Δευτέρα 24 Οκτωβρίου 2011

Παραμύθια Γκεμπελικής προελεύσεως...

Στην προηγούμενη ανάρτησή μας ασχοληθήκαμε με την αξιολόγηση του άρθρου των τριών Υπουργών (Διαμαντοπούλου, Λοβέρδου, Ραγκούση).

Αφήσαμε ασχολίαστη, όχι τυχαία, μια πρόταση, χαρακτηριστική της στρεβλής αντίληψης της Κυβέρνησης σχετικά με την αιτία της εθνικής μας κακοδαιμονίας.

Γράφουν λοιπόν και ισχυριζόνται οι τρείς εκλαμπρότατοι στο περισπόυδαστο άρθρο τους:

«Επιλογές με υψηλό κοινωνικό κόστος εμφανίζονταν ως "κοινωνικές κατακτήσεις", ενώ στην πραγματικότητα η χώρα απλά δανειζόταν και αργά ή γρήγορα θα πλήρωνε "τα σπασμένα". Ευθύνες γι' αυτή την κατάσταση έχουμε όλοι! Ηρθε, όμως, τώρα η ώρα της πληρωμής αλόγιστων "κατακτήσεων"».

Πρόκειται για μια πιο ήπια εκδοχή της Παγκάλιας διατύπωσης «όλοι μαζί τα φάγαμε».

Το κακό όμως είναι ότι αυτή η αντίληψη, που επί δύο χρόνια αποτελεί τον πυρήνα της συνολικής κυβερνητικής επικοινωνιακής τακτικής και αναπαράγεται από το σύνολο περίπου των ΜΜΕ δεν έχει Ελληνική καταγωγή.

Είναι απλώς το κακέκτυπο της εμετικής Γκεμπελικής προπαγάνδας, που ξεκίνησε από τα μαύρα προπαγανδιστικά χαλκεία του Βερολίνου, προωθήθηκε από γνωστές κίτρινες φυλλάδες της Γερμανίας, επιμόλυνε τα υπόλοιπα Ευρωπαϊκά ΜΜΕ και κατέληξε να υιοθετηθεί άκριτα από την Ελληνική κυβέρνηση, αλλά και όλους εκείνους, που πράγματι ευθύνονται για την καταλήστευση του τόπου.

Πρόκειται για ένα κατάπτυστο προπαγανδιστικό μύθο με προφανή στόχο να δημιουργήσει κοινωνικές ενοχές και να διευκολύνει την διάχυση των ευθυνών για τεράστια σκάνδαλα, αλλά κυρίως για να συσκοτίσει την πραγματική αιτία της οικονομικής κατάστασης και να πείσει τις λαϊκές μάζες να υποστούν θυσίες, που ουδόλως τους αναλογούν.

Το χειρότερο από όλα όμως είναι ότι αυτός ο μύθος, που παρουσιάζει ως μοναδική αιτία του κακού τον τεμπέλη και αντιπαραγωγικό Έλληνα, ο οποίος επί χρόνια διήγε τρυφηλό βίο καταναλώνοντας ασύστολα δανεικά χρήματα, αποτελεί το θεμέλιο πάνω στο οποίο οικοδομείται ένα ολόκληρο οικοδόμημα οικονομικών μέτρων και θεσμικών ρυθμίσεων προς βλάβη των εθνικών και εξυπηρέτηση των ξένων συμφερόντων.

Αυτό που δεν κατάφερε η Γερμανία με την Βέρμαχτ επιχειρεί να το επιτύχει με πολυεθνικές τύπου Ζήμενς, διατηρώντας σε πλήρη λειτουργία και δεόντως εκσυγχρονισμένο το σύστημα προπαγάνδας του μακαρίτη Γκέμπελς.

Ο κος Σόϊμπλε και η κα Μέρκελ δεν παραλείπουν πλέον σε κάθε δημόσια εμφάνισή τους να απαιτούν την κατάλυση της εθνικής μας κυριαρχίας. Ο Αντικαγκελάριος κος Ρέσλερ δίνει οδηγίες για την κατάτμηση της χώρας σε οικονομικές ζώνες κομμένες στα μέτρα των Γερμανών επιχειρηματιών. Παρ’ όλα αυτά οι Έλληνες Υπουργοί επιμένουν να ισχυρίζονται ότι η αιτία της κακοδαιμονίας μας είναι η κακή μας διαγωγή και όχι οι Γερμανικές μεθοδεύσεις για την κατάκτηση "ζωτικού χώρου" (Lebensraum) σε πλήρη αρμονία με τις στοχεύσεις του Γ΄Ράϊχ.

Αποτελεί πλέον κοινή πεποίθηση του μέσου Ευρωπαίου πολίτη, μηδέ των Γερμανών πολιτών εξαιρουμένων, ότι για την οικονομική κρίση δεν φταίει σε καμία περίπτωση ο Έλληνας , αλλά οι τράπεζες οι χρηματοπιστωτικές φούσκες και η αδυναμία των πολιτικών να θέσουν κανόνες και να ελέγξουν τη διεθνή κερδοσκοπία.

