Το πρώτο μάθημα που διδάσκεται κάθε μαθητευόμενος πυροσβέστης από καταβολής του πυροσβεστικού σώματος είναι ότι η φωτιά στο πρώτο λεπτό σβήνεται με ένα ποτήρι νερό. Μετά από πέντε λεπτά χρειάζονται μερικοί κουβάδες. Μετά από μια ώρα συνήθως δεν σβήνει παρά μόνο όταν δεν έχει πλέον απομείνει τίποτα άκαυτο.
Τώρα που οι φλόγες της λαϊκής οργής έχουν θεριέψει και έχουν περιζώσει από παντού την κυβέρνηση η παραίτηση του υπουργού ναυτιλίας δεν είναι πλέον αρκετή για να ανατρέψει το δυσμενές κλίμα.
Ίσως να μην είναι αρκετή για να σώσει ούτε τον ίδιο τον παραιτηθέντα υπουργό.
Στην προηγούμενή μας ανάρτηση, την ίδια στιγμή που ο αναπληρωτής κυβερνητικός εκπρόσωπος παρείχε στήριξη στο πανταχόθεν βαλλόμενο κυβερνητικό στέλεχος, γράφαμε χαρακτηριστικά: «Αν τώρα ενώ είσαι ο δημιουργός της χιονοστιβάδας (=λαϊκή αγανάκτηση) και αντί σωφρόνως να παραμερίσεις, στέκεσαι αγέρωχος και προσπαθείς να την ξορκίσεις με μύδρους μεγαλύτερης αναίδειας, τότε τόσο το χειρότερο για σένα….Πολιτικά τουλάχιστον θα είσαι ήδη «γειά σου» …
Προ της συμπλήρωσης εικοσιτετραώρου, την επόμενη μέρα πρωί πρωί, ο μοιραίος πρωθυπουργός και ο αποδιοπομπαίος υπουργός έσπευδαν να κάνουν όπως όπως αυτό, που έπρεπε να είχαν κάνει πριν ένα μήνα.
Η κίνηση ήταν απολύτως αναγκαία, αλλά εξ ίσου απολύτως μάταια εξ αιτίας της απαράδεκτης καθυστέρησης της.
Το ερώτημα, που ευλόγως τίθεται είναι γιατί κορυφαίοι πολιτικοί με τεράστια επικοινωνιακή επιδεξιότητα φέρθηκαν τόσο αδέξια στην συγκεκριμένη περίπτωση;
Γιατί έδειξαν να μην αντιλαμβάνονται εγκαίρως αυτό, που περίπου σύσσωμος ο πολιτικός και ο δημοσιογραφικός κόσμος της χώρας συζητούσε πλέον ανοικτά σε όλα και με όλα τα μέσα;
Διεκδικώντας απλώς την υπεράσπιση της αξιοπρέπειας της κοινής λογικής του κάθε πολίτη και καθόλου τον τίτλο του μεγάλου προφήτη, θα διακινδυνεύσουμε μια άποψη και μια πρόβλεψη.
Η άποψή μας είναι ότι οι λόγοι, που οδήγησαν σ΄ αυτήν την φαινομενικά επικοινωνιακή ιλαροτραγωδία δεν ανάγονται στην αντιληπτική ανεπάρκεια του κ. πρωθυπουργού ή στην όψιμη αδεξιότητα των πρωθυπουργικών μυστικοσυμβούλων.
Η πρόβλεψή μας είναι ότι την αλυσιτελή παραίτηση του υπουργού θα ακολουθήσουν και άλλες «καθυστερημένες» κινήσεις, και άλλες εσφαλμένες επικοινωνιακές επιλογές.
Έχουμε την αίσθηση ότι τέτοια θα αποδειχθεί η αγχωμένη άτακτη και προφανώς καθ΄υπαγόρευσιν υποχώρηση του εκατομμυριούχου μοναχού.
Το επικοινωνιακό σφάλμα του είναι προφανές αφού επέλεξε να δηλώσει απλώς νομιμόφρων αντί, ως όφειλε, να δηλώσει μετανοημένος…
Τόλμησε να επιπλήξει ως υπερβολικούς και ψεύτες τους επικριτές του, αντί , ως όφειλε, να εμφανισθεί συντετριμμένος και να ζητήσει ταπεινά συγχώρεση από τον ελληνικό λαό για τις ασύμβατες προς το σχήμα του δραστηριότητές του…
dum spiro cogito: MACEDONIAN HISTORY IS ABSOLUTELY HELLENIC AND NOT NEGOTIABLE ./. ACROPOLIS marbles: It is time to return.
Σάββατο 13 Σεπτεμβρίου 2008
Πέμπτη 11 Σεπτεμβρίου 2008
Απλά μαθήματα (πολιτικού)σκι για …αρχαρίους…
Κατά την έναρξη μιας χιονοστιβάδας το μόνο χρήσιμο είναι να το βάλεις στα πόδια.
Όταν η χιονοστιβάδα έχει ήδη διανύσει τη μισή πλαγιά τότε πλέον το τρέξιμο δεν μπορεί να σε σώσει.
Η έξυπνη κίνηση είναι να αποτραβηχτείς στο πλάι, ώστε να αποφύγεις το διάβα της.
Σε κάθε περίπτωση το να μπεις μπροστά και να προσπαθήσεις να τη σταματήσεις είναι η χειρότερη των επιλογών.
Για να το καταλάβεις αυτό δεν χρειάζεται να είσαι ούτε παγκόσμιος πρωταθλητής στο σκι, ούτε αιγοβοσκός στις Άλπεις.
Αρκεί να διαθέτεις αίσθηση της πραγματικότητας και να αφήσεις το ένστικτό σου να σε οδηγήσει.
Κάτι ανάλογο συμβαίνει και στην πολιτική.
Όταν η κοινή γνώμη εξεγείρεται και η κοινωνική κατακραυγή διογκώνεται, αλίμονο στον πολιτικό, που θα προσπαθήσει να πάει κόντρα.
Διότι ελάχιστα διαφέρει η λαϊκή αγανάκτηση από την κοινή χιονοστιβάδα.
Μικρά συμβάντα, που αθροίζονται σε ανύποπτο χρόνο δημιουργούν ασυναίσθητα τις κατάλληλες συνθήκες.
Αν την προβλέψεις ενδεχομένως προλαβαίνεις να κάνεις κινήσεις αποτροπής.
Όταν η λαϊκή δυσαρέσκεια ξεκινήσει τα περιθώρια στενεύουν.
Στοχευμένα επικοινωνιακά πυροτεχνήματα (σε στυλ ελεγχόμενων εκρήξεων) μπορεί να έχουν παροδικά αποτελέσματα.
Ύστερα πια ο χρόνος λειτουργεί πολλαπλασιαστικά για την καταστροφική της δύναμη.
