Παρασκευή 6 Ιουνίου 2014

Μετά το «έλα να δείς» των ευρωεκλογών ο σώσων εαυτόν σωθείτω…


Δημοσίως το «μήνυμα» των ευρωεκλογών ερμηνεύθηκε από την πλειοψηφία των κομμάτων με βολονταριστικά μάλλον παρά ρεαλιστικά κριτήρια.
Ιδίως τα συγκυβερνώντα κόμματα παρουσίασαν ερμηνείες βολικές στην προειλημμένη απόφασή τους να παραμείνουν γαντζωμένα στην εξουσία ανεξαρτήτως εκλογικού αποτελέσματος. Αποτελέσματος που ούτως ή άλλως προβλεπόταν ότι θα είναι αρνητικό και αποδοκιμαστικό για την ΝΔ και τον κυβερνητικό συνέταιρο της.

Οι δημοσιοποιήσιμες λοιπόν ερμηνείες είχαν εκ των προτέρων επινοηθεί με στόχο τη διαχείριση της εκλογικής ήττας και όχι την συναγωγή συμπερασμάτων χρήσιμων για περαιτέρω διακυβέρνηση. 
Έτσι κι αλλιώς τα δύο αυτά κόμματα έχουν απαλλαγεί προ πολλού από το βάρος της παραγωγής κυβερνητικής πολιτικής. Αυτή παράγεται αποκλειστικά από την Τρόικα και οι συγκυβερνώσες δυνάμεις περιορίζονται μόνο στην κατά γράμμα εφαρμογή και κυρίως στην επίλυση του διαρκούς προβλήματος παραμονής τους στην εξουσία. Προβλήματος που προϊόντος του χρόνου και επιδεινουμένης  της οικονομικής κατάστασης της χώρας καθίσταται όλο και περισσότερο δυσεπίλυτο.

Ανάλογη ερμηνευτική τακτική υιοθέτησαν όμως και οι πλείστες των παρατάξεων της αντιπολίτευσης, για τις οποίες η κάλπη δεν υπήρξε επίσης ιδιαίτερα επιδοκιμαστική.
Έτσι η Πασοκοελιά ως κυβερνών ΠΑΣΟΚ ανάσανε με ανακούφιση διότι δήθεν επιδοκιμάσθηκε η επιλογή συμμετοχής στην κυβέρνηση, αλλά και ως ΕΛΙΑ έλαβε εντολή να ηγηθεί πρωτοβουλίας ενώσεως της κεντροαριστεράς.
Αστεία πράγματα; Αντιθέτως. Εξαιρετικά ενδεικτικά του τρόπου που το απαξιωμένο πολιτικό προσωπικό της χώρας αρνείται πεισματικά να συνταξιοδοτηθεί.

Το ότι όμως όλοι αυτοί οι θνήσκοντες πολιτικοί σχηματισμοί προσπαθούν να σερβίρουν φαιδρές ερμηνείες του εκλογικού αποτελέσματος, δε σημαίνει διόλου ότι οι ίδιοι δεν έχουν ορθά κατανοήσει το πραγματικό μήνυμα της κάλπης.
Γι αυτό σε όλες σχεδόν της περιπτώσεις κομμάτων και προσώπων άλλη είναι η επικοινωνιακή ρητορική και άλλη πρακτικά η αναπτυσσόμενη κινητικότητα.
Έτσι παρά τις δηλώσεις ικανοποίησης της κυβερνητικής συμμαχίας, από την επομένη των εκλογών τα δύο κυβερνητικά κόμματα και οι αρχηγοί τους κάνουν χαρακτηριστικές κινήσεις αυτοσυντήρησης. Κινήσεις που σηματοδοτούν την διάσταση παρά την συνοχή της κυβερνητικής συμμαχίας.

Ο μεν κ Σαμαράς αντιλαμβάνεται με ρεαλισμό ότι η παραμονή του στο πολιτικό προσκήνιο είναι άρρηκτα εξαρτώμενη από τη διατήρηση της παρούσας κυβέρνησης.
Αναζητά λοιπόν σωσίβιο στον ανασχηματισμό ευελπιστώντας να προσελκύσει κάποιους ανεξάρτητους θεσιθήρες και να πετύχει έτσι μια παράταση ζωής στηριγμένη σε μια περιστασιακή κοινοβουλευτική συνάθροιση επαγγελματιών βουλευτών.

Στον αντίποδα ο κ Βενιζέλος ευελπιστεί να δημιουργήσει της προϋποθέσεις ώστε να διασωθεί προσωπικά μετά την αναπότρεπτη πτώση της παρούσας κυβέρνησης.
Τη βάση για το φιλόδοξο αυτό προσωπικό στοίχημα την έχει βάλει με τη επινόηση της ΕΛΙΑΣ.
Το εγχείρημα της ΕΛΙΑΣ υπήρξε ένα καινοφανές πολιτικό υβρίδιο χαμαιλεοντικού τύπου.
Γέννημα της ανάγκης μιάς μερίδας πολιτικών προσώπων να διασώσουν εαυτούς την ώρα, που το ΠΑΣΟΚ χρεωκοπημένο πολιτικά και κυριολεκτικά δεν είχε καμιά απολύτως ελπίδα σωτηρίας, καθώς και μιάς άλλης ομάδας που συμμετείχε σε μια δεξιά κυβέρνηση με ορατή ημερομηνία λήξεως.
Μετά το αποτέλεσμα των εκλογών όλοι αυτοί, όπως και οι ετερόκλητες προσωπικότητες της ΔΗΜΑΡ έχουν πλήρη συνείδηση της νομοτελειακής επικράτησης του ΣΥΡΙΖΑ.
Έτσι την ανάγκη φιλοτιμία ποιούμενοι είναι αναγκασμένοι να αναζητήσουν διαύλους επικοινωνίας με την Κουμουνδούρου και να διαχειρισθούν επικοινωνιακά την αυτοσυντηρητική στροφή τους προς τ’ αριστερά, παρότι μέχρι χθες στήριζαν με την συμμετοχή ή την ανοχή τους μια δεξιά κυβέρνηση.

Δεν λείπουν βεβαίως κάποιοι, που είτε αδυνατούν να συλλάβουν την ένταση της ραγδαίας μεταβολής των υποκειμενικών συνθηκών σε εθνικό και ευρωπαϊκό επίπεδο, είτε η αντισοσιαλιστική τους ιδεοληψία τους εμποδίζει να αποδεχθούν οποιαδήποτε σκέψη αριστεράς στροφής.
Όμως στην συντριπτική τους πλειοψηφία όλοι τους αντιλαμβάνονται πλήρως την ακαταγώνιστη δύναμη του ριζοσπαστικού ρεύματος, που διατρέχει την κοινωνία και αναζητούν εναγωνίως τον βέλτιστο τρόπο αλλαγής της δημόσιας εικόνας τους και δημιουργίας προϋποθέσεων στέγασης στο νέο αριστερό σχήμα διακυβέρνησης, που είναι προ των πυλών της εξουσίας.

Έτσι το μετεκλογικό τοπίο φαίνεται μεν να παρουσιάζει μια ρευστότητα και μια κινητικότητα, η οποία όμως είναι μάλλον επίπλαστη και πάντως απολύτως ευδιάκριτη σε σχέση με την κατηγοριοποίηση πολιτικών κομμάτων και προσώπων.
Η πρώτη κατηγορία είναι κόμματα και πρόσωπα, που έχουν συνδέσει απόλυτα την ύπαρξή τους στο άρμα της θητείας της παρούσας κυβέρνησης. Σ’ αυτήν την κατηγορία ανήκουν τα συγκυβερνώντα κόμματα ΠΑΣΟΚ,ΝΔ και τα πλείστα των στελεχών τους, ιδίως όσα έχουν θητεύσει σε κυβερνητικές θέσεις. 
Εδώ εντάσσονται και πολιτικοί, οι οποίοι ελπίζουν σε μια έστω και μικρής διάρκειας κυβερνητική αξιοποίηση και ως εκ τούτου παραμένουν αναφανδόν υπέρμαχοι του κυβερνητικού έργου. 
Η επίτευξη εκλογής νέου Προέδρου Δημοκρατίας από την παρούσα Βουλή αποτελεί γι αυτούς μόνη ελπίδα σωτηρίας.
Στη δεύτερη κατηγορία είναι πολιτικοί, που επιδιώκουν να αξιοποιήσουν μέχρι τελευταία στιγμή την συμμετοχή τους σ’ αυτήν την κυβέρνηση, αλλά συγχρόνως να διατηρήσουν τη δυνατότητα πολιτικής επιβίωσης μετά την επερχόμενη πτώση της. Σ’ αυτή την κατηγορία ανήκει ο κ. Βενιζέλος και μια πλειάδα στελεχών του ΠΑΣΟΚ, που ευελπιστούν ότι μια ενδεχόμενη ισχνή πρωτιά του ΣΥΡΙΖΑ θα τον αναγκάσει να καταφύγει σε ετερόκλητο κυβερνητικό σχήμα «προσωπικοτήτων». Αυτήν δε την σκοπιμότητα εξυπηρετεί και η περιστασιακή δημιουργία της ΕΛΙΑΣ.

Στο ίδιο σκεπτικό κινούνται και όλοι οι υπόλοιποι σχηματισμοί της λεγόμενης «κεντροαριστεράς». 
Παλιοί, απαξιωμένοι από την πρόσφατη εκλογική αναμέτρηση (ΔΗΜΑΡ), καθώς και νεότευκτοι (ΠΟΤΑΜΙ-ΕΛΙΑ) ή υπό σύσταση (Κίνηση Λυκούδη), όλοι ένα μόνο στόχο έχουν. Να εγκλωβίσουν ένα ποσοστό ψηφοφόρων άνω του 3%, που θα τους δώσει την δυνατότητα να διαπραγματευθούν κάποιο μερίδιο στην επόμενη κυβέρνηση.

Παρόμοια όλοι πλέον οι πολιτικοί αυτού του παραδοσιακά  τυχοδιωκτικού χώρου της άλλοτε ψευδεπίγραφης σοσιαλδημοκρατίας και νυν ψευδώνυμης κεντροαριστεράς, έχουν αποδυθεί σ’ ένα αγώνα προσωπικής πολιτικής στρατηγικής.
Το αποτέλεσμα των ευρωεκλογών, αλλά κυρίως η επιτάχυνση των πολιτικών εξελίξεων που αυτό επέφερε, τους αναγκάζει να υποσκελίσουν κάθε ηθικό ή «ιδεολογικό» φραγμό και να αναζητήσουν όσον τάχιστα πολιτικό σωσίβιο.
Έτσι άλλοι εγκαταλείπουν όπως όπως τα κόμματα όπου στεγάζονταν μέχρι τις εκλογές, άλλοι σπεύδουν να κάνουν τις μεταγραφές τους, ενώ δεν λείπουν κι αυτοί που παραμένουν στα κόμματά τους κι επιχειρούν να τα στρέψουν προς την κατεύθυνση του νέου αριστερού  «ανέμου» που πνέει στο εκλογικό σώμα.
Ο σώζων εαυτόν σωθείτω, είναι με δυο λόγια η κατάσταση που θα επικρατήσει στο μεσοδιάστημα μέχρι τις βουλευτικές εκλογές.