Αποτελεί κοινή αντίληψη όλων των οικονομολόγων, που σέβονται τον εαυτό τους ότι η κρίση στην ευρωζώνη, αλλά και το παγκόσμιο οικονομικό γίγνεσθαι αποτελεί συστημικό πρόβλημα τεραστίου μεγέθους, όπου τα επί μέρους κράτη και ιδίως τα κράτη του Ευρωπαϊκού νότου δεν είναι η γενεσιουργός του αιτία, αλλά τα τραγικά θύματα.

Δεν έχει απομείνει κανείς που να μην αντιλαμβάνεται ότι το ευρώ υπήρξε το εγκληματικό εργαλείο μέσω του οποίου η Γερμανία απορρόφησε τον παραγόμενο πλούτο του ευρωπαϊκού νότου, συνεπικουρούμενη από ληστρικές πολυεθνικές γερμανικές εταιρίες, οι οποίες φρόντιζαν για τη συστηματική διαφθορά του πολιτικού και διοικητικού προσωπικού των χωρών στις οποίες δραστηριοποιούντο.

Και όμως σήμερα, που ακόμη και η ίδια η Γερμανική προπαγάνδα αλλάζει πλεύση υπό το φως δημοσκοπήσεων, που καταδεικνύουν την απόρριψη του ελεεινού μύθου από την συντριπτική πλειοψηφία των Γερμανών ψηφοφόρων, υπάρχουν ακόμη εν Ελλάδι σημαίνοντες παράγοντες της πολιτικής (και της δημοσιογραφίας), που επιμένουν να υποστηρίζουν αυτές τις άκρως ανθελληνικές ανοησίες.

Επιρρίπτουν ανύπαρκτες ευθύνες στους πολίτες, ενώ τηρούν συστηματικά «αιδήμονα» σιωπή για τα οικονομικά σκάνδαλα επιφανών μελών της «συντεχνίας» τους, τα οποία ενώ εισήλθαν περίπου «ξυπόλυτα» στην πολιτική, κατάφεραν σε σύντομο χρόνο να αποκτήσουν αμύθητα περιουσιακά στοιχεία.

Κρίμα….

Τρίτη 18 Οκτωβρίου 2011

Η όλοι θα νικήσουμε ή όλοι θα … πεθάνετε….(!)

Η δημοκρατία, που στήθηκε μετά την πτώση της στρατιωτικής Χούντας, η Ελληνική Δημοκρατία της μεταπολίτευσης, στηρίχθηκε σε τρείς πυλώνες άμεσης έκφρασης της κοινωνικής συμμετοχής.:

Το Κοινοβούλιο, που προϋποθέτει την δημοκρατική λειτουργία κομμάτων, την Τοπική Αυτοδιοίκηση και τις συνδικαλιστικές οργανώσεις.

Στα χρόνια που ακολούθησαν επεκράτησε η αντίληψη ότι τα κόμματα δεν χρειάζονται ιδεολογικό πλαίσιο, δεν έχουν ανάγκη από αρχές και στρατηγικά προγράμματα. Είναι απλοί πολιτικοί μηχανισμοί με μοναδικό στόχο την κατάληψη της εξουσίας. Στόχος, που αγιάζει τα μέσα, ακόμη και την ακατάσχετη ψευδολογία ή την πάσης φύσεως διαπλοκή με οικονομικά και λοιπά συμφέροντα.

Έτσι το κοινοβούλιο ελέω «κομματικής πειθαρχίας», κατάντησε βιοτεχνία νόμων κυβερνητικής σκοπιμότητας και «κολυμβήθρα του Σιλωάμ» για κάθε είδους φαυλότητα διακυβέρνησης.

Η Τοπική αυτοδιοίκηση, που ξεκίνησε με γνώμονα την αποκέντρωση, καταργήθηκε κυριολεκτικά με την επιστροφή στον απόλυτο συγκεντρωτισμό του «Καλλικράτη».

Όσο για τις συνδικαλιστικές ηγεσίες, αφού εκμαυλίσθηκαν συστηματικά τώρα λοιδορούνται, συκοφαντούνται και οδεύουν προς οριστική κατάργηση.

Αυτονόητη κατάληξη αυτής της αποδόμησης των πυλώνων της Δημοκρατίας είναι το εξουσιαστικό εξάμβλωμα, που ασκεί διακυβέρνηση στον τόπο από το 2004 και εντεύθεν.

Και βέβαια θα σπεύσουν να ρωτήσουν οι διάφοροι καλοθελητές: Άραγε πρίν το 2004 όλα ήταν καλώς καμωμένα;Προφανώς όχι. Υπήρχαν όμως κόμματα με διακριτό ιδεολογικό προσανατολισμό, με όραμα για το μέλλον της Ελλάδας, με ξεκάθαρη στρατηγική στόχευση και σοβαρά πολιτικά προγράμματα. Εν πάση περιπτώσει η χώρα ετύγχανε αξιοπρεπούς κυριαρχίας και οι πολίτες αξιοπρεπούς διαβίωσης. Μετά το 2004 ξεκίνησε η απόλυτη εξαχρείωση της πολιτικής και η απόλυτη εξαθλίωση των πολιτών. Αυτή είναι η αλήθεια.Και αυτή η αλήθεια δεν μπορεί να συσκοτισθεί ούτε από τις συκοφαντίες, ούτε από τους συμψηφισμούς, ούτε από τις δήθεν αυτοκριτικές διαπλεκόμενων πολιτικών, οικονομικών και δημοσιογραφικών κύκλων.