«Λαός αγριεμένος, ανταριασμένη θάλασσα», έλεγε ο Κομφούκιος, που στην εποχή του τα όρια μεταξύ θρησκείας, πολιτικής και φιλοσοφίας ήταν απολύτως συγκεχυμένα. (Σήμερα φαίνεται να είναι αρκούντως συγκεχυμένα τα όρια μεταξύ εκκλησίας, πολιτικής και επιχειρηματικότητας).
«Προσοχή. Όταν λείπει η πολιτική αιδώς, ακολουθεί νομοτελειακά η λαϊκή καταισχύνη», προειδοποιούσαμε εμείς σε κάθε ευκαιρία.
Η ένδεια και η δυσπραγία είναι οι κατάλληλες συνθήκες «πιέσεως και θερμοκρασίας».
Η πολιτική αναίδεια είναι η εναρκτήρια αβελτηρία.
Η λαϊκή καταισχύνη είναι η αναπότρεπτη χιονοστιβάδα, που κλιμακώνεται πλέον ανεξέλεγκτα και είναι αδύνατον να χαλιναγωγηθεί.
Αυτά δεν χρειάζεται να είσαι πλανητάρχης ή φύλαρχος στον Αμαζόνιο για να τα κατανοήσεις.
Αρκεί να έχεις επαφή με την πραγματικότητα και να διαθέτεις στοιχειώδες πολιτικό αισθητήριο.
Αν όμως είσαι απλά ένας μικρούλης μαθητευόμενος μάγος, τότε είναι εύκολο να ανέβεις στην κορυφή του βουνού και με τα καμώματά σου να δημιουργήσεις μια άνευ προηγουμένου χιονοστιβάδα.
Το δύσκολο είναι να συνειδητοποιήσεις τι ακριβώς σου προέκυψε και «να την κάνεις» εγκαίρως…
Αν τώρα ενώ είσαι ο δημιουργός της χιονοστιβάδας και αντί σωφρόνως να παραμερίσεις, στέκεσαι αγέρωχος και προσπαθείς να την ξορκίσεις με μύδρους μεγαλύτερης αναίδειας, τότε τόσο το χειρότερο για σένα….
Πολιτικά τουλάχιστον θα είσαι ήδη «γειά σου» …
Όταν η χιονοστιβάδα έχει ήδη διανύσει τη μισή πλαγιά τότε πλέον το τρέξιμο δεν μπορεί να σε σώσει.
Η έξυπνη κίνηση είναι να αποτραβηχτείς στο πλάι, ώστε να αποφύγεις το διάβα της.
Σε κάθε περίπτωση το να μπεις μπροστά και να προσπαθήσεις να τη σταματήσεις είναι η χειρότερη των επιλογών.
Για να το καταλάβεις αυτό δεν χρειάζεται να είσαι ούτε παγκόσμιος πρωταθλητής στο σκι, ούτε αιγοβοσκός στις Άλπεις.
Αρκεί να διαθέτεις αίσθηση της πραγματικότητας και να αφήσεις το ένστικτό σου να σε οδηγήσει.
Κάτι ανάλογο συμβαίνει και στην πολιτική.
Όταν η κοινή γνώμη εξεγείρεται και η κοινωνική κατακραυγή διογκώνεται, αλίμονο στον πολιτικό, που θα προσπαθήσει να πάει κόντρα.
Διότι ελάχιστα διαφέρει η λαϊκή αγανάκτηση από την κοινή χιονοστιβάδα.
Μικρά συμβάντα, που αθροίζονται σε ανύποπτο χρόνο δημιουργούν ασυναίσθητα τις κατάλληλες συνθήκες.
Αν την προβλέψεις ενδεχομένως προλαβαίνεις να κάνεις κινήσεις αποτροπής.
Όταν η λαϊκή δυσαρέσκεια ξεκινήσει τα περιθώρια στενεύουν.
Στοχευμένα επικοινωνιακά πυροτεχνήματα (σε στυλ ελεγχόμενων εκρήξεων) μπορεί να έχουν παροδικά αποτελέσματα.
Ύστερα πια ο χρόνος λειτουργεί πολλαπλασιαστικά για την καταστροφική της δύναμη.
«Λαός αγριεμένος, ανταριασμένη θάλασσα», έλεγε ο Κομφούκιος, που στην εποχή του τα όρια μεταξύ θρησκείας, πολιτικής και φιλοσοφίας ήταν απολύτως συγκεχυμένα. (Σήμερα φαίνεται να είναι αρκούντως συγκεχυμένα τα όρια μεταξύ εκκλησίας, πολιτικής και επιχειρηματικότητας).
«Προσοχή. Όταν λείπει η πολιτική αιδώς, ακολουθεί νομοτελειακά η λαϊκή καταισχύνη», προειδοποιούσαμε εμείς σε κάθε ευκαιρία.
Η ένδεια και η δυσπραγία είναι οι κατάλληλες συνθήκες «πιέσεως και θερμοκρασίας».
Η πολιτική αναίδεια είναι η εναρκτήρια αβελτηρία.
Η λαϊκή καταισχύνη είναι η αναπότρεπτη χιονοστιβάδα, που κλιμακώνεται πλέον ανεξέλεγκτα και είναι αδύνατον να χαλιναγωγηθεί.
Αυτά δεν χρειάζεται να είσαι πλανητάρχης ή φύλαρχος στον Αμαζόνιο για να τα κατανοήσεις.
Αρκεί να έχεις επαφή με την πραγματικότητα και να διαθέτεις στοιχειώδες πολιτικό αισθητήριο.
Αν όμως είσαι απλά ένας μικρούλης μαθητευόμενος μάγος, τότε είναι εύκολο να ανέβεις στην κορυφή του βουνού και με τα καμώματά σου να δημιουργήσεις μια άνευ προηγουμένου χιονοστιβάδα.
Το δύσκολο είναι να συνειδητοποιήσεις τι ακριβώς σου προέκυψε και «να την κάνεις» εγκαίρως…
Αν τώρα ενώ είσαι ο δημιουργός της χιονοστιβάδας και αντί σωφρόνως να παραμερίσεις, στέκεσαι αγέρωχος και προσπαθείς να την ξορκίσεις με μύδρους μεγαλύτερης αναίδειας, τότε τόσο το χειρότερο για σένα….
Πολιτικά τουλάχιστον θα είσαι ήδη «γειά σου» …
Τρίτη 9 Σεπτεμβρίου 2008
Οι μάσκες έπεσαν.(2)
Εκτός από τους ήρωες και τους αρχηγούς, κάθε ιστορική περίοδος σφραγίζεται και από τους λαϊκούς της θυμόσοφους. Τους ανθρώπους, που καταφέρνουν να συμπυκνώνουν εύστοχα την λαϊκή γνώση, εμπειρία ή αισθητική σε ευφυολογήματα διαχρονικής αξίας.