Ευνόητη λοιπόν είναι η στάση όλων αυτών και απολύτως κατανοητή η φαιδρή εικόνα, που παρουσιάζει ο χώρος της λεγόμενης «κεντροαριστεράς».
Το πιο ενδιαφέρον ζήτημα όμως είναι, πόσο εύπιστος θα φανεί αυτή τη φορά ο μέσος ψηφοφόρος.
Γιατί αυτός ήταν με την ψήφο του στις ευρωεκλογές, που έδωσε το εναρκτήριο λάκτισμα των πολιτικών εξελίξεων και αυτός θα είναι εκείνος, που θα ελέγξει και θα κατευθύνει την περαιτέρω πορεία των πραγμάτων.
Ο ξένος παράγων και η διακαής επιθυμία του να συντηρήσει στην εξουσία τον παρόντα κυβερνητικό σχηματισμό είναι δεδομένη. Η «καλή διάθεση» των ΜΜΕ να στηρίξουν αυτό το «εθνοσωτήριο» στόχο επίσης πρέπει να θεωρείται υπαρκτή.

Ο μόνος που μπορεί να κάνει τη διαφορά είναι η κοινή γνώμη. Ούτε ο ΣΥΡΙΖΑ, ούτε οι ΑΝΕΛ, ούτε πολλώ μάλλον οι ηγετικές τους ομάδες.
Όσο πιο έντονη καταγραφεί η αποδοκιμασία των ψηφοφόρων στην εφαρμογή των μνημονιακών μέτρων, τόσο πιο ισχυρή θα είναι η πίεση αλλαγής προς όλους τους αναγκαίους αποδέκτες.

Μια αναμφισβήτητη αποδοκιμασία της συγκυβέρνησης με αντίστοιχη συσπείρωση γύρω από σαφώς αντιμνημονιακά κόμματα της αντιπολίτευσης είναι ο μόνος ασφαλής τρόπος αποτροπής της συνέχισης αυτής της αντιλαϊκής διακυβέρνησης.
Ο μόνος τρόπος που θα οδηγήσει:
 Αμφιταλαντευόμενα πολιτικά μορφώματα και πρόσωπα να συστοιχηθούν  με την αξιωματική αντιπολίτευση.
Καθεστωτικά ΜΜΕ να γείρουν προς την πλευρά του προβλεπόμενου νέου κυβερνητικού πόλου.
Και τέλος το Ευρωπαϊκό  πολιτικό και οικονομικό Διευθυντήριο να συμβιβασθεί στην ιδέα μιας άλλης διακυβέρνησης με λιγότερα κέρδη για τις τράπεζες και τους δανειστές, πιο συμφέρουσες προοπτικές για τη χώρα και πιο ανθρώπινες συνθήκες για τους κατοίκους της.

Τόσο απλά είναι τα πράγματα. Χωρίς αυτό να σημαίνει ότι είναι αυτονόητα για το σύνολο του χειμαζόμενου Ελληνικού λαού ή ότι από μόνη της η επιδείνωση των οικονομικών συνθηκών θα είναι αρκετή για την αλλαγή της διακυβέρνησης προς προοδευτική κατεύθυνση.
Βεβαίως νομοτελειακά οι οικονομικές συνθήκες επηρεάζουν  το σκεπτικό και θυμικό των ανθρώπων δημιουργώντας ανάλογες υποκειμενικές συνθήκες.
Όμως εκεί σπουδαίος αρχίζει ο ρόλος της πολιτικής προσωπικότητας, ο ρόλος των κομμάτων, που καλούνται να αξιοποιήσουν τις ιστορικές αντιθέσεις προς την κατεύθυνση των στρατηγικών τους στόχων.
Ο βαθμός επιτυχίας των αντιμνημονιακών κομμάτων στην δημοσιοποίηση των θέσεων και των προγραμμάτων τους θα έχει καθοριστική σημασία.


Ο νοών νοείτω και ο έχων ώτα  ακούειν ακουέτω… 

Πέμπτη 29 Μαΐου 2014

Η Ευρώπη βγήκε από σταυροδρόμι και μπήκε σε μονόδρομο...



Το αποτέλεσμα της κάλπης ήταν ένα ηχηρό χαστούκι στην Γερμανίδα Καγκελάριο και τις ανά την Ευρώπη φιλογερμανικές κυβερνήσεις.
Οχι μόνο στις χώρες του Μεσογειακού νότου, αλλά και στις υποτιθέμενες ευημερούσες χώρες της κεντρικής και βόρειας Ευρώπης, οι Ευρωπαίοι πολίτες αποδοκίμασαν έντονα τη γερμανική πολιτική, η οποία μετά από πέντε χρόνια «δημοσιονομικής προσαρμογής» συνεχίζει να βυθίζει την γηραιά ήπειρο όλο και πιο βαθιά στο τέλμα της ύφεσης και της φτώχειας.

Παρά ταύτα η αίσθηση, που αποκομίζουν οι ψηφοφόροι είναι ότι κανένα χαστούκι, όσο ισχυρό και αν είναι δεν γίνεται εισακουστό από «κουφούς» κυβερνήτες, ούτε αισθητό σε αναίσθητους πολιτικούς.
Μετά το πρώτο μούδιασμα της Γερμανικής Κυβέρνησης και του Ευρωπαϊκού Διευθυντηρίου που την διακονεί, οι συντηρητικές ευρωπαϊκές κυβερνήσεις και ιδίως τα απανταχού της Ευρώπης καθεστωτικά ΜΜΕ ανέλαβαν την συνήθη αποστολή να πείσουν την κοινή γνώμη, ότι η κάλπη αποτελεί περίπου μια φωτογραφία των τάσεων της συγκεκριμένης χρονικής στιγμής και στην πραγματικότητα η διαρκής επιθυμία των Ευρωπαϊκών λαών είναι η κιμαδοποίησή τους στο βωμό της σωτηρίας της Ευρωζώνης, του ευρώ και πρωτίστως της καταρρέουσας Γερμανικής οικονομίας.

Τι κι αν σε όλα σχεδόν τα κράτη ο λεγόμενος ευρωσκεπτικισμός έχει αυξήσει εντυπωσιακά τις δυνάμεις του.
Τι κι αν τα φίλα προς την Γερμανική επικυριαρχία κόμματα εισέπραξαν ιστορική συρρίκνωση των ποσοστών τους.
Τι κι αν η ακροδεξιά απέκτησε πλέον οντότητα και κυρίως ισχυρή αντιπροσώπευση στο Ευρωκοινοβούλιο.
Λίγες μόνον ώρες μετά την γνωστοποίηση των αποτελεσμάτων η Γερμανική Καγκελαρία και οι υπάλληλοί της στις Βρυξέλλες εμφανίζονται αδιάλλακτοι σε σχέση με τους βασικούς άξονες μιας πολιτικής, την οποία άμεσα ή έμμεσα στη συντριπτική τους πλειοψηφία αποδοκίμασαν έντονα οι Ευρωπαίοι ψηφοφόροι.

Χαρακτηριστικό ομοίωμα αυτής της Γερμανικής «ξεροκεφαλιάς» αποτελεί και η συμπεριφορά των καθ’ ημάς κυβερνητικών εταίρων.
Ο Ελληνικός λαός στην κυριολεξία τους «έφτυσε» και αυτοί παριστάνουν ότι πρόκειται για ράντισμα με ροδόνερο.
Διότι δεν είναι απλώς το μαθηματικό αποτέλεσμα όπου πάνω από 55% των ψηφοφόρων προτίμησε κόμματα, που είχαν απερίφραστα δηλώσει πολέμια στα μνημόνια και στις απορρέουσες από αυτά πολιτικές.
Δεν είναι απλώς που ΝΔ και ΠΑΣΟΚ έχασαν μεγάλο μέρος των παραδοσιακών ψηφοφόρων τους και προσγειώθηκαν ανώμαλα στην δεύτερη και Τρίτη θέση.
Δεν είναι μόνο ότι για πρώτη φορά η αριστερά αναδεικνύεται σε πρώτη πολιτική δύναμη, ενώ η λαϊκιστική φασίζουσα ακροδεξιά κατάφερε να αυξήσει τη δύναμή της με την ηγεσία της πίσω από τα κάγκελα.
Το σπουδαιότερο από όλα είναι ότι ακόμη και αυτές οι δυνάμεις, που στήριξαν το μνημόνιο αναγκάσθηκαν προεκλογικά να το ξορκίζουν και να φορούν την μάσκα του δήθεν αντιμνημονιακού.

Ο ίδιος ο Πρωθυπουργός και τα στελέχη της ΝΔ δεν παρέλειπαν να δηλώνουν σε κάθε δημόσια εμφάνισή τους ότι το μνημόνιο έληξε, η λιτότητα αποτελεί παρελθόν και η ανάπτυξη είναι πλέον επί θύραις.

Όσο για το ΠΑΣΟΚ και τον αρχηγό του; 
Αυτοί δεν τόλμησαν καν να λάβουν μέρος αυτοτελώς στις ευρωεκλογές, αλλά προτίμησαν να κρυφθούν πίσω από ένα νεότευκτο πολιτικό μόρφωμα, που στήθηκε περιστασιακά για να στεγάσει το εναπομένον ΠΑΣΟΚ, καθώς και πρόσωπα που είχαν «λερώσει» τη φωλιά τους από την ψήφιση ή εφαρμογή των μνημονίων.
Ακόμη και στις αυτοδιοικητικές εκλογές κατά ιστορική πρωτοτυπία εν αντιθέσει με τους αντιμνημονιακούς υποψηφίους, οι προερχόμενοι από κόμματα της συγκυβέρνησης υποψήφιοι προτίμησαν να δηλώσουν ανεξάρτητοι και ακομμάτιστοι, ενώ κανείς απολύτως δεν τόλμησε να ζητήσει ψήφο παρουσιάζοντας πρόγραμμα φιλομνημονιακό.

Υπό αυτή την έννοια ακόμη και όσοι ψήφισαν ΕΛΙΑ ή ΝΔ, το έκαναν πιστεύοντας ότι τα εν λόγω κόμματα είχαν αλλάξει πολιτική αντίληψη. 
Εξαπατημένοι δηλαδή για άλλη μια φορά, όπως ακριβώς και στις εθνικές εκλογές του 2012.
Έτσι όχι μόνο όσοι ψήφισαν το ΣΥΡΙΖΑ, τους ΑΝΕΛ, το ΚΚΕ, τη ΧΑ ή άλλα μικρότερα αντιμνημονιακά-ευρωσκεπτικιστικά κόμματα, αλλά το σύνολο των Ελλήνων ψηφοφόρων, μηδέ των φίλα προσκείμενων στα συγκυβερνώντα κόμματα εξαιρουμένων, εξέφρασαν ουσιαστικά την αποδοκιμασία τους στο μνημόνιο, στην γραμμή πλεύσης της Ευρώπης και στην Γερμανική επικυριαρχία.

