πολλούς «σκελετούς στο ντουλάπι».
Δεύτερον διότι η αριστερά γενικώς δεν παρουσιάζει κανένα κενό βρίθουσα πέραν του ΣΥΡΙΖΑ από πολλές άλλες κομματικές συλλογικότητες και διαθέτουσα πληθώρα προσωπικοτήτων αμόλυντων πολιτικά, αν μη τι πλέον.
Τρίτον διότι το «Κέντρο» ως πολιτική πλατφόρμα και ως παράταξη απέθνηξε  ανεπιστρεπτί μετά τον αείμνηστο Ζίγδη και πολλώ μάλλον κανένα περιθώριο αναβίωσής της δεν δίνει η πόλωση που νομοτελειακά δημιουργούν η λιτότητα και οι αντικοινωνικές πολιτικές των μνημονίων.
Τέταρτον διότι τόσο τα κόμματα (ΠΑΣΟΚ,ΔΗΜΑΡ), που έχουν στηρίξει τις μνημονιακές πολιτικές, όσο και τα διάφορα στελέχη που εμφανίζονται να αναλαμβάνουν τις σχετικές πρωτοβουλίες, ακόμη και οι από δήθεν παρθενογένεση προκύπτοντες από το πουθενά εκλεκτοί γνωστών δημοσιογραφικών οργανισμών, είναι αδύνατον να κερδίσουν την εμπιστοσύνη των υποψιασμένων ψηφοφόρων.

Έχοντας βιώσει στο πετσί του επί πέντε χρόνια τα ψέματα και την κοινωνική αναλγησία των υποστηρικτών των μνημονίων, ο μέσος ψηφοφόρος στέκεται πλέον κριτικά και καχύποπτα απέναντι σε όψιμα συγκυριακά μορφώματα τύπου «ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΚΗΣ ΕΛΙΑΣ», «ΤΡΙΤΟΥ ΠΟΛΟΥ», «ΠΟΤΑΜΙΟΥ» και τα τοιαύτα. Ιδιαίτερα δε οι πρωταγωνιστές τους, οι πλείστοι των οποίων έχουν «λερωμένη τη φωλειά τους» είτε λόγω συμμετοχής σε μνημονιακές κυβερνήσεις, είτε λόγω τυχοδιωκτικών μετακινήσεων σε διάφορα κατά καιρούς κόμματα, είτε λόγω μακράς επαγγελματικής τους θητείας σε φιλομνημονιακά ΜΜΕ, αδυνατούν παντελώς να περιβληθούν την εικόνα του ανιδιοτελούς σωτήρα.

Αντίθετα στις περισσότερες των περιπτώσεων οι χαροκαμένοι ψηφοφόροι τους αντιλαμβάνονται ως πολιτικούς σαλτιμπάγκους, ένα νεοφανές είδος πολιτικού κάγκουρα, που διακρίνεται από ιδεολογική άνοια, πολιτική ασυνέπεια, ρητορική μπουρδολογία, απίθανη αναισχυντία και απέραντη ιδιοτέλεια.

Και σαν τέτοιους αναμφίβολα θα τους «τιμήσει» δεόντως στις επερχόμενες εκλογές, όπου προς μεγάλη λύπη του Ευρωπαϊκού Διευθυντηρίου, των ιθαγενών κυβερνητικών παρατρεχάμενων και των καθεστωτικών ΜΜΕ, το διακύβευμα σε όλη την Ευρώπη και εις τα καθ’ ημάς θα είναι ναι η όχι στη συνέχιση των μνημονιακών πολιτικών λιτότητας, οικονομικής εξαθλίωσης και εθνικής υποτέλειας…   

Κυριακή 22 Σεπτεμβρίου 2013

Συμπατριώτες της Γερμανίας σκεφθείτε τί θα ψηφίσετε..

Οι Γερμανικές εκλογές καλώς ή κακώς (κακώς) επηρεάζουν σοβαρά ολόκληρη την Ευρώπη.

