Τρίτη 29 Ιουλίου 2014

Τρόικα με Κυβέρνηση στο Παρίσι-Ανοησίες με ιδιάζουσα θρασύτητα στην Αθήνα..

Μια φορά κι ένα καιρό, όταν η Ελλάδα δεν είχε γίνει ακόμα αποικία χρέους, ο ρόλος των κυβερνητικών εκπροσώπων ήταν να προβάλλουν το έργο των κυβερνήσεων.
Ήταν ακόμα η εποχή, που οι κυβερνήσεις εφάρμοζαν δικά τους πολιτικά προγράμματα και οι Υπουργοί είχαν να επιδείξουν ένα  λίγο ως πολύ θετικό ισοζύγιο πολιτικών πεπραγμένων.
Τώρα πια, που οι κυβερνήσεις επιδίδονται μόνο σε καταστροφικές πολιτικές, δουλειά των κυβερνητικών εκπροσώπων είναι πώς να συσκοτίζουν την επικαιρότητα, να διαστρεβλώνουν την πραγματικότητα και να αποκρύπτουν την πρωτοφανή βλαπτικότητα των κυβερνητικών δράσεων. Όσο για τους Υπουργούς έχουν κάθε συμφέρον να αποφεύγουν τα φώτα της δημοσιότητας.
Για το λόγο αυτό η επιτυχία τους δεν εξαρτάται από το μορφωτικό τους επίπεδο, την ιδεολογική τους σταθερότητα, την πνευματική τους οξυδέρκεια ή το συνειδησιακό τους υπόβαθρο.
Μυθοπλαστική ικανότητα, ιδιάζουσα θρασύτητα, ανενδοίαστη ψευδολογία είναι τα εξ ων ουκ άνευ ζητούμενα επαγγελματικά τους προσόντα.

Οι λόγοι που η Τρόικα θα ελέγχει την Ελλάδα από το Παρίσι, όπου θα μεταβαίνουν οι Υπουργοί με τους φακέλους υπό μάλης είναι απλούστατοι και ηλίου φαεινότεροι.
Η εξαθλίωση που έχει οδηγηθεί η Ελληνική κοινωνία έχει φθάσει στο απροχώρητο.
Η αγανάκτηση των πολιτών έχει φθάσει στο μη περαιτέρω.
Η επιμονή και η μαχητικότητα των απολυμένων καθαριστριών έχει δώσει ένα πρώτο σαφές δείγμα στην κυβέρνηση και στην Τρόικα για το πόσο «ευπρόσδεκτη» είναι σ’ αυτή τη χώρα.
Οι νέοι εξοντωτικοί φόροι και η περαιτέρω καταστροφή του παραγωγικού ιστού, ο θάνατος του μικρομεσαίου εμποράκου και κάθε είδους μικρομεσαίου προδιαγράφει το τοπίο των εκρηκτικών κοινωνικών αντιδράσεων, που προβλέπονται οσονούπω.
Οι έντονες αντιδράσεις των ενστόλων, που αποτελούν εξ ορισμού τον βραχίονα καταστολής των υπόλοιπων επαγγελματικών ομάδων είναι χαρακτηριστικός για το τι κλίμα επικρατεί για όσους, Υπουργούς και Τρόικα, η συλλογική συνείδηση θεωρεί υπαίτιους της οικονομικής και όχι μόνο καταστροφής της χώρας.
Υπό αυτές τις συνθήκες είναι πλέον ή βέβαιο ότι από εδώ και πέρα η πρόσβαση των Τροϊκανών, ακόμη και των ελεγχομένων Υπουργών στα Υπουργεία θα ήταν αδύνατο να εξασφαλισθεί με συμβατικά μέσα προστασίας. Των ειδικών αστυνομικών σωμάτων περιλαμβανομένων.

Η μεταφορά λοιπόν της διαδικασίας του ελέγχου εκτός Ελληνικής επικράτειας ήταν μια αναπόφευκτη κίνηση στοιχειώδους πρόνοιας.
Ουδείς εχέφρων ελεγκτής (κατ’ ουσίαν  στυγνός εκμεταλλευτής) έχει πλέον την αποκοτιά να επισκεφθεί ένα λαό που τον βλέπει ως δήμιο. Και ουδείς φυσικά κυβερνητικός οικοδεσπότης μπορεί να εγγυηθεί την ασφάλεια ενός τέτοιου επισκέπτη.
Η επιλογή συνεπώς να γίνονται αυτού του τύπου οι συναντήσεις στο Παρίσι ήταν μια ρεαλιστική ιδέα, που κατά πάσα πιθανότητα υπαγορεύτηκε από τον ένστικτο αυτοσυντήρησης των Τροϊκανών και έγινε ασμένως αποδεκτή από την Ελληνική πλευρά.

Είναι προφανές ότι η μετακίνηση ενός ολόκληρου συρφετού Τπουργών, υφυπουργών, ανώτερων διοικητικών  υπαλλήλων και λοιπών παρατρεχάμενων, θα στοιχίσει ένα σκασμό λεφτά στο χειμαζόμενο δημόσιο κορβανά.
Είναι γνωστό ότι ο πηγεμός των Υπουργών στους Τροϊκανούς σημειολογικά με βάση τα διεθνή πρότυπα τους καθιστά αυτόματα υφισταμένους, πράγμα διόλου κολακευτικό για τη χώρα.  
Γιατί όπως και να το κάνουμε ο υφιστάμενος πάει στον προϊστάμενο κι όχι το αντίθετο. Αυτή λοιπόν η κίνηση από μόνη της σηματοδοτεί κατά τρόπο αδιάψευστο την αποικιοκρατική ουσία της κατάστασής μας.
 Μόνο σε περίπτωση αποικίας ή κατοχής ο Υπουργός μιας χώρας παίρνει τους φακέλους υπό μάλης και πάει στο γραφείο κάποιων ξένων διοικητικών υπαλλήλων για να δώσει λογαριασμό για τα πεπραγμένα του. Να ακούσει ενδεχομένως τα σχολιανά του και να πάρει οδηγίες για τη συνέχεια.
Είναι επομένως ευνόητο γιατί Τρόικα και κυβέρνηση υιοθέτησαν αυτή την οικονομικά πανάκριβη και επικοινωνιακά ταπεινωτική λύση.

Και ενώ ο κόσμος το’ χει τούμπανο κι οι Υπουργοί κρυφό καμάρι, εμφανίζεται η Κυβερνητική εκπρόσωπος την ανάγκην φιλοτιμίαν ποιούμενη να μας δώσει το μυαλό στο χέρι.
Ούτε λίγο ούτε πολύ προσπαθεί να πείσει τους δύστυχους πλήν αγανακτισμένους ιθαγενείς ότι επρόκειτο και καλά για μια φαεινή ιδέα του Πρωθυπουργού.
Που και καλά δεν τους άρεσε των Τροϊκανών, αλλά η κραταιά Ελλάς τους την επέβαλε με το ζόρι.
Που και καλά αποτελεί επιβεβαίωση της εμπιστοσύνης των ξένων τοποτηρητών για τη χώρα.
«Εφόσον είμαστε σε καλό δρόμο δεν υπάρχει λόγος γι αυτή την αυτοπρόσωπη παρουσία (των Τροϊκανών) και αυτό γίνεται αντιληπτό», εξήγησε με ύφος χιλίων υποκειμένων της δαρβινικής θεωρίας σε πρωϊνή εκπομπή γνωστού «αντικειμενικού» καναλιού.

Το εύλογο ερώτημα που προκύπτει από αυτή την μεγαλοφυή ατάκα της εξοχότατης Κυβερνητικής εκπροσώπου είναι: 
Αφού είμαστε σε τόσο καλό δρόμο γιατί χρειάζεται η αυτοπρόσωπη πολυήμερη …απουσία των Υπουργών και η απομάκρυνσή τους από τα Υπουργεία τους σε μια απόσταση αρκετών χιλιάδων χιλιομέτρων..?
Τέτοια ερωτήματα βεβαίως δεν πρόκειται να απαντηθούν ποτέ από την σεβαστή Υπουργό γιατί απλούστατα ποτέ δεν πρόκειται να της τεθούν από τους δημοσιογράφους και συνομιλητές της στα πάνελ των ΜΜΕ, που επιλέγει να εμφανίζεται.
Κι αυτό καταντά τελικά ένα μειονέκτημα για την ίδια, γιατί μη έχοντας γνώμονα της θυμηδίας ή οργής, που προκαλούν οι εμφανίσεις της, ολισθαίνει ασυναίσθητα στην  αμετροέπεια, την αλαζονεία και εν τέλει στην ανοησία.

Και αν δεχθούμε ότι με τις φαιδρές αυτές κομπορρημοσύνες θα καταφέρει αυτή τη φορά να πείσει κάποιους αφελείς πως η εικόνα υπουργών να σέρνονται στα γραφεία των τροϊκανών είναι μαγκιά του Πρωθυπουργού.

Την επόμενη φορά, αν οι Υπουργοί κριθεί ασφαλέστερο να μετακομίσουν μόνιμα στο Παρίσι, τι θα βρεί να πεί για να παρουσιάσει τη νύκτα μέρα..?



Πηγή φωτογραφίας εδώ

Κυριακή 27 Ιουλίου 2014

Ο κ.Μεϊμαράκης δήλωσε παρών στην κούρσα διαδοχής..

Και την ώρα που το στρατόπεδο Σαμαρά-Βενιζέλου προσπαθεί με νύχια και με δόντια να πείσει ότι ο μαγικός αριθμός είναι εξασφαλισμένος, ούτως ώστε να περιορίσει τις φυγόκεντρες τάσεις των βουλευτών της συμπολίτευσης και να συντηρήσει την εύθραυστη κυβερνητική συνοχή, έρχεται ο κ. Μεϊμαράκης να χαλάσει την συνταγή.
Στo περιθώριο του εορτασμού της 40ης επετείου της Δημοκρατίας ο εξοχότατος Πρόεδρος της Βουλής, προτείνει τη διεξαγωγή συνεδρίου το φθινόπωρο με στόχο την συστράτευση της Κεντροδεξιάς παράταξης για να φτιαχτεί ένα εθνικό σχέδιο που θα ξαναφέρει την ΝΔ στο 40(!)

Η ανατρεπτική αυτή πρόταση μπορεί από πρώτη άποψη να μοιάζει εκτός τόπου και χρόνου. Kινείται σε μια κατεύθυνση εκ διαμέτρου αντίθετη από αυτήν του Πρωθυπουργού.
Σαμαράς και Βενιζέλος προσπαθούν να ψαρέψουν παρασκηνιακά μερικούς πρόθυμους βουλευτές και να εξασφαλίσουν στα μουλωχτά μερικούς ακόμη μήνες διακυβέρνησης. Κι έρχεται ο κος Μεϊμαράκης και κατ’ ουσίαν ζητάει από τον αρχηγό της ΝΔ να αφήσει τις σκοτεινές ίντριγκες καi δολοπλοκίες, να βγεί στο ξέφωτο και να διεκδικήσει με σοβαρούς πολιτικούς όρους την ηγεμονία στο πολιτικό σκηνικό της χώρας.