Διότι πράγματι ότι και αν έριξαν στην κάλπη τα εκατομμύρια των Ευρωπαίων ψηφοφόρων δεν παύει να καταδίκασαν την λιτότητα, την ανεργία, την αποβιομηχάνιση, την διαφθορά, την φτώχεια, την οπισθοδρόμηση και  βεβαίως την αδιάλλακτη και αντιδημοκρατική Γερμανική ηγεμονία.

Είτε ως συνειδητοί ψηφοφόροι κομμάτων, που ευαγγελίζονται την ανατροπή της συντηρητικής πολιτικής του Ευρωπαϊκού Διευθυντηρίου, είτε ως παραπλανημένοι που διατήρησαν φρούδες ελπίδες αλλαγής πορείας μέσω των ίδιων πολιτικών σχηματισμών και δομών, όλοι ανεξαιρέτως προσήλθαν στις κάλπες με το όραμα μιας Ευρώπης, που θα εξυπηρετεί τα συμφέροντα των λαών της και όχι των τραπεζών, των πολυεθνικών εταιρειών και των δανειστών της

Έτσι όπως κι αν προσπαθούν να διασκεδάσουν τα δεινά γι’ αυτούς ευρήματα της κάλπης, κι ότι κι αν σκαρφισθούν για να θολώσουν την εικόνα, τόσο η κα Μέρκελ όσο και οι ημέτεροι συγκυβερνήτες γνωρίζουν πολύ καλά ότι η μετεκλογική Ευρώπη είναι πολύ, μα πολύ διαφορετική.
Πέρα από την έξαρση του αρρωστημένου ρατσιστικού εθνικισμού, η αντίληψη της ανάγκης σεβασμού της εθνικής ταυτότητας και πολιτιστικής κληρονομιάς είναι αναμφισβήτητα διάχυτη. 
Κυρίως η απαίτηση σεβασμού της εθνικής κυριαρχίας, της αρμοδιότητας των εθνικών κοινοβουλίων να έχουν τον τελευταίο λόγο στις αποφάσεις για το εσωτερικό νομικό και οικονομικό καθεστώς.

Επίσης κρατούσα είναι πλέον η τεράστια δυσφορία, απέναντι στην ασυδοσία των τραπεζών, στην διαπλοκή πολιτικών και οικονομικών παραγόντων, στην διαφθορά των διοικητικών μηχανισμών σε κεντρικό και περιφερειακό επίπεδο.
Η διευρυμένη πανευρωπαϊκή αγανάκτηση ενάντια στο Γερμανικό ηγεμονισμό, που έχει λάβει απαράδεκτες διαστάσεις, ποδηγετώντας τα θεσμικά όργανα της ΕΕ και των κατ’ ιδίαν κρατών. Επιβάλλοντας σε όλα τα επίπεδα πρόσωπα αρεστά στον γερμανικό παράγοντα, επιβάλλοντας κανονισμούς και νόρμες προσαρμοσμένες στα γερμανικά συμφέροντα και απομυζώντας τον πανευρωπαϊκά παραγόμενο πλούτο προς διάσωση της εθνικής της οικονομίας.

Αυτά είναι πλέον ζητήματα, που δεν μπορούν άλλο να μπαίνουν κάτω απ’ το χαλί των Συμβουλίων κορυφής.
Όπως επίσης τα θέματα της φτώχειας, της ανεργίας, της ύφεσης ή της τραπεζικής μάστιγας δεν μπορεί πλέον να συζητούνται en passant μεταξύ τυρού και αχλαδίου στα δείπνα των Ευρωπαίων ηγετών.

Σε κάθε περίπτωση η μέθοδος της φραξιονιστικής φιλογερμανικής ομάδας, που, όπως αποκάλυψε ο Γ.Παπανδρέου, με ευκολία πειθανάγκαζε το Γιούρογκρουπ να αποδέχεται τις απαιτήσεις της Γερμανικής Καγκελαρίας δεν θα είναι τόσο αποτελεσματική.
Όχι γιατί οι συντηρητικοί μετρίου πολιτικού αναστήματος Ευρωπαίοι ηγέτες έγιναν ξαφνικά γενναίοι, ανιδιοτελείς και προοδευτικοί.
Αλλά απλούστατα γιατί εισέπραξαν ήδη μια ηχηρή αποδοκιμασία του βίου και της πολιτείας τους και αντιλαμβάνονται ότι το πολιτικό τους μέλλον προδιαγράφεται μαύρο κι άραχλο αν δεν προσαρμοσθούν δεόντως στις τάσεις και επιθυμίες των ψηφοφόρων τους.

Με απλά λόγια, ούτε ο Γιούνκερ, ούτε οι υπόλοιπες γερμανοκίνητες προσωπικότητες του Ευρωπαϊκού Διευθυντηρίου μπορούν να σώσουν το Άγγλο πρωθυπουργό ή τον Γάλλο Πρόεδρο από την άθλια συντριβή που προδιαγράφεται εναργώς γι αυτούς στις επόμενες εθνικές εκλογές.
Για να μη πούμε ότι ούτε η ίδια η κα Μέρκελ δεν θα πρέπει πλέον να θεωρεί το πολιτικό της μέλλον εξασφαλισμένο, αν δεν καταφέρει πάραυτα να πείσει τους τραπεζίτες και τους βιομηχάνους της χώρας της να αναζητήσουν άλλες διεξόδους διάσωσής τους.

Να βρούνε νέες συνταγές υγιούς κερδοφορίας πέραν της ληστρικής εκμετάλλευσης των «εταίρων», της εσωτερικής υποτίμησης των εθνικών οικονομιών, της αδηφάγου ιδιοποίησης των πλουτοπαραγωγικών πηγών των άλλων χωρών και της αρπακτικής ρευστοποίησης των ιδιωτικών περιουσιών των Ευρωπαίων πολιτών…

Συμπέρασμα: Αν πριν από τις εκλογές κάποιοι Ευρωπαίοι ηγέτες, συμπεριλαμβανομένης της Γερμανίας, πίστευαν ότι υπήρχε μπροστά τους κάποιο σταυροδρόμι εξόδου από την κρίση, μετεκλογικά βρέθηκαν σε ένα μονόδρομο διάσωσης της πολιτικής τους ύπαρξης.

Όσο πιο γρήγορα το κατανοήσουν και το αποδεχθούν τόσο το καλλίτερο για όλους…

Τετάρτη 21 Μαΐου 2014

ΕΚΛΟΓΕΣ 2014:Μηνύματα,τακτικές και στόχοι πρώτης και δεύτερης Κυριακής.

Τα αποτελέσματα της πρώτης Κυριακής επέτρεψαν σε όλους να παρηγορηθούν και να ελπίζουν.
Όχι γιατί πράγματι υπήρξαν θετικά για όλους, αλλά γιατί η ιδιομορφία των αυτοδιοικητικών εκλογών και οι δημοσιοποιημένες προσδοκίες του κάθε κόμματος δημιούργησαν εικόνες επικοινωνιακά διαχειρίσιμες, κυρίως για τα κόμματα του μνημονιακού τόξου.

Οι υψηλές προσδοκίες, που αφελώς είχε δημιουργήσει προεκλογικά ο ΣΥΡΙΖΑ, αναφερόμενες στις ευροεκλογές συνδέθηκαν τεχνηέντως από την κυβερνητική προπαγάνδα με τα αποτλέσματα στους δήμους και στις περιφέρειες. Και όπου αυτό δεν ήταν αρκετό εφευρέθηκε η σύγκριση του αριθμού ψήφων υποψηφίων προσώπων με το ποσοστό του κόμματος  στις εθνικές εκλογές. 
Έτσι διασκεδάστηκε η εικόνα κατάρρευσης των κομμάτων της συγκυβέρνησης, που είχαν αποφύγει επιμελώς την δημοσιοποίηση οποιουδήποτε εκλογικού στόχου.
Έχοντας μάλιστα προφασισθεί τους υπέρμαχους της απαλλαγής της αυτοδιοίκησης από κομματικούς μηχανισμούς, από τη μια κρύφθηκαν πίσω από δήθεν ανεξάρτητες υποψηφιότητες κι από την άλλη επιδόθηκαν σε αρχηγικές περιοδείες ανά την επαρχία με κλειστές ομιλίες, εγκαίνια και άλλα ευτράπελα. Παράλληλα μονοπώλησαν τα ΜΜΕ, όπου όλο το ενημερωτικό σύστημα αναθεμάτιζε την αξιωματική αντιπολίτευση και λιθοβολούσε τα μικρότερα αντιμνημονιακά κόμματα τις ελάχιστες στιγμές, που ασχολείτο μαζί τους. Μοναδική εξαίρεση η θετική προβολή του ΚΚΕ όποτε ο κ. Κουτσούμπας τους προσέφερε ατάκες απαξιωτικές για  τον ΣΥΡΙΖΑ ή τον πρόεδρό του.

Με τούτα και μ’ εκείνα κατάφεραν το βράδυ των εκλογών να ξεπεράσουν γρήγορα την πρώτη κρυάδα και στη συνέχεια να παρουσιάσουν μια εικόνα, όπου ούτε λίγο  ούτε πολύ οι ίδιοι δεν ήτανε χαμένοι και ο ΣΥΡΙΖΑ δεν ήταν κερδισμένος. 
Άρα κατά «λογική» ακολουθία ουδεμία σκέψη για πτώση της συγκυβέρνησης επιτρεπόταν.

