Δευτέρα 25 Αυγούστου 2014

Ποιός είναι τελικά ο "ατζέντης" της επικαιρότητας?

Ήταν μόλις πριν ένα μήνα, που ο ίδιος ο Αντώνης Σαμαράς στις 24/7, στο περιστύλιο της Βουλής, δηλώνοντας σίγουρος για την ύπαρξη 180 καλοθελητών, έδινε το εναρκτήριο λάκτισμα για την έναρξη της θερινής προεδρολογίας.

Η «αισιόδοξη» αυτή πρόβλεψη του κου Σαμαρά δημοσιεύθηκε αμέσως σε όλα τα μέσα ενημέρωσης, έντυπα, τηλεοπτικά, ραδιοφωνικά, μιντιακά ξεσήκωσε θύελλα σχολίων και κυρίως ερευνών προκειμένου να τεκμηριωθεί η μαθηματική θεμελίωση της πρωθυπουργικής δήλωσης.
Κατά την συνήθη ελαφρότητά του ο δημοσιογραφικός κόσμος, αναλώθηκε στην περίπου αστυνομική αναζήτηση των ονομάτων βουλευτών του ευρύτερου μη συγκυβερνητικού χώρου, οι οποίοι ενδεχομένως είχαν συνάψει παρασκηνιακή συμφωνία με το Μαξίμου, προκειμένου να εξαντλήσει η παρούσα βουλή την περιπόθητη τετραετία.
Ελάχιστοι έως καθόλου ήταν εκείνοι που ασχολήθηκαν με την συγκυριακή σκοπιμότητα, που εξυπηρετούσε εκείνη η απρόκλητη πρωθυπουργική δήλωση.
Παρότι είναι ηλίου φαεινότερο ότι η κυβέρνηση έχοντας μπροστά της το μήνα Αύγουστο και χαράζοντας πλέον την επικοινωνιακή της πολιτική στη λογική του «δος ημίν σήμερον», είχε αδήριτη ανάγκη να περιφρουρήσει την συνοχή της και εντεύθεν την επιβίωσή της μέχρι τον Σεπτέμβριο.

Ο Αύγουστος ως γνωστόν είναι ο μήνας, που εκόντες άκοντες οι βουλευτές είναι αναγκασμένοι να επιστρέψουν στους τόπους εκλογής των. Από την άλλη τα φετινά τμήματα διακοπών της Βουλής είχαν να ψηφίσουν σωρεία αντιλαϊκών νομοσχεδίων, τα οποία μετά βεβαιότητας θα αγανακτούσαν τους ψηφοφόρους. Ψηφοφόρους που σημειωτέον λόγω πρωτοφανούς οικονομικής δυσπραγίας στην πλειοψηφία τους δεν έμελλε να συμμετάσχουν στα πατροπαράδοτα «μπάνια του λαού».
Σε ένα τόσο δυσμενές πολιτικό κλίμα προσερχόμενοι οι βουλευτές της συμπολίτευσης στο κατά τεκμήριο εχθρικό περιβάλλον των επαρχιών τους, θα ήταν εξαιρετικά ευαίσθητοι αν πίστευαν ότι η κυβέρνηση θα συρόταν σε εκλογές μέσα στους επόμενους μήνες. Με τι κουράγιο θα αντιμετώπιζαν την κριτική, ενδεχομένως και το υβρεολόγιο των ψηφοφόρων τους?

Το πιθανότερο είναι ότι θα ξεκινούσαν εγκαίρως τον προσωπικό προεκλογικό τους αγώνα, επιδιδόμενοι σε αντιμνημονιακές κορώνες πλειοδοτώντας σε αρνητική κριτική των εφαρμοζόμενων πολιτικών.
Υποκινούμενοι από το ένστικτο της πολιτικής τους αυτοσυντήρησης θα προσπαθούσαν να διαχωρίσουν τη θέση τους από το κυβερνητικό έργο και θα συναγωνίζονταν με τους πιθανούς υποψηφίους του νομού τους για το ποιος είναι ο πιο σκληρός αντίπαλος της «επάρατης» τρόικας και των καταστροφικών μνημονίων, που το κόμμα τους εξανάγκαζε τόσο καιρό να ψηφίζουν.
Μια τέτοια εξέλιξη θα έσπρωχνε και τους «κομάντος» βουλευτές των θερινών τμημάτων της βουλής να συμπεριφερθούν αναλόγως και θα δημιουργείτο ένα τσουνάμι αυτονόμησης, που θα απειλούσε εκ των έσω την σταθερότητα της ούτως ή άλλως παραπαίουσας συγκυβέρνησης.

Η δήλωση λοιπόν Σαμαρά στο συγκεκριμένο momentum είχε ακριβώς στόχο να καθησυχάσει τους συμπολιτευόμενους βουλευτές. 
Να τους δημιουργήσει έστω και προσωρινά την αίσθηση της εξασφάλισης της κυβερνητικής τους θητείας και να γλιτώσει από τον εφιάλτη της αυτοδιάλυσης.
Κατά το μάλλον ή ήττον ο εφήμερος Πρωθυπουργικός στόχος επετεύχθη. 
Το κρίσιμο διάστημα της θερινής περιοδείας των βουλευτών στην ύπαιθρο έληξε χωρίς σοβαρά παρατράγουδα, παρότι μια σειρά από κυβερνητικές αβελτηρίες (ΕΝΦΙΑ, ροδάκινα, αντιρατσιστικό κλπ) επιβάρυναν την αντικυβερνητική δυσφορία.
Οι βουλευτές επιστρέφουν στα καθήκοντά τους σχετικά σώοι και αβλαβείς.

Στο μεσοδιάστημα όμως η αντιπολίτευση αμφισβήτησε έντονα την βασιμότητα της πρωθυπουργικής πρόβλεψης και κινήθηκε στην κατεύθυνση συγκέντρωσης της ανατρεπτικής ομάδας των 121.
Συνακόλουθα και οι δημοσιογράφοι, μεσάζοντες της φιλοκυβερνητικής προπαγάνδας,  αναγκάσθηκαν να εγκαταλείψουν το αρχικό κλίμα ευφορίας και να προβάλουν ένα κάποιο σχετικό προβληματισμό.
Όπως ήταν φυσικό οι κυβερνητικοί τηλεοπτικοί μαχητές κλήθηκαν όχι απλώς να επιβεβαιώσουν την αισιοδοξία του κου Σαμαρά, αλλά να δώσουν και σαφέστερες εξηγήσεις. Ποιοι βουλευτές και ποιος υποψήφιος θα εξασφαλίσει τους 180?
Εδώ τα πράγματα άρχισαν να δυσκολεύουν.
Ο ίδιος ο κος Γεωργιάδης κορυφαίος παράγων της τηλεοπτικής καθημερινότητας μετά δυσκολίας υπεστήριξε ότι η πιθανότητα εκλογής Προέδρου από αυτή την Βουλή είναι 50-50.

Σε μια απέλπιδα προσπάθεια στήριξης της κυβερνητικής προεδρολογίας ξαναρίχτηκε στο τραπέζι το ταλαιπωρημένο όνομα του κου Κουβέλη.
Δεν άντεξε παραπάνω από δύο εικοσιτετράωρα. Ποιος σοβαρά σκεπτόμενος πολιτικός αναλυτής μπορεί να πιστέψει και κατά συνέπεια να υποστηρίξει ένα τέτοιο ενδεχόμενο.
Κατ’αρχήν ο ίδιος ο κος Κουβέλης δεν είναι καθόλου πιθανό να την αποδεχθεί ένα τέτοιο ρόλο.
Μπορεί ο ίδιος να κολακεύεται από την ιδέα. 
Μπορεί οι εσωκομματικοί του άσπονδοι φίλοι, ακόμη και οι προσφάτως αυτονομηθέντες, να την υιοθετούν ασμένως και να προσπαθούν να τον «σαλτάρουν» κατά το κοινώς λεγόμενο, για να απαλλαγούν διά παντός από την παρουσία του.
Όμως το δις εξαμαρτείν ουκ ανδρός σοφού.
 Και ο κος Κουβέλης μπορεί να έκανε το αρχικό λάθος να συμμετάσχει σε μια αδιέξοδη συγκυβέρνηση, όμως δεν είναι τόσο αφελής για να το επαναλάβει.
 Ούτε ο ίδιος, ούτε οι ειλικρινώς ενδιαφερόμενοι για το μέλλον της ΔΗΜΑΡ οπαδοί και ψηφοφόροι του θα επιχειρήσουν μια κίνηση, που θα οδηγούσε σε βεβαία εξαέρωση το κόμμα, που πλήρωσε ακριβά το προηγούμενο ατόπημα.

Ούτε όμως και μια ενδεχόμενη υποψηφιότητα Κουβέλη είναι ικανή να εξασφαλίσει την πολυπόθητη πλειοψηφία. 
Ελάχιστη απήχηση θα είχε στην αριστερά, ενώ ουδόλως είναι βέβαιο ότι θα προσέλκυε δεξιούς ανεξάρτητους βουλευτές, οι οποίοι στηρίζουν την πολιτική τους επιβίωση στην αντιμνημονιακή τους πολιτεία.
Καλώς η κακώς (προφανώς κακώς) ο κος Κουβέλης έχει «λερώσει τη φωλιά του» με την καθοριστική συμμετοχή του στην συγκυβέρνηση των μνημονίων. 
Οι πρόσφατες ευρωεκλογές κατέδειξαν εναργώς ότι η συντριπτική πλειοψηφία των ψηφοφόρων του τον κατέταξε στην ευρύτερη ομάδα των φιλομνημονιακών πολιτικών και ως τέτοιο τον εγκατέλειψε.
Για ποιο λόγο οι βουλευτές, που αργά ή γρήγορα θα ζητήσουν την ψήφο ενός κατά το μάλλον ή ήττον αγανακτισμένου με τα μνημονιακά μέτρα ψηφοφόρου, θα στήριζαν μια τέτοια υποψηφιότητα?
Γιατί θα έκαναν μια κίνηση, που θα γκρέμιζε την δημόσια εικόνα, που οι ίδιοι με κόπο και θυσίες την τελευταία διετία επέλεξαν να χτίσουν για τον εαυτό τους?

Έτσι η δήλωση του Πρωθυπουργού ως μήνυμα αυτοπεποίθησης και πολιτικής σταθερότητας ήταν χρήσιμη στα τέλη Ιουλίου.
Ως προεδρολογία όμως, που μετατράπηκε στα τέλη Αυγούστου κατάντησε βαρίδι για την συγκυβέρνηση, από την ώρα που η τηλεοπτική διερεύνηση του θέματος μόνο αμφιβολία περί την πρωθυπουργική αισιοδοξία μπορεί να προκαλέσει.