Συνέδριο μέχρι το φθινόπωρο είναι αδύνατον να οργανωθεί. 
Εθνικό σχέδιο με τρόικα και τήρηση των μνημονιακών δεσμεύσεων είναι έννοιες ασύμβατες. Πανστρατιά της κεντροδεξιάς με τον κο Σαμαρά, όπως και της κεντρο«αριστεράς» με τον κο Βενιζέλο αποτελεί ουτοπία, που ούτε οι ίδιοι πιστεύουν.
Γιατί λοιπόν ο κος Μεϊμαράκης κάνει μια πρόταση, που είναι εκ των προτέρων βέβαιο ότι θα πάει άπατη?
Αν επρόκειτο για κανένα νέο ερασιτέχνη η εξήγηση θα ήταν εύκολη.
Ο κος Μεϊμαράκης όμως και οξυδερκής είναι και παλιά καραβάνα στην πολιτική.
Επομένως η κίνησή του, καθώς και ο χρόνος που επέλεξε να την κάνει έχουν και βαρύτητα και σημασία.

Κατ’ αρχήν είναι ενδιαφέρον ότι επέλεξε να την κάνει απ’ ευθείας σε δημοσιογράφους και όχι σε κομματικό όργανο ή, το φυσιολογικότερο, στον Πρόεδρο του κόμματος.
Απ’ αυτό και μόνο το γεγονός θα πρέπει να συμπεράνουμε ότι ελάχιστα τον ενδιέφερε η υιοθέτησή της από την ηγετική ομάδα της ΝΔ. Ήθελε πρωτίστως να την κάνει γνωστή στην ευρύτερη κοινή γνώμη με όλη την σημειολογία, που η κίνηση και η πρότασή του εμπεριέχει.

Η πρόταση λοιπόν αυτή αποτελεί ευθεία απόρριψη των χειρισμών του κου Σαμαρά και των συμβούλων του.
Η προτροπή για συνέδριο, εθνικό σχέδιο και πρόσκληση ενότητας είναι η επιτομή της θαρραλέας, ανοιχτής εσωκομματικής και κοινωνικής πολιτικής σύγκρουσης. Είναι ακριβώς αυτό που φοβούνται και ξορκίζουν οι ηγετικές ομάδες των δύο συγκυβερνώντων κομμάτων, οι οποίες προσπαθούν να κερδίσουν πολιτικό χρόνο με προπαγανδιστικά παραμύθια και έξωθεν στήριξη.
Ουσιαστικά λοιπόν ο κος Μεϊμαράκης θέτει στον κο Σαμαρά μια πρόταση παγίδα. Αν την δεχθεί θα οδηγηθεί σε συνέδριο αυτοκτονίας. Αν όχι παρουσιάζεται δειλός και ανίκανος να αναλάβει θαρραλέες πρωτοβουλίες στον ευρύτερο πολιτικό στίβο, όπως περίπου τον κατηγορεί και η αντιπολίτευση.

Αυτή τη στιγμή η ΝΔ βρίσκεται στο χειρότερο σημείο αποσύνθεσης. Πάμπολλα ιστορικά στελέχη της έχουν διαγραφεί, αποχωρήσει, αποστασιοποιηθεί από το κόμμα. Ακόμα και από όσα έχουν παραμείνει, πολλά βρίσκονται απομονωμένα από την πέριξ του Πρωθυπουργού ομάδα.
Σε τι συνέδριο λοιπόν να πάει ο Σαμαράς? Και πώς να επιτευχθεί «πανστρατιά» με ένα αρχηγό που απομάκρυνε το 80% της παράταξης?
Το χειρότερο απ’ όλα, πώς να ηγηθεί παραταξιακής πανστρατιάς ένα πρόσωπο, που έχει ταυτισθεί με την σκληρή εφαρμογή του μνημονίου, την ώρα ακριβώς που η ελληνική κοινωνία αναζητά τον απεγκλωβισμό της από αυτό?
Είναι λοιπόν ηλίου φαεινότερο ότι ο κος Μεϊμαράκης θέλει να καταδείξει πως η ΝΔ με αυτόν τον αρχηγό είναι εγκλωβισμένη σε μια αυτοκτονική πορεία, που την οδήγησε σε αυτή την ιστορικά πρωτοφανή συρρίκνωση και μαθηματικά την σύρει στην πλήρη αποσύνθεσή της.

Και για να μην υπάρξει αμφιβολία ο κος Μεϊμαράκης φροντίζεινα ε επεξηγήσει την πρότασή του: «απαιτείται πρόγραμμα, σχέδιο, επιχειρήματα στις εξαγγελίες και όχι φούσκες που θα βλέπει ο κόσμος πως δεν υλοποιούνται». 
Χρειάζεται μεγάλη εξυπνάδα για να καταλάβει κανείς ποιους λοιδορεί ο κος Μεϊμαράκης?
Ποιος τα τελευταία δύο χρόνια έχει κουράσει τον κόσμο με «φούσκες που στο τέλος βλέπει ότι δεν υλοποιούνται»? 
Ποιος άλλος εκτός από τον Πρωθυπουργό, τους κυβερνητικούς εκπροσώπους, τους Υπουργούς Οικονομικών οι οποίοι κάθε τρείς μήνες ανανεώνουν τις σαπουνόφουσκες περί εξόδου από τα μνημόνια, σταθεροποίησης της οικονομίας, φρεναρίσματος της ανεργίας, προσέλκυσης επενδύσεων, ανάκαμψης και άλλα παρόμοια, που ανήκουν στη σφαίρα της φαντασιοπληξίας?

Με την παρέμβασή του λοιπόν δεν απευθύνεται στην παρούσα ηγετική ομάδα, που γνωρίζει εκ προοιμίου ότι δεν πρόκειται να τον ακούσει.
Απευθύνεται στην ευρύτερη κομματική και παραταξιακή στελεχιακή βάση και ρίχνει τον σπόρο της ανάγκης ανατροπής της ακολουθούμενης αδιέξοδης πολιτικής και συνακόλουθα της ανεπαρκούς και φοβικής κομματικής ηγεσίας.

Ο κος Μεϊμαράκης αντιλαμβάνεται πολύ καλά ότι η παρούσα κυβέρνηση πνέει τα λοίσθια.
Ότι η επέλευση των εκλογών είναι νομοτελειακά αναπόφευκτη.
 Όχι από αδυναμία εξεύρεσης 180 ιδιοτελών οσφυοκαμπτών, αλλά εξ αιτίας των εκρηκτικών κοινωνικών συνθηκών, που δημιουργεί η εξαθλίωση των πολιτών και η αδιαλλαξία των δανειστών.
Σπεύδει λοιπόν να προλάβει τις εξελίξεις και να δηλώσει παρών στις επερχόμενες εσωκομματικές ανακατατάξεις.

Με την πρότασή του προβάλλει τον εαυτό του ως ηγετική φυσιογνωμία ικανή να κάνει όλα αυτά, που δεν μπορεί να κάνει ο κος Σαμαράς.
Να ενώσει την παράταξη, να συντάξει εθνικό σχέδιο, να εμπνεύσει εμπιστοσύνη στους  ψηφοφόρους και να οδηγήσει το κόμμα στην εξουσία στηριζόμενο στην ιστορική του πλειοψηφία του 40% και όχι στη εγχώρια διαπλοκή και στα ξένα κέντρα οικονομικών συμφερόντων.
Αυτή είναι η σημειολογία και η εσωτερική σκοπιμότητα της πρότασης Μεϊμαράκη.

Και προφανώς δεν είναι καθόλου τυχαίο ότι παρότι την έκανε δημόσια συζητώντας με πολιτικούς συντάκτες, πέρασε περίπου απαρατήρητη από τα ΜΜΕ και τους επαγγελματίες σχολιαστές..

Παρασκευή 25 Ιουλίου 2014

Ζητούνται 180 γενναίοι για την ομάδα «εθνικής (μνημονιακής) σωτηρίας»

Παρά την εικόνα σιγουριάς και αυτοπεποίθησης, που μοχθεί να παρουσιάσει ο συγκυβερνητικός συνασπισμός, τα συμπτώματα προδίδουν ότι μαύρη απελπισία έχει φωλιάσει στα κομματικά του επιτελεία.

Χαρακτηριστικό του πανικού, που έχει κυριεύσει Υπουργούς, βουλευτές και στελέχη των δύο κομμάτων της συγκυβέρνησης, είναι ότι καθημερινό πλέον θέμα συζήτησης είναι η δυνατότητα εκλογής Προέδρου Δημοκρατίας από την παρούσα Βουλή.

Η εμπλοκή του ίδιου του Πρωθυπουργού με τις αισιόδοξεςδηλώσεις περί τελικής εξασφάλισης του ποθητού αριθμού των 180, αυτόν ακριβώς τον πανικό επιβεβαιώνει.
Όπως εξ άλλου και οι καθημερινές άτσαλες αναφορές στο θέμα τηςΚυβερνητικής εκπροσώπου κας Βούλτεψη με την χαρακτηριστική αμετροέπεια, που την διακρίνει.

Και δεν έχει βεβαίως άδικο το κυβερνητικό επιτελείο, που προσπαθεί με μύχια και με δόντια να διασκεδάσει την υπόθεση.
Η αμφιβολία περί της δυνατότητας αυτής της Βουλής να εκλέξει πρόεδρο δημοκρατίας, αποτελεί από μόνη της μια ωρολογιακή βόμβα στα θεμέλια της συγκυβέρνησης.

Είναι αναμφίβολο ότι τα δύο κόμματα και συνακόλουθα οι βουλευτές τους δεν έχουν καμιά επιθυμία να χάσουν την κουτάλα της εξουσίας. Kαι καμία μνημονιακή συνταγή, όσο σκληρή, όσο καταστροφική κι όσο λαομίσητη κι αν είναι, δεν μπορεί να τους οδηγήσει σε αυτόβουλο χρονικό περιορισμό της κυβερνητικής τους θητείας.
Όμως αν στο μυαλό βουλευτών και Υπουργών φωλιάσει ό φόβος της αναγκαστικής προσφυγής στις κάλπες, τότε η ενίσχυση των φυγόκεντρων δυνάμεων εντός του κυβερνητικού συνασπισμού και η επιτάχυνση της τάσης κατάρρευσης της κυβέρνησης θα είναι αναπόφευκτη.
Η ιδέα της προσωπικής διάσωσης του καθ’ ενός στην εκλογική του περιφέρεια θα υπερισχύσει κάθε άλλης σκέψης και όλοι θα στραφούν εναντίον όλων στη βάση της εξασφάλισης ενός επικοινωνιακού προφίλ ικανού να επιτύχει την επανεκλογή τους.

Είναι επομένως ιδιαίτερα κρίσιμο για τους κκ Σαμαρά και Βενιζέλο να διασκεδάζουν την αγωνία των βουλευτών τους γύρω από αυτό το κρίσιμο ζήτημα.
Μπορούν ή δε μπορούν να βρουν τους 180?
Ή επί το ορθότερον μπορούν ή δε μπορούν να εξασφαλίσουν την ανεύρεση των 25-30 καλοθελητών, που σε πείσμα της λαϊκής κατακραυγής θα τολμήσουν αν δώσουν το φιλί της ζωής στη παραπαίουσα κυβερνητική κομπανία?
Αν πείσουν ότι μπορούν, τότε εξασφαλίζουν τους ψήφους των βουλευτών της συμπολίτευσης και κυρίως συντηρούν την απαραίτητη κυβερνητική συνοχή.
Αν η αμφιβολία παραμείνει, τότε ούτε καν οι ψήφοι των βουλευτών τους μπορούν να θεωρούνται εξασφαλισμένοι, καθώς κάποιοι από αυτούς θα εναποθέσουν την ελπίδα σωτηρίας τους στην υιοθέτηση του ρόλου του αντιμνημονιακού αντάρτη. Έστω και οψίμως.. Έστω και την τελευταία ώρα…

Και τότε η κατάσταση θα είναι πλέον μη αναστρέψιμη.