Η αλήθεια βέβαια είναι, ως συνήθως, πολύ μακριά από  τις προκατασκευασμένες εικόνες της επικοινωνιακής προπαγάνδας.
Κατ’ αρχήν οι αυτοδιοικητικές εκλογές έχουν έντονο το στοιχείο του τοπικισμού, των τοπικών διαπροσωπικών σχέσεων και συμφερόντων. Συγγένειες, μικροσυμφέροντα, τοπικές ιδιομορφίες θέτουν σε δεύτερη μοίρα τις πολιτικές διαφορές και κατά συνέπεια δεν προσφέρονται για την εξαγωγή ακριβών συμπερασμάτων περί της γνώμης του εκλογικού σώματος αναφορικά με την κεντρική κυβέρνηση. Διαχρονικά αυτές οι εκλογές το συνηθισμένο μήνυμα, που στέλνουν είναι ότι ο χώρος της αυτοδιοίκησης είναι πρόσφορος για ανάπτυξη μάλλον διαπλοκής παρά πολιτικής…

Παρ’ όλα αυτά το μήνυμα σκληρής αποδοκιμασίας των συγκυβερνώντων κομμάτων και των συνοδοιπόρων τους υπήρξε εκκωφαντικό, τουλάχιστον για τον «έχοντα ώτα ακούειν». 
Και μάλιστα κατά πρωτότυπο, αλλά όχι παράδοξο, τρόπο αυτό το μήνυμα δόθηκε ήδη πολύ πριν το άνοιγμα της κάλπης. Από αρκετούς μήνες πρίν. Από τον τρόπο που αυτοπροσδιορίσθηκαν οι συνδυασμοί και από την τακτική που ακολούθησαν υποψήφιοι και κόμματα κατά την προεκλογική περίοδο.
Παρά τις φιλότιμες προσπάθειες του ΠΑΣΟΚ, της ΝΔ και της μιντιακής καμαρίλας τους η κυρίαρχη αντίθεση στις παρούσες συνθήκες ήταν, είναι και θα εντείνεται, για όσο καιρό δεν λύνεται, το ναι ή όχι στο μνημόνιο.
Αυτό το δίλημμα κατάφερε να ξορκίσει το Ευρωπαϊκό Διευθυντήριο πειθαναγκάζοντας σε παραίτηση τον ΓΑΠ στις Κάννες το 2010. Και αυτό προσπαθούν από τότε και οι ημέτεροι κυβερνητικοί να κουκουλώσουν όλο το επόμενο και ιδίως το προεκλογικό διάστημα.
Η κυρίαρχη αντίθεση όμως κάθε ιστορικής συγκυρίας, όπως καλά γνωρίζουν άπαντες οι απανταχού μαρξιστές, εκτός κ. Κουτσούμπα, δεν κουκουλώνεται, δεν αντικαθίσταται, δεν παραγκωνίζεται.
Αυτή η αντίθεση επέβαλλε και το εκλογικό δίλημμα του ναι ή όχι σε πρόσωπα και κόμματα που στηρίζουν μνημονιακές πολιτικές.
Και αυτό το δίλημμα παρά την περί ανυπαρξίας του προπαγάνδα ανάγκασε τα μνημονιακά κόμματα να απέχουν (π.χ ΠΑΣΟΚ) τελείως από το εκλογικό προσκήνιο ή να δηλώνουν ψευδώς ότι δεν ανακατεύονται στην αυτοδιοίκηση.
Όπως ανάγκασε τους εκλεκτούς των μνημονιακών κομμάτων υποψηφίους να υποκρίνονται ότι είναι ανεξάρτητοι.
Κανένας δε απολύτως, κόμμα ή υποψήφιος, δεν τόλμησε να παρουσιασθεί ως υπέρμαχος των μνημονιακών πολιτικών. 
Ακόμη και οι συγκυβερνώντες, που τις εφαρμόζουν με θρησκευτική ευλάβεια, καθώς και σωρεία υποψηφίων, που έχουν «λερωμένη τη φωλιά» τους και είναι βέβαιο πως θα συνεχίσουν να την «λερώνουν» μετεκλογικά δεν δίστασαν να προβάλλονται σαν αρνητές και τιμητές των μνημονιακών αθλιοτήτων.

Αυτή ακριβώς η πανκομματική προεκλογική τακτική, καθώς και τα μεγάλα ποσοστά των κομμάτων του αντιμνημονιακού τόξου προσδιορίζει το αληθές μήνυμα των εκλογών.
Το εκλογικό σώμα όχι απλώς αποδοκιμάζει το μνημόνιο και τους εκφραστές του στην κάλπη, αλλά ούτε καν ανέχεται να τους δεχθεί ακόμη και ως εκλογικές υποψηφιότητες.

Αυτό είναι το μήνυμα, που φοβίζει το Ευρωπαϊκό και πανικοβάλλει το κυβερνητικό κατεστημένο.
Και με βάση αυτό το μήνυμα, όσο κι αν καμώνονται πως δεν υπάρχει, κινούνται τα επιτελεία των φιλομνημονιακών κομμάτων εν όψει της επόμενης κάλπης.
Γι αυτό στα πάνελ προσπαθούν να μιλάνε για τη ΧΑ, τις αστοχίες των δημοσκοπήσεων, τις τοπικές προσωπικές αντιδικίες και ο,τιδήποτε απομακρύνει την ατζέντα από την συζήτηση για την κατάντια της χώρας και την ανάσχεση της εξαθλίωσης του πληθυσμού.
Γι’ αυτό αποκλείουν με προκλητικό, σχεδόν ολοκληρωτικό τρόπο από τα ΜΜΕ κάθε κομματικό σχηματισμό και κάθε φωνή, που προτάσσει την απαλλαγή της χώρας από την βουλιμική επικυριαρχία των δανειστών.
Γι αυτό αναλίσκονται σε ακατάσχετη υποσχεσιολογία περί δήθεν τέλους του μνημονίου και δήθεν «αλλαγής σελίδας», αναστροφής πορείας, οικονομικής ανάκαμψης και επιστροφής στην ανάπτυξη.

Γιατί ακριβώς γνωρίζουν ότι αν δεν πετύχουν να αποπροσανατολίσουν τον μέσο ψηφοφόρο από το δίλημμα του μνημονίου, το κουτί της Πανδώρας θα μοιάζει παραδεισένιο δώρο σε σχέση με το εφιαλτικό γι’ αυτούς περιεχόμενο της κάλπης.

Δίνουν λοιπόν τον έσχατο αγώνα σε μια απέλπιδα εκλογική μάχη, που όχι τυχαία ακόμη και τα φίλα προσκείμενα σ’ αυτούς ΜΜΕ αποκαλούν «μητέρα των εκλογικών μαχών».
Η τακτική είναι ευφυής. 1) Κουκούλωμα του αντιμνημονιακού διλήμματος. 2)Καλλιέργεια προσδοκίας για ανάκαμψη της οικονομίας, για ιδιωτικές επενδύσεις και δημόσια έργα που θα δημιουργήσουν θέσεις εργασίας, για μείωση της ληστρικής υπερφορολόγησης και γενικά για άρση κάθε δεινού που με το βίο και την πολιτική τους επέφεραν στον μέσο ψηφοφόρο. 3) τρομοκρατική προπαγάνδα για τις δήθεν συμφορές που θα προκαλέσει μια απευκταία «επιστροφή στο φαύλο παρελθόν» 4) αποκλεισμός των αντιπάλων από τα ΜΜΕ και μονοπώλησή τους από τους κυβερνητικούς αρχηγούς και ημετέρους, 5) Συκοφαντική δυσφήμιση των αντιμνημονιακών κομμάτων και των υποψηφίων του σ’ όλη την επικράτεια με όλα τα μέσα. 6) πίεση του ΣΥΡΙΖΑ να βάλλει τον πήχη των προσδοκιών όσο το δυνατόν  ψηλότερα με την ελπίδα ότι δεν θα μπορέσει να τον υπερβεί. 7) καλλιέργεια πεποίθησης στην κοινή γνώμη, ότι οι ευροεκλογές αφορούν τα Ευρωπαϊκά όργανα και σε καμιά περίπτωση δεν μπορούν να οδηγούν σε ανατροπή εθνικών κυβερνήσεων.
Ο στόχος προφανής. 1) να υφαρπάσουν την ψήφο των αφελών και 2) να μπορέσουν το βράδυ των εκλογών να διαχειρισθούν το αποτέλεσμα της κάλπης ώστε να μη υποχρεωθούν σε πτώση της συγκυβέρνησης.
Διότι βεβαίως δεν διακρίνονται για την πολιτική τους ευαισθησία και πρόθεσή τους είναι να παραμείνουν γαντζωμένοι στην κυβέρνηση με οποιοδήποτε μέσο και με οποιοδήποτε κόστος για τη χώρα.

Έχουν λοιπόν συστρατευθεί όλες ανεξαιρέτως οι δυνάμεις του ευρωπαϊκού και ντόπιου κατεστημένου, ο ξένος και ο ελληνικός τύπος, οι κάθε λογής οικονομικοί παράγοντες στη «μάχη όλων των μαχών».
Αν καταφέρουν να βγάλουν δήμαρχο στην Αθήνα και περιφερειάρχη στην Αττική, θα έχουν ένα καλό επικοινωνιακό σωσίβιο. Αν η διαφορά του ΣΥΡΙΖΑ από τα δύο κυβερνητικά κόμματα δεν είναι γιγαντιαία, ελπίζουν πως θα έχουν περιθώρια υπεκφυγών.

Το σχέδιό τους μετά από πέντε χρόνια μαρτυρίων, στα οποία υπέβαλλαν το λαό, μπορεί να φαίνεται αισιόδοξο, αλλά δεν είναι ανέφικτο.
Κι αυτό διότι στην επιτυχία του είναι πολύ πιθανό να συμβάλλουν εκόντες άκοντες οι πολιτικοί τους αντίπαλοι.
Διότι ενώ το μνημονιακό στρατόπεδο, παρά τις εσωτερικές πληγές του, είναι ικανό να συσπειρώνεται και να εμφανίζεται αρραγές στην επιδίωξη του εκλογικού στόχου, δυστυχώς δεν συμβαίνει το ίδιο στους πολιτικούς του αντιπάλους.
Και φυσικά δεν περιμένει κανείς πραγματική συμπόρευση κομμάτων, σχηματισμών ή προσώπων, που συμμετείχαν όλα αυτά τα χρόνια στην εφαρμογή των μνημονιακών μέτρων είτε ψηφίζοντάς τα στη Βουλή είτε συμμετέχοντας σε μνημονιακές συγκυβερνήσεις. Ούτε πολλώ μάλλον από πολιτικά μορφώματα, που στήθηκαν περιστασιακά με το ψευδώνυμο της κεντροαριστεράς για να εγκλωβίσουν παραπλανημένους ψηφοφόρους.
Η ΔΗΜΑΡ και η ΕΛΙΑ έχουν το άλλοθι ότι ο Ζγουρός και ο Καμίνης είναι δήθεν δικές τους επιλογές. Το ΠΟΤΑΜΙ είναι ούτως ή άλλως ανάξιο οποιασδήποτε, πέραν της φαιδρής, ενασχόλησης.
Δυστυχώς όμως ακόμη και η ηγεσία του ΚΚΕ φαίνεται για άλλη μια φορά να εθελοτυφλεί, να αποφεύγει τη διαλεκτική αντίληψη των περιστασιακών δεδομένων και να γυρνάει την πλάτη στα επιτακτικά κελεύσματα της ιστορικής συγκυρίας.
Με μια απίστευτη σχεδόν εγκληματική ελαφρότητα διασπά βάναυσα το λαϊκό αντιμνημονιακό μέτωπο και δε διστάζει να επιτάσσει στα μέλη του αποχή, όπου οι υποψήφιοι του ΣΥΡΙΖΑ βρίσκονται αντιμέτωποι με μνημονιακούς υποψηφίους.
Θα τρίζουν τα κόκαλα του Λένιν της πρώτης περιόδου, ο οποίος όχι απλά σε μια τέτοια κατάσταση θα σφυρηλατούσε την ενότητα της αριστεράς, αλλά δεν θα δίσταζε να στηρίξει και υποψηφίους συντηρητικότερων κομμάτων, αρκεί να συμμετείχαν στις εκλογές με αντιμνημονιακό πρόγραμμα και συνθήματα.
Ας είναι...