Συνηθέστατα οι σοφές αυτές ρήτρες δίνουν την αίσθηση μιας φιλοσοφικής σκυτάλης, που παραδίδεται από γενιά σε γενιά υφιστάμενη σοβαρές διαφοροποιήσεις στην εξωτερική της διατύπωση, αλλά παραμένουσα εκπληκτικά αναλλοίωτη ως προς το νοηματικό της περιεχόμενο στο διάβα των αιώνων.
«Όμοιος ομοίω αεί πελάζει», έλεγαν οι αρχαίοι.
«Πες μου το φίλο σου να σου πω ποιος είσαι», έλεγαν οι παλιότεροι.
Μετά την συνέντευξη του κ. Καραμανλή στη Θεσσαλονίκη, οι σύγχρονοι Έλληνες άνετα μπορούν να διατυπώσουν μια παραλλαγή του τύπου:
«Πες μου ποιους έχεις υπουργούς, για να σου πω τι σόι πρωθυπουργός είσαι»...
Πριν από αυτή την ιστορική συνέντευξη υπήρχαν ακόμη αρκετοί, που υποστήριζαν ότι ο κ. Πρωθυπουργός δεν εγνώριζε τις δραστηριότητες των διαφόρων στελεχών της κυβέρνησής του και εν πάση περιπτώσει στενοχωριόταν ή θύμωνε όταν μάθαινε όλως τυχαία από τον τύπο τα διάφορα παρατράγουδα, στα οποία εφέροντο να πρωτοστατούν.
Πολλοί βέβαια είναι εκείνοι, που αμφέβαλαν για αυτό θεωρώντας επικοινωνιακό εύρημα τη σχετική φιλολογία περί Πρωθυπουργικού εκνευρισμού.
Δεν έχουμε λόγους να μην κάνουμε καλόπιστα δεκτή την παραφιλολογία για τον «ατυχή» πρωθυπουργό που τον πληγώνουν τα στελέχη του.
Όμως στη διεθνή έκθεση της Θεσσαλονίκης ο κ. Πρωθυπουργός επέλεξε να προσφέρει πλήρη κάλυψη στους ατακτούληδες και τα “golden boys” (κατά τον κ. Πωλύδωρα), ερχόμενος σε πλήρη αντίθεση με το λαϊκό αίσθημα.
Εξ άλλου η δύναμη της σημειολογίας είναι ακαταγώνιστη στην πολιτική επικοινωνία.
Επιλέγοντας να χρησιμοποιήσει “mot a mot”, λέξη προς λέξη, την φραστική επιχειρηματολογία των προστατευομένων του, πιθανότατα ήρθε σε πλήρη αντίθεση και με τη λαϊκή αισθητική και ευλόγως φάνηκε να επιβεβαιώνει με την πολιτεία του μια άλλη θυμοσοφική σκυταλοδρομία.
«Ομιλίαι κακαί φθείρουσιν ήθη χρηστά», έλεγαν οι αρχαιότεροι.
«Με στραβό όταν καθίσεις το πρωί θα αλληθωρίσεις», έλεγαν οι παλαιότεροι.
«Στραβούς αν βάζεις υπουργούς κι ο ίδιος θα στραβώσεις»… μπορούν να σκέφτονται οι σύγχρονοι.
Συνηθέστατα οι σοφές αυτές ρήτρες δίνουν την αίσθηση μιας φιλοσοφικής σκυτάλης, που παραδίδεται από γενιά σε γενιά υφιστάμενη σοβαρές διαφοροποιήσεις στην εξωτερική της διατύπωση, αλλά παραμένουσα εκπληκτικά αναλλοίωτη ως προς το νοηματικό της περιεχόμενο στο διάβα των αιώνων.
«Όμοιος ομοίω αεί πελάζει», έλεγαν οι αρχαίοι.
«Πες μου το φίλο σου να σου πω ποιος είσαι», έλεγαν οι παλιότεροι.
Μετά την συνέντευξη του κ. Καραμανλή στη Θεσσαλονίκη, οι σύγχρονοι Έλληνες άνετα μπορούν να διατυπώσουν μια παραλλαγή του τύπου:
«Πες μου ποιους έχεις υπουργούς, για να σου πω τι σόι πρωθυπουργός είσαι»...
Πριν από αυτή την ιστορική συνέντευξη υπήρχαν ακόμη αρκετοί, που υποστήριζαν ότι ο κ. Πρωθυπουργός δεν εγνώριζε τις δραστηριότητες των διαφόρων στελεχών της κυβέρνησής του και εν πάση περιπτώσει στενοχωριόταν ή θύμωνε όταν μάθαινε όλως τυχαία από τον τύπο τα διάφορα παρατράγουδα, στα οποία εφέροντο να πρωτοστατούν.
Πολλοί βέβαια είναι εκείνοι, που αμφέβαλαν για αυτό θεωρώντας επικοινωνιακό εύρημα τη σχετική φιλολογία περί Πρωθυπουργικού εκνευρισμού.
Δεν έχουμε λόγους να μην κάνουμε καλόπιστα δεκτή την παραφιλολογία για τον «ατυχή» πρωθυπουργό που τον πληγώνουν τα στελέχη του.
Όμως στη διεθνή έκθεση της Θεσσαλονίκης ο κ. Πρωθυπουργός επέλεξε να προσφέρει πλήρη κάλυψη στους ατακτούληδες και τα “golden boys” (κατά τον κ. Πωλύδωρα), ερχόμενος σε πλήρη αντίθεση με το λαϊκό αίσθημα.
Εξ άλλου η δύναμη της σημειολογίας είναι ακαταγώνιστη στην πολιτική επικοινωνία.
Επιλέγοντας να χρησιμοποιήσει “mot a mot”, λέξη προς λέξη, την φραστική επιχειρηματολογία των προστατευομένων του, πιθανότατα ήρθε σε πλήρη αντίθεση και με τη λαϊκή αισθητική και ευλόγως φάνηκε να επιβεβαιώνει με την πολιτεία του μια άλλη θυμοσοφική σκυταλοδρομία.
«Ομιλίαι κακαί φθείρουσιν ήθη χρηστά», έλεγαν οι αρχαιότεροι.
«Με στραβό όταν καθίσεις το πρωί θα αλληθωρίσεις», έλεγαν οι παλαιότεροι.
«Στραβούς αν βάζεις υπουργούς κι ο ίδιος θα στραβώσεις»… μπορούν να σκέφτονται οι σύγχρονοι.
Κυριακή 7 Σεπτεμβρίου 2008
Οι μάσκες έπεσαν…
Με την συνέντευξή του στη διεθνή έκθεση Θεσσαλονίκης ο κ. Καραμανλής επιβεβαίωσε μια αξεπέραστη ιστορική νομοτέλεια.