Η θεσμική αλλοίωση της Ευρωπαϊκής Ενωσης και της Ευρωζώνης, η μεθοδική αποδυνάμωση των νότιων και περιφερειακών οικονομιών, η άλλοτε οικειοθελής και άλλοτε καταναγκαστική παραχώρηση μεγάλους μέρους της εθνικής κυριαρχίας των κρατών μελών σε μια αμφιβόλου ηθικής ποιότητας ευρωπαϊκή γραφειοκρατία, έδωσε τη δυνατότητα στη Γερμανίδα Καγκελάριο να αποκτήσει αυτοκρατορική ισχύ.
Ισχύ την οποία με την μέχρι τώρα πολιτεία της έχει αποδείξει ότι ή δεν θέλει, ή δεν μπορεί ή δεν γνωρίζει πώς πρέπει να την χρησιμοποιήσει για την βελτίωση της ζωής των Ευρωπαίων πολιτών.

Δέσμια σε μια στείρα νεοφιλελεύθερη αντίληψη, που θέτει σε πρώτη προτεραιότητα την διάσωση των τραπεζών και την κερδοφορία μεγάλων πολυεθνικών, έχει αποδειχθεί ικανή να μετέλθει οποιουδήποτε μέσου, ακόμη και αν οδηγεί σε ανθρωπιστική καταστροφή εκατομμύρια Ευρωπαίους.
Το χειρότερο από όλα είναι ότι φαίνεται να αγνοεί πως οι επί μέρους εθνικές οικονομίες των χωρών της Ευρωπαϊκής ηπείρου είναι συγκοινωνούντα δοχεία και ότι δεν ειναι δυνατόν να καταστραφούν οικονομικά οι υπόλοιπες χώρες και να διασωθεί μόνη η Γερμανία.
Είτε από άγνοια, είτε από νοητική ανεπάρκεια, είτε από άλλους σκοτεινούς και ανομολόγητους λόγους, η Γερμανίδα Καγκελάριος εμμένει φανατικά σε μια κακώς εννοούμενη δημοσιονομική πειθαρχία εξαρτημένη απολύτως από πολιτικές σκληρής λιτότητας, που έχει ως αποτέλεσμα την καταστροφή των παραγωγικών δομών στην πλειοψηφία των ευρωπαϊκών κρατών.

Και ενώ όλοι οι οικονομικοί δείκτες καταδεικνύουν την αποτυχία αυτού του μοντέλου, σε σημείο που πλέον ανησυχεί σοβαρά ολόκληρος ο πλανήτης για τις δυσμενείς επιπτώσεις του στην παγκόσμια οικονομία, το επιτελείο της καγκελαρίου αρνείται πεισματικά να παραδεχθεί τα λάθη του και να αλλάξει, να βελτιώσει έστω, την τακτική του.
Ο αντίκτυπος αυτής της ολέθριας οικονομικής πολιτικής έχει ήδη σοβαρό υφεσιακό αντίκτυπο στην Γερμανική οικονομία του θηριώδους εξωτερικού χρέους, αλλά το επιτελείο της κας Μέρκελ επιμένει να κρύβει το πρόβλημα κάτω από το χαλί.

Η αλήθεια είναι ότι χωρίς τη διαφορά επιτοκίων η Γερμανία θα είχε καταρρεύσει πρίν από οποιαδήποτε άλλη Ευρωπαϊκή χώρα.
Όμως οι Γερμανοί πολιτικοί αποκρύπτουν την αλήθεια από το γερμανικό λαό και επιτρέπουν στην Καγκελάριο να θέτει τη χώρα σε τεράστια οικονομική διακινδύνευση έχοντας μετατρέψει τη Γερμανία από παραγωγική-αναπτυξιακή ατμομηχανή της Ευρώπης σε μία υφεσιακή χώρα τοκογλύφο.
Αν αυτή η πολιτική συνεχισθεί, είναι βέβαιο ότι πολύ σύντομα η δομική κρίση της Ευρωπαϊκής οικονομίας, αλλά και  της ίδιας της Γερμανίας θα καταντήσει μη αναστρέψιμη με καταστροφικές όχι μόνο οικονομικές, αλλά και κοινωνικές συνέπειες για όλους τους λαούς.