Του προεκλογικού τοπίου ούτως έχοντος ο δρόμος προς την επιτυχία των πραγματικά αντιμνημονιακών δυνάμεων είναι αρκούντως ευδιάκριτος.
Ο ΣΥΡΙΖΑ καλείται να σηκώσει το βάρος του ηγετικού ρόλου, τόσο από άποψη μάχης, όσο και από άποψη εντυπώσεων αποτελέσματος.
Θα πρέπει να αποφύγει τα λάθη και τις παραλείψεις του πρώτου γύρου και να επιδιώξει χωρίς αλαζονεία και ηγεμονισμό τις ευρύτερες δυνατές αντιμνημονιακές συμμαχίες τόσο τοπικά, όσο και κυρίως πανελλαδικά.

Η σύσταση ευρέως αντιμνημονιακού μετώπου στη βάση του κυρίαρχου διλήμματος είναι εξ ων ουκ άνευ για την εξασφάλιση επιτυχούς αποτελέσματος.

Συμπεριφορές ή συνθήματα, που ενδέχεται να διαιρούν τις δυνάμεις ή να διεγείρουν φυγόκεντρα αντανακλαστικά θα πρέπει να αποφεύγονται επιμελώς.
Σ’ αυτή τη φάση για παράδειγμα ο καημός των ψηφοφόρων είναι να απαλλαγούν από πολιτικές που καταστρέφουν τη χώρα, τις οικογένειές τους, το μέλλον το δικό τους και των παιδιών τους. 
Αναζητούν κόμματα και πολιτικούς, που θα τους πείσουν ότι μπορεί να ηγηθούν μιας πορείας ανάκτησης της εθνικής κυριαρχίας και εξασφάλισης της συλλογικής και ατομικής αξιοπρέπειας και προκοπής, ενώ ελάχιστα ενδιαφέρει τον μέσο ψηφοφόρο αν θα είναι η πρώτη ή η νιοστή φορά της αριστεράς…

Γιατί αυτό που θα πρέπει να γίνει κατανοητό σε όλους εντός και εκτός συνόρων είναι ότι το βράδυ της Κυριακής το μήνυμα δεν θα πρέπει να αναζητηθεί βλακωδώς στην επικράτηση ή μη κάποιων αυτοδιοικητικών προσώπων. 
Ούτε καν στα ποσοστά του ΣΥΡΙΖΑ και της ΝΔ + ΠΑΣΟΚ.

Το συμπέρασμα αν η χώρα θα πρέπει να συνεχίσει στη «σταθερότητα» των δανειακών συμβάσεων, της καταστροφής των υποδομών της, του ξεπουλήματος του δημόσιου πλούτου και των πλουτοπαραγωγικών πηγών της,της αποβιομηχάνισης,του ξεκληρίσματος του αγροτικού τομέα, της ανεργίας, με μια λέξη της αποικιοκρατίας, ή αν θα αποτινάξει τον δανειακό ζυγό και θα ξεκινήσει το θαυμαστό ταξίδι της επαναφοράς σε εθνική προκοπή και ευημερία.

Το συμπέρασμα αν οι πολίτες στηρίζουν ή όχι με την ψυχή τους ή την ανοχή τους αυτό που πάσχουν τα τελευταία χρόνια και αυτό που τους επιφυλάσσεται από το  Ευρωπαϊκό Διευθυντήριο θα πρέπει να εξαχθεί από το ποσοστό που θα έχει στο σύνολό του το ευρύτερο αντιμνημονιακό τόξο. 
Και σ’ αυτό το ποσοστό θα πρέπει να συνυπολογισθούν αθροιστικά όλες οι μικρές και μεγάλες πολιτικές δυνάμεις ανεξαρτήτως πολιτικών ιδιαιτεροτήτων και αποχρώσεων.

Γιατί ο,τιδήποτε κι αν μπορεί ίσως να προσάψει κανείς σε κάποιες πολιτικές ηγεσίες, αυτό δεν μπορεί να αποτελεί λόγο αποκλεισμού από την παλλαϊκή προσπάθεια των απλών ψηφοφόρων τους. Ούτε είναι ρεαλιστικό ή δίκαιο να παραγνωρίζεται η σημασία ή η βαρύτητα της ψήφου τους από αντιμνημονιακή άποψη.
Είτε αυτή η ψήφος έχει ιδεολογικό, συναισθηματικό ή τιμωρητικό κίνητρο, ενδιαφέρον μόνο μπορεί να είναι το σαφές αντιμνημονιακό της περιεχόμενο.

Χαρακτηριστικό εξ άλλου θα είναι το παράδειγμα των απλών ψηφοφόρων του ΚΚΕ, που όπως πάντα συνέβη μετά την μεταπολίτευση, ανεξάρτητα από την γραμμή της ηγεσίας τους, είναι απολύτως βέβαιο ότι θα δώσουν ηχηρό το δικό τους «παρών» στο πανεθνικό ραντεβού με την ιστορία.

Γιατί είναι εντελώς αφύσικο ο κάθε συνειδητός πατριώτης, ιδιαίτερα ο κομμουνιστής, να μην νοιώσει στις 25 του Μάη την φωνή της ψυχής του και να μην αφουγκρασθεί τα ηχηρά κελεύσματα της αδήριτης ιστορικής συγκυρίας…

Και είναι απολύτως αδιανόητο στην Ελλάδα της υποτέλειας και της εξαθλίωσης ο κάθε ψηφοφόρος ανεξαρτήτως πολιτικής ταυτότητας να μη ψηφίζει για την Ευρώπη με γνώμονα την ανάγκη ανάκτησης της εθνικής αξιοπρέπειας και οικονομικής ανάπτυξης της χώρας μας…

Σάββατο 5 Απριλίου 2014

Καμένο επικοινωνιακό χαρτί η επίσκεψη Μέρκελ..

Όταν το επιτελείο της κας Μέρκελ προγραμμάτιζε την επίσκεψή της στην Αθήνα, δεν φανταζόταν πόσο ζοφερή θα μπορούσε να είναι η περιρρέουσα ατμόσφαιρα.
Η συνήθης προεκλογική κονσομασιόν της Γερμανίδας Καγκελαρίου σε μια Γερμανική οικονομική αποικία της Ευρωπαϊκής περιφέρειας, είχε προβλεφθεί να γίνει σε περιβάλλον σακσές στόρυ.
Αντ’ αυτού το κλίμα στην Ελλάδα είναι ιδιαίτερα βαρύ, έχοντας επισκιασθεί πλήρως από ένα θεσμικό σεισμό, την απόλυτη ευθύνη του οποίου φέρει ακεραία το στενό Πρωθυπουργικό περιβάλλον.
Το βίντεο του Χρυσαυγίτη βουλευτή, που έχει κάνει το γύρο του πλανήτη και εμφανίζει τον Γεν.Γραμματέα της Κυβέρνησης να χρησιμοποιεί υβριστικούς χαρακτηρισμούς για τον Πρωθυπουργό και ιδίως να εμπλέκει την Κυβέρνηση και την ηγεσία της Δικαιοσύνης σε σκοτεινές ιστορίες σκευωρίας εναντίον πολιτικού κόμματος, δεν είναι δα και το καλλίτερο «χαλί» για την τελετή υποδοχής της κας Μέρκελ.

Έχοντας ξαναδεί το έργο της παρόμοιας επίσκεψής της στο παρελθόν και ο πλέον αφελής των αυτοχθόνων ιθαγενών αντιλαμβάνεται πλήρως τα κίνητρα αυτής της επίσκεψης. Ουδείς στο εσωτερικό της χώρας εμπιστεύεται τον άδολο θαυμασμό της κας Μέρκελ για τις «ελληνικές επιτυχίες» και την όψιμη συμπόνοια της για τις θυσίες του λαουτζίκου.
Και ο πιό ηλίθιος των ψηφοφόρων κατανοεί ότι η Γερμανίδα Καγκελάριος με αυτό το ταξίδι αστραπή επιθυμεί να συνδυάσει το τερπνόν μετά του ωφελίμου. Να δώσει ένα φιλί ζωής στην δημοσκοπικά χαροπαλεύουσα συγκυβέρνηση και συγχρόνως να επισημάνει στους αρμόδιους παράγοντες τα φιλέτα του εθνικού πλούτου και τους οικονομικούς τομείς, που ενδιαφέρουν ιδιαιτέρως τις γερμανικές πολυεθνικές.
Η αμηχανία του Γερμανού κυβερνητικού εκπροσώπου στο ερώτημα περί του σκοπού επίσκεψης της καγκελαρίου, η φαιδρή απάντησή του ότι «η κα Μέρκελ δε χρειάζεται ιδιαίτερο λόγο» για να επισκεφθεί την Αθήνα, αλλά και η διευκρίνησή του ότι θα υπάρξουν επαφές με την κυβέρνηση και οικονομικούς παράγοντες, δεν αφήνουν περιθώρια για ψευδαισθήσεις.
Όμως έστω και έτσι θα ήταν χρήσιμο για την ίδια την υψηλή επισκέπτη και τους ατυχείς οικοδεσπότες της να παρέμενε η ψευδαίσθηση ευφορίας, που είχε σκηνοθετηθεί με αποκορύφωμα το Γιούρογκρουπ.

Δυστυχώς όμως, ως κεραυνός εν αιθρία, η άθλια εικόνα της βιντεοσκοπημένης συνομιλίας ανέτρεψε τους μεγαλεπήβολους επικοινωνιακούς σχεδιασμούς των δύο νεοφιλελεύθερων κυβερνήσεων.
Αντί της στήριξης μιας κυβέρνησης που αρίστευσε στη διαχείριση ενός οικονομικού μοντέλου «επανόδου στην ανάπτυξη», η Καγκελάριος θα φανεί διεθνώς ότι στηρίζει ένα γκρίζο κυβερνητικό σχήμα, που έχοντας προκαλέσει απίστευτο πόνο και εντεύθεν τεράστια λαϊκή δυσαρέσκεια, μετέρχεται πλέον κάθε είδους θεσμικού ατοπήματος προκειμένου, να γαντζωθεί στην εξουσία.
Είναι επομένως απολύτως κατανοητό, που η Κυβέρνηση επείγεται σφόδρα να αλλάξει την ατζέντα στο Δημόσιο διάλογο και να επαναφέρει τα ΜΜΕ στο «σωστό δρόμο» της «ανάκαμψης» και της «εξόδου στις αγορές».
Δυστυχώς όμως γι αυτήν ο χρόνος, που απομένει είναι ασφυκτικός κι από την άλλη δεν είναι διόλου απίθανο στις επόμενες μέρες να υπάρξουν και άλλα παρόμοια οπτικοακουστικά δρώμενα, αφού όπως διατείνεται η ΧΑ, ο πρώην Γεν.Γραμματέας δεν ήταν ο μόνος που συνήθιζε να «κελαηδάει» στις συναντήσεις του με τους βουλευτές της.
Υπήρχαν και άλλα κυβερνητικά στελέχη, που αντήλλασσαν τις πολιτικές τους ανησυχίες και τους προβληματισμούς τους για το κυβερνητικό έργο καθώς και για τον βαθμό διάκρισης-εξάρτησης των λειτουργιών της Ελληνικής Δημοκρατίας, όπως τουλάχιστον προειδοποιούν σε κάθε ευκαιρία δημόσιας εμφάνισης οι Χρυσαυγίτες.