Είναι λοιπόν τουλάχιστον αλυσιτελής η ακατάσχετη δηλωσιομανία και η μανιώδης αρθρογραφία, στην οποία επιδίδονται διάφοροι σημαίνοντες πολιτικοί, παραμελώντας τον ουσιαστικό τους ρόλο και επιχειρώντας να παίξουν άλλοτε ρόλο πολιτικού σχολιαστή και άλλοτε ρόλο τιμητή της κοινωνίας.

Κατακλύζονται από χθες, ως μη όφειλαν, τα ΜΜΕ από το κοινό άρθρο τριών Υπουργών, οι οποίοι επιχειρούν μια μονόπλευρη ανάδειξη κρατικών δυσλειτουργιών, θεσμικών ελλειμμάτων και κοινωνικών αδυναμιών, ως οι ίδιοι να ήσαν εξωτικοί διεθνείς αναλυτές και να μην είχαν καμία προσωπική ανάμειξη στην πολιτική και δη την διακυβέρνηση της χώρας κατά την τελευταία εικοσαετία.

Καταγγέλλουν οι τρείς Εξοχότατοι τον συντεχνιασμό (νεολογισμός). Παραλείπουν βέβαια να αναφερθούν στην συντεχνία της πολιτικής ελίτ, η οποία αποτελεί την μήτρα όλων των υπολοίπων συντεχνιών και η οποία εξακολουθεί να συμπεριφέρεται ως τέτοια, θεωρώντας το κράτος και το δημόσιο κορβανά ως οικογενειακό της τσιφλίκι. Κυρίως δε παραλείπουν να γνωστοποιήσουν ποιο ακριβώς μοντέλο εργασιακής εκπροσώπησης προτείνουν στη θέση των συνδικαλιστικών οργανώσεων, που επιδιώκουν να καταργήσουν. Διότι όλοι συμφωνούν στην καταδίκη του «κορπορατισμού», όμως από τη φύση του κάθε σωματείο αποτελεί δημιούργημα κάποιας «μειοψηφίας», που ονειρεύεται να αποκτήσει συλλογική ισχύ και «αποτελεσματικό δυναμισμό». Η σωματειακή οργάνωση όμως είναι η πεμπτουσία του ανθρώπινου δικαιώματος του συνέρχεσθαι και του συνεταιρίζεσθαι. Η λύση λοιπόν δεν μπορεί να είναι η κατάργηση της σωματειακής οργάνωσης των κοινωνών, όπως έκανε η χούντα των συνταγματαρχών, που άφησε μόνο σε λειτουργία τους εθνικοτοπικούς συνδέσμους. Η λύση είναι η υγιής λειτουργία των δημοκρατικών θεσμών και κυρίως των κυβερνήσεων, που εκτρέπονται στην καλλιέργεια του «κορπορατισμού».

Πέραν τούτου όμως αξίζει τον κόπο να επισημάνουμε ότι στον εικοστό πρώτο αιώνα δεν υπάρχουν στην πραγματικότητα ούτε συντεχνίες, ούτε κορπορατισμός. Υπάρχουν σωματεία, συνδικαλιστικές οργανώσεις και στην χειρότερη περίπτωση ομάδες πίεσης (λόμπυ). Η χρήση των όρου «συντεχνία», που αποτελεί μεσαιωνικό μόρφωμα επαγγελματικής αλληλεγγύης και ο «κορπορατισμός», που επινοήθηκε ως μέσο εκτόνωσης των κοινωνικών αντιδράσεων σε φασιστικά καθεστώτα, αποτελούν αδόκιμη επιλογή των τριών αρθρογράφων για προφανείς προπαγανδιστικούς λόγους.

Είναι όμως πολιτικά ανόητος αυτός ο αυθαίρετος παραλληλισμός διότι προσιδιάζει σε ακροδεξιά αντίληψη για δύο πολύ απλούς λόγους:

Πρώτον διότι τα σωματεία, ο συνδικαλισμός, ακόμη και τα λόμπυ, που λειτουργούν κατά κόρον στις ΗΠΑ, είναι θεμελιώδεις δημοκρατικοί θεσμοί, που κανείς πολιτικός στη δημοκρατική Δύση, όσο συντηρητικός και αν είναι, δεν διανοήθηκε να προτείνει τη διάλυσή τους. Δεύτερον διότι αν πράγματι αντί συνδικαλισμού υπάρχει σήμερα στην Ελλάδα κορπορατισμός ή συντεχνίες, τότε αυτή η Κυβέρνηση στην οποία πρωτοστατούν οι τρείς επιφανείς πολιτικοί έχει περιάγει την χώρα σε καθεστώς φασισμού ή Οθωμανικής αυτοκρατορίας.