Έτσι δεν είναι ανεξήγητο, που σήμερα η Κυβερνητική εκπρόσωπος προσπάθησε άρον – άρον να κλείσει τη σχετική συζήτηση.
Ούτε βεβαίως προκαλεί έκπληξη σε κανένα ο άκομψος τρόπος με τον οποίο το επεχείρησε.
Κατά την αήθη, πλην συνήθη για την κυβέρνηση, τακτική κατηγόρησε την αξιωματική αντιπολίτευση για δήθεν προσπάθεια επιβολής προεδρολογικής ατζέντας, ενώ ακόμη χιλιάδες άρθρα είναι ανηρτημένα σε χιλιάδες ιστοσελίδες με την Ιουλιανή δήλωση του Πρωθυπουργού. Και ενώ ακόμη το μελάνι δεν έχει στεγνώσει από τα σχετικά δημοσιεύματα των εφημερίδων.
Αυτό που σε οποιαδήποτε άλλη δυτική Δημοκρατία θα γινόταν αθόρυβα και διακριτικά δια της αποσιωπήσεως, στην Ελλάδα της κας Βούλτεψη γίνεται πάντα με τρόπο τόσο χοντροκομμένο, που όχι απλώς να μην πείθει την κοινή γνώμη, αλλά συνήθως να προκαλεί και παλλαϊκή θυμηδία.

Ας είναι…
Όσοι δεν έχουν λόγους να εθελοτυφλούν γνωρίζουν πολύ καλά ότι από ένα σημείο και μετά την ατζέντα δεν μπορεί να την ορίσει ούτε η κυβέρνηση ούτε η αντιπολίτευση.

Στις κοσμογονικές πολιτικές συνθήκες, που βιώνει ολόκληρη η Ευρωπαϊκή ήπειρος, είναι οι καταιγιστικές πολιτικές εξελίξεις, που θέτουν την ατζέντα.

Μια ατζέντα που προϊόντος του χρόνου θα γίνεται όλο και λιγότερο διαχειρίσιμη από τις συντηρητικές, υποτελείς στην Γερμανική ηγεμονία κυβερνήσεις.
Η κατάρρευση της γαλλικής Κυβέρνησης εξ αιτίας της ενδοτικότητάς της στη Γερμανική αδιέξοδη αδιαλλαξία, είναι προάγγελος της πολιτικής χιονοστιβάδας, που επίκειται.
Ο απερίσκεπτος εγκλωβισμός της ΕΕ σε μια ελάχιστα μελετημένη συγκρουσιακή πορεία με τη Ρωσία απειλεί ήδη να οδηγήσει σε μια οικονομική δύνη με απρόβλεπτα αποτελέσματα για μια οικονομία, που βρίσκεται σε χρόνια ύφεση.
Τα οικονομικά αντίμετρα Πούτιν έχουν ήδη πλήξει ανεπανόρθωτα τον Ευρωπαϊκό αγροτικό τομέα.
 Και είμαστε ακόμη στην αρχή.
Ο χειμώνας προδιαγράφεται εξαιρετικά βαρύς για το σύνολο των παραγωγικών τομέων της ΕΕ.

Μέσα σε αυτό το περιβάλλον στους επόμενους μήνες η βάση της πολιτικής ατζέντας θα είναι η πλήρης ανατροπή όχι απλώς των ελληνικών μνημονίων, αλλά του συνόλου των ευρωπαϊκών πολιτικών (εσωτερικής και εξωτερικής), όπως μέχρι τώρα σχεδιάζονται και επιβάλλονται από το Ευρωπαϊκό (διάβαζε γερμανικό) Διευθυντήριο.

Κατά συνέπεια τα πάντα, καθώς και η εκλογή Προέδρου, θα αξιολογούνται στη βάση του αν συμβάλλουν στην  συντήρηση ή την ανατροπή αυτών των πολιτικών της πανευρωπαϊκής οικονομικής συρρίκνωσης και εντεύθεν κατά χώρα λαϊκής εξαθλίωσης.
Και μέσα σε ένα τέτοιο κλίμα, που άλλωστε προδιαγράφεται εναργώς από τα προωθούμενα περαιτέρω φοροληστρικά μέτρα, είναι αμφίβολο αν στους επόμενους μήνες, ακόμη και οι Βουλευτές της ΝΔ θα έχουν την παραμικρή δικαιολογία για να ψηφίσουν τον οποιοδήποτε για πρόεδρο.
Διότι απλούστατα το διηνεκές κόστος από μια τέτοια επιλογή θα είναι τεράστιο έναντι του οποιουδήποτε πρόσκαιρου υπεσχημένου οφέλους, οικονομικού ή πολιτικού.

Και αυτό θα είναι ικανός να το αξιολογήσει και ο αφελέστερος των βουλευτών της συμπολίτευσης.

Παρασκευή 8 Αυγούστου 2014

Η Ουκρανική κρίση ξεσκεπάζει τη σαθρότητα του Δυτικού οικονομικού άξονα..

Υπάρχει ένα παλιό ρητό, που λέει πως όποιος προσπαθεί να διορθώσει ένα λάθος, υποπίπτει σε μεγαλύτερο.
Το ρητό αναφέρεται κατά βάση στην περίπτωση που ο πρωταγωνιστής της ιστορίας εξ αιτίας του αρχικού σφάλματος έχει περιέλθει σε κατάσταση πανικού και σπεύδει να κάνει διορθωτικές κινήσεις εν θερμώ.
Η αλήθεια είναι ότι δεν υπάρχει καλλίτερο παράδειγμα επιβεβαίωσης του εν λόγω κανόνος από την διαχείριση της Ουκρανικής κρίσης εκ μέρους της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Η ΕΕ, κατ’ ουσίαν η Γερμανία συνέβαλλε σημαντικά στην δημιουργία της Ουκρανικής κρίσης, στηρίζοντας και στην πραγματικότητα υποκινώντας τις αντικυβερνητικές ομάδες, που στη συνέχεια αποτέλεσαν το νέο αντιρωσικό καθεστώς της Ουκρανίας.
Όλα αυτά προφανώς δεν συνέβησαν χωρίς την σύμφωνη γνώμη και πιθανότατα την εντολή των ΗΠΑ.
Το όλο εγχείρημα όμως αποδείχθηκε πολύ πρόχειρα μελετημένο, γιατί   αν μη τι άλλο δε φαίνεται να έλαβε υπ’ όψιν του το εύρος και την δριμύτητα των πιθανών αντιδράσεων της Ρωσίας.
Έτσι επηκολούθησαν τα γνωστά γεγονότα της προσάρτησης της Κριμαίας και ο αλυσιδωτές αυτονομήσεις Ουκρανικών επαρχιών, με κατάληξη τον εμφύλιο, που ακόμη μαίνεται ανεξέλεγκτα στην περιοχή.

Όπως λοιπόν προκύπτει εκ του αποτελέσματος, η Δύση και ιδίως η ΕΕ ενεπλάκη αφρόνως σε μια ιστορία για την οποία δεν ήταν αρκούντως προετοιμασμένη και ως εκ τούτου πρόκειται για καραμπινάτο σφάλμα της.
Αντί όμως να αντιληφθεί το λάθος της και να αναδιπλωθεί δεόντως έχασε την ψυχραιμία της και προσπάθησε να το διορθώσει με ένα δεύτερο ακόμη χειρότερο.
Υπό την απερίφραστη πλέον πίεση των ΗΠΑ επιχειρήθηκε η επιβολή οικονομικών μέτρων στην Ρωσία.
Ουδέν πλέον βλακώδες αυτού του εγχειρήματος.

Όπως θα έπρεπε να είναι αναμενόμενο ο Πούτιν αντί να πτοηθεί απάντησε άμεσα με δικό του εμπάργκο έναντι όλων ανεξαιρέτως των Δυτικών χωρών, που είχαν λάβει μέρος στο Ουκρανικό φιάσκο.
Και βέβαια τώρα η Δύση ανακαλύπτει με τρόμο ότι έχει εγκλωβισθεί σε μια περιπέτεια όπου η μεν Ρωσική οικονομία το πολύ πολύ να πάθει συνάχι, ενώ οι δυτικές οικονομίες κινδυνεύουν από έμφραγμα.

Ο λόγος είναι τόσο απλός, που είναι απορίας άξιο πως δεν τον προέβλεψαν οι Ευρωπαίοι φωστήρες.
Η Ρωσία εξάγει στην Ευρώπη ενέργεια, πρώτες ύλες, μέταλλα, διαστημική τεχνολογία και …τουρίστες. 
Εισάγει από την Ευρώπη τρόφιμα και λοιπά καταναλωτικά αγαθά.
Η ΕΕ δεν έχει εξασφαλισμένους εναλλακτικούς προμηθευτές ενέργειας, ιδίως στο φυσικό αέριο. 
Χρειάζεται τα ρωσικά μέταλλα και τις λοιπές πρώτες ύλες για την λειτουργία των εργοστασίων της. 
Οι δε φτωχότερες μεσογειακές και όχι μόνο χώρες προσβλέπουν με αγωνία στη στήριξη των οικονομιών τους από τον οβολό του Ρώσου τουρίστα. 
Πέρα από αυτά οι εξαγωγές τροφίμων και καταναλωτικών προϊόντων στην μεγάλη Ρωσική αγορά αποτελεί βασικό συντηρητή των παραγωγικών τομέων όλων ανεξαιρέτως των xωρών της ΕΕ.

Με αυτό το πλέγμα των οικονομικών συναλλαγών η μεν Ρωσία προσομοιάζει με βράχο, ενώ η ΕΕ με αυγό.
Είτε η ΕΕ λάβει μέτρα εναντίον της Ρωσίας, είτε η Ρωσία εναντίον της ΕΕ, ο μεγάλος χαμένος θα είναι πάντα η ΕΕ.

Ας το δούμε και αναλυτικότερα:
Για την ΕΕ η διακοπή προμήθειας φυσικού αερίου είναι αντικειμενικά πέραν κάθε συζητήσεως, αφού μέχρι σήμερα δεν έχει μπορέσει να βρεί εναλλακτική πηγή. Επομένως ακόμη και μια μικρή αύξηση της τιμής του ή αυστηροποίηση του τρόπου πληρωμής του από την πλευρά της Ρωσίας, θα έχει καταστροφικές συνέπειες για τις επιχειρήσεις και τα νοικοκυριά της ΕΕ.
Έξ άλλου ένα εμπάργκο στα ρωσικά μέταλλα και τις α’ ύλες θα εξελισσόταν σύντομα σε ωφέλιμο για την Ρωσία μέτρο, καθ’ ότι η ξαφνική αύξηση της ζήτησης σε άλλους παραγωγούς θα τους οδηγούσε σε αύξηση των διεθνών τιμών. Αύξηση που θα την πληρώσουν οι Ευρωπαϊκές καταναλώτριες επιχειρήσεις και μεταξύ των άλλων θα την εισπράξουν εν τέλει και οι Ρώσοι παραγωγοί.
Ελάχιστη επομένως έως ανύπαρκτη μπορεί να είναι η ζημιά της Ρωσίας από τα δυτικά μέτρα.