Σε κάθε ιστορική περίοδο
κάθε λαός έχει την κυβέρνηση, που του αξίζει, αλλά και
κάθε πρωθυπουργός έχει τους υπουργούς, που του ταιριάζουν.
Σε κάθε ιστορική περίοδο
κάθε λαός έχει την κυβέρνηση, που του αξίζει, αλλά και
κάθε πρωθυπουργός έχει τους υπουργούς, που του ταιριάζουν.
Παρασκευή 5 Σεπτεμβρίου 2008
O tempora! O mores!
Όταν πριν από 4,5 χρόνια η Νέα Δημοκρατία ανελάμβανε «μετά βαΐων και κλάδων» την διακυβέρνηση της χώρας ακόμη και οι πιο άσπονδοι εχθροί της στις πιο απαισιόδοξες προβλέψεις τους δεν μπορούσαν σίγουρα να διανοηθούν την σημερινή εικόνα της χώρας.
Αρκετοί ήταν αυτοί, που δεν μπορούσαν να απαγκιστρωθούν από τα βιώματα προηγούμενων δεξιών κυβερνήσεων. Πολλοί περισσότεροι όσοι έβλεπαν με επιφυλακτικότητα την έλλειψη εμπειρίας του φερέλπιδος πρωθυπουργού. Ελάχιστοι όσοι πίστευαν ότι θα υλοποιηθούν οι πρωτοφανούς αμετροέπειας υποσχέσεις.
Ουδείς όμως μπορούσε να προβλέψει ότι σε τόσο μικρό διάστημα επρόκειτο η χώρα να ζήσει τη σημερινή εφιαλτική πραγματικότητα.
Ουδέποτε η κοινωνία μας υπήρξε δημοκρατία αγγέλων.
Αποτελεί όμως διεθνή πατέντα να κατηγορούνται ο υπουργός απασχόλησης ότι προσφέρει «μαύρη εργασία» σε ανασφάλιστους αλλοδαπούς. Ο υπουργός Χωραταξίας ότι κτίζει αυθαίρετα, ο υπουργός πολιτισμού ότι συναγελάζεται με «σκανδαλιάρηδες» επιχειρηματίες, ο υπουργός Αιγαίου ότι έχει «ατακτούληδες» συνεργάτες», ο υπουργός ναυτιλίας ότι καταναλώνει μεγάλο μέρος της ενεργητικότητάς του σε επιχειρήσεις real estate με ειδικότητα σε offshore «φορολογικές διευθετήσεις» και πάει λέγοντας.
Αξιοθαύμαστες επίσης είναι οι πολυσχιδείς δραστηριότητες των κυβερνητικών συζύγων. Και αυτό αποτελεί επίσης παγκόσμια πρωτοτυπία.
Σε όλα τα βάρβαρα έθνη του πλανήτη, όπου οι γυναίκες είναι «παρακολουθήματα» των ανδρών τους, οι σύζυγοι των πολιτικών περιορίζονται σε δράσεις κοινωνικού περιεχομένου. Συνοδεύουν τους συζύγους τους σε καμιά δεξίωση, επισκέπτονται κανένα ορφανοτροφείο, το πολύ-πολύ συμμετέχουν σε κανένα φιλόπτωχο ταμείο ή καμιά φεμινιστική οργάνωση και μέχρι εκεί…
Μιλάμε δηλαδή για εξαιρετικά χαμηλό πολιτιστικό επίπεδο….
Αλλά στην Ελλάδα οι σύζυγοι των κυβερνητικών στελεχών παρουσιάζουν εξαιρετική ενεργητικότητα.
Διαπρέπουν στην ιατρική, στην επιχειρηματικότητα, στην δικηγορία, την συμβολαιογραφία, στην αγοραπωλησία ακινήτων, στην δημοσιογραφία και ότι άλλο ένδοξο και προσοδοφόρο μπορεί να φαντασθεί κανείς…
Μιλάμε για εξαιρετικά ταλέντα, που συνήθως συνεισφέρουν στον οικογενειακό προϋπολογισμό πολλαπλάσια ποσά σε σχέση με τα ισχνά δημοσιοϋπαλληλικά εισοδήματα των συζύγων τους.
Είναι εκπληκτικό, τι μπορεί να επιτύχει μια γυναίκα κυβερνητικού παράγοντα, που απολαμβάνει την ισότητα τον σεβασμό και τις ευκαιρίες, που μόνο ένας τόσο υψηλού επιπέδου πολιτισμός σαν το δικό μας μπορεί να εξασφαλίσει.
Όταν το κατανοήσει κανείς αυτό θλίβεται και λυπάται ειλικρινά για την εικόνα, που παρουσιάζουν οι γυναίκες των κυβερνώντων διάφορων απολίτιστων λαών της δυτικής Ευρώπης και της Βορείου Αμερικής. Δέσμιες της βαρβαρότητας των βάναυσων φαλοκρατών συζύγων τους υποχρεώνονται να σέρνονται μεταξύ διπλωματικών δεξιώσεων και φιλανθρωπικών εκδηλώσεων.
Ακόμα πιο ελπιδοφόρες όμως είναι οι υπαρξιακές αναζητήσεις των κυβερνώντων, που με τις συχνές επισκέψεις τους στις ιερές μονές και με τις πνευματικές συνευρέσεις τους με τους άγιους πατέρες τους ενθάρρυναν και αυτούς να αναδείξουν τα κρυφά τους ταλέντα στην σύζευξη των δημοσίων και μοναστηριακών γαιών εις δόξαν Θεού πατρός.
Μοναδική ίσως ανορθογραφία μερικοί ελάχιστοι αναλφάβητοι βουλευτές της κυβερνώσας παράταξης, που είναι ανεπίδεκτοι μαθήσεως του τρόπου συμπλήρωσης ενός ψηφοδελτίου. Με αποτέλεσμα να χαλάει η κορυφαία κατανυκτική τελετουργία της ψήφισης του συντάγματος της βουλής.
Ευτυχώς υψηλής ευφυΐας άτομα με εξαιρετικά αντανακλαστικά καταφέρνουν να καλύπτουν την αντιληπτική ανεπάρκεια των συναδέλφων τους τόσο στις κρίσιμες ψηφοφορίες όσο και στις δυσνόητες μακροσκελείς (ν)τροπολογίες με τις πολυδαίδαλες ρυθμίσεις των τρεισήμισι αράδων.
Και όλα αυτά τα θαυμαστά συμβαίνουν την ώρα, που ο μέσος ψηφοφόρος ανεξαρτήτως επαγγελματικού κλάδου έρχεται πλέον αντιμέτωπος με το φάσμα της ανεργίας, της χρεοκοπίας, της ανέχειας.