Εξ άλλου θα έπρεπε να αντιλαμβάνονται, ότι αυτοί που χρησιμοποιούν κατά κόρον κατά την τελευταία διετία τον κοινωνικό αυτοματισμό ως μέσο διαχείρισης των κοινωνικών αντιδράσεων απέναντι σε αντιλαϊκά μέτρα είναι οι απόλυτοι ηθικοί αυτουργοί του όποιου πιθανού κορπορατισμού αφρόνως και αδοκίμως αφορίζουν.

Ας μη γελιόμαστε. Όσοι καλλιεργούν τον κοινωνικό αυτοματισμό προκαλούν νομοτελειακά την εμφάνιση συμπτωμάτων «κορπορατισμού». Από την άλλη δε κοινωνικός αυτοματισμός και «κορπορατισμός» είναι αμφότερα εργαλεία μαζικής διαχείρισης ολοκληρωτικής εμπνεύσεως και εφαρμογής.

Κατά τα λοιπά οι θρηνωδίες περί απεργιών, αναστατώσεων, κλειστών δρόμων, λιμανιών κεντρικών καταστημάτων, σχολείων, κινδύνων δημόσιας υγείας, κ.λ.π φαντάζουν κροκοδείλια δάκρυα, όταν ακούγονται από τρείς Υπουργούς εκ των οποίων ο ένας φρόντισε να αφήσει τα σχολεία χωρίς βιβλία και τα πανεπιστήμια χωρίς διοικητικές αρμοδιότητες, ο άλλος προωθεί την εμπορευματοποίηση της υγείας διά της υποβαθμίσεως των προσφερομένων δημοσίων σχετικών υπηρεσιών και ο τρίτος κατεδάφισε την τοπική αυτοδιοίκηση καταργώντας την αποκέντρωση και βάζοντας στη θέση της τον ακραίο συγκεντρωτισμό. Στο σπίτι του κρεμασμένου δεν μιλάνε για σχοινί.

Παρομοίως βαθειά συντηρητικές στην κατεύθυνση του κοινωνικού αυτοματισμού και υπερβαίνουσες τη δημοκρατική δεοντολογία κινούνται και οι παραινέσεις προς την «σιωπηλή πλειοψηφία» να «πάρει την κατάσταση στα χέρια της», όπως και η παρότρυνση στους δικαστές και την αστυνομία να υπερασπιστούν την έννομη τάξη. Η πρόταση : «Η μεν κοινωνία έχει υποχρέωση να υπερασπιστεί τον εαυτό της από κάθε επιβολή ιδεολογικών, κομματικών ή συντεχνιακών συμφερόντων, οι δε δημοκρατικά νομιμοποιημένες κρατικές λειτουργίες έχουν την υποχρέωση να ανταποκριθούν στο κοινωνικό αίτημα για την τήρηση της» είναι εξαιρετικά επικίνδυνη στην παρούσα συγκυρία. Γιατί ισοδυναμεί με κάλεσμα σε εμφύλιο πόλεμο, αφού το άθροισμα των επαγγελματικών ομάδων, που ενοχοποιούνται ως «συντεχνίες» και των ραγδαίως εξαθλιούμενων κατώτερων οικονομικών στρωμάτων, που συγκροτούν διάφορα κινήματα («αγανακτισμένο»ι, «δεν πληρώνω κ.λ.π») αποτελούν ήδη ένα μεγάλο τμήμα της κοινωνίας με τάση και χαρακτηριστικά πλειοψηφικού ρεύματος.

Όπως πολύ επικίνδυνη είναι και η παρατακτική αναφορά σε κομματικά, συντεχνιακά αλλά και Ιδεολογικά συμφέροντα. Πως άραγε ορίζονται αυτά τα «ιδεολογικά συμφέροντα»; Και τι ακριβώς οραματίζονται τα τρία επίλεκτα πολιτικά στελέχη; Κόμματα ιδεολογικά ανερμάτιστα και κοινωνίες κινούμενες στον αστερισμό της απόλυτης ατομικής ιδιοτέλειας;

Σε πλήρη διάσταση εξ’ άλλου με την κοινή αίσθηση βρίσκεται η άποψη ότι «Εχθροί της κοινωνίας, σήμερα, είναι η δημαγωγία, ο λαϊκισμός, η ατιμωρησία, ο συντεχνιασμός και οι καθυστερήσεις». Δυστυχώς για τους συγγραφείς του υπουργικού άρθρου η ίδια η κοινωνία, μηδέ της περιπόθητης «σιωπηλής πλειοψηφίας» εξαιρουμένης, πιστεύει πλέον ακράδαντα ότι εχθρός της είναι η ασύστολη πολιτική ψευδολογία, η κοινωνική αναλγησία, η αλαζονεία, η ατιμωρησία όχι των κατατρεγμένων, αλλά των φαύλων υπουργών και των διαφόρων λοιπών λυμεώνων του δημοσίου πλούτου, η διαπλοκή και η άνευ όρων παράδοση της χώρας στις βουλιμικές ορέξεις των δανειστών της.