Στον αντίποδα εμπάργκο της Ρωσίας σε τρόφιμα και άλλα καταναλωτικά προϊόντα είναι βέβαιο ότι θα αποβούν καταστροφικά για τις γεωργοκτηνοτροφικές και βιομηχανικές μονάδες της ΕΕ.
Πολλές από αυτές θα έρθουν αντιμέτωπες με το φάσμα της άμεσης χρεοκοπίας.
Κι όσες όμως τελικώς γλυτώσουν θα υποστούν ανυπολόγιστη ζημιά όχι μόνο από την άμεση συρρίκνωση του κύκλου εργασιών τους, αλλά κυρίως από την απώλεια μεγάλου αριθμού πελατών, οι οποίοι στρεφόμενοι τώρα σε άλλους ανταγωνιστές προμηθευτές δεν πρόκειται ποτέ να επιστρέψουν, έστω και αν οι διακρατικές σχέσεις εξομαλυνθούν.

Όσο για τους Ρώσους τουρίστες? Εδώ υπάρχει μια αξιοπερίεργη ιδιορρυθμία. 
 Αυτοί θα μειωθούν μετά βεβαιότητας χωρίς ούτε οι Ευρωπαίοι να το θέλουν, ούτε οι Ρώσοι να το επιδιώκουν.
Όμως οι συνθήκες ψυχρού πολέμου είναι φυσικό να κάνουν προκαλέσουν συντηρητική οικονομική συμπεριφορά στα ρωσικά νοικοκυριά. Το αποτέλεσμα θα είναι πολλοί Ρώσοι να αποφύγουν τουριστικές δαπάνες. Όσοι δε τελικά το αποφασίσουν, μάλλον θα προτιμήσουν προορισμούς εκτός ψυχροπολεμικών περιοχών.
Μία πρώτη γεύση πήραν ήδη οι Ελληνικές επιχειρήσεις από την ακύρωση δεκάδων χιλιάδων Ρωσικών κρατήσεων σε συνδυασμό με τα φέσια εκατοντάδων εκατομμυρίων από την πτώχευση Ρωσικών πρακτορείων
.
Κι αν η γκάφα της Δύσης είναι τραγική για τις επιχειρήσεις των κατ’ ιδίαν χωρών, για την Ελλάδα στη δύσκολη οικονομική της κατάσταση είναι επιεικώς εγκληματική.
Η άφρων συγκυβέρνηση με την προχειρότητα, την αβελτηρία και τον ετεροπροσδιορισμό στη χάραξη πολιτικής, που την διακρίνει, ενέπλεξε τη χώρα σε μια ολέθρια δύνη.
Λίγο εξ αιτίας του γνωστού μικρομεγαλισμού που χαρακτηρίζει συγκεκριμένους καριερίστες της πολιτικής σκηνής. Λίγο εξ αιτίας της μόνιμης θυσίας των εθνικών στα κακώς εννοούμενα ευρωπαϊκά συμφέροντα, από την πρώτη στιγμή η Ελλάδα βρέθηκε να κάνει αυτοκαταστροφικές επιλογές στην Ουκρανική υπόθεση και την αδιέξοδη εξέλιξή της.
Τόσο η στήριξη της σαθρής Ουκρανικής κυβέρνησης, όσο και η συμμετοχή σε ευρωπαϊκές αποφάσεις επιβολής μέτρων στην Ρωσία, υπήρξαν ολέθριες επιλογές.
Επιλογές όχι απλά ανατρεπτικές των παραδοσιακών ισορροπιών της χώρας στην εξωτερική της πολιτική, αλλά κυρίως καταστροφικές για το παρόν και το μέλλον της.
Εάν η διένεξη της Δύσης με τη Ρωσία συνεχισθεί και η χώρα παραμείνει προσδεδεμένη στην αδιέξοδη τακτική του οικονομικού πολέμου, κινδυνεύει να βιώσει την απόλυτη καταστροφή της ήδη ξέπνοης εθνικής της οικονομίας.

Χιλιάδες Έλληνες παραγωγοί δεν θα αποφύγουν φέτος να πληρώσουν ακριβά τις προσωπικές δημόσιες σχέσεις της συγκυβέρνησης με το μικρόνοο Ευρωπαϊκό Διευθυντήριο.
Ένα μικρόνοο Διευθυντήριο που οδηγεί την Ευρώπη σε μια οικονομική μονομαχία προσομοιάζουσα με το λάκκο των λεόντων.
Αν η Ευρώπη δεν ανακρούσει πρύμνη, οδηγείται μαθηματικά στη συντριβή.
Αυτό είναι βέβαιο ότι οι Ευρωπαίοι το γνωρίζουν, αλλά δεν είναι βέβαιο ότι μπορούν να το αποφασίσουν χωρίς την άδεια της Αμερικής.
Και εδώ υπάρχει ένα σοβαρό ζήτημα. 
Οι ΗΠΑ βρίσκονται λόγω της οικονομικής τους εξασθένισης σε μειονεκτική θέση έναντι της αναπτυσσόμενης Ρωσίας.
Παρά ταύτα φαίνεται ότι αποφάσισαν την απέλπιδα σύγκρουση τώρα, κρίνοντας ότι προϊόντος του χρόνου θα εξασθενούν περισσότερο, ενώ η Ρωσία θα ισχυροποιείται.
Εξ ‘ αυτού του λόγου φρόντισαν να εμπλέξουν σοβαρά την ΕΕ, ούτως ώστε να επωμισθεί αυτή το κύριο βάρος του οικονομικού πολέμου.
Και πράγματι το επιτυγχάνουν αρκετά καλά, αφού ήδη τα μέτρα που έχουν ληφθεί, ενώ είναι καταστροφικά για την ΕΕ, αφήνουν σχεδόν ανεπηρέαστη την Αμερική, η οποία δεν έχει σπουδαίες εμπορικές συναλλαγές ούτε στον τομέα της ενέργειας, ούτε στο τομέα των τροφίμων με τη Ρωσία.

Προς το παρόν λοιπόν η Ρωσία «φταρνίζεται», η Αμερική γραντζουνίζεται, η ΕΕ ματώνει και η Ελλαδίτσα ακρωτηριάζεται.

Σ’ αυτές τις συνθήκες τα φληναφήματα του Έλληνα υπουργού Εξωτερικών περί ενεργειών του και αποζημιώσεων των παραγωγών από τα κοινοτικά ταμεία είναι προφανώς παρηγοριά στην "άρρωστη" αγροτική ή τουριστική επιχείρηση "μέχρι να βγεί η ψυχή της".

Τα πράγματα είναι πολύ απλά για όσους τουλάχιστον δε έχουν λόγο να εθελοτυφλούν.
Η παγκόσμια οικονομία είναι δομημένη σε οικονομικά στρατόπεδα, που καθ’ όσον αφορά τη Δύση έχει μητροπολιτικό κέντρο και περιφερειακή οργάνωση με ισχυρούς στρατηγικούς συμμάχους και περιφερειακούς δορυφόρους.
Σε περιόδους κρίσης υπέρτατος στόχος είναι η σωτηρίας του μητροπολιτικού κέντρου. 
Προς το σκοπό αυτό θυσιάζονται διαδοχικά περιφερειακοί δορυφόροι στην αρχή, αλλά στην ανάγκη και στρατηγικοί σύμμαχοι στη συνέχεια.
Αυτό αποτελεί νομοτελειακή συνέπεια της παγκόσμιας βαθύτατης κρίσης του οικονομικού συστήματος και αυτό είναι το ζοφερό σκηνικό που βιώνει η Ελλάδα τα τελευταία χρόνια.
Πρόκειται για μια άνευ προηγουμένου ιστορική συμπληγάδα, στην οποία δυστυχώς έχει εισέλθει η χώρα έχοντας την πλέον ανίκανη και  την πλέον άβουλη κυβέρνηση από την εποχή της εθνικής παλιγγενεσίας.
Και δυστυχώς στα χέρια εξ ίσου ανίκανου, γηρασμένου και ιδιοτελούς πολιτικού προσωπικού φαίνεται ότι βρίσκεται και η ΕΕ, καταδικασμένη να σύρεται δειλή, μοιραία κι άβουλη σε αποφάσεις και κινήσεις, που φθείρουν την ίδια και μόνο τους παγκόσμιους ανταγωνιστές της μεσομακροπρόθεσμα ωφελούν.

Τραγική δε ειρωνεία των οικονομικών αντιθέσεων αποτελεί η τύχη του Γερμανού πολίτη.
 Σήμερα βαυκαλίζεται ότι ευημερεί. Είναι όμως καταδικασμένος οσονούπω να βρεθεί αντιμέτωπος με τη σταδιακή υποβάθμιση του βιοτικού του επιπέδου.
Ενώ στο ίδιο διάστημα θα παρακολουθεί την κοσμογονική καταστροφή των οικονομιών των «εταίρων» του.
Σύντομα δε θα αντιληφθεί ότι αυτό που ξεκίνησε από τις φτωχές συνοικίες του ευρωπαϊκού νότου, ήταν στην πραγματικότητα ο καθρέπτης του Γερμανικού μέλλοντος, που τα Γερμανικά ΜΜΕ και όχι μόνο φρόντιζαν επιμελώς να του θολώνουν, όσο ακόμη υπήρχαν δυνατότητες διαφυγής.

Τρίτη 29 Ιουλίου 2014

Τρόικα με Κυβέρνηση στο Παρίσι-Ανοησίες με ιδιάζουσα θρασύτητα στην Αθήνα..

Μια φορά κι ένα καιρό, όταν η Ελλάδα δεν είχε γίνει ακόμα αποικία χρέους, ο ρόλος των κυβερνητικών εκπροσώπων ήταν να προβάλλουν το έργο των κυβερνήσεων.
Ήταν ακόμα η εποχή, που οι κυβερνήσεις εφάρμοζαν δικά τους πολιτικά προγράμματα και οι Υπουργοί είχαν να επιδείξουν ένα  λίγο ως πολύ θετικό ισοζύγιο πολιτικών πεπραγμένων.
Τώρα πια, που οι κυβερνήσεις επιδίδονται μόνο σε καταστροφικές πολιτικές, δουλειά των κυβερνητικών εκπροσώπων είναι πώς να συσκοτίζουν την επικαιρότητα, να διαστρεβλώνουν την πραγματικότητα και να αποκρύπτουν την πρωτοφανή βλαπτικότητα των κυβερνητικών δράσεων. Όσο για τους Υπουργούς έχουν κάθε συμφέρον να αποφεύγουν τα φώτα της δημοσιότητας.
Για το λόγο αυτό η επιτυχία τους δεν εξαρτάται από το μορφωτικό τους επίπεδο, την ιδεολογική τους σταθερότητα, την πνευματική τους οξυδέρκεια ή το συνειδησιακό τους υπόβαθρο.
Μυθοπλαστική ικανότητα, ιδιάζουσα θρασύτητα, ανενδοίαστη ψευδολογία είναι τα εξ ων ουκ άνευ ζητούμενα επαγγελματικά τους προσόντα.