Τίποτε ούτε οι φιλότιμες προσπάθειες των ΜΜΕ, ούτε  οι απειλές των δανειστών, ούτε οι ωμές παρεμβάσεις του Ευρωπαϊκού Διευθυντηρίου ή της γερμανικής Καγκελαρίας θα μπορούν να τη σώσουν….

Κυβερνητική πλοήγηση με GPS..

Διαδοχικές συναντήσεις με τους υπουργούς της κυβέρνησης έχει από το πρωί ο πρωθυπουργός Αντώνης Σαμαράς, παρουσία του αντιπροέδρου της κυβέρνησης Ευ. Βενιζέλου.

Αντικείμενο των συγκυβερνητικών συνευρέσεων, όπως γράφεται στα ΜΜΕ, είναι η αντιμετώπιση των εκκρεμοτήτων εν όψει της επιστροφής της Τρόικας το Φθινόπωρο.

Πάνω που είχαμε χαρεί με τις μεγαλοστομίες του κου Σαμαρά, πως είχε σκίσει το μνημόνιο φύλο-φύλο, ήρθε η Τρόικα με τον νέο μας Υπουργό Οικονομικών να μας προσγειώσουν στην πεζή πραγματικότητα.
Η χώρα χρειάζεται να διευθετήσει ένα πακετάκι εκκρεμότητες και να ολοκληρώσει καμιά εξακοσαριά μνημονιακές προσαρμογούλες, αν θέλει να πάρει την επόμενη δόση και να παραμείνει εντός πλαισίου Ευρωζωνικής «διάσωσης».

Από τον ουρανό της κατάργησης του μνημονίου μέχρι τα Τάρταρα της στυγνής εφαρμογής μέτρων περαιτέρω εξαθλίωσης, η απόσταση είναι πολύ μεγάλη για να χωνευθεί αμάσητη από τους ιθαγενείς.
Εξ΄ου και επιστρατεύθηκαν τα γνωστά μιντιακά παπαγαλεία, ξαναστήθηκε το επαναλαμβανόμενο σκηνικό των «ανταρτών» βουλευτών, αξιοποιήθηκαν δεόντως στημένα και τυχαία περιστατικά της επικαιρότητας.
Από τον κροκόδειλο στην Κρήτη, μέχρι τις ενδοκυβερνητικές ψευτοκόντρες, και από τον Μαζιώτη μέχρι τις εστίες πυρός στην ευρύτερη περιοχή, τίποτε δεν αφέθηκε να πάει χαμένο, προκειμένου να ξεφύγει η προσοχή της κοινής γνώμης από την αλγεινή κυβερνητική δραστηριότητα.

Στο πλαίσιο λοιπόν αυτής της επικοινωνιακής διαχείρισης πρέπει να ενταχθεί και η χθεσινή συνάντηση του κου Σαμαρά με τον κο Βενιζέλο, οι οποίοι επισήμως σχεδίασαν τον «οδικό χάρτη» ανάκαμψης της χώρας, ανεπισήμως όμως μάλλον σχεδίασαν το σενάριο λαϊκής παραμυθίας. 
Τα επί μέρους δρώμενα και τους κατ’ ιδίαν ρόλους.

Τι ανάγκη άλλωστε «οδικού χάρτη» υπάρχει, αφού ως γνωστόν η Φράου Μέρκελ τους έχει προ πολλού εφοδιάσει με κατάλληλο GPS, στο οποίο έχει φροντίσει να τοποθετήσει η ίδια το «σωτήριο» σημείο τελικού προορισμού της αποικίας.


Δευτέρα 7 Ιουλίου 2014

Μακάριοι οι αλαζόνες...

Όταν η επαφή των πολιτών με τα κυβερνητικά στελέχη αποκλείεται από τον κυματοθραύστη των δυνάμεων καταστολής και η διαχείριση των αντιρρήσεων των επαγγελματικών κλάδων εξαντλείται στη μεθοδολογία των επιστρατεύσεων, τότε είναι βέβαιο πως το πολίτευμα νοσεί βαρέως.

Η παρατεταμένη οικονομική αφαίμαξη του ελληνικού λαού, αλλά κυρίως η θηριώδης ανεργία σε συνδυασμό με την κατάρρευση της εγχώριας αγοράς έχει οδηγήσει σε απόγνωση τεράστιες μάζες πληθυσμού και είναι μοιραίο να προκαλεί την αντίδραση όλο και περισσότερων επαγγελματικών ομάδων.
Σε μια σύγχρονη ευνομούμενη δυτική Δημοκρατία είναι περίπου αυτονόητη η δυνατότητα των πολιτών, ιδιαίτερα σε συλλογικό επίπεδο, να έρχονται σε άμεσο διάλογο με τους αρμόδιους κυβερνητικούς παράγοντες, προκειμένου να εκθέτουν τον προβληματισμό τους, να υποβάλλουν τις προτάσεις τους και αν μη τι άλλο να λαμβάνουν ικανοποιητικές απαντήσεις στον εύλογο προβληματισμό τους.
Δυστυχώς αυτό στην Ελλάδα του 2014 μοιάζει εντελώς αδιανόητο.

Οι Υπουργοί, ακόμη και οι βουλευτές και τα στελέχη των κυβερνητικών κομμάτων δεν έχουν καμιά διάθεση να συναντήσουν τους διαμαρτυρόμενους πολίτες.
Οι συνδικαλιστές και οι επαγγελματικές ενώσεις, που στο μοντέλο της Δυτικής Δημοκρατίας έχουν εξέχοντα θεσμικό ρόλο, στην Ελλάδα αντιμετωπίζονται ως αποδιοπομπαίοι τράγοι.
Οι διαμαρτυρόμενοι πολίτες περίπου ως ταραξίες και υπονομευτές της εννόμου τάξεως, η πλάτη των οποίων είναι προορισμένη για το τεστ αντοχής των γκλομπς των ειδικών δυνάμεων της αστυνομίας.
Όσο για τον «διάλογο» της Κυβέρνησης με τους όποιους απεργούς του Δημοσίου τομέα, αυτός νοείται αποκλειστικά ως εξαγγελία επιβολής του ακραίου και βαθειά αντιδημοκρατικού μέτρου της επιστράτευσης.

Και βεβαίως τα φαινόμενα αυτά, του ακραίου ρήγματος στις σχέσεις κυβερνήσεως και κυβερνουμένων, της ασκήσεως υπερβολικής κρατικής βίας και της συνεχώς κατάφορης παραβίασης της  αρχής της αναλογικότητας σε κάθε διοικητική πράξη, ούτε παράδοξα είναι ούτε δυσεξήγητα.
Οφείλονται στην ανώμαλη εμπλοκή των δανειστών στην άσκηση των κρατικών εξουσιών.
Η Τρόικα με τους συνεπίκουρους μηχανισμούς του Ευρωπαϊκού Διευθυντηρίου, έχουν διεισδύσει εξωφρενικά σε κάθε θεσμική και διοικητική λειτουργία με αποτέλεσμα να έχουν ευτελίσει στην κυριολεξία τους θεσμούς και εξευτελίσει τα πρόσωπα, που τους επανδρώνουν.
Η κυβέρνηση δεν παράγει πλέον πολιτικό σχεδιασμό. Δεν αναλαμβάνει νομοθετικές πρωτοβουλίες. Δεν λαμβάνει διοικητικές αποφάσεις. Απλώς ενημερώνεται για τις απαιτήσεις των δανειστών. Τα υπουργεία μεταφράζουν, ενίοτε πλημμελώς, τα νομοσχέδια, που τους δίδονται από τους δανειστές και οι κυβερνητικοί βουλευτές, εκόντες άκοντες, υποχρεώνονται να ψηφίσουν άρον άρον νόμους που βρίθουν αντιλαϊκών μέτρων και αντεθνικών επιλογών.
Εξ άλλου οι μεταφράσεις των νομοσχεδίων είναι απολύτως ανελαστικές, μη αφήνοντας κανένα περιθώριο στην εκτελεστική εξουσία ούτε για δευτερεύουσες διαφοροποιήσεις.

Υπ’ αυτούς τους όρους οι Υπουργοί και οι συμπολιτευόμενοι βουλευτές στερούνται κάθε ίχνους κύρους, αλλά και στοιχειώδους δυνατότητας να βρούν πειστικά επιχειρήματα για την ασκούμενη κυβερνητική πολιτική και τρομάζουν στην ιδέα να συναντήσουν τους αγανακτισμένους πολίτες.
Έτσι η προσφυγή στη προστασία των δυνάμεων καταστολής και η επιστράτευση των «δυστροπούντων» αγανακτισμένων αποτελεί μονόδρομο για τον Πρωθυπουργό και τους κυβερνητικούς αξιωματούχους.

Εν τέλει δε η εμπλοκή της Δικαιοσύνης στην διά της βίας εφαρμογή των έξωθεν επιβαλλόμενων αντιλαϊκών και αντεθνικών οδηγιών καταντά όρος εξ ων ουκ άνευ της καθημερινής διακυβέρνησης.
Η απειλή του ποινικού κολασμού αποτελεί κοινό εισπρακτικό εργαλείο και σύνηθες μέσο πειθαναγκασμού του φορολογουμένου να υπερβεί την αντικειμενική αδυναμία του.
Οι αποφάσεις των ανώτατων δικαστηρίων καλούνται να γίνουν φενάκη συνταγματικής επίφασης αντισυνταγματικών νόμων και διοικητικών πράξεων.
Οι δικαστές όλων των βαθμίδων υποχρεώνονται να θέτουν πολιτικά και όχι νομικά επιχειρήματα στο πρώτο σκέλος των δικανικών συλλογισμών.
Έτσι σταδιακά και τώρα τελευταία με επιταχυνόμενο ρυθμό και η δικαιοσύνη απειλείται με απώλεια του κύρους της στο βωμό της εξυπηρέτησης αλλοδαπών οικονομικών  συμφερόντων.

Τα φαινόμενα αυτά δεν είναι τυχαία, ούτε μόνον εγχώρια.
Ολόκληρη η Ευρωπαϊκή Ένωση, ιδιαίτερα η Ευρωζώνη, έχει «μολυνθεί» από την ανίατη ασθένεια της θεσμικής αποσύνθεσης των επί μέρους κρατών.
Και αυτό δεν πρέπει να ερμηνεύεται απλοϊκά ως αποτέλεσμα της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης και των κατά περίπτωση κρατικών ελλειμμάτων, εθνικών χρεών και εντεύθεν δανειακών αναγκών.
Δεν είναι συμπτωματικό ότι όλα τα κράτη της Ευρωζώνης βυθίζονται λίγο ως πολύ στα εθνικά χρέη, σύρονται σε μέτρα σκληρής λιτότητας περισσότερο ή λιγότερο επώδυνα, περιορίζουν δραματικά το δικαίωμα αρμοδιότητας της αρμοδιότητας, τουτέστιν της εθνικής τους κυριαρχίας.