Η ανέξοδη δήθεν αυτοκριτική, που παραλείπει να αναφερθεί στα χάλια της παρούσης κυβερνητικής περιόδου και περιορίζεται στην κατασυκοφάντηση προηγούμενων Πασοκικών κυβερνήσεων προβάλλει απύθμενα φαρισαϊκή.

Οι δε δασκαλίστικες νουθεσίες του τύπου «πρέπει να γίνει σαφές σε όλους πως η Ελλάδα δεν μπορεί να προχωρήσει δίχως Δικαιοσύνη, εξορθολογισμό των δημοσιονομικών της και χωρίς τις απαραίτητες μεταρρυθμίσεις», ακούγονται περίπου ως παραδοξολογίες, όταν κάποιοι εννοούν τη δικαιοσύνη ως εργαλείο επιβολής αντιλαϊκών μέτρων κατά παραβίαση του ίδιου του Συντάγματος, προωθούν ένα πρωτότυπο δημοσιονομικό εξορθολογισμό, ο οποίος συνίσταται στην φορολογική εξόντωση των οικονομικά ασθενέστερων στρωμάτων και αντιλαμβάνονται ως «απαραίτητες μεταρρυθμίσεις» την κατάργηση του Πανεπιστημιακού ασύλου, την επιβολή εισιτηρίου στα δημόσια νοσοκομεία και την επαναφορά του συγκεντρωτισμού στην κατ’ ευφημισμόν τοπική αυτοδιοίκηση.

Τέλος η εναγώνια όσο και απειλητική κραυγή «ή θα βουλιάξουμε όλοι μαζί ή θα σωθούμε όλοι μαζί» απευθυνόμενη σε μια κοινωνία, που βουλιάζει κάτω από το βάρος υπέρογκων μονόπλευρων φορολογικών επιβαρύνσεων την ίδια στιγμή, που παραμένουν στο απυρόβλητο πρωταγωνιστές οικονομικών σκανδάλων, μεγαλοκαταθέτες των ξένων τραπεζών και επιφανείς φοροφυγάδες, εισπράττεται ως μήνυμα ότι πρέπει να βουλιάξει η Ελλάδα για να σωθούν οι λίγοι και εκλεκτοί τραπεζίτες μετά των φίλων τους πολιτικών παραγόντων και λοιπών παραδοσιακώς διαπλεκομένων.

Όπως ως ανέκδοτο ακούγεται και η οδηγία ότι « όλα τα μέλη και τα στελέχη του ΠΑΣΟΚ πρέπει να δώσουμε ενωμένοι τις δύσκολες μάχες τόσο στη Βουλή όσο και στην κοινωνία», όταν είναι παγκοίνως γνωστό ότι τα τελευταία χρόνια μεθοδεύθηκε συστηματικά η κατεδάφιση του κόμματος και η απομάκρυνση κάθε υγιούς στοιχείου από τις κομματικές οργανώσεις, με αποτέλεσμα να έχει απομείνει μόνο μια κυβερνητική καμαρίλα και μια αξιοθρήνητη κοινοβουλευτική ομάδα ξεκομμένη από την κοινωνία χωρίς ουσιαστική αναφορά στο εκλογικό σώμα, που αισθάνεται εξαπατημένο.

Συμπέρασμα:

Το άρθρο δεν έχει σίγουρα καμία σχέση με τον σοσιαλισμό (όπως ατυχώς επιγράφεται το κόμμα στο οποίο ανήκουν οι τρείς Υπουργοί), δεν έχει καμία σχέση με τη σοσιαλδημοκρατία (όπως μάλλον αυτοπροσδιορίζονται), αποκλίνει δε επικίνδυνα από την δημοκρατία αποπνέοντας ένα βαθύ συντηρητισμό, όπως παραπάνω αναλύσαμε.

Ο συντηρητισμός αυτός δεν βοηθά την κυβέρνηση στην παρούσα φάση και σίγουρα επιταχύνει την πολιτική αποστασιοποίηση των αρθρογράφων από την κοινωνία, μια κοινωνία που όσο περισσότερο πένεται και βάλλεται, τόσο περισσότερο ροζοσπαστικοποιείται και στρέφεται νομοτελειακά προς τα αριστερά.

Το σπουδαιότερο όμως είναι ότι, για λόγους που θα έχουμε την ευκαιρία να αναφερθούμε στις επόμενες μέρες, με το άρθρο αυτό αποκαλύπτεται ότι επίλεκτα στελέχη της κυβέρνησης ενώ επιδίδονται σε μια απεραντολογική καταγραφή της υποτιθέμενης Ελληνικής κοινωνικής και διοικητικής παθογένειας, φαίνεται να αγνοούν τις πραγματικές αιτίες της σημερινής μας κακοδαιμονίας, να μην έχουν αίσθηση της κοσμογονικής καταιγίδας που εκτυλίσσεται στο διεθνές χρηματοπιστωτικό σύστημα ή ενδεχομένως να επιχειρούν σκοπίμως να αποπροσανατολίσουν την κοινή γνώμη.

Αλλά για αυτά θα μιλήσουμε στην επόμενη ανάρτηση…

Τρίτη 11 Οκτωβρίου 2011

People save America...