Οι λόγοι που η Τρόικα θα ελέγχει την Ελλάδα από το Παρίσι, όπου θα μεταβαίνουν οι Υπουργοί με τους φακέλους υπό μάλης είναι απλούστατοι και ηλίου φαεινότεροι.
Η εξαθλίωση που έχει οδηγηθεί η Ελληνική κοινωνία έχει φθάσει στο απροχώρητο.
Η αγανάκτηση των πολιτών έχει φθάσει στο μη περαιτέρω.
Η επιμονή και η μαχητικότητα των απολυμένων καθαριστριών έχει δώσει ένα πρώτο σαφές δείγμα στην κυβέρνηση και στην Τρόικα για το πόσο «ευπρόσδεκτη» είναι σ’ αυτή τη χώρα.
Οι νέοι εξοντωτικοί φόροι και η περαιτέρω καταστροφή του παραγωγικού ιστού, ο θάνατος του μικρομεσαίου εμποράκου και κάθε είδους μικρομεσαίου προδιαγράφει το τοπίο των εκρηκτικών κοινωνικών αντιδράσεων, που προβλέπονται οσονούπω.
Οι έντονες αντιδράσεις των ενστόλων, που αποτελούν εξ ορισμού τον βραχίονα καταστολής των υπόλοιπων επαγγελματικών ομάδων είναι χαρακτηριστικός για το τι κλίμα επικρατεί για όσους, Υπουργούς και Τρόικα, η συλλογική συνείδηση θεωρεί υπαίτιους της οικονομικής και όχι μόνο καταστροφής της χώρας.
Υπό αυτές τις συνθήκες είναι πλέον ή βέβαιο ότι από εδώ και πέρα η πρόσβαση των Τροϊκανών, ακόμη και των ελεγχομένων Υπουργών στα Υπουργεία θα ήταν αδύνατο να εξασφαλισθεί με συμβατικά μέσα προστασίας. Των ειδικών αστυνομικών σωμάτων περιλαμβανομένων.

Η μεταφορά λοιπόν της διαδικασίας του ελέγχου εκτός Ελληνικής επικράτειας ήταν μια αναπόφευκτη κίνηση στοιχειώδους πρόνοιας.
Ουδείς εχέφρων ελεγκτής (κατ’ ουσίαν  στυγνός εκμεταλλευτής) έχει πλέον την αποκοτιά να επισκεφθεί ένα λαό που τον βλέπει ως δήμιο. Και ουδείς φυσικά κυβερνητικός οικοδεσπότης μπορεί να εγγυηθεί την ασφάλεια ενός τέτοιου επισκέπτη.
Η επιλογή συνεπώς να γίνονται αυτού του τύπου οι συναντήσεις στο Παρίσι ήταν μια ρεαλιστική ιδέα, που κατά πάσα πιθανότητα υπαγορεύτηκε από τον ένστικτο αυτοσυντήρησης των Τροϊκανών και έγινε ασμένως αποδεκτή από την Ελληνική πλευρά.

Είναι προφανές ότι η μετακίνηση ενός ολόκληρου συρφετού Τπουργών, υφυπουργών, ανώτερων διοικητικών  υπαλλήλων και λοιπών παρατρεχάμενων, θα στοιχίσει ένα σκασμό λεφτά στο χειμαζόμενο δημόσιο κορβανά.
Είναι γνωστό ότι ο πηγεμός των Υπουργών στους Τροϊκανούς σημειολογικά με βάση τα διεθνή πρότυπα τους καθιστά αυτόματα υφισταμένους, πράγμα διόλου κολακευτικό για τη χώρα.  
Γιατί όπως και να το κάνουμε ο υφιστάμενος πάει στον προϊστάμενο κι όχι το αντίθετο. Αυτή λοιπόν η κίνηση από μόνη της σηματοδοτεί κατά τρόπο αδιάψευστο την αποικιοκρατική ουσία της κατάστασής μας.
 Μόνο σε περίπτωση αποικίας ή κατοχής ο Υπουργός μιας χώρας παίρνει τους φακέλους υπό μάλης και πάει στο γραφείο κάποιων ξένων διοικητικών υπαλλήλων για να δώσει λογαριασμό για τα πεπραγμένα του. Να ακούσει ενδεχομένως τα σχολιανά του και να πάρει οδηγίες για τη συνέχεια.
Είναι επομένως ευνόητο γιατί Τρόικα και κυβέρνηση υιοθέτησαν αυτή την οικονομικά πανάκριβη και επικοινωνιακά ταπεινωτική λύση.

Και ενώ ο κόσμος το’ χει τούμπανο κι οι Υπουργοί κρυφό καμάρι, εμφανίζεται η Κυβερνητική εκπρόσωπος την ανάγκην φιλοτιμίαν ποιούμενη να μας δώσει το μυαλό στο χέρι.
Ούτε λίγο ούτε πολύ προσπαθεί να πείσει τους δύστυχους πλήν αγανακτισμένους ιθαγενείς ότι επρόκειτο και καλά για μια φαεινή ιδέα του Πρωθυπουργού.
Που και καλά δεν τους άρεσε των Τροϊκανών, αλλά η κραταιά Ελλάς τους την επέβαλε με το ζόρι.
Που και καλά αποτελεί επιβεβαίωση της εμπιστοσύνης των ξένων τοποτηρητών για τη χώρα.
«Εφόσον είμαστε σε καλό δρόμο δεν υπάρχει λόγος γι αυτή την αυτοπρόσωπη παρουσία (των Τροϊκανών) και αυτό γίνεται αντιληπτό», εξήγησε με ύφος χιλίων υποκειμένων της δαρβινικής θεωρίας σε πρωϊνή εκπομπή γνωστού «αντικειμενικού» καναλιού.

Το εύλογο ερώτημα που προκύπτει από αυτή την μεγαλοφυή ατάκα της εξοχότατης Κυβερνητικής εκπροσώπου είναι: 
Αφού είμαστε σε τόσο καλό δρόμο γιατί χρειάζεται η αυτοπρόσωπη πολυήμερη …απουσία των Υπουργών και η απομάκρυνσή τους από τα Υπουργεία τους σε μια απόσταση αρκετών χιλιάδων χιλιομέτρων..?
Τέτοια ερωτήματα βεβαίως δεν πρόκειται να απαντηθούν ποτέ από την σεβαστή Υπουργό γιατί απλούστατα ποτέ δεν πρόκειται να της τεθούν από τους δημοσιογράφους και συνομιλητές της στα πάνελ των ΜΜΕ, που επιλέγει να εμφανίζεται.
Κι αυτό καταντά τελικά ένα μειονέκτημα για την ίδια, γιατί μη έχοντας γνώμονα της θυμηδίας ή οργής, που προκαλούν οι εμφανίσεις της, ολισθαίνει ασυναίσθητα στην  αμετροέπεια, την αλαζονεία και εν τέλει στην ανοησία.

Και αν δεχθούμε ότι με τις φαιδρές αυτές κομπορρημοσύνες θα καταφέρει αυτή τη φορά να πείσει κάποιους αφελείς πως η εικόνα υπουργών να σέρνονται στα γραφεία των τροϊκανών είναι μαγκιά του Πρωθυπουργού.

Την επόμενη φορά, αν οι Υπουργοί κριθεί ασφαλέστερο να μετακομίσουν μόνιμα στο Παρίσι, τι θα βρεί να πεί για να παρουσιάσει τη νύκτα μέρα..?



Πηγή φωτογραφίας εδώ

Κυριακή 27 Ιουλίου 2014

Ο κ.Μεϊμαράκης δήλωσε παρών στην κούρσα διαδοχής..

Και την ώρα που το στρατόπεδο Σαμαρά-Βενιζέλου προσπαθεί με νύχια και με δόντια να πείσει ότι ο μαγικός αριθμός είναι εξασφαλισμένος, ούτως ώστε να περιορίσει τις φυγόκεντρες τάσεις των βουλευτών της συμπολίτευσης και να συντηρήσει την εύθραυστη κυβερνητική συνοχή, έρχεται ο κ. Μεϊμαράκης να χαλάσει την συνταγή.
Στo περιθώριο του εορτασμού της 40ης επετείου της Δημοκρατίας ο εξοχότατος Πρόεδρος της Βουλής, προτείνει τη διεξαγωγή συνεδρίου το φθινόπωρο με στόχο την συστράτευση της Κεντροδεξιάς παράταξης για να φτιαχτεί ένα εθνικό σχέδιο που θα ξαναφέρει την ΝΔ στο 40(!)

Η ανατρεπτική αυτή πρόταση μπορεί από πρώτη άποψη να μοιάζει εκτός τόπου και χρόνου. Kινείται σε μια κατεύθυνση εκ διαμέτρου αντίθετη από αυτήν του Πρωθυπουργού.
Σαμαράς και Βενιζέλος προσπαθούν να ψαρέψουν παρασκηνιακά μερικούς πρόθυμους βουλευτές και να εξασφαλίσουν στα μουλωχτά μερικούς ακόμη μήνες διακυβέρνησης. Κι έρχεται ο κος Μεϊμαράκης και κατ’ ουσίαν ζητάει από τον αρχηγό της ΝΔ να αφήσει τις σκοτεινές ίντριγκες καi δολοπλοκίες, να βγεί στο ξέφωτο και να διεκδικήσει με σοβαρούς πολιτικούς όρους την ηγεμονία στο πολιτικό σκηνικό της χώρας.

Συνέδριο μέχρι το φθινόπωρο είναι αδύνατον να οργανωθεί. 
Εθνικό σχέδιο με τρόικα και τήρηση των μνημονιακών δεσμεύσεων είναι έννοιες ασύμβατες. Πανστρατιά της κεντροδεξιάς με τον κο Σαμαρά, όπως και της κεντρο«αριστεράς» με τον κο Βενιζέλο αποτελεί ουτοπία, που ούτε οι ίδιοι πιστεύουν.
Γιατί λοιπόν ο κος Μεϊμαράκης κάνει μια πρόταση, που είναι εκ των προτέρων βέβαιο ότι θα πάει άπατη?
Αν επρόκειτο για κανένα νέο ερασιτέχνη η εξήγηση θα ήταν εύκολη.
Ο κος Μεϊμαράκης όμως και οξυδερκής είναι και παλιά καραβάνα στην πολιτική.
Επομένως η κίνησή του, καθώς και ο χρόνος που επέλεξε να την κάνει έχουν και βαρύτητα και σημασία.