Χωρίς πρωτογενή τομέα, βιομηχανική, αγροτική παραγωγή, καμία εθνική οικονομία δεν μπορεί να επιβιώσει με χρηματοοικονομικά προϊόντα και τοκογλυφία.

 Γιατί η τοκογλυφία μπορεί πρόσκαιρα να βουλώσει κεντρικά ελλείμματα, να εξασφαλίσει μπόνους για τους τραπεζίτες και χορηγίες για τα πολιτικά κόμματα, αλλά δεν μπορεί να δημιουργήσει θέσεις εργασίας, να προσφέρει ικανοποιητικούς μισθούς, να τονώσει την ζήτηση, να φέρει ανάπτυξη, να προσφέρει μακροπρόθεσμη οικονομική πρόοδο και κοινωνική ευημερία.

Αυτά όλα είναι γνωστά στις πολιτικές ηγεσίες της ΕΕ, αλλά δυστυχώς φαίνεται να είναι εγκλωβισμένες σε μια αρρωστημένη λογική συντήρησης της εξουσίας τους και σπατάλης πολιτικού χρόνου. 
Την ίδια στιγμή μια διαστροφική Ευρωπαϊκή γραφειοκρατία είναι ικανή να κάνει τα πάντα προκειμένου να διατηρήσει τις παχυλές αποδοχές της και τα υπόλοιπα προνόμιά της, αδιαφορώντας για την ανθρωπιστική καταστροφή, που συντελείται ήδη σε τεράστιες μάζες  Ευρωπαϊκών πληθυσμών.

Αυτό σημαίνει ότι δυστυχώς η σωτηρία της Ευρώπης επαφίεται για άλλη μια φορά στους πολίτες της.
Μ αυτήν την έννοια οι Γερμανικές εκλογές, εξ αιτίας του μεγάλου ειδικού βάρους της Γερμανίας στη διαμόρφωση του Ευρωπαϊκού μέλλοντος έχουν καθοριστική σημασία.
Η αλήθεια είναι ότι η ψήφος του Γερμανού ψηφοφόρου θα καθορίσει σε μεγάλο βαθμό, αν το Ευρωπαϊκό σκάφος θα αλλάξει πορεία την ύστατη αυτή ώρα, η αν θα συνεχίσει την ανόητη πλεύση του, που θα το οδηγήσει με ορατή πλέον μαθηματική ακρίβεια σε ένα άνευ προηγουμένου βιβλικών διαστάσεων οικονομικό και κοινωνικό ναυάγιο.

Δεν είναι καθόλου βέβαιο κατά πόσον ο μέσος Γερμανός ψηφοφόρος έχει κατανοήσει την κρισιμότητα της υπόθεσης.

Γι αυτό ο ρόλος των Ελλήνων ομογενών, που έχουν καλλίτερη πληροφόρηση για τις καταστροφικές συνέπειες των νεοφιλελεύθερων συνταγών της Καγκελαρίου, γίνεται περισσότερο σημαντικός.
Όσοι Έλληνες της Γερμανίας διαθέτουν δικαίωμα ψήφου, θα πρέπει να το χρησιμοποιήσουν σωστά προκειμένου όχι απλώς να προσφέρουν το λιθαράκι τους στην πανεθνική προσπάθεια σωτηρίας της πατρίδας.
Αλλά και για να κάνουν το καθήκον τους για τη εξασφάλιση του Ευρωπαϊκού μέλλοντος.
Του μέλλοντος της ίδιας της Γερμανίας,
Σε τελική ανάλυση του μέλλοντος του δικού τους και των παιδιών τους...

  

Τρίτη 3 Σεπτεμβρίου 2013

ΤΡΑΠΕΖΕΣ: Μην τα σκαλίζεις γιατί βρωμάνε…




Την περασμένη βδομάδα, εντυπωσιασμένος από τις ανακοινώσεις κερδών των κατ’ ουσίαν ευρισκομένων σε «κώμα» Ελληνικών τραπεζών, έγραψα ένα σχόλιο στο Τουήτερ, που βρήκε αρκετούς θιασώτες:

«Η Εθνική Τράπεζα έχει πάρει ένα σκασμό ανακεφαλαίωση, αλλά έχει κέρδη300+δις. Δεν καταλαβαίνεις πώς γίνεται? Δεν πειράζει. Αρκεί που πληρώνεις...».