Το πλέον όμως συνταρακτικό δεν είναι η κατασπατάληση του εθνικού πλούτου, η καταστροφή του φυσικού περιβάλλοντος, το ξεπούλημα των δημοσίων επιχειρήσεων, η διασπάθιση της δημόσιας περιουσίας.
Το πλέον ανησυχητικό δεν είναι η φοροεπίθεση, που δέχεται ο ήδη ξεζουμισμένος φορολογούμενος.
Το πιο τρομακτικό είναι η αλαζονεία της εξουσίας, που με πρωτόγνωρη κυνικότητα υποστηρίζει το νομότυπο της ιδιοτέλειας στην άσκηση της διοικητικής λειτουργίας και διεκδικεί θαρραλέα την νομιμοποίηση της πολιτικής αναλγησίας.
Συμπτώματα παρακμιακού εκτροχιασμού, που σε συνδυασμό με οικονομικές αντιαναπτυξιακές πολιτικές δημιουργούν αναπότρεπτα ένα εκρηκτικό κοινωνικό μείγμα, το οποίο ιστορικά κατά το παρελθόν οδήγησε σε νομοτελειακή κατάρρευση ακόμη και αυτοκρατορικά καθεστώτα.
Αυτό που πρέπει όμως να ληφθεί σοβαρά υπ’ όψιν είναι ότι τα σάπια καθεστώτα δεν πέφτουν πάντοτε σαν ώριμα φρούτα.
Μερικές φορές λειτουργούν σαν την φυλλοξήρα, που καταστρέφει ολοσχερώς το ίδιο το δένδρο…
Αρκετοί ήταν αυτοί, που δεν μπορούσαν να απαγκιστρωθούν από τα βιώματα προηγούμενων δεξιών κυβερνήσεων. Πολλοί περισσότεροι όσοι έβλεπαν με επιφυλακτικότητα την έλλειψη εμπειρίας του φερέλπιδος πρωθυπουργού. Ελάχιστοι όσοι πίστευαν ότι θα υλοποιηθούν οι πρωτοφανούς αμετροέπειας υποσχέσεις.
Ουδείς όμως μπορούσε να προβλέψει ότι σε τόσο μικρό διάστημα επρόκειτο η χώρα να ζήσει τη σημερινή εφιαλτική πραγματικότητα.
Ουδέποτε η κοινωνία μας υπήρξε δημοκρατία αγγέλων.
Αποτελεί όμως διεθνή πατέντα να κατηγορούνται ο υπουργός απασχόλησης ότι προσφέρει «μαύρη εργασία» σε ανασφάλιστους αλλοδαπούς. Ο υπουργός Χωραταξίας ότι κτίζει αυθαίρετα, ο υπουργός πολιτισμού ότι συναγελάζεται με «σκανδαλιάρηδες» επιχειρηματίες, ο υπουργός Αιγαίου ότι έχει «ατακτούληδες» συνεργάτες», ο υπουργός ναυτιλίας ότι καταναλώνει μεγάλο μέρος της ενεργητικότητάς του σε επιχειρήσεις real estate με ειδικότητα σε offshore «φορολογικές διευθετήσεις» και πάει λέγοντας.
Αξιοθαύμαστες επίσης είναι οι πολυσχιδείς δραστηριότητες των κυβερνητικών συζύγων. Και αυτό αποτελεί επίσης παγκόσμια πρωτοτυπία.
Σε όλα τα βάρβαρα έθνη του πλανήτη, όπου οι γυναίκες είναι «παρακολουθήματα» των ανδρών τους, οι σύζυγοι των πολιτικών περιορίζονται σε δράσεις κοινωνικού περιεχομένου. Συνοδεύουν τους συζύγους τους σε καμιά δεξίωση, επισκέπτονται κανένα ορφανοτροφείο, το πολύ-πολύ συμμετέχουν σε κανένα φιλόπτωχο ταμείο ή καμιά φεμινιστική οργάνωση και μέχρι εκεί…
Μιλάμε δηλαδή για εξαιρετικά χαμηλό πολιτιστικό επίπεδο….
Αλλά στην Ελλάδα οι σύζυγοι των κυβερνητικών στελεχών παρουσιάζουν εξαιρετική ενεργητικότητα.
Διαπρέπουν στην ιατρική, στην επιχειρηματικότητα, στην δικηγορία, την συμβολαιογραφία, στην αγοραπωλησία ακινήτων, στην δημοσιογραφία και ότι άλλο ένδοξο και προσοδοφόρο μπορεί να φαντασθεί κανείς…
Μιλάμε για εξαιρετικά ταλέντα, που συνήθως συνεισφέρουν στον οικογενειακό προϋπολογισμό πολλαπλάσια ποσά σε σχέση με τα ισχνά δημοσιοϋπαλληλικά εισοδήματα των συζύγων τους.
Είναι εκπληκτικό, τι μπορεί να επιτύχει μια γυναίκα κυβερνητικού παράγοντα, που απολαμβάνει την ισότητα τον σεβασμό και τις ευκαιρίες, που μόνο ένας τόσο υψηλού επιπέδου πολιτισμός σαν το δικό μας μπορεί να εξασφαλίσει.
Όταν το κατανοήσει κανείς αυτό θλίβεται και λυπάται ειλικρινά για την εικόνα, που παρουσιάζουν οι γυναίκες των κυβερνώντων διάφορων απολίτιστων λαών της δυτικής Ευρώπης και της Βορείου Αμερικής. Δέσμιες της βαρβαρότητας των βάναυσων φαλοκρατών συζύγων τους υποχρεώνονται να σέρνονται μεταξύ διπλωματικών δεξιώσεων και φιλανθρωπικών εκδηλώσεων.
Ακόμα πιο ελπιδοφόρες όμως είναι οι υπαρξιακές αναζητήσεις των κυβερνώντων, που με τις συχνές επισκέψεις τους στις ιερές μονές και με τις πνευματικές συνευρέσεις τους με τους άγιους πατέρες τους ενθάρρυναν και αυτούς να αναδείξουν τα κρυφά τους ταλέντα στην σύζευξη των δημοσίων και μοναστηριακών γαιών εις δόξαν Θεού πατρός.
Μοναδική ίσως ανορθογραφία μερικοί ελάχιστοι αναλφάβητοι βουλευτές της κυβερνώσας παράταξης, που είναι ανεπίδεκτοι μαθήσεως του τρόπου συμπλήρωσης ενός ψηφοδελτίου. Με αποτέλεσμα να χαλάει η κορυφαία κατανυκτική τελετουργία της ψήφισης του συντάγματος της βουλής.
Ευτυχώς υψηλής ευφυΐας άτομα με εξαιρετικά αντανακλαστικά καταφέρνουν να καλύπτουν την αντιληπτική ανεπάρκεια των συναδέλφων τους τόσο στις κρίσιμες ψηφοφορίες όσο και στις δυσνόητες μακροσκελείς (ν)τροπολογίες με τις πολυδαίδαλες ρυθμίσεις των τρεισήμισι αράδων.