Και όλα αυτά συμβαίνουν την ίδια στιγμή που ένα από αυτά, η Γερμανία, με θηριώδες δημόσιο χρέος 1,3 τρις καταφέρνει να δανείζεται με αρνητικό επιτόκιο, έχει αληθινά πλεονασματικούς ισολογισμούς, ανακοινώνει αυτάρκη προϋπολογισμό  για το 2015 και αντί μειώσεων προβαίνει σε αυξήσεις των αποδοχών στο δημόσιο και ιδιωτικό τομέα.
Όσο δε για τα κυριαρχικά της δικαιώματα, αυτά προδήλως αυξάνονται αντιστρόφως ανάλογα με τα κυριαρχικά δικαιώματα των εταίρων της, που πλέον φαίνεται άλλοι μεν να έχουν μετατραπεί σε δορυφόρους της και άλλοι, όπως εμείς, σε θλιβερές αποικίες της.

Είναι δε ηλίου φαεινότερο ότι, όπως στο εσωτερικό της χώρας η κρίση εξαθλίωσε τις πλατειές λαϊκές μάζες, ιδιαίτερα την αδοκίμως αποκαλούμενη «μεσαία τάξη», αλλά εκτόξευσε τον ατομικό πλούτο μιας ελάχιστης απροκάλυπτα διαπλεκόμενης οικονομικής ολιγαρχίας, έτσι και σε Ευρωπαϊκό επίπεδο η συντριβή των επί μέρους εθνικών οικονομιών απετέλεσε το θεμέλιο σωτηρίας της Γερμανικής οικονομίας, της συσσώρευσης πλούτου στις Γερμανικές πολυεθνικές και της διατήρησης αξιοπρεπούς βιοτικού επιπέδου στο Γερμανικό λαό.

Υπό αυτές τις συνθήκες δεν είναι περίεργο που ο Ευρωσκεπτικισμός, στην πραγματικότητα αντιγερμανισμός, κερδίζει ολοένα και περισσότερο έδαφος στους κόλπους της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Δεν είναι περίεργο, που η Γερμανία με απροκάλυπτο πλέον τρόπο επιδιώκει να οικειοποιηθεί την δημόσια και ιδιωτική περιουσία των υπολοίπων λαών, ενώ παράλληλα  επιδιώκει να επιβάλλει στους ευρωπαϊκούς θεσμούς πρόσωπα της απολύτου επιρροής της, που θα της εξασφαλίζουν την απόλυτη ηγεμονία.
Η οικονομική καταβρόχθιση των εταίρων της είναι ο ασφαλής τρόπος διάσωσής της οικονομίας της, υπερπλουτισμού της δικής της οικονομικής ολιγαρχίας και διατήρησης ενός ανεκτού επιπέδου διαβίωσης του Γερμανικού «όχλου».

Το ερώτημα είναι κατά πόσον αυτός ο εξόφθαλμος γερμανικός σχεδιασμός, που απειλεί ευθέως την επιβίωση των υπόλοιπων ευρωπαϊκών κοινωνιών είναι δυνατόν να ευοδωθεί και μέχρι πόσο μπορεί να διαρκέσει.
Είναι μάλλον αναπόφευκτο να διεγείρει το ένστικτο αυτοσυντήρησης των εταίρων-θυμάτων της και αυτό ακριβώς φαίνεται ότι συμβαίνει.
Ο Φάρατζ, ο Πέπε Γκρίλο και οι περισσότεροι από τους Ευρωπαίους πολιτικούς όλων των αποχρώσεων σίγουρα δεν είναι τόσο χαρισματικοί όσο φαίνονται. Σε μια άλλη περίοδο θα ήταν απλώς γραφικοί, όμως η συγκυρία του ραγδαίως εξαπλούμενου ευρωσκεπτικισμού τους αναδεικνύει σε εξέχουσες πολιτικές φυσιογνωμίες με μεγάλους αριθμούς οπαδών.

Στον αντίποδα οι παραδοσιακά ισχυρές ευρωπαϊκές δυνάμεις, που έχουν προσδεθεί στο άρμα της Γερμανικής ηγεμονίας, εμφανίζουν χαρακτηριστική αδυναμία ανάδειξης στελεχών με σοβαρή απήχηση στο Ευρωπαϊκό κοινό. Η παλιά γενιά (τύπου Γιούνκερ) έχει ξεφτίσει η δε νέα είναι μετρίων ικανοτήτων. Απογοητευτικά μετρίων ικανοτήτων.
Αυτή ακριβώς η ένδεια στελεχιακού δυναμικού αναγκάζει τη Γερμανία σε κεντρικό και σε περιφερειακό ευρωπαϊκό επίπεδο να διολισθαίνει σε όλο και περισσότερο αυταρχικές κινήσεις, προκειμένου να επιβάλει την ακραίως σοβινιστική πολιτική της.

Κάτι που νομοτελειακά σύντομα θα μεταλλάξει τον σημερινό εθνοκεντρικό ασύντακτο ευρωσκεπτικισμό σε υπερεθνικό, πανευρωπαϊκό συντεταγμένο αντιγερμανισμό.

Και τότε τα πράγματα θα πάρουν τέτοια τροπή, που «λαθροκυβερνήτες» τύπου τρόικας ή κατά τόπους ξένων (συνήθως Γερμανών) επιτετραμμένων με «συμβουλευτικές» αρμοδιότητες δεν θα μπορούν διαχειριστούν.
Αυτή δε η μετουσίωση της πανευρωπαϊκής κοινής γνώμης θα επιταχυνθεί στο μέτρο, που η κατά χώρα κυβερνητική αυθαιρεσία συνοδεύεται από αλαζονεία των κυβερνητικών παραγόντων.
Όπου η αυθαιρεσία  συναντάται με την αλαζονεία, η βαρβαρότητα με την ανοησία πάνε πακέτο.
Την αλαζονεία όμως που ενδεχομένως δεν επιθυμούν οι Γερμανοί νεοαποικιοκράτες, δεν μπορούν να την αποτρέψουν, γιατί ακριβώς είναι αδύνατον να βρούν αρκούντως ευφυές πολιτικό προσωπικό, που θα είναι διατεθειμένο να εξυπηρετήσει τα συμφέροντά τους.

Παραφράζοντας λοιπόν τη γνωστή παροιμία «όταν ο Θεός θέλει να καταστρέψει το μυρμήγκι του δίνει φτερά», μπορούμε να πούμε μετά βεβαιότητας:
Όταν ο Θεός θέλει να καταστρέψει τον ανόητο πολιτικό του δίνει αλαζονεία.
Μακάριοι λοιπόν (ως πτωχοί τω πνεύματι) οι αλαζόνες, ότι αυτοί θα είναι ο καταλύτης επιτάχυνσης των κοινωνικών ανατροπών σε πανευρωπαϊκή κλίμακα.

Παρασκευή 6 Ιουνίου 2014

Μετά το «έλα να δείς» των ευρωεκλογών ο σώσων εαυτόν σωθείτω…


Δημοσίως το «μήνυμα» των ευρωεκλογών ερμηνεύθηκε από την πλειοψηφία των κομμάτων με βολονταριστικά μάλλον παρά ρεαλιστικά κριτήρια.
Ιδίως τα συγκυβερνώντα κόμματα παρουσίασαν ερμηνείες βολικές στην προειλημμένη απόφασή τους να παραμείνουν γαντζωμένα στην εξουσία ανεξαρτήτως εκλογικού αποτελέσματος. Αποτελέσματος που ούτως ή άλλως προβλεπόταν ότι θα είναι αρνητικό και αποδοκιμαστικό για την ΝΔ και τον κυβερνητικό συνέταιρο της.

Οι δημοσιοποιήσιμες λοιπόν ερμηνείες είχαν εκ των προτέρων επινοηθεί με στόχο τη διαχείριση της εκλογικής ήττας και όχι την συναγωγή συμπερασμάτων χρήσιμων για περαιτέρω διακυβέρνηση. 
Έτσι κι αλλιώς τα δύο αυτά κόμματα έχουν απαλλαγεί προ πολλού από το βάρος της παραγωγής κυβερνητικής πολιτικής. Αυτή παράγεται αποκλειστικά από την Τρόικα και οι συγκυβερνώσες δυνάμεις περιορίζονται μόνο στην κατά γράμμα εφαρμογή και κυρίως στην επίλυση του διαρκούς προβλήματος παραμονής τους στην εξουσία. Προβλήματος που προϊόντος του χρόνου και επιδεινουμένης  της οικονομικής κατάστασης της χώρας καθίσταται όλο και περισσότερο δυσεπίλυτο.

Ανάλογη ερμηνευτική τακτική υιοθέτησαν όμως και οι πλείστες των παρατάξεων της αντιπολίτευσης, για τις οποίες η κάλπη δεν υπήρξε επίσης ιδιαίτερα επιδοκιμαστική.
Έτσι η Πασοκοελιά ως κυβερνών ΠΑΣΟΚ ανάσανε με ανακούφιση διότι δήθεν επιδοκιμάσθηκε η επιλογή συμμετοχής στην κυβέρνηση, αλλά και ως ΕΛΙΑ έλαβε εντολή να ηγηθεί πρωτοβουλίας ενώσεως της κεντροαριστεράς.
Αστεία πράγματα; Αντιθέτως. Εξαιρετικά ενδεικτικά του τρόπου που το απαξιωμένο πολιτικό προσωπικό της χώρας αρνείται πεισματικά να συνταξιοδοτηθεί.

Το ότι όμως όλοι αυτοί οι θνήσκοντες πολιτικοί σχηματισμοί προσπαθούν να σερβίρουν φαιδρές ερμηνείες του εκλογικού αποτελέσματος, δε σημαίνει διόλου ότι οι ίδιοι δεν έχουν ορθά κατανοήσει το πραγματικό μήνυμα της κάλπης.
Γι αυτό σε όλες σχεδόν της περιπτώσεις κομμάτων και προσώπων άλλη είναι η επικοινωνιακή ρητορική και άλλη πρακτικά η αναπτυσσόμενη κινητικότητα.
Έτσι παρά τις δηλώσεις ικανοποίησης της κυβερνητικής συμμαχίας, από την επομένη των εκλογών τα δύο κυβερνητικά κόμματα και οι αρχηγοί τους κάνουν χαρακτηριστικές κινήσεις αυτοσυντήρησης. Κινήσεις που σηματοδοτούν την διάσταση παρά την συνοχή της κυβερνητικής συμμαχίας.

Ο μεν κ Σαμαράς αντιλαμβάνεται με ρεαλισμό ότι η παραμονή του στο πολιτικό προσκήνιο είναι άρρηκτα εξαρτώμενη από τη διατήρηση της παρούσας κυβέρνησης.
Αναζητά λοιπόν σωσίβιο στον ανασχηματισμό ευελπιστώντας να προσελκύσει κάποιους ανεξάρτητους θεσιθήρες και να πετύχει έτσι μια παράταση ζωής στηριγμένη σε μια περιστασιακή κοινοβουλευτική συνάθροιση επαγγελματιών βουλευτών.