Κατ’ αρχήν είναι ενδιαφέρον ότι επέλεξε να την κάνει απ’ ευθείας σε δημοσιογράφους και όχι σε κομματικό όργανο ή, το φυσιολογικότερο, στον Πρόεδρο του κόμματος.
Απ’ αυτό και μόνο το γεγονός θα πρέπει να συμπεράνουμε ότι ελάχιστα τον ενδιέφερε η υιοθέτησή της από την ηγετική ομάδα της ΝΔ. Ήθελε πρωτίστως να την κάνει γνωστή στην ευρύτερη κοινή γνώμη με όλη την σημειολογία, που η κίνηση και η πρότασή του εμπεριέχει.

Η πρόταση λοιπόν αυτή αποτελεί ευθεία απόρριψη των χειρισμών του κου Σαμαρά και των συμβούλων του.
Η προτροπή για συνέδριο, εθνικό σχέδιο και πρόσκληση ενότητας είναι η επιτομή της θαρραλέας, ανοιχτής εσωκομματικής και κοινωνικής πολιτικής σύγκρουσης. Είναι ακριβώς αυτό που φοβούνται και ξορκίζουν οι ηγετικές ομάδες των δύο συγκυβερνώντων κομμάτων, οι οποίες προσπαθούν να κερδίσουν πολιτικό χρόνο με προπαγανδιστικά παραμύθια και έξωθεν στήριξη.
Ουσιαστικά λοιπόν ο κος Μεϊμαράκης θέτει στον κο Σαμαρά μια πρόταση παγίδα. Αν την δεχθεί θα οδηγηθεί σε συνέδριο αυτοκτονίας. Αν όχι παρουσιάζεται δειλός και ανίκανος να αναλάβει θαρραλέες πρωτοβουλίες στον ευρύτερο πολιτικό στίβο, όπως περίπου τον κατηγορεί και η αντιπολίτευση.

Αυτή τη στιγμή η ΝΔ βρίσκεται στο χειρότερο σημείο αποσύνθεσης. Πάμπολλα ιστορικά στελέχη της έχουν διαγραφεί, αποχωρήσει, αποστασιοποιηθεί από το κόμμα. Ακόμα και από όσα έχουν παραμείνει, πολλά βρίσκονται απομονωμένα από την πέριξ του Πρωθυπουργού ομάδα.
Σε τι συνέδριο λοιπόν να πάει ο Σαμαράς? Και πώς να επιτευχθεί «πανστρατιά» με ένα αρχηγό που απομάκρυνε το 80% της παράταξης?
Το χειρότερο απ’ όλα, πώς να ηγηθεί παραταξιακής πανστρατιάς ένα πρόσωπο, που έχει ταυτισθεί με την σκληρή εφαρμογή του μνημονίου, την ώρα ακριβώς που η ελληνική κοινωνία αναζητά τον απεγκλωβισμό της από αυτό?
Είναι λοιπόν ηλίου φαεινότερο ότι ο κος Μεϊμαράκης θέλει να καταδείξει πως η ΝΔ με αυτόν τον αρχηγό είναι εγκλωβισμένη σε μια αυτοκτονική πορεία, που την οδήγησε σε αυτή την ιστορικά πρωτοφανή συρρίκνωση και μαθηματικά την σύρει στην πλήρη αποσύνθεσή της.

Και για να μην υπάρξει αμφιβολία ο κος Μεϊμαράκης φροντίζεινα ε επεξηγήσει την πρότασή του: «απαιτείται πρόγραμμα, σχέδιο, επιχειρήματα στις εξαγγελίες και όχι φούσκες που θα βλέπει ο κόσμος πως δεν υλοποιούνται». 
Χρειάζεται μεγάλη εξυπνάδα για να καταλάβει κανείς ποιους λοιδορεί ο κος Μεϊμαράκης?
Ποιος τα τελευταία δύο χρόνια έχει κουράσει τον κόσμο με «φούσκες που στο τέλος βλέπει ότι δεν υλοποιούνται»? 
Ποιος άλλος εκτός από τον Πρωθυπουργό, τους κυβερνητικούς εκπροσώπους, τους Υπουργούς Οικονομικών οι οποίοι κάθε τρείς μήνες ανανεώνουν τις σαπουνόφουσκες περί εξόδου από τα μνημόνια, σταθεροποίησης της οικονομίας, φρεναρίσματος της ανεργίας, προσέλκυσης επενδύσεων, ανάκαμψης και άλλα παρόμοια, που ανήκουν στη σφαίρα της φαντασιοπληξίας?

Με την παρέμβασή του λοιπόν δεν απευθύνεται στην παρούσα ηγετική ομάδα, που γνωρίζει εκ προοιμίου ότι δεν πρόκειται να τον ακούσει.
Απευθύνεται στην ευρύτερη κομματική και παραταξιακή στελεχιακή βάση και ρίχνει τον σπόρο της ανάγκης ανατροπής της ακολουθούμενης αδιέξοδης πολιτικής και συνακόλουθα της ανεπαρκούς και φοβικής κομματικής ηγεσίας.

Ο κος Μεϊμαράκης αντιλαμβάνεται πολύ καλά ότι η παρούσα κυβέρνηση πνέει τα λοίσθια.
Ότι η επέλευση των εκλογών είναι νομοτελειακά αναπόφευκτη.
 Όχι από αδυναμία εξεύρεσης 180 ιδιοτελών οσφυοκαμπτών, αλλά εξ αιτίας των εκρηκτικών κοινωνικών συνθηκών, που δημιουργεί η εξαθλίωση των πολιτών και η αδιαλλαξία των δανειστών.
Σπεύδει λοιπόν να προλάβει τις εξελίξεις και να δηλώσει παρών στις επερχόμενες εσωκομματικές ανακατατάξεις.

Με την πρότασή του προβάλλει τον εαυτό του ως ηγετική φυσιογνωμία ικανή να κάνει όλα αυτά, που δεν μπορεί να κάνει ο κος Σαμαράς.
Να ενώσει την παράταξη, να συντάξει εθνικό σχέδιο, να εμπνεύσει εμπιστοσύνη στους  ψηφοφόρους και να οδηγήσει το κόμμα στην εξουσία στηριζόμενο στην ιστορική του πλειοψηφία του 40% και όχι στη εγχώρια διαπλοκή και στα ξένα κέντρα οικονομικών συμφερόντων.
Αυτή είναι η σημειολογία και η εσωτερική σκοπιμότητα της πρότασης Μεϊμαράκη.

Και προφανώς δεν είναι καθόλου τυχαίο ότι παρότι την έκανε δημόσια συζητώντας με πολιτικούς συντάκτες, πέρασε περίπου απαρατήρητη από τα ΜΜΕ και τους επαγγελματίες σχολιαστές..

Παρασκευή 25 Ιουλίου 2014

Ζητούνται 180 γενναίοι για την ομάδα «εθνικής (μνημονιακής) σωτηρίας»

Παρά την εικόνα σιγουριάς και αυτοπεποίθησης, που μοχθεί να παρουσιάσει ο συγκυβερνητικός συνασπισμός, τα συμπτώματα προδίδουν ότι μαύρη απελπισία έχει φωλιάσει στα κομματικά του επιτελεία.

Χαρακτηριστικό του πανικού, που έχει κυριεύσει Υπουργούς, βουλευτές και στελέχη των δύο κομμάτων της συγκυβέρνησης, είναι ότι καθημερινό πλέον θέμα συζήτησης είναι η δυνατότητα εκλογής Προέδρου Δημοκρατίας από την παρούσα Βουλή.

Η εμπλοκή του ίδιου του Πρωθυπουργού με τις αισιόδοξεςδηλώσεις περί τελικής εξασφάλισης του ποθητού αριθμού των 180, αυτόν ακριβώς τον πανικό επιβεβαιώνει.
Όπως εξ άλλου και οι καθημερινές άτσαλες αναφορές στο θέμα τηςΚυβερνητικής εκπροσώπου κας Βούλτεψη με την χαρακτηριστική αμετροέπεια, που την διακρίνει.

Και δεν έχει βεβαίως άδικο το κυβερνητικό επιτελείο, που προσπαθεί με μύχια και με δόντια να διασκεδάσει την υπόθεση.
Η αμφιβολία περί της δυνατότητας αυτής της Βουλής να εκλέξει πρόεδρο δημοκρατίας, αποτελεί από μόνη της μια ωρολογιακή βόμβα στα θεμέλια της συγκυβέρνησης.

Είναι αναμφίβολο ότι τα δύο κόμματα και συνακόλουθα οι βουλευτές τους δεν έχουν καμιά επιθυμία να χάσουν την κουτάλα της εξουσίας. Kαι καμία μνημονιακή συνταγή, όσο σκληρή, όσο καταστροφική κι όσο λαομίσητη κι αν είναι, δεν μπορεί να τους οδηγήσει σε αυτόβουλο χρονικό περιορισμό της κυβερνητικής τους θητείας.
Όμως αν στο μυαλό βουλευτών και Υπουργών φωλιάσει ό φόβος της αναγκαστικής προσφυγής στις κάλπες, τότε η ενίσχυση των φυγόκεντρων δυνάμεων εντός του κυβερνητικού συνασπισμού και η επιτάχυνση της τάσης κατάρρευσης της κυβέρνησης θα είναι αναπόφευκτη.
Η ιδέα της προσωπικής διάσωσης του καθ’ ενός στην εκλογική του περιφέρεια θα υπερισχύσει κάθε άλλης σκέψης και όλοι θα στραφούν εναντίον όλων στη βάση της εξασφάλισης ενός επικοινωνιακού προφίλ ικανού να επιτύχει την επανεκλογή τους.

Είναι επομένως ιδιαίτερα κρίσιμο για τους κκ Σαμαρά και Βενιζέλο να διασκεδάζουν την αγωνία των βουλευτών τους γύρω από αυτό το κρίσιμο ζήτημα.
Μπορούν ή δε μπορούν να βρουν τους 180?
Ή επί το ορθότερον μπορούν ή δε μπορούν να εξασφαλίσουν την ανεύρεση των 25-30 καλοθελητών, που σε πείσμα της λαϊκής κατακραυγής θα τολμήσουν αν δώσουν το φιλί της ζωής στη παραπαίουσα κυβερνητική κομπανία?
Αν πείσουν ότι μπορούν, τότε εξασφαλίζουν τους ψήφους των βουλευτών της συμπολίτευσης και κυρίως συντηρούν την απαραίτητη κυβερνητική συνοχή.
Αν η αμφιβολία παραμείνει, τότε ούτε καν οι ψήφοι των βουλευτών τους μπορούν να θεωρούνται εξασφαλισμένοι, καθώς κάποιοι από αυτούς θα εναποθέσουν την ελπίδα σωτηρίας τους στην υιοθέτηση του ρόλου του αντιμνημονιακού αντάρτη. Έστω και οψίμως.. Έστω και την τελευταία ώρα…

Και τότε η κατάσταση θα είναι πλέον μη αναστρέψιμη.

Τίποτε ούτε οι φιλότιμες προσπάθειες των ΜΜΕ, ούτε  οι απειλές των δανειστών, ούτε οι ωμές παρεμβάσεις του Ευρωπαϊκού Διευθυντηρίου ή της γερμανικής Καγκελαρίας θα μπορούν να τη σώσουν….