Πρόκειται για πραγματικό επικοινωνιακό εφιάλτη, τον οποίο τα ξόρκια περί αγνοίας του Πρωθυπουργού, παρανόμου βιντεοσκόπησης και αντιπολιτευτικής εκμετάλλευσης δεν μπορούν να διαλύσουν.
Το βέβαιο λοιπόν είναι ότι ακόμη και μέχρι την ημέρα των εκλογών το συγκυβερνητικό επιτελείο θα μένει ξάγρυπνο με το φόβο ότι ανά πάσα στιγμή ένα νέο βιντεάκι θα αποκαλύψει νέους σκελετούς στα ντουλάπια κυβερνητικών ή κομματικών στελεχών της Ν.Δ.
Και αν κάτι τέτοιο συμβεί, το φιάσκο της επίσκεψης της Γερμανίδας Καγκελαρίου, θα είναι αστεία υπόθεση μπροστά στην τραγωδία των εκλογικών αποτελεσμάτων.

Διότι βεβαίως καμιά εμπιστοσύνη δεν μπορεί να εμπνέουν οι ενεχόμενοι σε βαρύτατα εγκλήματα χρυσαυγίτες, αλλά ο βίος και η πολιτεία της συγκυβέρνησης  έχει οδηγήσει  της αξιοπιστία της στο ναδίρ, απειλώντας να συμπαρασύρει μαζί τη και στελέχη των άλλων θεσμικών λειτουργιών.
Ιδίως όσα τέτοια στελέχη διορίζονται από αυτήν...


Τρίτη 1 Απριλίου 2014

Όταν οι «συνταγματολόγοι» εξελίσσονται σε συνταγματάρχες..



Με αφορμή την πρόταση μομφής κατά του Υπουργού Οικονομικών, που κατατέθηκε στη Βουλή από την Αξιωματική Αντιπολίτευση, το δυστυχισμένο σύνταγμα της χώρας έπεσε για άλλη μια φορά θύμα της μικροπολιτικής σκοπιμότητας συγκεκριμένης πολιτικής μερίδας και της ημιμάθειας των διαφόρων παρατρεχάμενων της.
Εν ριπή οφθαλμού οι μέχρι προχθές σεισμολογούντες και μέχρι χθες ειδικοί εμπειρογνώμονες επί αεροπορικών εξαφανίσεων δημοσιογράφοι, ανεδείχθησαν σε φωστήρες συνταγματικού δικαίου και αποδυθήκαν σε αγώνα στήριξης της κυβερνητικής άποψης.

Οι σχετικές διατάξεις του Συντάγματος (άρθρο 84) και του κανονισμού της Βουλής (άρθρο 142) είναι βέβαια σαφέστατες και ουδέν περιθώριο παρερμηνείας καταλείπουν.
Αυτός ήταν άλλωστε ο λόγος, που η αρχική αντίδραση τόσο του Προεδρείου της Βουλής, όσο και του κατ’ εκείνη την ώρα εκπροσωπούντος την κυβέρνηση Υπουργού Επικρατείας ήταν η άμεση διακοπή της συζήτησης του πολυνομοσχεδίου προκειμένου αυτή να επαναληφθεί μετά την συζήτηση και ψηφοφορία επί της πρότασης μομφής.
Πράγματι αυτή είναι η ταυτόσημη ρητή διατύπωση των συνδυασμένων διατάξεων του Συντάγματος και του Κανονισμού. Όμως δευτέρα σκέψη έμπλεη πολιτικών σκοπιμοτήτων, οδήγησε τον Πρόεδρο της Βουλής υποστηριζόμενο και εν πολλοίς καθοδηγούμενο από τον αντιπρόεδρο της κυβέρνησης να μεταβάλει άρδην την αρχική ορθή στάση του προεδρείου και από εκείνη τη στιγμή ο ελληνικός λαός να καταστεί θιασώτης μιας ακόμη συνταγματικής παραβίασης. Παραβίασης, που συνοδεύθηκε από μια απερίγραπτη ερμηνευτική του συντάγματος φαφλατολογία προεξάρχοντος του συνταγματολόγου Υπουργού και την σκυτάλη λαβόντων των συνήθων «εγκρίτων» καθεστωτικών δημοσιογράφων.

Λόγω της σαφήνειας των διατάξεων δεν αξίζει τον κόπο να παραθέσουμε διεξοδική ανάλυσή τους. Χρήσιμο θεωρούμε μόνο να αξιολογήσουμε τα «ερμηνευτικά» επιχειρήματα της κυβερνητικής πλευράς, που κατά κόρον προβλήθηκαν από τα ΜΜΕ.
Θα πρέπει δε να ξεκαθαρίσουμε από την αρχή ότι οποιαδήποτε ερμηνεία, όσο ευφυής και όσο επιστημονικοφανής κι αν παρουσιάζεται, δεν συγχωρείται να φθάνει μέχρι του σημείου αναίρεσης της συνταγματικής ρυθμίσεως.

Το βασικό λοιπόν επιχείρημα της κυβερνητικής πλειοψηφίας ήταν η μη παρέλευση εξαμήνου από την προηγούμενη μομφή δυσπιστίας του ΣΥΡΙΖΑ.
Η απάντηση εδώ είναι απλούστατη και την δίδει η παράγραφος 6 του άρθρου 142 της Βουλής, που περιορίζει την χρονική παρεμπόδιση στην περίπτωση της «όμοιας πρότασης». Και είναι βεβαίως αυτονόητο ότι η πρόταση μομφής κατά της Κυβέρνησης δεν είναι όμοια με αυτήν κατά υπουργού.
Ο ισχυρισμός ότι ο Υπουργός Οικονομικών ασκούσε τα καθήκοντά του εντός του πλαισίου της κυβερνητικής πολιτικής αποτελεί ανώφελη σοφιστεία. Διότι ακριβώς το ερώτημα εντός ποίου πλαισίου και με τι τρόπο ασκεί τα καθήκοντά του ο Υπουργός είναι αντικείμενο συζήτησης της πρότασης μομφής. Σε καμία δε περίπτωση δεν μπορεί να προλαμβάνει και πολλώ μάλλον να αποτρέπει αυτή τη συζήτηση η Κυβέρνηση κρίνοντας η ίδια την λειτουργία του ελεγχομένου Υπουργού.

Ομοίως και το ευλογοφανές επιχείρημα ότι η αντιπολίτευση θα μπορούσε να καταθέτει αλλεπάλληλες προτάσεις μομφής, τόσες όσοι και οι υπουργοί της Κυβέρνησης, στερείται σοβαρότητας. Και τούτο, όχι απλώς διότι αυτό θα καθιστούσε εξαιρετικά φαιδρή την αντιπολίτευση, αλλά και διότι μια τέτοια αήθης τακτική προσκρούει σε άλλη διάταξη του Συντάγματος. Πράγματι στην παράγραφο 3 του άρθρου 25 το ίδιο το Σύνταγμα περιβάλλει με ηυξημένη ισχύ την πάγια αρχή του δικαίου περί απαγορεύσεως της καταχρηστικής άσκησης των δικαιωμάτων, στα οποία βεβαίως ορθώς μπορεί να συγκαταλέγεται και το δικαίωμα των βουλευτών να καταθέτουν προτάσεις μομφής. Δεν είναι τυχαίο λοιπόν, που το σχετικό επιχείρημα διατυπώθηκε κυρίως από μη νομικούς «ερμηνευτές» του Συντάγματος.

Παρομοίως στο χώρο της ημιμάθειας κινείται και το επιχείρημα, που προβλήθηκε στην περίπτωση της μομφής κατά του Προέδρου της Βουλής, περί του ότι πρόταση τέτοια είχε να υποβληθεί από το 1927. Είναι γνωστό ακόμη και στους φοιτητές της Νομικής ότι η δημιουργία συνταγματικού εθίμου είναι ιδιαίτερα δυσχερής, όταν υπάρχει γραπτό Σύνταγμα και εν πάση περιπτώσει το έθιμο μπορεί να γίνει δεκτό στην περίπτωση συμπλήρωσης συνταγματικού κενού ή τρόπου θετικής εφαρμογής συνταγματικού κανόνος. Ουδέποτε όμως μπορεί να δημιουργηθεί έθιμο καταργητικό συνταγματικού δικαιώματος. Και δη ενός τέτοιου δικαιώματος των βουλευτών, που σκοπεύει την εξασφάλιση της μείζονος πολιτειακής λειτουργίας.

Αυτά είναι τα κυριότερα «νομικά» επιχειρήματα της κυβέρνησης, τα οποία όμως κινούνται γύρω από το ερώτημα αν ορθώς άσκησε το δικαίωμα της πρότασης μομφής η αντιπολίτευση. Το ερώτημα όμως αυτό θα έπρεπε να απασχολήσει τη Βουλή εάν και εφ’ όσον έμπαινε στη συζήτηση της πρότασης μομφής.
Συζήτηση όμως δεν υπήρξε γιατί η Κυβέρνηση και δη ο Πρόεδρος της Βουλής κος Μεϊμαράκης αποφάνθηκαν μόνοι τους, ως μη όφειλαν, ότι δεν ευσταθούσε η πρόταση δυσπιστίας του ΣΥΡΙΖΑ.
Προτού όμως να ασχολούνται όλοι για το αν ήταν σωστή ή όχι η κίνηση της αντιπολίτευσης, θα ήταν ενδιαφέρον να εξετασθεί αν είχε ο Πρόεδρος της Βουλής και η Κυβέρνηση δικαίωμα να αποφύγουν την συζήτηση περί της πρότασης μομφής, καθ’ ον τρόπον έπραξαν.
Κανείς δυστυχώς δεν ασχολήθηκε μ’ αυτό το πρωτεύων θέμα κι έτσι αξίζει τον κόπο να ασχοληθούμε λίγο εμείς.