Το κακόγουστο παραμυθάκι ότι για τη χρεωκοπία της Ελλάδας φταίει ένας οκνηρός και σπάταλος λαός, που δεν εργαζόταν αρκετά, διασκέδαζε πολύ και κατανάλωνε υπερβολικά με δανεικά χρήματα και τώρα ήρθε η ώρα να τιμωρηθεί, έχει πλέον ξεφτίσει.

Οι Παραμυθάδες (πολιτικοί και τραπεζίτες) βλέπουν πλέον με τρόμο ότι δεν μπορούν να το επαναλάβουν για τους Ιρλανδούς, τους Πορτογάλους, τους Ισπανούς, τους Ιταλούς, που αντιμετωπίζουν παρόμοια οικονομική κατάρρευση. Και αν το πούνε σ’ αυτούς, δεν θα μπορέσουν να το «ταΐσουν» στους Γάλλους και τους Γερμανούς εργαζόμενους και συνταξιούχους, που ήδη έχουν μπει στη λίστα της Ευρωπαϊκής φτωχοποίησης.

Σίγουρα όμως είναι αδύνατον να το πλασάρουν στους Αμερικανούς πολίτες, που προς διάψευση των περί του αντιθέτου μύθων αποδεικνύονται το τελευταίο διάστημα, πολύ πιο ώριμοι και πολύ περισσότερο πολιτικά συνειδητοποιημένοι από τους κατοίκους της γηραιάς ηπείρου.

Ξεκίνησε σαν ένα αυθόρμητο ξέσπασμα μερικών εκατοντάδων ανθρώπων και εξελίσσεται γρήγορα σε ένα οργανωμένο κίνημα. Ξεκίνησε σαν ένα περιορισμένο τοπικό γεγονός με την συμβολική ονομασία «Occupy Wall Street» και τώρα έχει εξαπλωθεί σε όλη τη χώρα ως ένα παλλαϊκό κίνημα «Occupy». Το τελευταίο Σαββατοκύριακο 70 Αμερικανικές μεγαλουπόλεις και πάνω από 600 κοινότητες προσχώρησαν στο κίνημα διαμαρτυρίας.

Πρόκειται άραγε για πολιτική δραστηριότητα;

Σίγουρα όχι. Πολιτικό υπήρξε πριν από τρία χρόνια το κίνημα, που στήριξε την υποψηφιότητα του Προέδρου Ομπάμα με κεντρικό σύνθημα «αλλαγή» (change). Σήμερα το κίνημα, που αναπτύσσεται με σύνθημα «Occupy» έχει πλέον έντονα κοινωνικά χαρακτηριστικά.

Οι άνθρωποι, που συμμετέχουν σ’ αυτό δεν ζητούν να αλλάξουν την πολιτική σκηνή. Ζητούν να αλλάξουν την κοινωνία και τους κανόνες ή μάλλον τις παθογένειες που την διέπουν.

Προφανώς δεν στρέφονται ενάντια στην Αμερικανική Δημοκρατία, προφανώς δεν είναι λιγότερο πατριώτες.

Θεωρούν όμως, πολύ σωστά, ότι η Αμερικανική Δημοκρατία είναι πρώτα από όλα οι άνθρωποι της και μετά οι τράπεζες και οι πολυεθνικές εταιρίες της.

Οι απλοί άνθρωποι, που έφτιαξαν το Αμερικανικό θαύμα, ελπίζοντας να ζήσουν το Αμερικανικό όνειρο, αλλά αντ’ αυτού βιώνουν ένα καθημερινό εφιάλτη.

Ζητούν λοιπόν μερίδιο από τον πλούτο, που έφτιαξαν οι πατεράδες και οι παππούδες τους. Ζητούν κοινωνική δικαιοσύνη.

Τον Οκτώβριο του 2008 σε ανάρτησή μας με τίτλο Golden boys και Media children, επισημαίναμε ότι Οικονομικοί και Πολιτικοί παράγοντες συνεργάσθηκαν αρμονικά τα προηγούμενα χρόνια και έτσι ευθύνονται αλληλεγγύως και εις ολόκληρο για την τωρινή οικονομική κρίση.

Οι Αμερικανοί πολίτες φαίνεται ότι το έχουν συνειδητοποιήσει απολύτως.

Έτσι δεν περιμένουν παθητικά να τους λύσουν το πρόβλημα αυτοί που το δημιούργησαν.

Αποφασίζουν να πάρουν την τύχη τους, την τύχη της χώρας στα χέρια τους. Γι’ αυτό δεν επιλέγουν σαν όνομα ένα ουσιαστικό όπως η λέξη αλλαγή (change), αλλά προτιμούν ένα ενεργητικό ρήμα («Occupy») για να προσδιορίσουν το κίνημά τους. To «Occupy» υποδηλώνει ότι δεν εναποθέτουμε πια τις ελπίδες μας στους πολιτικούς και τους οικονομολόγους για να μας ικανοποιήσουν τα αυτονόητα αιτήματά μας, αλλά «καταλαμβάνουμε» την Αμερική για να την αλλάξουμε εμείς οι ίδιοι.