Στον αντίποδα ο κ Βενιζέλος ευελπιστεί να δημιουργήσει της προϋποθέσεις ώστε να διασωθεί προσωπικά μετά την αναπότρεπτη πτώση της παρούσας κυβέρνησης.
Τη βάση για το φιλόδοξο αυτό προσωπικό στοίχημα την έχει βάλει με τη επινόηση της ΕΛΙΑΣ.
Το εγχείρημα της ΕΛΙΑΣ υπήρξε ένα καινοφανές πολιτικό υβρίδιο χαμαιλεοντικού τύπου.
Γέννημα της ανάγκης μιάς μερίδας πολιτικών προσώπων να διασώσουν εαυτούς την ώρα, που το ΠΑΣΟΚ χρεωκοπημένο πολιτικά και κυριολεκτικά δεν είχε καμιά απολύτως ελπίδα σωτηρίας, καθώς και μιάς άλλης ομάδας που συμμετείχε σε μια δεξιά κυβέρνηση με ορατή ημερομηνία λήξεως.
Μετά το αποτέλεσμα των εκλογών όλοι αυτοί, όπως και οι ετερόκλητες προσωπικότητες της ΔΗΜΑΡ έχουν πλήρη συνείδηση της νομοτελειακής επικράτησης του ΣΥΡΙΖΑ.
Έτσι την ανάγκη φιλοτιμία ποιούμενοι είναι αναγκασμένοι να αναζητήσουν διαύλους επικοινωνίας με την Κουμουνδούρου και να διαχειρισθούν επικοινωνιακά την αυτοσυντηρητική στροφή τους προς τ’ αριστερά, παρότι μέχρι χθες στήριζαν με την συμμετοχή ή την ανοχή τους μια δεξιά κυβέρνηση.

Δεν λείπουν βεβαίως κάποιοι, που είτε αδυνατούν να συλλάβουν την ένταση της ραγδαίας μεταβολής των υποκειμενικών συνθηκών σε εθνικό και ευρωπαϊκό επίπεδο, είτε η αντισοσιαλιστική τους ιδεοληψία τους εμποδίζει να αποδεχθούν οποιαδήποτε σκέψη αριστεράς στροφής.
Όμως στην συντριπτική τους πλειοψηφία όλοι τους αντιλαμβάνονται πλήρως την ακαταγώνιστη δύναμη του ριζοσπαστικού ρεύματος, που διατρέχει την κοινωνία και αναζητούν εναγωνίως τον βέλτιστο τρόπο αλλαγής της δημόσιας εικόνας τους και δημιουργίας προϋποθέσεων στέγασης στο νέο αριστερό σχήμα διακυβέρνησης, που είναι προ των πυλών της εξουσίας.

Έτσι το μετεκλογικό τοπίο φαίνεται μεν να παρουσιάζει μια ρευστότητα και μια κινητικότητα, η οποία όμως είναι μάλλον επίπλαστη και πάντως απολύτως ευδιάκριτη σε σχέση με την κατηγοριοποίηση πολιτικών κομμάτων και προσώπων.
Η πρώτη κατηγορία είναι κόμματα και πρόσωπα, που έχουν συνδέσει απόλυτα την ύπαρξή τους στο άρμα της θητείας της παρούσας κυβέρνησης. Σ’ αυτήν την κατηγορία ανήκουν τα συγκυβερνώντα κόμματα ΠΑΣΟΚ,ΝΔ και τα πλείστα των στελεχών τους, ιδίως όσα έχουν θητεύσει σε κυβερνητικές θέσεις. 
Εδώ εντάσσονται και πολιτικοί, οι οποίοι ελπίζουν σε μια έστω και μικρής διάρκειας κυβερνητική αξιοποίηση και ως εκ τούτου παραμένουν αναφανδόν υπέρμαχοι του κυβερνητικού έργου. 
Η επίτευξη εκλογής νέου Προέδρου Δημοκρατίας από την παρούσα Βουλή αποτελεί γι αυτούς μόνη ελπίδα σωτηρίας.
Στη δεύτερη κατηγορία είναι πολιτικοί, που επιδιώκουν να αξιοποιήσουν μέχρι τελευταία στιγμή την συμμετοχή τους σ’ αυτήν την κυβέρνηση, αλλά συγχρόνως να διατηρήσουν τη δυνατότητα πολιτικής επιβίωσης μετά την επερχόμενη πτώση της. Σ’ αυτή την κατηγορία ανήκει ο κ. Βενιζέλος και μια πλειάδα στελεχών του ΠΑΣΟΚ, που ευελπιστούν ότι μια ενδεχόμενη ισχνή πρωτιά του ΣΥΡΙΖΑ θα τον αναγκάσει να καταφύγει σε ετερόκλητο κυβερνητικό σχήμα «προσωπικοτήτων». Αυτήν δε την σκοπιμότητα εξυπηρετεί και η περιστασιακή δημιουργία της ΕΛΙΑΣ.

Στο ίδιο σκεπτικό κινούνται και όλοι οι υπόλοιποι σχηματισμοί της λεγόμενης «κεντροαριστεράς». 
Παλιοί, απαξιωμένοι από την πρόσφατη εκλογική αναμέτρηση (ΔΗΜΑΡ), καθώς και νεότευκτοι (ΠΟΤΑΜΙ-ΕΛΙΑ) ή υπό σύσταση (Κίνηση Λυκούδη), όλοι ένα μόνο στόχο έχουν. Να εγκλωβίσουν ένα ποσοστό ψηφοφόρων άνω του 3%, που θα τους δώσει την δυνατότητα να διαπραγματευθούν κάποιο μερίδιο στην επόμενη κυβέρνηση.

Παρόμοια όλοι πλέον οι πολιτικοί αυτού του παραδοσιακά  τυχοδιωκτικού χώρου της άλλοτε ψευδεπίγραφης σοσιαλδημοκρατίας και νυν ψευδώνυμης κεντροαριστεράς, έχουν αποδυθεί σ’ ένα αγώνα προσωπικής πολιτικής στρατηγικής.
Το αποτέλεσμα των ευρωεκλογών, αλλά κυρίως η επιτάχυνση των πολιτικών εξελίξεων που αυτό επέφερε, τους αναγκάζει να υποσκελίσουν κάθε ηθικό ή «ιδεολογικό» φραγμό και να αναζητήσουν όσον τάχιστα πολιτικό σωσίβιο.
Έτσι άλλοι εγκαταλείπουν όπως όπως τα κόμματα όπου στεγάζονταν μέχρι τις εκλογές, άλλοι σπεύδουν να κάνουν τις μεταγραφές τους, ενώ δεν λείπουν κι αυτοί που παραμένουν στα κόμματά τους κι επιχειρούν να τα στρέψουν προς την κατεύθυνση του νέου αριστερού  «ανέμου» που πνέει στο εκλογικό σώμα.
Ο σώζων εαυτόν σωθείτω, είναι με δυο λόγια η κατάσταση που θα επικρατήσει στο μεσοδιάστημα μέχρι τις βουλευτικές εκλογές.

Ευνόητη λοιπόν είναι η στάση όλων αυτών και απολύτως κατανοητή η φαιδρή εικόνα, που παρουσιάζει ο χώρος της λεγόμενης «κεντροαριστεράς».
Το πιο ενδιαφέρον ζήτημα όμως είναι, πόσο εύπιστος θα φανεί αυτή τη φορά ο μέσος ψηφοφόρος.
Γιατί αυτός ήταν με την ψήφο του στις ευρωεκλογές, που έδωσε το εναρκτήριο λάκτισμα των πολιτικών εξελίξεων και αυτός θα είναι εκείνος, που θα ελέγξει και θα κατευθύνει την περαιτέρω πορεία των πραγμάτων.
Ο ξένος παράγων και η διακαής επιθυμία του να συντηρήσει στην εξουσία τον παρόντα κυβερνητικό σχηματισμό είναι δεδομένη. Η «καλή διάθεση» των ΜΜΕ να στηρίξουν αυτό το «εθνοσωτήριο» στόχο επίσης πρέπει να θεωρείται υπαρκτή.

Ο μόνος που μπορεί να κάνει τη διαφορά είναι η κοινή γνώμη. Ούτε ο ΣΥΡΙΖΑ, ούτε οι ΑΝΕΛ, ούτε πολλώ μάλλον οι ηγετικές τους ομάδες.
Όσο πιο έντονη καταγραφεί η αποδοκιμασία των ψηφοφόρων στην εφαρμογή των μνημονιακών μέτρων, τόσο πιο ισχυρή θα είναι η πίεση αλλαγής προς όλους τους αναγκαίους αποδέκτες.

Μια αναμφισβήτητη αποδοκιμασία της συγκυβέρνησης με αντίστοιχη συσπείρωση γύρω από σαφώς αντιμνημονιακά κόμματα της αντιπολίτευσης είναι ο μόνος ασφαλής τρόπος αποτροπής της συνέχισης αυτής της αντιλαϊκής διακυβέρνησης.
Ο μόνος τρόπος που θα οδηγήσει:
 Αμφιταλαντευόμενα πολιτικά μορφώματα και πρόσωπα να συστοιχηθούν  με την αξιωματική αντιπολίτευση.
Καθεστωτικά ΜΜΕ να γείρουν προς την πλευρά του προβλεπόμενου νέου κυβερνητικού πόλου.
Και τέλος το Ευρωπαϊκό  πολιτικό και οικονομικό Διευθυντήριο να συμβιβασθεί στην ιδέα μιας άλλης διακυβέρνησης με λιγότερα κέρδη για τις τράπεζες και τους δανειστές, πιο συμφέρουσες προοπτικές για τη χώρα και πιο ανθρώπινες συνθήκες για τους κατοίκους της.

Τόσο απλά είναι τα πράγματα. Χωρίς αυτό να σημαίνει ότι είναι αυτονόητα για το σύνολο του χειμαζόμενου Ελληνικού λαού ή ότι από μόνη της η επιδείνωση των οικονομικών συνθηκών θα είναι αρκετή για την αλλαγή της διακυβέρνησης προς προοδευτική κατεύθυνση.
Βεβαίως νομοτελειακά οι οικονομικές συνθήκες επηρεάζουν  το σκεπτικό και θυμικό των ανθρώπων δημιουργώντας ανάλογες υποκειμενικές συνθήκες.
Όμως εκεί σπουδαίος αρχίζει ο ρόλος της πολιτικής προσωπικότητας, ο ρόλος των κομμάτων, που καλούνται να αξιοποιήσουν τις ιστορικές αντιθέσεις προς την κατεύθυνση των στρατηγικών τους στόχων.
Ο βαθμός επιτυχίας των αντιμνημονιακών κομμάτων στην δημοσιοποίηση των θέσεων και των προγραμμάτων τους θα έχει καθοριστική σημασία.


Ο νοών νοείτω και ο έχων ώτα  ακούειν ακουέτω… 

Πέμπτη 29 Μαΐου 2014

Η Ευρώπη βγήκε από σταυροδρόμι και μπήκε σε μονόδρομο...



Το αποτέλεσμα της κάλπης ήταν ένα ηχηρό χαστούκι στην Γερμανίδα Καγκελάριο και τις ανά την Ευρώπη φιλογερμανικές κυβερνήσεις.
Οχι μόνο στις χώρες του Μεσογειακού νότου, αλλά και στις υποτιθέμενες ευημερούσες χώρες της κεντρικής και βόρειας Ευρώπης, οι Ευρωπαίοι πολίτες αποδοκίμασαν έντονα τη γερμανική πολιτική, η οποία μετά από πέντε χρόνια «δημοσιονομικής προσαρμογής» συνεχίζει να βυθίζει την γηραιά ήπειρο όλο και πιο βαθιά στο τέλμα της ύφεσης και της φτώχειας.