Ας δούμε λοιπόν πρώτα τι προβλέπει κατ’ εφαρμογή του Συντάγματος ο κανονισμός της Βουλής.
Αρθρο 142 παρ. 2: «Η πρόταση δυσπιστίας υποβάλλεται στον Πρόεδρο σε δημόσια συνεδρίαση της Βουλής». Παρ.3 «Αν διαπιστωθεί ότι η πρόταση υπογράφεται από τον απαιτούμενο αριθμό βουλευτών (1/6), Η Βουλή διακόπτει τις εργασίες της για τουλάχιστον δύο ημέρες, εκτός αν η Κυβέρνηση ζητήσει να αρχίσει αμέσως η συζήτηση για την πρόταση δυσπιστίας».

Κατά την μόνη επομένως ορθή εφαρμογή του Συντάγματος και του κανονισμού της Βουλής, το μοναδικό δικαίωμα-καθήκον (droit – function)  του Προέδρου σε περίπτωση υποβολής πρότασης δυσπιστίας είναι να εξετάσει αν υπογράφεται τουλάχιστον από το 1/6 των βουλευτών, δηλαδή εν προκειμένω αν έχει τουλάχιστον 50 υπογραφές. Αν αυτή η προϋπόθεση τηρείται, εάν του έχει υποβληθεί σε δημόσια συνεδρίαση και εάν κατά την απαίτηση της παρ. 1 του άρθρου 142 «περιλαμβάνει σαφώς τα θέματα για τα οποία θα διεξαχθεί ης συζήτηση», ουδεμία πλέον άλλη ενέργεια μπορεί να κάνει πέραν του να θέσει ερώτημα στην κυβέρνηση (σύμφωνα με τη παρ.3) περί του αν εκείνη «επιθυμεί να αρχίσει αμέσως η συζήτηση για την πρόταση δυσπιστίας».

Ουδεμία δηλονότι ευχέρεια καταλείπεται σ’ αυτόν πέραν του να διακόψει αμέσως τη μέχρι εκείνη τη στιγμή συζήτηση και ή να αρχίσει αμέσως τη συζήτηση της πρότασης μομφής, εφ’ όσον το ζητήσει η Κυβέρνηση, η να ορίσει ώρα ενάρξεως της επί της προτάσεως δυσπιστίας συζήτησης μετά από δύο ημέρες.
Ομοίως ουδεμία ευχέρεια καταλείπεται στην Κυβέρνηση να εναντιωθεί  στην συζήτηση, πέραν της προβολής ενστάσεως περί του ότι δεν υπάρχουν οι απαιτούμενες υπογραφές ή περί του ότι δεν περιλαμβάνονται σαφώς τα θέματα, που πρέπει να συζητηθούν.

Για αυτό και η πρώτη αντίδραση του προεδρείου της Βουλής, αλλά και του κου Σταμάτη δηλώσαντος ότι ασκεί το δικαίωμα της Κυβέρνησης να ζητήσει την άμεση έναρξη της συζήτησης επί της προτάσεως δυσπιστίας, ήταν απολύτως συνταγματικά ορθή.
Τουναντίον η εκ των υστέρων υπαναχώρηση με την είσοδο στη Βουλή του Αντιπροέδρου της Κυβέρνησης και την άνοδο στην έδρα του Προέδρου κου Μεϊμαράκη, η συζήτηση περί του παραδεκτού ή περί της ουσίας της προτάσεως δυσπιστίας και η εν γένει μεθόδευση αποφυγής της, υπήρξε όχι απλώς έωλη συνταγματικά, αλλά  στην κυριολεξία ωμή καταστρατήγηση του Συντάγματος.

Όπως προεκτέθηκε το θέμα της παρελεύσεως εξαμήνου αποτελεί τυπικό θέμα παραδεκτού της προτάσεως δυσπιστίας περί του οποίου μόνη αρμοδία να αποφανθεί είναι η ολομέλεια της βουλής κατά την συζήτηση της προτάσεως δυσπιστίας και προτού εισέλθει στην ουσία των προς συζήτηση θεμάτων της. Πολλώ μάλλον το ίδιο συμβαίνει με το ζήτημα του αν ο ελεγχόμενος Υπουργός λειτούργησε εντός ή εκτός του πλαισίου κυβερνητικής πολιτικής. Ζήτημα ουσιαστικό που επίσης μόνο η Βουλή κατά της συζήτηση της προτάσεως δυσπιστίας νομιμοποιείται να εξετάσει.
Και επειδή ακριβώς το Σύνταγμα και ο κανονισμός της Βουλής προδιαγράφει ως δεσμία σε πολύ συγκεκριμένες και αυστηρές προϋποθέσεις την αρμοδιότητα του Προέδρου της Βουλής να ενεργήσει σε περίπτωση προτάσεως δυσπιστίας, για αυτό ακριβώς υπήρξαν αδόκιμες έως φαιδρές οι συζητήσεις για παραπομπή του θέματος στην σύσκεψη των Αρχηγών των κομμάτων ή ακόμη και σε ψηφοφορία των παρόντων βουλευτών.

Αλίμονο εάν ένα δικαίωμα των βουλευτών να προστατεύσουν το πολίτευμα και τη λειτουργία του κράτους από την ανικανότητα, την παρανομία ή την αυθαιρεσία της Κυβέρνησης ή μέλους αυτής, εξαρτιόταν από την αποφασιστική αρμοδιότητα της ίδιας, ή άλλων ολιγομελών συμβουλίων, όπως το κονκλάβιο των Αρχηγών,  ή μονοπρόσωπων οργάνων, όπως ο κατά τεκμήριο προσκείμενος στην εκάστοτε Κυβέρνηση Πρόεδρος της Βουλής.

Είναι ηλίου φαεινότερο ότι ο θεσμικός στόχος της προτάσεως δυσπιστίας είναι η προστασία της κατά τεκμήριον μειοψηφικής αντιπολίτευσης έναντι αυθαιρεσιών της κατά μαχητόν τεκμήριον πλειοψηφικής κυβέρνησης.
Το ελάχιστο λοιπόν, που όφειλε να εξασφαλίσει ο Συνταγματικός νομοθέτης, ήταν τουλάχιστον να μη παρεμποδισθεί η συζήτηση επί μιας προτάσεως δυσπιστίας, ώστε να φωτισθεί η πιθανότητα απώλειας της δεδηλωμένης.
Γι αυτό ακριβώς δεν θέλησε να προσφέρει σε κανένα, ιδίως στην κυβερνητική πλειοψηφία, την δυνατότητα να απορρίψει την πρόταση άνευ συζητήσεως. Διότι περί αυτού πρόκειται.

Η όλη μεθόδευση λοιπόν της Κυβέρνησης, διά του Αντιπροέδρου της και του Προέδρου της Βουλής, επιδιώκοντας να απορριφθεί η πρόταση δυσπιστίας προ πάσης συζητήσεώς της δεν αποτελεί απλή παραβίαση του συντάγματος.
Αποτελεί τωόντι «κοινοβουλευτικό πραξικόπημα», διότι υπονομεύει το θεμελιακό ζήτημα της διερεύνησης υπάρξεως της «δεδηλωμένης».

Και το ερώτημα το οποίο φυσιολογικά ακολουθεί είναι. Καλά κάποιοι ημιμαθείς βουλευτές, καλά οι αδαείς δημοσιογράφοι. Όμως αυτά τα στοιχειώδη, που αναφέραμε εδώ, δεν τα γνώριζαν τόσοι νομικοί, μεταξύ των οποίων και συνταγματολόγοι, που κάθονται στα έδρανα της Βουλής;
Η απάντηση είναι δυστυχώς απλή. Προφανώς τα γνωρίζουν. Προφανώς γι αυτό οι πλείστοι εξ αυτών απέφυγαν να τοποθετηθούν δημοσίως. Προφανώς γι αυτό απέφυγε να προσέλθει στη Βουλή ο ίδιος ο Πρωθυπουργός. Προφανώς γι αυτό αναγκάσθηκε να σηκώσει το βάρος της «νομικής» επιχειρηματολογίας μόνος του ο συνταγματολόγος Αντιπρόεδρος.

Παρά τις φιλότιμες προσπάθειές του όμως, η προχθεσινή διαχείριση του όλου θέματος από πλευράς κυβέρνησης και Προέδρου της Βουλής θα καταγραφεί στην συνταγματική ιστορία της νεοτέρας Ελλάδας και στις περί αυτής ακαδημαϊκές μελέτες ως τυπικό παράδειγμα συνταγματικής εκτροπής και κυβερνητικής αυθαιρεσίας.
Περί αυτού δε συνηγορεί το μοναδικό ειλικρινές επιχείρημά του, το οποίο δυστυχώς βέβαια δεν ήταν νομικό, αλλά αμιγώς πολιτικό. Το επιχείρημα, ότι δεν ήταν δυνατό να αναβληθεί η ψήφιση του πολυνομοσχεδίου και να εκτεθεί ο Υπουργός και η Κυβέρνηση εν όψει του σημερινού Γιούρογκρουπ.

Θλιβερή ομολογία ότι η στόχος της όλης μεθόδευσης της Κυβέρνησης δεν ήταν η σωστή εφαρμογή του Συντάγματος, αλλά η εξυπηρέτηση άλλων κυβερνητικών πολιτικών σκοπιμοτήτων.
Σκοπιμοτήτων θεμιτών ή όχι αδιάφορο. 
Διότι αλίμονο στη Δημοκρατία όπου η ερμηνεία του συντάγματος γίνεται με βάση τις όποιες σκοπιμότητες της εκάστοτε συγκεκριμένης ιστορικής συγκυρίας.
Αλίμονο εάν η διερεύνηση της ύπαρξης της δεδηλωμένης επαφίεται στην αποφασιστική αρμοδιότητα της εκάστοτε κυβερνητικής «πλειοψηφίας».
Και αλίμονο εάν οι συνταγματολόγοι απαντούν στα συνταγματικά ερωτήματα εξετάζοντάς τα μέσα από τις διόπτρες του κυβερνητικού στελέχους.

Αλίμονο γιατί έτσι συμπεριφερόμενοι βλάπτουν το δημοκρατικό πολίτευμα και από τη θέση του συνταγματολόγου διολισθαίνουν οι  ίδιοι εκόντες άκοντες στην ιδιότητα του ….συνταγματάρχου.

Δευτέρα 17 Μαρτίου 2014

Το Bras de fer των ευρωπαίων πολιτικών με τη Γερμανία είναι μονόδρομος..