Η αλήθεια είναι ότι ο «δαίμων» του τουήτερ παρεισέφρησε στο εν λόγω σχόλιο, αφού τα κέρδη της τράπεζας δεν ήταν 300+δις, αλλά προφανώς 300+εκ. Πέρα όμως από αυτή την εξόφθαλμη παραδρομή, η ουσία του σχολίου παρέμεινε αναλλοίωτη.

Εκφράζει  την απορία, την αγωνία, την αγανάκτηση, αν θέλετε, του μέσου πολίτη, ο οποίος έχοντας γονατίσει από τα φορολογικά βάρη και την διαιωνιζόμενη ύφεση, εισπράττει ως κοροϊδία την κερδοφορία επιχειρήσεων, οι οποίες έχουν το κύριο μερίδιο ευθύνης για τα δεινά του.
Διότι παρά τις φιλότιμες προσπάθειες της Ευρωζωνικής γραφειοκρατίας, της Ελληνικής Κυβέρνησης και των μιντιακών παπαγαλείων, ο μέσος πολίτης έχει πλέον συνειδητοποιήσει πλήρως, ότι το δημόσιο χρέος της χώρας εκτινάχθηκε στα 320 δις εξ αιτίας της απορρόφησης των τραπεζικών, τουτέστιν ιδιωτικών χρεών. Γνωρίζει δηλαδή ότι χάριν της σωτηρίας ελληνικών και κυρίως ευρωπαϊκών  (και δη Γερμανικών τραπεζών), η χώρα μεταβλήθηκε σε μια αποικία χρέους. ΄
Ότι  ο ίδιος, τα παιδιά, τα εγγόνια του και τίς οίδε πόσες άλλες γενιές προδιαγράφηκε να ζήσουν στη μιζέρια και τη εξαθλίωση.


Όταν λοιπόν οι κοινές επιχειρήσεις, κλείνουν η μία μετά την άλλη, Δημόσιοι οργανισμοί, νοσοκομεία, πανεπιστήμια και σχολεία καταργούνται.

Όταν νησιά, παραλίες, λιμάνια, αεροδρόμια, δημόσια ακίνητα, ορυκτός πλούτος, κοιτάσματα υδρογονανθράκων, πόσιμο νερό και οτιδήποτε άλλο βγαίνει  στο παζάρι.

Όταν όλα αυτά τα δεινά επισωρεύονται στη δυστυχισμένη χώρα για την εξυπηρέτηση ενός επονείδιστου  χρέους σωτηρίας των Τραπεζών.

Όταν ένα μήνα νωρίτερα έχει αρχίσει το «μασάζ» στην κοινή γνώμη για την αναγκαιότητα άρσης της απαγόρευσης επίσπευσης πλειστηριασμών πρώτης κατοικίας και πάλι με την κυνική δικαιολογία ότι είναι μέτρο απαραίτητο για την διάσωση  του τραπεζικού συστήματος.

Ε, λοιπόν τότε είναι απολύτως φυσικό, να εισπράττει τουλάχιστον ως πρόκληση ο φορολογούμενος αυτές τις μυστηριώδεις ανακοινώσεις κερδοφορίας.


Τουλάχιστον δε, στοιχειώδης λογική υπαγορεύει, ότι όταν ο πολίτης καλείται να πληρώσει δυσβάστακτους φόρους  και ως εκ τούτου δυστυχεί, δεν είναι δυνατόν να συνεχίζει να ευημερεί οικονομικά ο κύριος υπαίτιος της οικονομικής εξαθλίωσης της χώρας.