Παρά ταύτα η αίσθηση, που αποκομίζουν οι ψηφοφόροι είναι ότι κανένα χαστούκι, όσο ισχυρό και αν είναι δεν γίνεται εισακουστό από «κουφούς» κυβερνήτες, ούτε αισθητό σε αναίσθητους πολιτικούς.
Μετά το πρώτο μούδιασμα της Γερμανικής Κυβέρνησης και του Ευρωπαϊκού Διευθυντηρίου που την διακονεί, οι συντηρητικές ευρωπαϊκές κυβερνήσεις και ιδίως τα απανταχού της Ευρώπης καθεστωτικά ΜΜΕ ανέλαβαν την συνήθη αποστολή να πείσουν την κοινή γνώμη, ότι η κάλπη αποτελεί περίπου μια φωτογραφία των τάσεων της συγκεκριμένης χρονικής στιγμής και στην πραγματικότητα η διαρκής επιθυμία των Ευρωπαϊκών λαών είναι η κιμαδοποίησή τους στο βωμό της σωτηρίας της Ευρωζώνης, του ευρώ και πρωτίστως της καταρρέουσας Γερμανικής οικονομίας.

Τι κι αν σε όλα σχεδόν τα κράτη ο λεγόμενος ευρωσκεπτικισμός έχει αυξήσει εντυπωσιακά τις δυνάμεις του.
Τι κι αν τα φίλα προς την Γερμανική επικυριαρχία κόμματα εισέπραξαν ιστορική συρρίκνωση των ποσοστών τους.
Τι κι αν η ακροδεξιά απέκτησε πλέον οντότητα και κυρίως ισχυρή αντιπροσώπευση στο Ευρωκοινοβούλιο.
Λίγες μόνον ώρες μετά την γνωστοποίηση των αποτελεσμάτων η Γερμανική Καγκελαρία και οι υπάλληλοί της στις Βρυξέλλες εμφανίζονται αδιάλλακτοι σε σχέση με τους βασικούς άξονες μιας πολιτικής, την οποία άμεσα ή έμμεσα στη συντριπτική τους πλειοψηφία αποδοκίμασαν έντονα οι Ευρωπαίοι ψηφοφόροι.

Χαρακτηριστικό ομοίωμα αυτής της Γερμανικής «ξεροκεφαλιάς» αποτελεί και η συμπεριφορά των καθ’ ημάς κυβερνητικών εταίρων.
Ο Ελληνικός λαός στην κυριολεξία τους «έφτυσε» και αυτοί παριστάνουν ότι πρόκειται για ράντισμα με ροδόνερο.
Διότι δεν είναι απλώς το μαθηματικό αποτέλεσμα όπου πάνω από 55% των ψηφοφόρων προτίμησε κόμματα, που είχαν απερίφραστα δηλώσει πολέμια στα μνημόνια και στις απορρέουσες από αυτά πολιτικές.
Δεν είναι απλώς που ΝΔ και ΠΑΣΟΚ έχασαν μεγάλο μέρος των παραδοσιακών ψηφοφόρων τους και προσγειώθηκαν ανώμαλα στην δεύτερη και Τρίτη θέση.
Δεν είναι μόνο ότι για πρώτη φορά η αριστερά αναδεικνύεται σε πρώτη πολιτική δύναμη, ενώ η λαϊκιστική φασίζουσα ακροδεξιά κατάφερε να αυξήσει τη δύναμή της με την ηγεσία της πίσω από τα κάγκελα.
Το σπουδαιότερο από όλα είναι ότι ακόμη και αυτές οι δυνάμεις, που στήριξαν το μνημόνιο αναγκάσθηκαν προεκλογικά να το ξορκίζουν και να φορούν την μάσκα του δήθεν αντιμνημονιακού.

Ο ίδιος ο Πρωθυπουργός και τα στελέχη της ΝΔ δεν παρέλειπαν να δηλώνουν σε κάθε δημόσια εμφάνισή τους ότι το μνημόνιο έληξε, η λιτότητα αποτελεί παρελθόν και η ανάπτυξη είναι πλέον επί θύραις.

Όσο για το ΠΑΣΟΚ και τον αρχηγό του; 
Αυτοί δεν τόλμησαν καν να λάβουν μέρος αυτοτελώς στις ευρωεκλογές, αλλά προτίμησαν να κρυφθούν πίσω από ένα νεότευκτο πολιτικό μόρφωμα, που στήθηκε περιστασιακά για να στεγάσει το εναπομένον ΠΑΣΟΚ, καθώς και πρόσωπα που είχαν «λερώσει» τη φωλιά τους από την ψήφιση ή εφαρμογή των μνημονίων.
Ακόμη και στις αυτοδιοικητικές εκλογές κατά ιστορική πρωτοτυπία εν αντιθέσει με τους αντιμνημονιακούς υποψηφίους, οι προερχόμενοι από κόμματα της συγκυβέρνησης υποψήφιοι προτίμησαν να δηλώσουν ανεξάρτητοι και ακομμάτιστοι, ενώ κανείς απολύτως δεν τόλμησε να ζητήσει ψήφο παρουσιάζοντας πρόγραμμα φιλομνημονιακό.

Υπό αυτή την έννοια ακόμη και όσοι ψήφισαν ΕΛΙΑ ή ΝΔ, το έκαναν πιστεύοντας ότι τα εν λόγω κόμματα είχαν αλλάξει πολιτική αντίληψη. 
Εξαπατημένοι δηλαδή για άλλη μια φορά, όπως ακριβώς και στις εθνικές εκλογές του 2012.
Έτσι όχι μόνο όσοι ψήφισαν το ΣΥΡΙΖΑ, τους ΑΝΕΛ, το ΚΚΕ, τη ΧΑ ή άλλα μικρότερα αντιμνημονιακά-ευρωσκεπτικιστικά κόμματα, αλλά το σύνολο των Ελλήνων ψηφοφόρων, μηδέ των φίλα προσκείμενων στα συγκυβερνώντα κόμματα εξαιρουμένων, εξέφρασαν ουσιαστικά την αποδοκιμασία τους στο μνημόνιο, στην γραμμή πλεύσης της Ευρώπης και στην Γερμανική επικυριαρχία.

Διότι πράγματι ότι και αν έριξαν στην κάλπη τα εκατομμύρια των Ευρωπαίων ψηφοφόρων δεν παύει να καταδίκασαν την λιτότητα, την ανεργία, την αποβιομηχάνιση, την διαφθορά, την φτώχεια, την οπισθοδρόμηση και  βεβαίως την αδιάλλακτη και αντιδημοκρατική Γερμανική ηγεμονία.

Είτε ως συνειδητοί ψηφοφόροι κομμάτων, που ευαγγελίζονται την ανατροπή της συντηρητικής πολιτικής του Ευρωπαϊκού Διευθυντηρίου, είτε ως παραπλανημένοι που διατήρησαν φρούδες ελπίδες αλλαγής πορείας μέσω των ίδιων πολιτικών σχηματισμών και δομών, όλοι ανεξαιρέτως προσήλθαν στις κάλπες με το όραμα μιας Ευρώπης, που θα εξυπηρετεί τα συμφέροντα των λαών της και όχι των τραπεζών, των πολυεθνικών εταιρειών και των δανειστών της

Έτσι όπως κι αν προσπαθούν να διασκεδάσουν τα δεινά γι’ αυτούς ευρήματα της κάλπης, κι ότι κι αν σκαρφισθούν για να θολώσουν την εικόνα, τόσο η κα Μέρκελ όσο και οι ημέτεροι συγκυβερνήτες γνωρίζουν πολύ καλά ότι η μετεκλογική Ευρώπη είναι πολύ, μα πολύ διαφορετική.
Πέρα από την έξαρση του αρρωστημένου ρατσιστικού εθνικισμού, η αντίληψη της ανάγκης σεβασμού της εθνικής ταυτότητας και πολιτιστικής κληρονομιάς είναι αναμφισβήτητα διάχυτη. 
Κυρίως η απαίτηση σεβασμού της εθνικής κυριαρχίας, της αρμοδιότητας των εθνικών κοινοβουλίων να έχουν τον τελευταίο λόγο στις αποφάσεις για το εσωτερικό νομικό και οικονομικό καθεστώς.

Επίσης κρατούσα είναι πλέον η τεράστια δυσφορία, απέναντι στην ασυδοσία των τραπεζών, στην διαπλοκή πολιτικών και οικονομικών παραγόντων, στην διαφθορά των διοικητικών μηχανισμών σε κεντρικό και περιφερειακό επίπεδο.
Η διευρυμένη πανευρωπαϊκή αγανάκτηση ενάντια στο Γερμανικό ηγεμονισμό, που έχει λάβει απαράδεκτες διαστάσεις, ποδηγετώντας τα θεσμικά όργανα της ΕΕ και των κατ’ ιδίαν κρατών. Επιβάλλοντας σε όλα τα επίπεδα πρόσωπα αρεστά στον γερμανικό παράγοντα, επιβάλλοντας κανονισμούς και νόρμες προσαρμοσμένες στα γερμανικά συμφέροντα και απομυζώντας τον πανευρωπαϊκά παραγόμενο πλούτο προς διάσωση της εθνικής της οικονομίας.

Αυτά είναι πλέον ζητήματα, που δεν μπορούν άλλο να μπαίνουν κάτω απ’ το χαλί των Συμβουλίων κορυφής.
Όπως επίσης τα θέματα της φτώχειας, της ανεργίας, της ύφεσης ή της τραπεζικής μάστιγας δεν μπορεί πλέον να συζητούνται en passant μεταξύ τυρού και αχλαδίου στα δείπνα των Ευρωπαίων ηγετών.

Σε κάθε περίπτωση η μέθοδος της φραξιονιστικής φιλογερμανικής ομάδας, που, όπως αποκάλυψε ο Γ.Παπανδρέου, με ευκολία πειθανάγκαζε το Γιούρογκρουπ να αποδέχεται τις απαιτήσεις της Γερμανικής Καγκελαρίας δεν θα είναι τόσο αποτελεσματική.
Όχι γιατί οι συντηρητικοί μετρίου πολιτικού αναστήματος Ευρωπαίοι ηγέτες έγιναν ξαφνικά γενναίοι, ανιδιοτελείς και προοδευτικοί.
Αλλά απλούστατα γιατί εισέπραξαν ήδη μια ηχηρή αποδοκιμασία του βίου και της πολιτείας τους και αντιλαμβάνονται ότι το πολιτικό τους μέλλον προδιαγράφεται μαύρο κι άραχλο αν δεν προσαρμοσθούν δεόντως στις τάσεις και επιθυμίες των ψηφοφόρων τους.