Κυβερνητική πλοήγηση με GPS..

Διαδοχικές συναντήσεις με τους υπουργούς της κυβέρνησης έχει από το πρωί ο πρωθυπουργός Αντώνης Σαμαράς, παρουσία του αντιπροέδρου της κυβέρνησης Ευ. Βενιζέλου.

Αντικείμενο των συγκυβερνητικών συνευρέσεων, όπως γράφεται στα ΜΜΕ, είναι η αντιμετώπιση των εκκρεμοτήτων εν όψει της επιστροφής της Τρόικας το Φθινόπωρο.

Πάνω που είχαμε χαρεί με τις μεγαλοστομίες του κου Σαμαρά, πως είχε σκίσει το μνημόνιο φύλο-φύλο, ήρθε η Τρόικα με τον νέο μας Υπουργό Οικονομικών να μας προσγειώσουν στην πεζή πραγματικότητα.
Η χώρα χρειάζεται να διευθετήσει ένα πακετάκι εκκρεμότητες και να ολοκληρώσει καμιά εξακοσαριά μνημονιακές προσαρμογούλες, αν θέλει να πάρει την επόμενη δόση και να παραμείνει εντός πλαισίου Ευρωζωνικής «διάσωσης».

Από τον ουρανό της κατάργησης του μνημονίου μέχρι τα Τάρταρα της στυγνής εφαρμογής μέτρων περαιτέρω εξαθλίωσης, η απόσταση είναι πολύ μεγάλη για να χωνευθεί αμάσητη από τους ιθαγενείς.
Εξ΄ου και επιστρατεύθηκαν τα γνωστά μιντιακά παπαγαλεία, ξαναστήθηκε το επαναλαμβανόμενο σκηνικό των «ανταρτών» βουλευτών, αξιοποιήθηκαν δεόντως στημένα και τυχαία περιστατικά της επικαιρότητας.
Από τον κροκόδειλο στην Κρήτη, μέχρι τις ενδοκυβερνητικές ψευτοκόντρες, και από τον Μαζιώτη μέχρι τις εστίες πυρός στην ευρύτερη περιοχή, τίποτε δεν αφέθηκε να πάει χαμένο, προκειμένου να ξεφύγει η προσοχή της κοινής γνώμης από την αλγεινή κυβερνητική δραστηριότητα.

Στο πλαίσιο λοιπόν αυτής της επικοινωνιακής διαχείρισης πρέπει να ενταχθεί και η χθεσινή συνάντηση του κου Σαμαρά με τον κο Βενιζέλο, οι οποίοι επισήμως σχεδίασαν τον «οδικό χάρτη» ανάκαμψης της χώρας, ανεπισήμως όμως μάλλον σχεδίασαν το σενάριο λαϊκής παραμυθίας. 
Τα επί μέρους δρώμενα και τους κατ’ ιδίαν ρόλους.

Τι ανάγκη άλλωστε «οδικού χάρτη» υπάρχει, αφού ως γνωστόν η Φράου Μέρκελ τους έχει προ πολλού εφοδιάσει με κατάλληλο GPS, στο οποίο έχει φροντίσει να τοποθετήσει η ίδια το «σωτήριο» σημείο τελικού προορισμού της αποικίας.


Δευτέρα 7 Ιουλίου 2014

Μακάριοι οι αλαζόνες...

Όταν η επαφή των πολιτών με τα κυβερνητικά στελέχη αποκλείεται από τον κυματοθραύστη των δυνάμεων καταστολής και η διαχείριση των αντιρρήσεων των επαγγελματικών κλάδων εξαντλείται στη μεθοδολογία των επιστρατεύσεων, τότε είναι βέβαιο πως το πολίτευμα νοσεί βαρέως.

Η παρατεταμένη οικονομική αφαίμαξη του ελληνικού λαού, αλλά κυρίως η θηριώδης ανεργία σε συνδυασμό με την κατάρρευση της εγχώριας αγοράς έχει οδηγήσει σε απόγνωση τεράστιες μάζες πληθυσμού και είναι μοιραίο να προκαλεί την αντίδραση όλο και περισσότερων επαγγελματικών ομάδων.
Σε μια σύγχρονη ευνομούμενη δυτική Δημοκρατία είναι περίπου αυτονόητη η δυνατότητα των πολιτών, ιδιαίτερα σε συλλογικό επίπεδο, να έρχονται σε άμεσο διάλογο με τους αρμόδιους κυβερνητικούς παράγοντες, προκειμένου να εκθέτουν τον προβληματισμό τους, να υποβάλλουν τις προτάσεις τους και αν μη τι άλλο να λαμβάνουν ικανοποιητικές απαντήσεις στον εύλογο προβληματισμό τους.
Δυστυχώς αυτό στην Ελλάδα του 2014 μοιάζει εντελώς αδιανόητο.

Οι Υπουργοί, ακόμη και οι βουλευτές και τα στελέχη των κυβερνητικών κομμάτων δεν έχουν καμιά διάθεση να συναντήσουν τους διαμαρτυρόμενους πολίτες.
Οι συνδικαλιστές και οι επαγγελματικές ενώσεις, που στο μοντέλο της Δυτικής Δημοκρατίας έχουν εξέχοντα θεσμικό ρόλο, στην Ελλάδα αντιμετωπίζονται ως αποδιοπομπαίοι τράγοι.
Οι διαμαρτυρόμενοι πολίτες περίπου ως ταραξίες και υπονομευτές της εννόμου τάξεως, η πλάτη των οποίων είναι προορισμένη για το τεστ αντοχής των γκλομπς των ειδικών δυνάμεων της αστυνομίας.
Όσο για τον «διάλογο» της Κυβέρνησης με τους όποιους απεργούς του Δημοσίου τομέα, αυτός νοείται αποκλειστικά ως εξαγγελία επιβολής του ακραίου και βαθειά αντιδημοκρατικού μέτρου της επιστράτευσης.

Και βεβαίως τα φαινόμενα αυτά, του ακραίου ρήγματος στις σχέσεις κυβερνήσεως και κυβερνουμένων, της ασκήσεως υπερβολικής κρατικής βίας και της συνεχώς κατάφορης παραβίασης της  αρχής της αναλογικότητας σε κάθε διοικητική πράξη, ούτε παράδοξα είναι ούτε δυσεξήγητα.
Οφείλονται στην ανώμαλη εμπλοκή των δανειστών στην άσκηση των κρατικών εξουσιών.
Η Τρόικα με τους συνεπίκουρους μηχανισμούς του Ευρωπαϊκού Διευθυντηρίου, έχουν διεισδύσει εξωφρενικά σε κάθε θεσμική και διοικητική λειτουργία με αποτέλεσμα να έχουν ευτελίσει στην κυριολεξία τους θεσμούς και εξευτελίσει τα πρόσωπα, που τους επανδρώνουν.
Η κυβέρνηση δεν παράγει πλέον πολιτικό σχεδιασμό. Δεν αναλαμβάνει νομοθετικές πρωτοβουλίες. Δεν λαμβάνει διοικητικές αποφάσεις. Απλώς ενημερώνεται για τις απαιτήσεις των δανειστών. Τα υπουργεία μεταφράζουν, ενίοτε πλημμελώς, τα νομοσχέδια, που τους δίδονται από τους δανειστές και οι κυβερνητικοί βουλευτές, εκόντες άκοντες, υποχρεώνονται να ψηφίσουν άρον άρον νόμους που βρίθουν αντιλαϊκών μέτρων και αντεθνικών επιλογών.
Εξ άλλου οι μεταφράσεις των νομοσχεδίων είναι απολύτως ανελαστικές, μη αφήνοντας κανένα περιθώριο στην εκτελεστική εξουσία ούτε για δευτερεύουσες διαφοροποιήσεις.

Υπ’ αυτούς τους όρους οι Υπουργοί και οι συμπολιτευόμενοι βουλευτές στερούνται κάθε ίχνους κύρους, αλλά και στοιχειώδους δυνατότητας να βρούν πειστικά επιχειρήματα για την ασκούμενη κυβερνητική πολιτική και τρομάζουν στην ιδέα να συναντήσουν τους αγανακτισμένους πολίτες.
Έτσι η προσφυγή στη προστασία των δυνάμεων καταστολής και η επιστράτευση των «δυστροπούντων» αγανακτισμένων αποτελεί μονόδρομο για τον Πρωθυπουργό και τους κυβερνητικούς αξιωματούχους.

Εν τέλει δε η εμπλοκή της Δικαιοσύνης στην διά της βίας εφαρμογή των έξωθεν επιβαλλόμενων αντιλαϊκών και αντεθνικών οδηγιών καταντά όρος εξ ων ουκ άνευ της καθημερινής διακυβέρνησης.
Η απειλή του ποινικού κολασμού αποτελεί κοινό εισπρακτικό εργαλείο και σύνηθες μέσο πειθαναγκασμού του φορολογουμένου να υπερβεί την αντικειμενική αδυναμία του.
Οι αποφάσεις των ανώτατων δικαστηρίων καλούνται να γίνουν φενάκη συνταγματικής επίφασης αντισυνταγματικών νόμων και διοικητικών πράξεων.
Οι δικαστές όλων των βαθμίδων υποχρεώνονται να θέτουν πολιτικά και όχι νομικά επιχειρήματα στο πρώτο σκέλος των δικανικών συλλογισμών.
Έτσι σταδιακά και τώρα τελευταία με επιταχυνόμενο ρυθμό και η δικαιοσύνη απειλείται με απώλεια του κύρους της στο βωμό της εξυπηρέτησης αλλοδαπών οικονομικών  συμφερόντων.

Τα φαινόμενα αυτά δεν είναι τυχαία, ούτε μόνον εγχώρια.
Ολόκληρη η Ευρωπαϊκή Ένωση, ιδιαίτερα η Ευρωζώνη, έχει «μολυνθεί» από την ανίατη ασθένεια της θεσμικής αποσύνθεσης των επί μέρους κρατών.
Και αυτό δεν πρέπει να ερμηνεύεται απλοϊκά ως αποτέλεσμα της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης και των κατά περίπτωση κρατικών ελλειμμάτων, εθνικών χρεών και εντεύθεν δανειακών αναγκών.
Δεν είναι συμπτωματικό ότι όλα τα κράτη της Ευρωζώνης βυθίζονται λίγο ως πολύ στα εθνικά χρέη, σύρονται σε μέτρα σκληρής λιτότητας περισσότερο ή λιγότερο επώδυνα, περιορίζουν δραματικά το δικαίωμα αρμοδιότητας της αρμοδιότητας, τουτέστιν της εθνικής τους κυριαρχίας.