Και μάλιστα όταν ο πολίτης ματώνει κυριολεκτικά και βογγάει πληρώνοντας από το υστέρημα του, ευλόγως αναμένει ότι τουλάχιστον τα όποια κέρδη των αμαρτωλών τραπεζών θα πρέπει να πηγαίνουν κατ’ ευθείαν στα δημόσια ταμεία.
Προσδοκία, την οποία, όπως κατέδειξε το επίμαχο σχόλιό μου στο τουήτερ, έχουν αφελώς  ακόμη και οι φανατικοί υποστηρικτές της μνημονιακής πολιτικής.
Διότι  τέσσερεις  μέρες μετά την δημοσίευσή του παραπάνω σχολίου μου ένας τέτοιος οπαδός με επέπληξε, επισημαίνοντάς μου ότι το 90% της Εθνικής Τράπεζας ανήκει στο Δημόσιο και ότι επομένως τα ανάλογα κέρδη πάνε στο Κράτος.


Είναι όμως πράγματι έτσι? Για να δούμε ποιά είναι η πραγματικότητα.


Αυτό που είναι γνωστό τοις πάσι είναι ότι το Ελληνικό Δημόσιο, προκειμένου να σωθούν οι Ελληνικές Τράπεζες και συνακόλουθα οι Γερμανικές υποχρεώθηκε να φορτώσει στο δημόσιο χρέος ένα υπέρογκο ποσό 150δις και πλέον, το μέγιστο μέρος του οποίου  χορηγήθηκε στις τράπεζες, οι οποίες εξ αιτίας της εμπλοκής τους στην παγκόσμια χρηματοπιστωτική φούσκα είχαν φθάσει στα όρια της πτώχευσης.

Έτσι ένα τεράστιο ιδιωτικό, τραπεζικό χρέος μετατράπηκε τεχνηέντως σε δημόσιο και αντί , ως έδει, να πτωχεύσουν οι τράπεζες , επτώχευσε κατ’ ουσίαν το Κράτος. Διότι τι άλλο από πτώχευση σημαίνει η παράδοση της διακυβέρνησης στους δανειστές και κυρίως η συγκέντρωση όλου του εθνικού πλούτου εν είδει πτωχευτικής περιουσίας στο ΤΑΙΠΕΔ, φορέα με αρμοδιότητες ταυτόσημες  με ενός συνδίκου πτωχεύσεως.


Αντί δε να χάσουν τις θέσεις τους και να υποστούν τις δέουσες ποινικές και αστικές συνέπειες τα αποτυχημένα στελέχη των τραπεζών, τουναντίον  δεινοπαθεί ένας ολόκληρος λαός.

Πτωχεύουν μέχρι πρό τινος υγιείς επιχειρήσεις και σύρονται  στις φυλακές καθ’ όλα αξιοπρεπείς επιχειρηματίες. Εκατομμύρια άνθρωποι μένουν άνεργοι από τη μια μέρα στην άλλη και εκατοντάδες χιλιάδες νοικοκυριά διαλύονται  υπό την πίεση της οικονομικής ανέχειας. Μικρομεσαίοι, ελεύθεροι επαγγελματίες βρίσκονται με μηδενικά εισοδήματα και αντιμέτωποι με θηριώδη χρέη, που απειλούν να τους κατασπαράξουν. Αντίστοιχα μισθωτοί και συνταξιούχοι υφίστανται πρωτοφανείς περικοπές και ήδη εισέρχονται  στη «σήραγγα του τρόμου». Στο Γολγοθά απώλειας του σπιτιού της.
Και ενώ η χώρα ολόκληρη πάσχει του «λιναριού τα πάθη», τα γκόλντεν μπόις παραμένουν στο απυρόβλητο, απολαμβάνουν ασυλίας και παχυλών μισθών και έχουν το θράσος να μιλούν για κέρδη, για τα οποία δεν αποκλείεται να ζητούν και μπόνους…

Ας δούμε όμως τώρα τι γίνονται αυτά τα κέρδη. Ενισχύουν άραγε τον δημόσιο κορβανά, όπως κουτοπόνηρα αφήνουν να εννοηθεί οι οικονομικοί κύκλοι και οι εξωνημένοι «παπαγάλοι» τους και όπως ανοήτως βαυκαλίζονται οι φιλομνημονιακοί οπαδοί τους;

Δυστυχώς όχι.