Με απλά λόγια, ούτε ο Γιούνκερ, ούτε οι υπόλοιπες γερμανοκίνητες προσωπικότητες του Ευρωπαϊκού Διευθυντηρίου μπορούν να σώσουν το Άγγλο πρωθυπουργό ή τον Γάλλο Πρόεδρο από την άθλια συντριβή που προδιαγράφεται εναργώς γι αυτούς στις επόμενες εθνικές εκλογές.
Για να μη πούμε ότι ούτε η ίδια η κα Μέρκελ δεν θα πρέπει πλέον να θεωρεί το πολιτικό της μέλλον εξασφαλισμένο, αν δεν καταφέρει πάραυτα να πείσει τους τραπεζίτες και τους βιομηχάνους της χώρας της να αναζητήσουν άλλες διεξόδους διάσωσής τους.

Να βρούνε νέες συνταγές υγιούς κερδοφορίας πέραν της ληστρικής εκμετάλλευσης των «εταίρων», της εσωτερικής υποτίμησης των εθνικών οικονομιών, της αδηφάγου ιδιοποίησης των πλουτοπαραγωγικών πηγών των άλλων χωρών και της αρπακτικής ρευστοποίησης των ιδιωτικών περιουσιών των Ευρωπαίων πολιτών…

Συμπέρασμα: Αν πριν από τις εκλογές κάποιοι Ευρωπαίοι ηγέτες, συμπεριλαμβανομένης της Γερμανίας, πίστευαν ότι υπήρχε μπροστά τους κάποιο σταυροδρόμι εξόδου από την κρίση, μετεκλογικά βρέθηκαν σε ένα μονόδρομο διάσωσης της πολιτικής τους ύπαρξης.

Όσο πιο γρήγορα το κατανοήσουν και το αποδεχθούν τόσο το καλλίτερο για όλους…

Τετάρτη 21 Μαΐου 2014

ΕΚΛΟΓΕΣ 2014:Μηνύματα,τακτικές και στόχοι πρώτης και δεύτερης Κυριακής.

Τα αποτελέσματα της πρώτης Κυριακής επέτρεψαν σε όλους να παρηγορηθούν και να ελπίζουν.
Όχι γιατί πράγματι υπήρξαν θετικά για όλους, αλλά γιατί η ιδιομορφία των αυτοδιοικητικών εκλογών και οι δημοσιοποιημένες προσδοκίες του κάθε κόμματος δημιούργησαν εικόνες επικοινωνιακά διαχειρίσιμες, κυρίως για τα κόμματα του μνημονιακού τόξου.

Οι υψηλές προσδοκίες, που αφελώς είχε δημιουργήσει προεκλογικά ο ΣΥΡΙΖΑ, αναφερόμενες στις ευροεκλογές συνδέθηκαν τεχνηέντως από την κυβερνητική προπαγάνδα με τα αποτλέσματα στους δήμους και στις περιφέρειες. Και όπου αυτό δεν ήταν αρκετό εφευρέθηκε η σύγκριση του αριθμού ψήφων υποψηφίων προσώπων με το ποσοστό του κόμματος  στις εθνικές εκλογές. 
Έτσι διασκεδάστηκε η εικόνα κατάρρευσης των κομμάτων της συγκυβέρνησης, που είχαν αποφύγει επιμελώς την δημοσιοποίηση οποιουδήποτε εκλογικού στόχου.
Έχοντας μάλιστα προφασισθεί τους υπέρμαχους της απαλλαγής της αυτοδιοίκησης από κομματικούς μηχανισμούς, από τη μια κρύφθηκαν πίσω από δήθεν ανεξάρτητες υποψηφιότητες κι από την άλλη επιδόθηκαν σε αρχηγικές περιοδείες ανά την επαρχία με κλειστές ομιλίες, εγκαίνια και άλλα ευτράπελα. Παράλληλα μονοπώλησαν τα ΜΜΕ, όπου όλο το ενημερωτικό σύστημα αναθεμάτιζε την αξιωματική αντιπολίτευση και λιθοβολούσε τα μικρότερα αντιμνημονιακά κόμματα τις ελάχιστες στιγμές, που ασχολείτο μαζί τους. Μοναδική εξαίρεση η θετική προβολή του ΚΚΕ όποτε ο κ. Κουτσούμπας τους προσέφερε ατάκες απαξιωτικές για  τον ΣΥΡΙΖΑ ή τον πρόεδρό του.

Με τούτα και μ’ εκείνα κατάφεραν το βράδυ των εκλογών να ξεπεράσουν γρήγορα την πρώτη κρυάδα και στη συνέχεια να παρουσιάσουν μια εικόνα, όπου ούτε λίγο  ούτε πολύ οι ίδιοι δεν ήτανε χαμένοι και ο ΣΥΡΙΖΑ δεν ήταν κερδισμένος. 
Άρα κατά «λογική» ακολουθία ουδεμία σκέψη για πτώση της συγκυβέρνησης επιτρεπόταν.

Η αλήθεια βέβαια είναι, ως συνήθως, πολύ μακριά από  τις προκατασκευασμένες εικόνες της επικοινωνιακής προπαγάνδας.
Κατ’ αρχήν οι αυτοδιοικητικές εκλογές έχουν έντονο το στοιχείο του τοπικισμού, των τοπικών διαπροσωπικών σχέσεων και συμφερόντων. Συγγένειες, μικροσυμφέροντα, τοπικές ιδιομορφίες θέτουν σε δεύτερη μοίρα τις πολιτικές διαφορές και κατά συνέπεια δεν προσφέρονται για την εξαγωγή ακριβών συμπερασμάτων περί της γνώμης του εκλογικού σώματος αναφορικά με την κεντρική κυβέρνηση. Διαχρονικά αυτές οι εκλογές το συνηθισμένο μήνυμα, που στέλνουν είναι ότι ο χώρος της αυτοδιοίκησης είναι πρόσφορος για ανάπτυξη μάλλον διαπλοκής παρά πολιτικής…

Παρ’ όλα αυτά το μήνυμα σκληρής αποδοκιμασίας των συγκυβερνώντων κομμάτων και των συνοδοιπόρων τους υπήρξε εκκωφαντικό, τουλάχιστον για τον «έχοντα ώτα ακούειν». 
Και μάλιστα κατά πρωτότυπο, αλλά όχι παράδοξο, τρόπο αυτό το μήνυμα δόθηκε ήδη πολύ πριν το άνοιγμα της κάλπης. Από αρκετούς μήνες πρίν. Από τον τρόπο που αυτοπροσδιορίσθηκαν οι συνδυασμοί και από την τακτική που ακολούθησαν υποψήφιοι και κόμματα κατά την προεκλογική περίοδο.
Παρά τις φιλότιμες προσπάθειες του ΠΑΣΟΚ, της ΝΔ και της μιντιακής καμαρίλας τους η κυρίαρχη αντίθεση στις παρούσες συνθήκες ήταν, είναι και θα εντείνεται, για όσο καιρό δεν λύνεται, το ναι ή όχι στο μνημόνιο.
Αυτό το δίλημμα κατάφερε να ξορκίσει το Ευρωπαϊκό Διευθυντήριο πειθαναγκάζοντας σε παραίτηση τον ΓΑΠ στις Κάννες το 2010. Και αυτό προσπαθούν από τότε και οι ημέτεροι κυβερνητικοί να κουκουλώσουν όλο το επόμενο και ιδίως το προεκλογικό διάστημα.
Η κυρίαρχη αντίθεση όμως κάθε ιστορικής συγκυρίας, όπως καλά γνωρίζουν άπαντες οι απανταχού μαρξιστές, εκτός κ. Κουτσούμπα, δεν κουκουλώνεται, δεν αντικαθίσταται, δεν παραγκωνίζεται.
Αυτή η αντίθεση επέβαλλε και το εκλογικό δίλημμα του ναι ή όχι σε πρόσωπα και κόμματα που στηρίζουν μνημονιακές πολιτικές.
Και αυτό το δίλημμα παρά την περί ανυπαρξίας του προπαγάνδα ανάγκασε τα μνημονιακά κόμματα να απέχουν (π.χ ΠΑΣΟΚ) τελείως από το εκλογικό προσκήνιο ή να δηλώνουν ψευδώς ότι δεν ανακατεύονται στην αυτοδιοίκηση.
Όπως ανάγκασε τους εκλεκτούς των μνημονιακών κομμάτων υποψηφίους να υποκρίνονται ότι είναι ανεξάρτητοι.
Κανένας δε απολύτως, κόμμα ή υποψήφιος, δεν τόλμησε να παρουσιασθεί ως υπέρμαχος των μνημονιακών πολιτικών. 
Ακόμη και οι συγκυβερνώντες, που τις εφαρμόζουν με θρησκευτική ευλάβεια, καθώς και σωρεία υποψηφίων, που έχουν «λερωμένη τη φωλιά» τους και είναι βέβαιο πως θα συνεχίσουν να την «λερώνουν» μετεκλογικά δεν δίστασαν να προβάλλονται σαν αρνητές και τιμητές των μνημονιακών αθλιοτήτων.

Αυτή ακριβώς η πανκομματική προεκλογική τακτική, καθώς και τα μεγάλα ποσοστά των κομμάτων του αντιμνημονιακού τόξου προσδιορίζει το αληθές μήνυμα των εκλογών.
Το εκλογικό σώμα όχι απλώς αποδοκιμάζει το μνημόνιο και τους εκφραστές του στην κάλπη, αλλά ούτε καν ανέχεται να τους δεχθεί ακόμη και ως εκλογικές υποψηφιότητες.

Αυτό είναι το μήνυμα, που φοβίζει το Ευρωπαϊκό και πανικοβάλλει το κυβερνητικό κατεστημένο.
Και με βάση αυτό το μήνυμα, όσο κι αν καμώνονται πως δεν υπάρχει, κινούνται τα επιτελεία των φιλομνημονιακών κομμάτων εν όψει της επόμενης κάλπης.
Γι αυτό στα πάνελ προσπαθούν να μιλάνε για τη ΧΑ, τις αστοχίες των δημοσκοπήσεων, τις τοπικές προσωπικές αντιδικίες και ο,τιδήποτε απομακρύνει την ατζέντα από την συζήτηση για την κατάντια της χώρας και την ανάσχεση της εξαθλίωσης του πληθυσμού.
Γι’ αυτό αποκλείουν με προκλητικό, σχεδόν ολοκληρωτικό τρόπο από τα ΜΜΕ κάθε κομματικό σχηματισμό και κάθε φωνή, που προτάσσει την απαλλαγή της χώρας από την βουλιμική επικυριαρχία των δανειστών.
Γι αυτό αναλίσκονται σε ακατάσχετη υποσχεσιολογία περί δήθεν τέλους του μνημονίου και δήθεν «αλλαγής σελίδας», αναστροφής πορείας, οικονομικής ανάκαμψης και επιστροφής στην ανάπτυξη.

Γιατί ακριβώς γνωρίζουν ότι αν δεν πετύχουν να αποπροσανατολίσουν τον μέσο ψηφοφόρο από το δίλημμα του μνημονίου, το κουτί της Πανδώρας θα μοιάζει παραδεισένιο δώρο σε σχέση με το εφιαλτικό γι’ αυτούς περιεχόμενο της κάλπης.