Με αυτά τα λόγια ο Ιταλός Πρωθυπουργός έδωσε το στίγμα της λογικής, που τον διακατέχει εν όψει της σημερινής του συνάντησης με την Γερμανίδα καγκελάριο.
Θα ήταν λάθος αυτή η δήλωση να ερμηνευθεί σαν μια έκρηξη ιταλικού εθνικισμού.
Κάθε άλλο. Πρόκειται κατά βάση για ένα ξεκαθάρισμα του πλαισίου μέσα στο οποίο θα πρέπει να κινούνται οι συναντήσεις ηγετών της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Για να μην υπάρξουν μάλιστα παρανοήσεις ο κος Ρέτζι συμπλήρωσε ότι δεν βλέπει την συνάντηση σαν μαθητική εξέταση, όπου θα πρέπει να δεχθεί υποδείξεις για το πώς να διορθώσει την εργασία του. «Είναι γνωστό τι πρέπει να κάνει η Ιταλία και θα το κάνει. Δεν είμαστε κακοί μαθητές και δεν θα σταθούμε μπροστά στο μαυροπίνακα. Η χώρα μας έχει δικαίωμα να πεί ότι η Ευρώπη πρέπει να αλλάξει».
Δεν είναι βέβαια καθόλου σίγουρο ότι η στάση του Ιταλού πρωθυπουργού κατά την συνάντησή του με την κα Μέρκελ θα είναι τόσο σκληρή όσο η φρασεολογία του επί Ιταλικού εδάφους ενώπιον των Ιταλικών μέσων ενημέρωσης.
Όμως δεν παύει να έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον, πολλώ μάλλον καθόσον αποτελεί καινοτομία σε σχέση με προηγούμενες επισκέψεις στην Γερμανική καγκελαρία όχι μόνο Ιταλών, αλλά και λοιπών Ευρωπαίων ηγετών.
Και προφανώς η ρητορεία αυτή, που δυσαρέστησε τη Γερμανική κυβέρνηση και δεν πέρασε απαρατήρητη από τον γερμανικό τύπο ( η Die Welt έγραψε ότι μοιάζει με κήρυξη πολέμου στη γερμανική πολιτική για την Ευρώπη), δεν αποτελεί κεραυνό εν αιθρία για όσους παρακολουθούν στοιχειωδώς τα ευρωπαϊκά και διεθνή δρώμενα.

Η πολιτική της Γερμανίας έχει οδηγεί μαθηματικά σε αδιέξοδο την Ευρωπαϊκή οικονομία, για τον απλούστατο λόγο ότι έχει επιφέρει οικονομική ασφυξία σε όλες σχεδόν τις επί μέρους χώρες ανεξαρτήτως μεγέθους. Και μπορεί ο Ευρωπαϊκός νότος να βρίσκεται ήδη αντιμέτωπος με μια ανθρωπιστική καταστροφή. Όμως ήδη και για τη Γαλλία καθώς και για  τις λοιπές χώρες του δήθεν παραδεισένιου βορρά η αίσθηση ότι η Γερμανία μεθοδεύει την οικονομική τους αφαίμαξη είναι πλέον έντονη.
Και ο προβληματισμός των εταίρων σε σχέση με τους εθνικούς στρατηγικούς σχεδιασμούς της Γερμανίας και πόσο αυτοί μπορεί να βλάψουν τα ευρύτερα ευρωπαϊκά και τα επί μέρους εθνικά συμφέροντα εντείνεται συνεχώς.

Ο χειρισμός του Ουκρανικού ζητήματος εξ άλλου υπήρξε χαρακτηριστικός για το πόσο επικίνδυνος για την Ευρώπη, αλλά και για τις διεθνείς ισορροπίες μπορεί να αποβεί ο μικρομεγαλισμός και ιδίως ο απερίσκεπτος και σουρεαλιστικός επεκτατισμός της Γερμανικής Καγκελαρίας.
Στην προσπάθειά της να αυξήσει τη σφαίρα επιρροής της η Γερμανία ενέπλεξε την Ευρώπη στα εσωτερικά της Ουκρανίας, υπέθαλψε τις εσωτερικές ταραχές, ενίσχυσε ετερόκλητες αντιπολιτευτικές ομάδες να ανατρέψουν την κυβέρνηση Γιανουκόβιτς και να στήσουν την αμφιβόλου νομιμότητας νέα Ουκρανική κυβέρνηση, που άγεται και φέρεται από ακροδεξιές και ναζιστικές οργανώσεις. Σαν μαθητευόμενος μάγος άνοιξε τους ασκούς του Εώλου σε μια περιοχή ευαίσθητων Ρωσικών συμφερόντων.
Χωρίς πλάνο για την επόμενη μέρα έφερε την στρατιωτικά αδύναμη και πλήρως εξαρτώμενη από το Ρωσικό αέριο Ευρώπη σε ιδιαίτερα μειονεκτική θέση. Και αντί να επιτύχει τη επέκταση της ευρωπαϊκής επιρροής κατ’ ουσίαν ωφέλησε τον Ρωσικό επεκτατισμό δίνοντας στην Ρωσία την αφορμή για να προσαρτήσει την Κριμαία. Και αν συνεχισθεί η αλλοπρόσαλλη αυτή πολιτική στήριξης μιας φιλοναζιστικής κυβέρνησης σύντομα και άλλες Ουκρανικές περιφέρειες θα αναζητήσουν την ένωσή τους με τη Ρωσία στο αμέσως προσεχές διάστημα.

Με δεδομένη λοιπόν την δυστυχία, που έχει επισωρεύσει στους λαούς της Ευρώπης η επιβαλλόμενη από τους Γερμανούς πολυετής λιτότητα. Με την εμμονή των Γερμανών στη τήρηση μιας στείρας δημοσιονομικής πειθαρχίας, που κατ’ ουσίαν διασώζει τις γερμανικές τράπεζες, αλλά απειλεί με πλήρη κατάρρευση τις εθνικές οικονομίες και εντεύθεν το κατεστημένο πολιτικό προσωπικό των κρατών μελών. Και με την απροκάλυπτη αλαζονεία των Γερμανών αξιωματούχων και των υψηλόβαθμων υπαλλήλων της ΕΕ (ουσιαστικά φερέφωνων της γερμανικής Καγκελαρίας).
Ο ευρωσκεπτικισμός δεν αποτελεί μια μειοψηφική πολιτική τάση, αλλά μια κυρίαρχη αντίληψη υπαγορευόμενη από το ένστικτο αυτοσυντήρησης των λαών της Ευρώπης.

Όσο και αν τα καθεστωτικά ΜΜΕ προσπαθούν να εξωραΐσουν τον Γερμανικό ηγεμονισμό και τον ρόλο του ευρώ ως εργαλείου μεταφοράς πλούτου από την ευρωπαϊκή περιφέρεια στο Γερμανικό κορβανά, οι Ευρωπαίοι πολίτες συνειδητοποιούν μαζικά και εναργώς, ότι η πολιτική της Καγκελαρίας οδηγεί με μαθηματική ακρίβεια σε μια μεγάλη οικονομική αποικία , όπου στη Γερμανία επιφυλάσσεται ο ρόλος του αποικιοκράτη.
Κάτω από αυτές τις συνθήκες η επιβίωση κομμάτων ή πολιτικών προσωπικοτήτων, που δεν θα αρθρώνουν στοιχειώδη καταγγελτικό λόγο για  τα τερτίπια της γερμανικής και ευρωπαϊκής νομενγκλατούρας, είναι περίπου αδύνατη.

Την αδήριτη αυτή ανάγκη έκφρασης της κοινής γνώμης των Ιταλών και κατ’ επέκτασιν των Ευρωπαίων ψηφοφόρων σηματοδοτούν λοιπόν οι δηλώσεις του Ιταλού πρωθυπουργού.
Όσο μάλιστα πλησιάζουμε στις ευρωεκλογές τόσο θα πολλαπλασιάζονται και θα εντείνονται οι δηλώσεις πολιτικών όλων των πολιτικών αποχρώσεων, που θα κινούνται σε πλαίσιο απόρριψης των Γερμανικών σχεδιασμών και αναστύλωσης της εθνικής οικονομικής κυριαρχίας των κατ’ ιδίαν εταίρων.

Επειδή δε η Ευρώπη έχει περιέλθει στα όρια όχι απλώς της επιβίωσής της ως ένωσης, αλλά και της ύπαρξής της ως καθ’ έκαστον κρατών, οι επερχόμενες εκλογές αποτελούν ένα σύνθετο υπαρξιακό  ιστορικό σταυροδρόμι.
Πρόκειται για μια άνευ προηγουμένου ευκαιρία για τους Ευρωπαίους ψηφοφόρους να πάρουν την τύχη τους στα χέρια τους και αμυνθούν εθνικών και ευρύτερων κοινών ευρωπαϊκών συμφερόντων, που δυστυχώς μέχρι σήμερα αλλεπάλληλες εθνικές κυβερνήσεις παρέστησαν ανίκανες να περισώσουν.

Είναι ηλίου φαεινότερο ότι, αν η Ευρωπαϊκή Ένωση δεν αλλάξει άρδην πλεύση, θα οδηγηθεί σε οικονομική κατάρρευση, κοινωνική αναστάτωση τεραστίων διαστάσεων και μεσαιωνικό βιοτικό περιβάλλον.
Η ανατροπή της κοντόφθαλμης και εθνοκεντρικής Γερμανικής πολιτικής που στοχεύει στην εξασφάλιση του τραπεζικού συστήματος μέσω της σκληρής λιτότητας και της εσωτερικής υποτίμησης πρέπει να ανατραπεί εκ θεμελίων. Πρέπει να αντικατασταθεί από ένα πρόγραμμα, που θα έχει ως επίκεντρο τον Ευρωπαίο πολίτη με εργαλείο την ανάπτυξη και την ισότιμη συμμετοχή των ευρωπαϊκών κρατών στην διανομή του συνολικού ευρωπαϊκού πλούτου.

Αλίμονο αν ο Ευρωπαίος ψηφοφόρος δεν αντιληφθεί την ιδιαίτερη βαρύτητα της ψήφου του και σ’ αυτή την μοναδική ιστορική στιγμή αφεθεί έρμαιο στις σειρήνες των ανά χώρα καθεστωτικών μέσων ενημέρωσης.
Αλίμονο αν παρασυρθεί και εκτραπεί σε στήριξη νεοφανών κομματικών μορφωμάτων με θολό πολιτικό πρόσημο, που αποτελούν το δούρειο ίππο του γερμανόδουλου  ευρωπαϊκού κατεστημένου.
Η καταιγίδα φοροληστρικής επιδρομής και η απροκάλυπτη μεταφορά του δημόσιου πλούτου στα ταμεία των Γερμανικών τραπεζών και πολυεθνικών, που θα επακολουθήσει μετά από ένα τέτοιο ολέθριο σφάλμα των Ευρωπαίων ψηφοφόρων θα έχει κοσμογονικές διαστάσεις.

Και βέβαια λόγω του μεγέθους της καταστροφής, που έχει ήδη συντελεσθεί και της οριακής κατάστασης στην οποία βρίσκεται η Ευρώπη, δεύτερη ευκαιρία ομαλής διάσωσης δεν θα υπάρξει.

Ο νοών νοείτω, διότι οι καιροί ου μενετοί…