Η αλήθεια είναι ότι έναντι των υπέρογκων ποσών ανακεφαλαιοποίησης οι  τράπεζες εξέδωσαν αντίστοιχες προνομιούχες (όπως στην περίπτωση της Εθνικής) ή κοινές (όπως στην περίπτωση της ΑΛΦΑ ) μετοχές.

Ενώ όμως τα χρήματα δόθηκαν από το κράτος επιβαρύνοντας τον Έλληνα φορολογούμενο, οι σχετικές μετοχές δεν έφθασαν ποτέ στη κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου.

Κατέληξαν στο περιβόητο Ταμείο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας HFSF (νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου), το οποίο είναι πλέον ο μέτοχος των τραπεζών (καθόσον αφορά στην ΕΘΝΙΚΗ 84,4%) και όχι το ίδιο το Ελληνικό Δημόσιο.

Αυτό έχει σαν συνέπεια τα όποια διανεμόμενα τραπεζικά κέρδη, οψέποτε αυτά διανεμηθούν,να κατευθύνονται στο ιδιωτικού δικαίου Ταμείο και όχι στα κρατικά ταμεία.


Και ας μη σπεύσουν οι καλοθελητές να επισημάνουν ότι με βάση τον ιδρυτικό νόμο του Ταμείου (N. 3864/2010 ΦΕΚ Α 21.7.2010) τα κέρδη του Ταμείου πηγαίνουν στο Δημόσιο.

Διότι απλούστατα, όπως ο καθένας μπορεί να διαβάσει  στην ετήσια έκθεσή του Ταμείου για τη χρήση από 1/1/2012 έως 31/12/2012, που δημοσιεύθηκε μόλις τον Αύγουστο του 2013, το Ταμείο όχι απλώς δεν έχει κέρδη, αλλά αντίθετα έχει ζημιές του ύψους (κρατηθείτε) των 5.670.645.476 ευρώ (το ξαναδιευκρινίζω, ζημιές 5,68 δις ευρώ).

Όπερ σημαίνει ότι το μαγικό αυτό Ταμείο όχι απλώς είναι ικανό να εξαφανίσει τα υποτιθέμενα κέρδη των τραπεζών στην σκοτεινή διαδρομή τους από τις τράπεζες προς τα κρατικά ταμεία, αλλά κατόρθωσε όπως το ίδιο γράφει στην προαναφερθείσα έκθεση κάτι ακόμη εκπληκτικότερο.

Κατάφερε μέσα στη χρήση του 2012 να μειώσει τα ίδια κεφάλαιά του, τουτέστι τα κρατικά λεφτουδάκια μας,  κατά 5,5 ολόκληρα δις (ήτοι 13,4% μέσα σε μία και μόνη χρήση).


Αυτό είναι το οικονομικό success story της Κυβέρνησης. Τα «επιτεύγματα» των τεχνοκρατών του οικονομικού επιτελείου. Η μαγεία των μεθοδεύσεων, που επινοούν ξένοι δανειστές και εγχώριοι «σωτήρες». Για να εξανεμίσουν τους εθνικούς πόρους, να εξαθλιώσουν τον πληθυσμό της χώρας και να παραδώσουν τον εθνικό πλούτο, αλλά και το σύνολο της δημόσιας και ιδιωτικής ιδιοκτησίας σε σκοτεινούς, κατά βάση εξωχώριους  κερδοσκοπικούς κύκλους.

Και το τραγικό είναι ότι έχουν το θράσος να μας αντιμετωπίζουν σα χαχόλους.

Και αν κάποια στιγμή αναρωτηθούμε τι σόι κέρδη είναι αυτά των τραπεζών και πού στην ευχή κατευθύνονται, ούτε λίγο ούτε πολύ εισπράττουμε απαντήσεις του τύπου:

-Σκάσε και πλήρωνε.

Αιδώς Μεσσήνιοι…