Κανείς άλλος δεν μπορεί να σώσει την κοινωνία από τον κακό της εαυτό παρά μόνο η μεγάλη πλειοψηφία των πολιτών της, που αποφασίζει να πρωταγωνιστήσει στο σχεδιασμό του παρόντος και του μέλλοντός της.

Αυτό είναι το ελπιδοφόρο μήνυμα, που εκπέμπει αυτή την κρίσιμη ιστορική στιγμή η Μητροπολιτική Δημοκρατία στην Παγκόσμια Κοινότητα, στις υπόλοιπες δημοκρατικές κοινωνίες του πλανήτη, που δοκιμάζονται από τις ίδιες κοινωνικές αδικίες, τις ίδιες οικονομικές αθλιότητες των λίγων εις βάρος των πολλών.

Και το τεράστιο ερώτημα είναι: Αν οι Αμερικανοί πολίτες προσπαθούν να απαλλαγούν από τις δικές τους Αμερικανικές εταιρίες, γιατί θα πρέπει εμείς να γίνουμε θύματα της αχαλίνωτης απληστίας ξένων πολυεθνικών εταιριών; Γιατί θα πρέπει να πεθάνουν οι έντιμοι και εργατικοί πολίτες, που παρήγαν τον εθνικό πλούτο αυτής της χώρας για να μείνουν ανέπαφοι οι Banksters, οι καταχραστές του Δημοσίου και οι συνεργάτες τους φοροφυγάδες;

Εξ ίσου σπουδαίο όμως είναι και το παράδειγμα προς μίμηση, που πρόσφερε ο Δήμαρχος του Λος Άντζελες στους εντός και εκτός ΗΠΑ ομολόγους του, όταν στη διάρκεια νεροποντής βγήκε και μοίρασε αδιάβροχα στους διαδηλωτές.

Ας το λάβει υπ’ όψιν του ο δικός μας Δήμαρχος Αθηναίων και οι αξιοθρήνητοι πολιτικοί, που δεν χάνουν ευκαιρία να βιαιοπραγούν μέσω της αστυνομίας εναντίον ειρηνικών διαδηλωτών, αποδεικνυόμενοι ανάξιοι της γηραιότερης πλανητικής Δημοκρατίας.

** "Είμαι νέος, είμαι απένταρος και μάχομαι για το Αμερικανικό όνειρο", γράφει η επιγραφή στο πεζοδρόμιο της φωτογραφίας, που δανεισθήκαμε από την washingtontimes

Παρασκευή 7 Οκτωβρίου 2011

Tο δελφινάριο σε νευρική κρίση

Φαίνεται ότι εκτός από τα εθνικά, κοινωνικά, επιχειρηματικά δράματα, η οικονομική κρίση δημιούργησε και προσωπικά αδιέξοδα κατεδαφίζοντας υψηλού επιπέδου πολιτικές καριέρες και διαψεύδοντες μεγάλες προσδοκίες, που οικοδομήθηκαν με περισσή φροντίδα τα τελευταία εικοσιπέντε χρόνια.

Μια γενιά πολιτικών, που στην πλειοψηφία τους χρησιμοποίησαν σαν εφαλτήριο τα ΜΜΕ, πάτησαν στην πλάτη λαϊκών αγωνιστών της γενιάς του Πολυτεχνείου και σχεδίασαν την σταδιοδρομία τους με βάση τις προδιαγραφές της Λέσχης Μπίλντερπεγκ και του διεθνούς Τραπεζο-Χρηματιστηριακού κατεστημένου, έρχονται αντιμέτωποι με την δεινή και αδυσώπητη πραγματικότητα.

Όταν στις τελευταίες εκλογές επανήλθε θριαμβευτικά στην εξουσία το ΠΑΣΟΚ με δέκα μονάδες διαφορά από την ΝΔ, δεν ήταν τόσο οι Bostonians «κηπουροί», που έκαναν μεγαλεπήβολα όνειρα για το μέλλον. Όντας αλεξιπτωτιστές στην πολιτική σκηνή της χώρας γνώριζαν ότι ο πολιτικός τους ορίζοντας τελείωνε στα όρια της Πρωθυπουργίας του φίλου τους Πρωθυπουργού και συνεπώς δεν εδικαιούντο μακροπρόθεσμων προσωπικών σχεδιασμών. Εκείνοι που στην κυριολεξία έπλεαν σε πελάγη ευτυχίας, θεωρώντας ότι για την επόμενη δεκαετία ανοιγόταν μπροστά τους πεδίο δόξης λαμπρόν για την επιτυχία των ατομικών τους στρατηγικών στοχεύσεων, ήταν κυρίως οι μωροφιλόδοξοι δελφίνοι.

Δύο μόλις χρόνια μετά βιώνουν απρόσμενα την ολική καταστροφή της πολιτικής τους καριέρας, που πετραδάκι-πετραδάκι έκτιζαν επί δύο και πλέον συναπτές δεκαετίες.

Στην αρχή τυφλωμένοι από το πάθος για εξουσία έκαναν το λάθος να πιστεύουν ότι η κρίση θα κατέλυε μια ώρα αρχύτερα το πολιτικό κεφάλαιο του κου Παπανδρέου και ότι εκείνοι θα τον διαδέχονταν αβρόχοις ποσίν, ως σωτήρες διαχειριστές του χρέους.