Και όλα αυτά συμβαίνουν την ίδια στιγμή που ένα από αυτά, η Γερμανία, με θηριώδες δημόσιο χρέος 1,3 τρις καταφέρνει να δανείζεται με αρνητικό επιτόκιο, έχει αληθινά πλεονασματικούς ισολογισμούς, ανακοινώνει αυτάρκη προϋπολογισμό  για το 2015 και αντί μειώσεων προβαίνει σε αυξήσεις των αποδοχών στο δημόσιο και ιδιωτικό τομέα.
Όσο δε για τα κυριαρχικά της δικαιώματα, αυτά προδήλως αυξάνονται αντιστρόφως ανάλογα με τα κυριαρχικά δικαιώματα των εταίρων της, που πλέον φαίνεται άλλοι μεν να έχουν μετατραπεί σε δορυφόρους της και άλλοι, όπως εμείς, σε θλιβερές αποικίες της.

Είναι δε ηλίου φαεινότερο ότι, όπως στο εσωτερικό της χώρας η κρίση εξαθλίωσε τις πλατειές λαϊκές μάζες, ιδιαίτερα την αδοκίμως αποκαλούμενη «μεσαία τάξη», αλλά εκτόξευσε τον ατομικό πλούτο μιας ελάχιστης απροκάλυπτα διαπλεκόμενης οικονομικής ολιγαρχίας, έτσι και σε Ευρωπαϊκό επίπεδο η συντριβή των επί μέρους εθνικών οικονομιών απετέλεσε το θεμέλιο σωτηρίας της Γερμανικής οικονομίας, της συσσώρευσης πλούτου στις Γερμανικές πολυεθνικές και της διατήρησης αξιοπρεπούς βιοτικού επιπέδου στο Γερμανικό λαό.

Υπό αυτές τις συνθήκες δεν είναι περίεργο που ο Ευρωσκεπτικισμός, στην πραγματικότητα αντιγερμανισμός, κερδίζει ολοένα και περισσότερο έδαφος στους κόλπους της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Δεν είναι περίεργο, που η Γερμανία με απροκάλυπτο πλέον τρόπο επιδιώκει να οικειοποιηθεί την δημόσια και ιδιωτική περιουσία των υπολοίπων λαών, ενώ παράλληλα  επιδιώκει να επιβάλλει στους ευρωπαϊκούς θεσμούς πρόσωπα της απολύτου επιρροής της, που θα της εξασφαλίζουν την απόλυτη ηγεμονία.
Η οικονομική καταβρόχθιση των εταίρων της είναι ο ασφαλής τρόπος διάσωσής της οικονομίας της, υπερπλουτισμού της δικής της οικονομικής ολιγαρχίας και διατήρησης ενός ανεκτού επιπέδου διαβίωσης του Γερμανικού «όχλου».

Το ερώτημα είναι κατά πόσον αυτός ο εξόφθαλμος γερμανικός σχεδιασμός, που απειλεί ευθέως την επιβίωση των υπόλοιπων ευρωπαϊκών κοινωνιών είναι δυνατόν να ευοδωθεί και μέχρι πόσο μπορεί να διαρκέσει.
Είναι μάλλον αναπόφευκτο να διεγείρει το ένστικτο αυτοσυντήρησης των εταίρων-θυμάτων της και αυτό ακριβώς φαίνεται ότι συμβαίνει.
Ο Φάρατζ, ο Πέπε Γκρίλο και οι περισσότεροι από τους Ευρωπαίους πολιτικούς όλων των αποχρώσεων σίγουρα δεν είναι τόσο χαρισματικοί όσο φαίνονται. Σε μια άλλη περίοδο θα ήταν απλώς γραφικοί, όμως η συγκυρία του ραγδαίως εξαπλούμενου ευρωσκεπτικισμού τους αναδεικνύει σε εξέχουσες πολιτικές φυσιογνωμίες με μεγάλους αριθμούς οπαδών.

Στον αντίποδα οι παραδοσιακά ισχυρές ευρωπαϊκές δυνάμεις, που έχουν προσδεθεί στο άρμα της Γερμανικής ηγεμονίας, εμφανίζουν χαρακτηριστική αδυναμία ανάδειξης στελεχών με σοβαρή απήχηση στο Ευρωπαϊκό κοινό. Η παλιά γενιά (τύπου Γιούνκερ) έχει ξεφτίσει η δε νέα είναι μετρίων ικανοτήτων. Απογοητευτικά μετρίων ικανοτήτων.
Αυτή ακριβώς η ένδεια στελεχιακού δυναμικού αναγκάζει τη Γερμανία σε κεντρικό και σε περιφερειακό ευρωπαϊκό επίπεδο να διολισθαίνει σε όλο και περισσότερο αυταρχικές κινήσεις, προκειμένου να επιβάλει την ακραίως σοβινιστική πολιτική της.

Κάτι που νομοτελειακά σύντομα θα μεταλλάξει τον σημερινό εθνοκεντρικό ασύντακτο ευρωσκεπτικισμό σε υπερεθνικό, πανευρωπαϊκό συντεταγμένο αντιγερμανισμό.

Και τότε τα πράγματα θα πάρουν τέτοια τροπή, που «λαθροκυβερνήτες» τύπου τρόικας ή κατά τόπους ξένων (συνήθως Γερμανών) επιτετραμμένων με «συμβουλευτικές» αρμοδιότητες δεν θα μπορούν διαχειριστούν.
Αυτή δε η μετουσίωση της πανευρωπαϊκής κοινής γνώμης θα επιταχυνθεί στο μέτρο, που η κατά χώρα κυβερνητική αυθαιρεσία συνοδεύεται από αλαζονεία των κυβερνητικών παραγόντων.
Όπου η αυθαιρεσία  συναντάται με την αλαζονεία, η βαρβαρότητα με την ανοησία πάνε πακέτο.
Την αλαζονεία όμως που ενδεχομένως δεν επιθυμούν οι Γερμανοί νεοαποικιοκράτες, δεν μπορούν να την αποτρέψουν, γιατί ακριβώς είναι αδύνατον να βρούν αρκούντως ευφυές πολιτικό προσωπικό, που θα είναι διατεθειμένο να εξυπηρετήσει τα συμφέροντά τους.

Παραφράζοντας λοιπόν τη γνωστή παροιμία «όταν ο Θεός θέλει να καταστρέψει το μυρμήγκι του δίνει φτερά», μπορούμε να πούμε μετά βεβαιότητας:
Όταν ο Θεός θέλει να καταστρέψει τον ανόητο πολιτικό του δίνει αλαζονεία.
Μακάριοι λοιπόν (ως πτωχοί τω πνεύματι) οι αλαζόνες, ότι αυτοί θα είναι ο καταλύτης επιτάχυνσης των κοινωνικών ανατροπών σε πανευρωπαϊκή κλίμακα.

Παρασκευή 6 Ιουνίου 2014

Μετά το «έλα να δείς» των ευρωεκλογών ο σώσων εαυτόν σωθείτω…


Δημοσίως το «μήνυμα» των ευρωεκλογών ερμηνεύθηκε από την πλειοψηφία των κομμάτων με βολονταριστικά μάλλον παρά ρεαλιστικά κριτήρια.
Ιδίως τα συγκυβερνώντα κόμματα παρουσίασαν ερμηνείες βολικές στην προειλημμένη απόφασή τους να παραμείνουν γαντζωμένα στην εξουσία ανεξαρτήτως εκλογικού αποτελέσματος. Αποτελέσματος που ούτως ή άλλως προβλεπόταν ότι θα είναι αρνητικό και αποδοκιμαστικό για την ΝΔ και τον κυβερνητικό συνέταιρο της.

Οι δημοσιοποιήσιμες λοιπόν ερμηνείες είχαν εκ των προτέρων επινοηθεί με στόχο τη διαχείριση της εκλογικής ήττας και όχι την συναγωγή συμπερασμάτων χρήσιμων για περαιτέρω διακυβέρνηση. 
Έτσι κι αλλιώς τα δύο αυτά κόμματα έχουν απαλλαγεί προ πολλού από το βάρος της παραγωγής κυβερνητικής πολιτικής. Αυτή παράγεται αποκλειστικά από την Τρόικα και οι συγκυβερνώσες δυνάμεις περιορίζονται μόνο στην κατά γράμμα εφαρμογή και κυρίως στην επίλυση του διαρκούς προβλήματος παραμονής τους στην εξουσία. Προβλήματος που προϊόντος του χρόνου και επιδεινουμένης  της οικονομικής κατάστασης της χώρας καθίσταται όλο και περισσότερο δυσεπίλυτο.

Ανάλογη ερμηνευτική τακτική υιοθέτησαν όμως και οι πλείστες των παρατάξεων της αντιπολίτευσης, για τις οποίες η κάλπη δεν υπήρξε επίσης ιδιαίτερα επιδοκιμαστική.
Έτσι η Πασοκοελιά ως κυβερνών ΠΑΣΟΚ ανάσανε με ανακούφιση διότι δήθεν επιδοκιμάσθηκε η επιλογή συμμετοχής στην κυβέρνηση, αλλά και ως ΕΛΙΑ έλαβε εντολή να ηγηθεί πρωτοβουλίας ενώσεως της κεντροαριστεράς.
Αστεία πράγματα; Αντιθέτως. Εξαιρετικά ενδεικτικά του τρόπου που το απαξιωμένο πολιτικό προσωπικό της χώρας αρνείται πεισματικά να συνταξιοδοτηθεί.

Το ότι όμως όλοι αυτοί οι θνήσκοντες πολιτικοί σχηματισμοί προσπαθούν να σερβίρουν φαιδρές ερμηνείες του εκλογικού αποτελέσματος, δε σημαίνει διόλου ότι οι ίδιοι δεν έχουν ορθά κατανοήσει το πραγματικό μήνυμα της κάλπης.
Γι αυτό σε όλες σχεδόν της περιπτώσεις κομμάτων και προσώπων άλλη είναι η επικοινωνιακή ρητορική και άλλη πρακτικά η αναπτυσσόμενη κινητικότητα.
Έτσι παρά τις δηλώσεις ικανοποίησης της κυβερνητικής συμμαχίας, από την επομένη των εκλογών τα δύο κυβερνητικά κόμματα και οι αρχηγοί τους κάνουν χαρακτηριστικές κινήσεις αυτοσυντήρησης. Κινήσεις που σηματοδοτούν την διάσταση παρά την συνοχή της κυβερνητικής συμμαχίας.

Ο μεν κ Σαμαράς αντιλαμβάνεται με ρεαλισμό ότι η παραμονή του στο πολιτικό προσκήνιο είναι άρρηκτα εξαρτώμενη από τη διατήρηση της παρούσας κυβέρνησης.
Αναζητά λοιπόν σωσίβιο στον ανασχηματισμό ευελπιστώντας να προσελκύσει κάποιους ανεξάρτητους θεσιθήρες και να πετύχει έτσι μια παράταση ζωής στηριγμένη σε μια περιστασιακή κοινοβουλευτική συνάθροιση επαγγελματιών βουλευτών.