Και όλα αυτά τα θαυμαστά συμβαίνουν την ώρα, που ο μέσος ψηφοφόρος ανεξαρτήτως επαγγελματικού κλάδου έρχεται πλέον αντιμέτωπος με το φάσμα της ανεργίας, της χρεοκοπίας, της ανέχειας.
Το πλέον όμως συνταρακτικό δεν είναι η κατασπατάληση του εθνικού πλούτου, η καταστροφή του φυσικού περιβάλλοντος, το ξεπούλημα των δημοσίων επιχειρήσεων, η διασπάθιση της δημόσιας περιουσίας.
Το πλέον ανησυχητικό δεν είναι η φοροεπίθεση, που δέχεται ο ήδη ξεζουμισμένος φορολογούμενος.
Το πιο τρομακτικό είναι η αλαζονεία της εξουσίας, που με πρωτόγνωρη κυνικότητα υποστηρίζει το νομότυπο της ιδιοτέλειας στην άσκηση της διοικητικής λειτουργίας και διεκδικεί θαρραλέα την νομιμοποίηση της πολιτικής αναλγησίας.
Συμπτώματα παρακμιακού εκτροχιασμού, που σε συνδυασμό με οικονομικές αντιαναπτυξιακές πολιτικές δημιουργούν αναπότρεπτα ένα εκρηκτικό κοινωνικό μείγμα, το οποίο ιστορικά κατά το παρελθόν οδήγησε σε νομοτελειακή κατάρρευση ακόμη και αυτοκρατορικά καθεστώτα.
Αυτό που πρέπει όμως να ληφθεί σοβαρά υπ’ όψιν είναι ότι τα σάπια καθεστώτα δεν πέφτουν πάντοτε σαν ώριμα φρούτα.
Μερικές φορές λειτουργούν σαν την φυλλοξήρα, που καταστρέφει ολοσχερώς το ίδιο το δένδρο…
Τρίτη 2 Σεπτεμβρίου 2008
ΠΑΣΟΚ: Μωραίνει Κύριος ον βούλεται απολέσαι.

Τα δημιουργήματα της τέχνης εξετάζονται και αξιολογούνται σε δύο διαστάσεις.
Τις γνωστές διαστάσεις της μορφής και του περιεχομένου.
Εξετάζουμε δηλαδή «τι λέει» και «πως το λέει» ο επίδοξος καλλιτέχνης.
Αντίστοιχα στην πολιτική πέραν των διαστάσεων της μορφής και του περιεχομένου προστίθεται στην αξιολογική εκτίμηση και το κριτήριο της χρονικής συγκυρίας, το κατά την κρατούσα ορολογία συνήθως αποκαλούμενο «timing».
Για να είναι ορθή και χρήσιμη μια πολιτική κίνηση δεν αρκεί να αφορά ένα γενικά σημαντικό ζήτημα ή να δημοσιοποιείται με ένα πανηγυρικό ή γενικά ετυπωσιακό τρόπο. Πολύ μεγαλύτερη βαρύτητα συνήθως έχει η καταλληλότητα της χρονικής στιγμής, που επιλέγεται.
Είναι πολύ συχνό το φαινόμενο σημαντικά πολιτικά ζητήματα να υποβαθμίζονται από τον τρόπο που παρουσιάζονται και πολιτικοί να χάνουν την σοβαρότητά τους από την αστοχία στην επιλογή του χρόνου έγερσης ενός θέματος.
Αυτά βέβαια είναι πολύ απλά πράγματα παγκοίνως γνωστά.
Και είναι άξιο απορίας, πως πολλές φορές κατά τα άλλα συμπαθείς πολιτικοί υποπίπτουν σε ανάλογα ολισθήματα.
Όταν για παράδειγμα με την επάνοδο από τις διακοπές η κυβέρνηση βρέθηκε αντιμέτωπη με το σύνολο των παραγωγικών στρωμάτων της χώρας και περιήλθε σε μια απελπιστική επικοινωνιακή κατάσταση, ήταν σφόδρα πιθανό κάποιος «πρωτοκλασάτος» να κάνει κάποια συγκυριακά ατυχή δήλωση.
Όταν τα επικοινωνιακά αδιέξοδα της κυβερνώσας παράταξης αποτυπώθηκαν στις πρώτες δημοσκοπήσεις του φθινοπώρου, δείχνοντας κλείσιμο της ψαλίδας, πτώση του ΣΥΡΙΖΑ και συρρίκνωση της δημοτικότητας του Πρωθυπουργού ήταν στατιστικά βέβαιο ότι κάποιο κόμμα ή κάποιο στέλεχος της αντιπολίτευσης θα βοηθούσε να αλλάξει η άχαρη οικονομική ατζέντα.
Όλοι όμως είχαμε στραμμένη την προσοχή μας στους συνήθεις υπόπτους. Τον κ. Πάγκαλο, τον κ. Βενιζέλο και σε επίπεδο κομμάτων το ΚΚΕ και το ΛΑ.Ο.Σ.
Αποτέλεσε λοιπόν εξαιρετικά αναπάντεχη εξέλιξη ότι ο αποπροσανατολισμός της επικαιρότητας από τα σοβαρά προβλήματα του τόπου και από τις καταστροφικές συνέπειες των κυβερνητικών πράξεων και παραλήψεων, προέκυψε από την ηγεσία του κόμματος της αξιωματικής αντιπολίτευσης.
Στην συγκεκριμένη πολιτική συγκυρία σύσσωμος ο παραγωγικός και επαγγελματικός κόσμος της χώρας, ο ιδιωτικός και ο δημόσιος τομέας συγκλονίζεται από σωρεία οικονομικών προβλημάτων.
Ο Έλληνας εργαζόμενος είτε ως υπάλληλος είτε ως αυτοαπασχολούμενος βρίσκεται αντιμέτωπος με το φάσμα της αδυναμίας οικονομικής επιβίωσης και την ίδια στιγμή βομβαρδίζεται από καταιγισμό φορομπηχτικών, κοινωνικά άδικων και πρωτίστως αντιπαραγωγικών οικονομικών μέτρων.
Παράλληλα την ώρα, που αυτός πένεται και καλείται για άλλη μια φορά να πληρώσει το κόστος των εσφαλμένων οικονομικών πολιτικών και του αδικαιολόγητου πλουτισμού διαφόρων περίεργων τρωκτικών, η επικαιρότητα κατακλύζεται από ειδήσεις για το «μεγάλο φαγοπότι», που έχουν στήσει «στην καμπούρα» του φορολογούμενου διάφοροι πολιτικοί φίλοι και μεσάζοντες, εν οις εσχάτως δραστηριοποιούνται και κάμποσοι «αγιογδύτες».