Τώρα όμως αντιλαμβάνονται την πικρή πραγματικότητα. Τα αντιλαϊκά μέτρα, που εφαρμόζουν τους καθιστούν λαομίσητους. Και το χειρότερο από όλα διαισθάνονται ότι όσο πιο λαομίσητοι τόσο πιο αποδιοπομπαίοι από τις «πολυπολιτισμικές» λέσχες και τα Ευρωπαϊκά σαλόνια καταντούν.

Φαίνεται ότι η επαγγελματική τους συντριβή οδηγεί σε κατάσταση τρομώδους πανικού με αποτέλεσμα να εκδηλώνουν έντονα συμπτώματα αυταρχισμού και συνεχούς νευρικής υπερέντασης.

Αυταρχισμός πού ξεκινά με τη καταδίωξη οποιουδήποτε ασκεί κριτική και φθάνει μέχρι την εξώθηση της αστυνομίας σε όργιο τυφλής βίας εναντίον μαθητών, ειρηνικών διαδηλωτών και μεροκαματιάρηδων φωτορεπόρτερ.

Νευρική κρίση, που εκδηλώνεται είτε με μελαγχολική αυτοαπομόνωση, είτε με αντιφατική λογοδιάρροια, είτε με συνομωσιολογικές φαντασιώσεις, είτε με εκρήξεις θυμού κατά πάντων και για ασήμαντες αφορμές.

Έτσι η ερώτηση ενός βουλευτή για την πρόοδο της προσπάθειας δίωξης των μεγάλων φοροφυγάδων αποτελεί, ως μη όφειλε, βάση διαπληκτισμού.

Η καθυστέρηση δικαστικού λειτουργού περί την έκδοση μιας απόφασης, συνιστά λόγο πειθαρχικού ελέγχου, αλλά και απειλής διώξεως από το Σ.Δ.Ο.Ε.

Πρώην λαλίστατοι Υπουργοί, γέννημα θρέμμα των τηλεοπτικών παραθύρων, έχουν επιβάλλει οικειοθελώς στον εαυτό τους το επιτίμιον της σιωπής, απόδειξη ότι βρίσκονται σε κατάθλιψη είτε διότι η δράση τους είναι καταστροφική και αντιδημοφιλής, είτε γιατί δεν έχουν να παρουσιάσουν έργο. Στον αντίποδα άλλοι υψηλού κόστους και μηδενικού έργου, όπως ο «μαζί τα φάγανε» (με τους φίλους του), εκτρέπονται σε μια ακατάσχετη φλυαρία, με την οποία περίπου υπονομεύουν όσους στήριζαν και αναιρούν όσα υποστήριζαν.

Την μια μέρα υποψιάζονται ότι οι συνάδελφοί και σύντροφοί τους συνωμοτούν εντός των τειχών και επιτίθενται εναντίον εαυτών και αλλήλων. Την επιούσα υποπτεύονται ότι οι διάφορες δεινοπαθούσες επαγγελματικές ομάδες υποκινούνται από αντεθνικά κέντρα και στέλνουν την αστυνομία να τις τσακίσει.

Η μεταπολίτευση προϊόν των αγώνων ενός ολόκληρου λαού και μιας υπερήφανης νεολαίας με υψηλό αίσθημα ιστορικής ευθύνης και αδούλωτο φρόνημα, πρόσφερε μια στέρεα δημοκρατική βάση για οικοδόμηση νέων και καθολική ανανέωση παλαιών κομματικών σχηματισμών. Αυτή υπήρξε, όπως αποδείχθηκε, μια εξαιρετική ευκαιρία για μια στρατιά πολιτικών τρωκτικών, που τρύπωσαν με ευκολία στα νεοσύστατα κόμματα και με μαεστρία αναρριχήθηκαν στα ανώτερα κλιμάκια, παραγκωνίζοντας αδίστακτα αυτούς που είχαν ματώσει για να τα οικοδομήσουν.

Με αποκλειστικό γνώμονα την προσωπική επαγγελματική τους ανέλιξη κατάφεραν να μετατρέψουν τους πολιτικούς φορείς σε ιδεολογικά αποστεωμένους μηχανισμούς κατάληψης της εξουσίας.

Σήμερα εισπράττουν τα επίχειρα της ιδεολογικής τους γύμνιας.

Χωρίς ιδεολογικό έρμα το ΠΑΣΟΚ κατήντησε ακυβέρνητο σκάφος, που παραπαίει στη διεθνή καταιγίδα.

Καθ’ όμοιον λόγο το στελεχιακό του δυναμικό στερούμενο αρχών και οραμάτων υποβαθμίσθηκε σε ρόλο αναλώσιμου εκτελεστή αντικοινωνικών αποστολών με πλησιέστατη ημερομηνία λήξεως.

Μικρόνοες, κοντόφθαλμοι και κυρίως ιδεολογικά ανερμάτιστοι εισπράττουν τα επίχειρα του ιδιοτελούς πολιτικού τους οπορτουνισμού.