Στον αντίποδα ο κ Βενιζέλος ευελπιστεί να δημιουργήσει της προϋποθέσεις ώστε να διασωθεί προσωπικά μετά την αναπότρεπτη πτώση της παρούσας κυβέρνησης.
Τη βάση για το φιλόδοξο αυτό προσωπικό στοίχημα την έχει βάλει με τη επινόηση της ΕΛΙΑΣ.
Το εγχείρημα της ΕΛΙΑΣ υπήρξε ένα καινοφανές πολιτικό υβρίδιο χαμαιλεοντικού τύπου.
Γέννημα της ανάγκης μιάς μερίδας πολιτικών προσώπων να διασώσουν εαυτούς την ώρα, που το ΠΑΣΟΚ χρεωκοπημένο πολιτικά και κυριολεκτικά δεν είχε καμιά απολύτως ελπίδα σωτηρίας, καθώς και μιάς άλλης ομάδας που συμμετείχε σε μια δεξιά κυβέρνηση με ορατή ημερομηνία λήξεως.
Μετά το αποτέλεσμα των εκλογών όλοι αυτοί, όπως και οι ετερόκλητες προσωπικότητες της ΔΗΜΑΡ έχουν πλήρη συνείδηση της νομοτελειακής επικράτησης του ΣΥΡΙΖΑ.
Έτσι την ανάγκη φιλοτιμία ποιούμενοι είναι αναγκασμένοι να αναζητήσουν διαύλους επικοινωνίας με την Κουμουνδούρου και να διαχειρισθούν επικοινωνιακά την αυτοσυντηρητική στροφή τους προς τ’ αριστερά, παρότι μέχρι χθες στήριζαν με την συμμετοχή ή την ανοχή τους μια δεξιά κυβέρνηση.

Δεν λείπουν βεβαίως κάποιοι, που είτε αδυνατούν να συλλάβουν την ένταση της ραγδαίας μεταβολής των υποκειμενικών συνθηκών σε εθνικό και ευρωπαϊκό επίπεδο, είτε η αντισοσιαλιστική τους ιδεοληψία τους εμποδίζει να αποδεχθούν οποιαδήποτε σκέψη αριστεράς στροφής.
Όμως στην συντριπτική τους πλειοψηφία όλοι τους αντιλαμβάνονται πλήρως την ακαταγώνιστη δύναμη του ριζοσπαστικού ρεύματος, που διατρέχει την κοινωνία και αναζητούν εναγωνίως τον βέλτιστο τρόπο αλλαγής της δημόσιας εικόνας τους και δημιουργίας προϋποθέσεων στέγασης στο νέο αριστερό σχήμα διακυβέρνησης, που είναι προ των πυλών της εξουσίας.

Έτσι το μετεκλογικό τοπίο φαίνεται μεν να παρουσιάζει μια ρευστότητα και μια κινητικότητα, η οποία όμως είναι μάλλον επίπλαστη και πάντως απολύτως ευδιάκριτη σε σχέση με την κατηγοριοποίηση πολιτικών κομμάτων και προσώπων.
Η πρώτη κατηγορία είναι κόμματα και πρόσωπα, που έχουν συνδέσει απόλυτα την ύπαρξή τους στο άρμα της θητείας της παρούσας κυβέρνησης. Σ’ αυτήν την κατηγορία ανήκουν τα συγκυβερνώντα κόμματα ΠΑΣΟΚ,ΝΔ και τα πλείστα των στελεχών τους, ιδίως όσα έχουν θητεύσει σε κυβερνητικές θέσεις. 
Εδώ εντάσσονται και πολιτικοί, οι οποίοι ελπίζουν σε μια έστω και μικρής διάρκειας κυβερνητική αξιοποίηση και ως εκ τούτου παραμένουν αναφανδόν υπέρμαχοι του κυβερνητικού έργου. 
Η επίτευξη εκλογής νέου Προέδρου Δημοκρατίας από την παρούσα Βουλή αποτελεί γι αυτούς μόνη ελπίδα σωτηρίας.
Στη δεύτερη κατηγορία είναι πολιτικοί, που επιδιώκουν να αξιοποιήσουν μέχρι τελευταία στιγμή την συμμετοχή τους σ’ αυτήν την κυβέρνηση, αλλά συγχρόνως να διατηρήσουν τη δυνατότητα πολιτικής επιβίωσης μετά την επερχόμενη πτώση της. Σ’ αυτή την κατηγορία ανήκει ο κ. Βενιζέλος και μια πλειάδα στελεχών του ΠΑΣΟΚ, που ευελπιστούν ότι μια ενδεχόμενη ισχνή πρωτιά του ΣΥΡΙΖΑ θα τον αναγκάσει να καταφύγει σε ετερόκλητο κυβερνητικό σχήμα «προσωπικοτήτων». Αυτήν δε την σκοπιμότητα εξυπηρετεί και η περιστασιακή δημιουργία της ΕΛΙΑΣ.

Στο ίδιο σκεπτικό κινούνται και όλοι οι υπόλοιποι σχηματισμοί της λεγόμενης «κεντροαριστεράς». 
Παλιοί, απαξιωμένοι από την πρόσφατη εκλογική αναμέτρηση (ΔΗΜΑΡ), καθώς και νεότευκτοι (ΠΟΤΑΜΙ-ΕΛΙΑ) ή υπό σύσταση (Κίνηση Λυκούδη), όλοι ένα μόνο στόχο έχουν. Να εγκλωβίσουν ένα ποσοστό ψηφοφόρων άνω του 3%, που θα τους δώσει την δυνατότητα να διαπραγματευθούν κάποιο μερίδιο στην επόμενη κυβέρνηση.

Παρόμοια όλοι πλέον οι πολιτικοί αυτού του παραδοσιακά  τυχοδιωκτικού χώρου της άλλοτε ψευδεπίγραφης σοσιαλδημοκρατίας και νυν ψευδώνυμης κεντροαριστεράς, έχουν αποδυθεί σ’ ένα αγώνα προσωπικής πολιτικής στρατηγικής.
Το αποτέλεσμα των ευρωεκλογών, αλλά κυρίως η επιτάχυνση των πολιτικών εξελίξεων που αυτό επέφερε, τους αναγκάζει να υποσκελίσουν κάθε ηθικό ή «ιδεολογικό» φραγμό και να αναζητήσουν όσον τάχιστα πολιτικό σωσίβιο.
Έτσι άλλοι εγκαταλείπουν όπως όπως τα κόμματα όπου στεγάζονταν μέχρι τις εκλογές, άλλοι σπεύδουν να κάνουν τις μεταγραφές τους, ενώ δεν λείπουν κι αυτοί που παραμένουν στα κόμματά τους κι επιχειρούν να τα στρέψουν προς την κατεύθυνση του νέου αριστερού  «ανέμου» που πνέει στο εκλογικό σώμα.
Ο σώζων εαυτόν σωθείτω, είναι με δυο λόγια η κατάσταση που θα επικρατήσει στο μεσοδιάστημα μέχρι τις βουλευτικές εκλογές.

Ευνόητη λοιπόν είναι η στάση όλων αυτών και απολύτως κατανοητή η φαιδρή εικόνα, που παρουσιάζει ο χώρος της λεγόμενης «κεντροαριστεράς».
Το πιο ενδιαφέρον ζήτημα όμως είναι, πόσο εύπιστος θα φανεί αυτή τη φορά ο μέσος ψηφοφόρος.
Γιατί αυτός ήταν με την ψήφο του στις ευρωεκλογές, που έδωσε το εναρκτήριο λάκτισμα των πολιτικών εξελίξεων και αυτός θα είναι εκείνος, που θα ελέγξει και θα κατευθύνει την περαιτέρω πορεία των πραγμάτων.
Ο ξένος παράγων και η διακαής επιθυμία του να συντηρήσει στην εξουσία τον παρόντα κυβερνητικό σχηματισμό είναι δεδομένη. Η «καλή διάθεση» των ΜΜΕ να στηρίξουν αυτό το «εθνοσωτήριο» στόχο επίσης πρέπει να θεωρείται υπαρκτή.

Ο μόνος που μπορεί να κάνει τη διαφορά είναι η κοινή γνώμη. Ούτε ο ΣΥΡΙΖΑ, ούτε οι ΑΝΕΛ, ούτε πολλώ μάλλον οι ηγετικές τους ομάδες.
Όσο πιο έντονη καταγραφεί η αποδοκιμασία των ψηφοφόρων στην εφαρμογή των μνημονιακών μέτρων, τόσο πιο ισχυρή θα είναι η πίεση αλλαγής προς όλους τους αναγκαίους αποδέκτες.

Μια αναμφισβήτητη αποδοκιμασία της συγκυβέρνησης με αντίστοιχη συσπείρωση γύρω από σαφώς αντιμνημονιακά κόμματα της αντιπολίτευσης είναι ο μόνος ασφαλής τρόπος αποτροπής της συνέχισης αυτής της αντιλαϊκής διακυβέρνησης.
Ο μόνος τρόπος που θα οδηγήσει:
 Αμφιταλαντευόμενα πολιτικά μορφώματα και πρόσωπα να συστοιχηθούν  με την αξιωματική αντιπολίτευση.
Καθεστωτικά ΜΜΕ να γείρουν προς την πλευρά του προβλεπόμενου νέου κυβερνητικού πόλου.
Και τέλος το Ευρωπαϊκό  πολιτικό και οικονομικό Διευθυντήριο να συμβιβασθεί στην ιδέα μιας άλλης διακυβέρνησης με λιγότερα κέρδη για τις τράπεζες και τους δανειστές, πιο συμφέρουσες προοπτικές για τη χώρα και πιο ανθρώπινες συνθήκες για τους κατοίκους της.

Τόσο απλά είναι τα πράγματα. Χωρίς αυτό να σημαίνει ότι είναι αυτονόητα για το σύνολο του χειμαζόμενου Ελληνικού λαού ή ότι από μόνη της η επιδείνωση των οικονομικών συνθηκών θα είναι αρκετή για την αλλαγή της διακυβέρνησης προς προοδευτική κατεύθυνση.
Βεβαίως νομοτελειακά οι οικονομικές συνθήκες επηρεάζουν  το σκεπτικό και θυμικό των ανθρώπων δημιουργώντας ανάλογες υποκειμενικές συνθήκες.
Όμως εκεί σπουδαίος αρχίζει ο ρόλος της πολιτικής προσωπικότητας, ο ρόλος των κομμάτων, που καλούνται να αξιοποιήσουν τις ιστορικές αντιθέσεις προς την κατεύθυνση των στρατηγικών τους στόχων.
Ο βαθμός επιτυχίας των αντιμνημονιακών κομμάτων στην δημοσιοποίηση των θέσεων και των προγραμμάτων τους θα έχει καθοριστική σημασία.


Ο νοών νοείτω και ο έχων ώτα  ακούειν ακουέτω…