Δίνουν λοιπόν τον έσχατο αγώνα σε μια απέλπιδα εκλογική μάχη, που όχι τυχαία ακόμη και τα φίλα προσκείμενα σ’ αυτούς ΜΜΕ αποκαλούν «μητέρα των εκλογικών μαχών».
Η τακτική είναι ευφυής. 1) Κουκούλωμα του αντιμνημονιακού διλήμματος. 2)Καλλιέργεια προσδοκίας για ανάκαμψη της οικονομίας, για ιδιωτικές επενδύσεις και δημόσια έργα που θα δημιουργήσουν θέσεις εργασίας, για μείωση της ληστρικής υπερφορολόγησης και γενικά για άρση κάθε δεινού που με το βίο και την πολιτική τους επέφεραν στον μέσο ψηφοφόρο. 3) τρομοκρατική προπαγάνδα για τις δήθεν συμφορές που θα προκαλέσει μια απευκταία «επιστροφή στο φαύλο παρελθόν» 4) αποκλεισμός των αντιπάλων από τα ΜΜΕ και μονοπώλησή τους από τους κυβερνητικούς αρχηγούς και ημετέρους, 5) Συκοφαντική δυσφήμιση των αντιμνημονιακών κομμάτων και των υποψηφίων του σ’ όλη την επικράτεια με όλα τα μέσα. 6) πίεση του ΣΥΡΙΖΑ να βάλλει τον πήχη των προσδοκιών όσο το δυνατόν  ψηλότερα με την ελπίδα ότι δεν θα μπορέσει να τον υπερβεί. 7) καλλιέργεια πεποίθησης στην κοινή γνώμη, ότι οι ευροεκλογές αφορούν τα Ευρωπαϊκά όργανα και σε καμιά περίπτωση δεν μπορούν να οδηγούν σε ανατροπή εθνικών κυβερνήσεων.
Ο στόχος προφανής. 1) να υφαρπάσουν την ψήφο των αφελών και 2) να μπορέσουν το βράδυ των εκλογών να διαχειρισθούν το αποτέλεσμα της κάλπης ώστε να μη υποχρεωθούν σε πτώση της συγκυβέρνησης.
Διότι βεβαίως δεν διακρίνονται για την πολιτική τους ευαισθησία και πρόθεσή τους είναι να παραμείνουν γαντζωμένοι στην κυβέρνηση με οποιοδήποτε μέσο και με οποιοδήποτε κόστος για τη χώρα.

Έχουν λοιπόν συστρατευθεί όλες ανεξαιρέτως οι δυνάμεις του ευρωπαϊκού και ντόπιου κατεστημένου, ο ξένος και ο ελληνικός τύπος, οι κάθε λογής οικονομικοί παράγοντες στη «μάχη όλων των μαχών».
Αν καταφέρουν να βγάλουν δήμαρχο στην Αθήνα και περιφερειάρχη στην Αττική, θα έχουν ένα καλό επικοινωνιακό σωσίβιο. Αν η διαφορά του ΣΥΡΙΖΑ από τα δύο κυβερνητικά κόμματα δεν είναι γιγαντιαία, ελπίζουν πως θα έχουν περιθώρια υπεκφυγών.

Το σχέδιό τους μετά από πέντε χρόνια μαρτυρίων, στα οποία υπέβαλλαν το λαό, μπορεί να φαίνεται αισιόδοξο, αλλά δεν είναι ανέφικτο.
Κι αυτό διότι στην επιτυχία του είναι πολύ πιθανό να συμβάλλουν εκόντες άκοντες οι πολιτικοί τους αντίπαλοι.
Διότι ενώ το μνημονιακό στρατόπεδο, παρά τις εσωτερικές πληγές του, είναι ικανό να συσπειρώνεται και να εμφανίζεται αρραγές στην επιδίωξη του εκλογικού στόχου, δυστυχώς δεν συμβαίνει το ίδιο στους πολιτικούς του αντιπάλους.
Και φυσικά δεν περιμένει κανείς πραγματική συμπόρευση κομμάτων, σχηματισμών ή προσώπων, που συμμετείχαν όλα αυτά τα χρόνια στην εφαρμογή των μνημονιακών μέτρων είτε ψηφίζοντάς τα στη Βουλή είτε συμμετέχοντας σε μνημονιακές συγκυβερνήσεις. Ούτε πολλώ μάλλον από πολιτικά μορφώματα, που στήθηκαν περιστασιακά με το ψευδώνυμο της κεντροαριστεράς για να εγκλωβίσουν παραπλανημένους ψηφοφόρους.
Η ΔΗΜΑΡ και η ΕΛΙΑ έχουν το άλλοθι ότι ο Ζγουρός και ο Καμίνης είναι δήθεν δικές τους επιλογές. Το ΠΟΤΑΜΙ είναι ούτως ή άλλως ανάξιο οποιασδήποτε, πέραν της φαιδρής, ενασχόλησης.
Δυστυχώς όμως ακόμη και η ηγεσία του ΚΚΕ φαίνεται για άλλη μια φορά να εθελοτυφλεί, να αποφεύγει τη διαλεκτική αντίληψη των περιστασιακών δεδομένων και να γυρνάει την πλάτη στα επιτακτικά κελεύσματα της ιστορικής συγκυρίας.
Με μια απίστευτη σχεδόν εγκληματική ελαφρότητα διασπά βάναυσα το λαϊκό αντιμνημονιακό μέτωπο και δε διστάζει να επιτάσσει στα μέλη του αποχή, όπου οι υποψήφιοι του ΣΥΡΙΖΑ βρίσκονται αντιμέτωποι με μνημονιακούς υποψηφίους.
Θα τρίζουν τα κόκαλα του Λένιν της πρώτης περιόδου, ο οποίος όχι απλά σε μια τέτοια κατάσταση θα σφυρηλατούσε την ενότητα της αριστεράς, αλλά δεν θα δίσταζε να στηρίξει και υποψηφίους συντηρητικότερων κομμάτων, αρκεί να συμμετείχαν στις εκλογές με αντιμνημονιακό πρόγραμμα και συνθήματα.
Ας είναι...

Του προεκλογικού τοπίου ούτως έχοντος ο δρόμος προς την επιτυχία των πραγματικά αντιμνημονιακών δυνάμεων είναι αρκούντως ευδιάκριτος.
Ο ΣΥΡΙΖΑ καλείται να σηκώσει το βάρος του ηγετικού ρόλου, τόσο από άποψη μάχης, όσο και από άποψη εντυπώσεων αποτελέσματος.
Θα πρέπει να αποφύγει τα λάθη και τις παραλείψεις του πρώτου γύρου και να επιδιώξει χωρίς αλαζονεία και ηγεμονισμό τις ευρύτερες δυνατές αντιμνημονιακές συμμαχίες τόσο τοπικά, όσο και κυρίως πανελλαδικά.

Η σύσταση ευρέως αντιμνημονιακού μετώπου στη βάση του κυρίαρχου διλήμματος είναι εξ ων ουκ άνευ για την εξασφάλιση επιτυχούς αποτελέσματος.

Συμπεριφορές ή συνθήματα, που ενδέχεται να διαιρούν τις δυνάμεις ή να διεγείρουν φυγόκεντρα αντανακλαστικά θα πρέπει να αποφεύγονται επιμελώς.
Σ’ αυτή τη φάση για παράδειγμα ο καημός των ψηφοφόρων είναι να απαλλαγούν από πολιτικές που καταστρέφουν τη χώρα, τις οικογένειές τους, το μέλλον το δικό τους και των παιδιών τους. 
Αναζητούν κόμματα και πολιτικούς, που θα τους πείσουν ότι μπορεί να ηγηθούν μιας πορείας ανάκτησης της εθνικής κυριαρχίας και εξασφάλισης της συλλογικής και ατομικής αξιοπρέπειας και προκοπής, ενώ ελάχιστα ενδιαφέρει τον μέσο ψηφοφόρο αν θα είναι η πρώτη ή η νιοστή φορά της αριστεράς…

Γιατί αυτό που θα πρέπει να γίνει κατανοητό σε όλους εντός και εκτός συνόρων είναι ότι το βράδυ της Κυριακής το μήνυμα δεν θα πρέπει να αναζητηθεί βλακωδώς στην επικράτηση ή μη κάποιων αυτοδιοικητικών προσώπων. 
Ούτε καν στα ποσοστά του ΣΥΡΙΖΑ και της ΝΔ + ΠΑΣΟΚ.

Το συμπέρασμα αν η χώρα θα πρέπει να συνεχίσει στη «σταθερότητα» των δανειακών συμβάσεων, της καταστροφής των υποδομών της, του ξεπουλήματος του δημόσιου πλούτου και των πλουτοπαραγωγικών πηγών της,της αποβιομηχάνισης,του ξεκληρίσματος του αγροτικού τομέα, της ανεργίας, με μια λέξη της αποικιοκρατίας, ή αν θα αποτινάξει τον δανειακό ζυγό και θα ξεκινήσει το θαυμαστό ταξίδι της επαναφοράς σε εθνική προκοπή και ευημερία.

Το συμπέρασμα αν οι πολίτες στηρίζουν ή όχι με την ψυχή τους ή την ανοχή τους αυτό που πάσχουν τα τελευταία χρόνια και αυτό που τους επιφυλάσσεται από το  Ευρωπαϊκό Διευθυντήριο θα πρέπει να εξαχθεί από το ποσοστό που θα έχει στο σύνολό του το ευρύτερο αντιμνημονιακό τόξο. 
Και σ’ αυτό το ποσοστό θα πρέπει να συνυπολογισθούν αθροιστικά όλες οι μικρές και μεγάλες πολιτικές δυνάμεις ανεξαρτήτως πολιτικών ιδιαιτεροτήτων και αποχρώσεων.

Γιατί ο,τιδήποτε κι αν μπορεί ίσως να προσάψει κανείς σε κάποιες πολιτικές ηγεσίες, αυτό δεν μπορεί να αποτελεί λόγο αποκλεισμού από την παλλαϊκή προσπάθεια των απλών ψηφοφόρων τους. Ούτε είναι ρεαλιστικό ή δίκαιο να παραγνωρίζεται η σημασία ή η βαρύτητα της ψήφου τους από αντιμνημονιακή άποψη.
Είτε αυτή η ψήφος έχει ιδεολογικό, συναισθηματικό ή τιμωρητικό κίνητρο, ενδιαφέρον μόνο μπορεί να είναι το σαφές αντιμνημονιακό της περιεχόμενο.

Χαρακτηριστικό εξ άλλου θα είναι το παράδειγμα των απλών ψηφοφόρων του ΚΚΕ, που όπως πάντα συνέβη μετά την μεταπολίτευση, ανεξάρτητα από την γραμμή της ηγεσίας τους, είναι απολύτως βέβαιο ότι θα δώσουν ηχηρό το δικό τους «παρών» στο πανεθνικό ραντεβού με την ιστορία.

Γιατί είναι εντελώς αφύσικο ο κάθε συνειδητός πατριώτης, ιδιαίτερα ο κομμουνιστής, να μην νοιώσει στις 25 του Μάη την φωνή της ψυχής του και να μην αφουγκρασθεί τα ηχηρά κελεύσματα της αδήριτης ιστορικής συγκυρίας…

Και είναι απολύτως αδιανόητο στην Ελλάδα της υποτέλειας και της εξαθλίωσης ο κάθε ψηφοφόρος ανεξαρτήτως πολιτικής ταυτότητας να μη ψηφίζει για την Ευρώπη με γνώμονα την ανάγκη ανάκτησης της εθνικής αξιοπρέπειας και οικονομικής ανάπτυξης της χώρας μας…