Είναι λοιπόν εξαιρετικά εντυπωσιακό ότι σε μια τέτοια χρονική συγκυρία, που θα προσέφερε εξαιρετικό πεδίο άσκησης αντιπολιτευτικής δραστηριότητας ακόμα και στην πιο ανίκανη αντιπολίτευση του πλανήτη το επίσημο ΠΑΣΟΚ και όχι απλώς κάποιος μωροφιλόδοξος "πρωτοκλασάτος" επέλεξε να προβάλει το θέμα των όποιων ατοπημάτων της διαδικασίας της συνταγματικής αναθεώρησης.
Δεν αμφιβάλλουμε ότι το ζήτημα έχει την θεσμική του βαρύτητα.
Δεν αρνούμεθα ότι η εκτροπή είναι βαρύτατη και εφ’όσον αποδειχθεί επαρκώς προδίδει δημοκρατικό έλλειμμα πρώτου μεγέθους για την κυβερνώσα παράταξη.
Όμως στην παρούσα χρονική στιγμή, όπου σύσσωμος ο ελληνικός λαός προσπαθεί να αντιπαρατεθεί στον επερχόμενο οικονομικό χειμώνα και εν όψει της διεθνούς εκθέσεως της Θεσσαλονίκης να οργανώσει στοιχειωδώς την άμυνα του απέναντι στην εισπρακτική καταιγίδα των μέτρων, που ήδη εξηγγέλθησαν από το κυβερνητικό οικονομικό επιτελείο, η κίνηση του ΠΑΣΟΚ προβάλλει θλιβερά παράφωνη.
Σ΄ αυτή την χρονική συγκυρία ο έλληνας ψηφοφόρος θέλει μια αντιπολίτευση, που αφουγκράζεται τον πόνο και τις ανησυχίες του, συστρατεύεται στους αγώνες του και αναλαμβάνει να τον οδηγήσει σε διεξόδους από τα αδιέξοδά του.
Στη δεδομένη λοιπόν χρονική στιγμή ο πόνος του έλληνα εργαζόμενου, γεωργού ή επαγγελματία δεν είναι πως διεξήχθη η ψηφοφορία για δευτερεύουσες συνταγματικές διατάξεις. Ο μέσος έλληνας ψηφοφόρος δεν έχει ιδιαίτερες ανησυχίες θεσμικού χαρακτήρα. Γι αυτό και δεν είχε άμεση ανάγκη από την έγερση ενός τέτοιου θέματος και μάλιστα στο επίπεδο και με την πανηγυρικότητα, που περιβλήθηκε.
Αντίθετα ανέμενε από την αξιωματική αντιπολίτευση να αναδείξει με τη δέουσα ένταση και την αντίστοιχη πανηγυρικότητα τα θέματα της οικονομίας και των οικονομικών σκανδάλων, να συμμετάσχει δραστήρια στις κινητοποιήσεις των διαφόρων κλάδων και κοινωνικών ομάδων, να προτείνει λύσεις για το ξεπέρασμα των οικονομικών αδιεξόδων τις χώρας και να υποσχεθεί οικονομικές πολιτικές που θα επιλύουν τα οικονομικά προβλήματα του κάθε κλάδου με την υιοθέτηση των εύλογων αιτημάτων, που η συνδικαλιστική τους ηγεσία έχει επεξεργασθεί.
Να γιατί ανεξάρτητα από την βασιμότητα η μη των καταγγελιών η πρωτοβουλία του ΠΑΣΟΚ υπήρξε από πολιτικής απόψεως θλιβερά άστοχη και αναπότρεπτα θα αποβεί και πολιτικά ατυχής.
Εκτός από την μικρής διάρκειας επικοινωνιακή ανάσα, που θα προσφέρει στην Νέα Δημοκρατία και την μοιραία απογοήτευση των ψηφοφόρων του, το μόνο που πιθανά θα μπορέσει να πετύχει θα είναι η εξάρτηση της αξιοπιστίας της καταγγελίας του από την μαρτυρία του κ. Πλεύρη ως τρίτου «αντικειμενικού» ψηφολέκτη, ο οποίος θα κληθεί να αναγνωρίσει την γνησιότητα της υπογραφή του και εντεύθεν την ύπαρξη ή όχι «νοθείας» στην επίμαχη ψηφοφορία.
Και αν ακόμα ο κ. Πλεύρης δικαιώσει τους θεσμολάγνους επικοινωνιολόγους του ΠΑΣΟΚ αυτό θα αποφέρει άραγε κάποια ανατροπή στα αποτελέσματα των δημοσκοπήσεων;
Πολύ φοβούμαι πως όχι.
Διότι ο μέσος ψηφοφόρος ευλόγως θα αναλογισθεί ότι ο κ. Καραμανλής είναι ένας ανεπαρκής κυβερνήτης. Ο κ. Αλογοσκούφης είναι αναμφίβολα ένας αποτυχημένος υπουργός Οικονομικών. Αναμφισβίτητα και οι δυό τους έχουν ζημιώσει με τις επιλογές τους την Ελληνική οικονομία. Φαίνονται όμως οι μόνοι, που εξακολουθούν να ασχολούνται με τα πραγματικά προβλήματα του τόπου, την ώρα που η αντιπολίτευση δείχνει να αδυνατεί ακόμη και να ιεραρχήσει τα ζητήματα της δεινής καθημερινότητας του.
Επομένως ευλόγως θα τους θεωρεί ως καταλληλότερους να τον κυβερνούν…
Επομένως ή ουφολογικού επιπέδου πρωτοβουλία του ΠΑΣΟΚ, που ως πολιτική δράση και επιλογή βαθμολογείται λίαν επιεικώς με μονάδα, θα ήταν σε κάθε άλλη περίπτωση εξαιρετικά αστεία, αν η συγκεκριμένη χρονική συγκυρία δεν ήταν τόσο θλιβερή για το μέλλον αυτού του λαού και του τόπου…
Ελπίζουμε αυτή η πολιτικά αφελής πρακτική του κόμματος της αξιωματικής αντιπολίτευσης να μην έχει συνέχεια για να μη επιβεβαιωθεί η γνωστή ευαγγελική ρήση του τίτλου...
Τετάρτη 27 Αυγούστου 2008
O (not absolutely but definitely Wrong) Mr. Jacques ROGGE και η (not definitely but absolutely ridiculous) ελληνική εμφάνιση.
Οδυνηρά έκθαμβο έμεινε το ελληνικό έθνος απανταχού της οικουμένης από την εικόνα, που παρουσίασε η χώρα μας στους 29ους Ολυμπιακούς αγώνες.
Και βεβαίως το σοβαρότερο πρόβλημα δεν είναι η πενιχρότατη συγκομιδή μεταλλίων, ζήτημα που προφανώς αποτελεί μόνον την κορυφή του παγόβουνου.
Το πιο καταθλιπτικό είναι η διαχείριση του όλου θέματος από όλους αυτούς, που άμεσα ή έμμεσα εμπλέκονται σ’ αυτό το αθλητικό, πολιτιστικό και διπλωματικό Βατερλώ.
Καλώς ή κακώς οι ολυμπιακοί αγώνες έχουν αποκτήσει μια μεγάλη διεθνή απήχηση, μονοπωλούν τα φώτα της δημοσιότητας και παίζουν σημαντικό ρόλο στην διεθνή εικόνα των χωρών, που συμμετέχουν σ’ αυτούς.
Αυτό είναι μια πραγματικότητα, που οφείλουμε να παραδεχθούμε ανεξάρτητα από την προσωπική άποψη του καθενός περί του δέοντος γενέσθαι.
Αυτή η πραγματικότητα επιβάλει σε κάθε συμμετέχουσα χώρα να αντιμετωπίζει τη συμμετοχή της με την απαιτούμενη στοιχειώδη σοβαρότητα.
Πολλώ μάλλον η χώρα μας, που σαν πολιτιστική μητέρα των αγώνων βρίσκεται πάντοτε στην πρώτη θέση του παγκόσμιου ενδιαφέροντος.
Είναι γνωστότατο σε όλους τους εμπλεκόμενους και ούτως ή άλλως αυτονόητο και για τον τελευταίο ηλίθιο σ’ αυτόν τον πλανήτη ότι υπάρχουν κάθε φορά χιλιάδες άνθρωποι στον κόσμο, που μαθαίνουν ότι υπάρχει κάποια Ελλάδα στη γη μόνο και μόνο γιατί τυχαίνει να παρακολουθούν τους Ολυμπιακούς αγώνες.
Αυτός και μόνο είναι ένας πολύ σοβαρός λόγος για να προσπαθούμε κάθε φορά, όχι να βγούμε πρώτοι στα αθλήματα, αλλά κυρίως να παρουσιάσουμε ένα αξιοπρεπές πρόσωπο μιας σύγχρονης πολιτισμένης και νοικοκυρεμένης δημοκρατίας.
Το 2004 παρά το φιάσκο των δρομέων ταχύτητας παρουσιάσαμε μια γενικά εξαιρετική εικόνα και σε οργανωτικό και σε αθλητικό επίπεδο.
Το πάθημα της Θάνου και του Κεντέρη για κάθε άλλο κράτος θα γινόταν μάθημα.
Οι πανέξυπνοι όμως Κυβερνητικοί και αθλητικοί έλληνες παράγοντες δεν ίδρωσαν καθόλου.
Αντί να σηκώσουν τα μανίκια και να στρωθούν στη δουλειά, έδρεψαν θρασύτατα τις δάφνες από τον ιδρώτα των προκατόχων τους.
Ξεθεώθηκαν στις δεξιώσεις και τις φωτογραφήσεις.
Στριμώχθηκαν αυτάρεσκα και ιδιοτελώς μπροστά στις κάμερες.
Ξεκοκάλισαν τα περικομμένα κονδύλια του κρατικού προϋπολογισμού,
Αξιοποίησαν στο έπακρο τις ευκαιρίες προσωπικής προβολής και κάλυψαν με το παραπάνω τις ανάγκες τους για χλιδάτο τουρισμό στη χώρα του δράκου.
Ωσάν μωρές παρθένες επί τέσσερα ολόκληρα χρόνια δεν συνέλαβαν το μήνυμα της WADA, δεν θωράκισαν θεσμικά τον αθλητισμό, δεν έλεγξαν επαρκώς τις ομοσπονδίες, δεν φρόντισαν για την πρόοδο των αθλητών, δεν τράβηξαν τ’ αυτί στους εμπόρους αναβολικών και τα βαποράκια τους.
Και όταν ήρθε ή ώρα της δοκιμασίας, ακόμα και τότε δεν μπήκαν στον κόπο να εκτελέσουν στοιχειωδώς τα καθήκοντά τους.
Ακόμη και μετά την έναρξη των αγώνων συνέχισαν να επιδίδονται σε τουρισμό και σε προσωπικές δημόσιες σχέσεις.
Διότι πως αλλιώς δικαιολογείται ότι δεν αντέδρασαν στον αποκλεισμό της Θάνου και το διασυρμό της Χαλκιά;
Ότι επέτρεψαν να εμφανισθεί ως αρχηγός της Ελληνικής Δημοκρατίας ο τέως βασιλιάς.
Ότι για να μη χαλάσουν τις προσωπικές τους σχέσεις με τον κ. Ρόγκ του επέτρεψαν να παίξει όλο αυτό το αηδιαστικό παιχνίδι εις βάρος της χώρας μας.
Δεν θέλουμε να είμαστε καχύποπτοι ούτε μας αρέσουν οι συνομωσιολογίες.
Όμως δεν μπορούμε να πιπιλάμε και το δάκτυλό μας, ιδίως όταν προσπαθούν να μας το βάλουν με το ζόρι στο στόμα κάποιοι τέτοιοι τύποι σαν τον κ. Wrong.
Διότι αυτός ο κύριος είναι ο τελευταίος, που νομιμοποιείται να το παίζει άγιος σε σχέση με τα αναβολικά.
Αυτή και μόνη η ιδιότητά του ως Προέδρου της Διεθνούς Ολυμπιακής Επιτροπής τον καθιστά υπ’ αριθμόν ένα υπεύθυνο και υπόλογο για όλα τα στραβά των ολυμπιακών διοργανώσεων και προφανώς για την φαρισαϊκή διαχείριση του εγκλήματος των αναβολικών.
Οι βελτιώσεις των αθλητικών ρεκόρ, που έχουν σημειωθεί την τελευταία δεκαετία απαιτούν μετάλλαξη του ανθρώπινου οργανισμού, που για να συντελεσθεί θα χρειαζόταν υπό κανονικές συνθήκες την πάροδο αρκετών αιώνων. Και μάλιστα θα απαιτούσε μια άλλη κατεύθυνση του τρόπου διαβίωσης, η οποία να ευνοούσε την εκγύμναση του ανθρώπινου σώματος, ενώ αντίθετα η σύγχρονη καθημερινότητα προάγει την χαλάρωση και την αποδυνάμωση του μυϊκού συστήματος.
Είναι επομένως ευνόητο και για τον τελευταίο βλάκα του πλανήτη ότι τα ρεκόρ αυτά επιτυγχάνονται με βιοχημικά υποστηριζόμενη μετάλλαξη.
Μόνο ο κ. Wrong προσποιείται ότι δεν το αντιλαμβάνεται.
Γιατί άραγε; Διότι απλούστατα αν το παραδεχόταν θα τίναζε στον αέρα όλο το επιχειρηματικό διασύμπλεγμα των σύγχρονων Ολυμπιακών Αγώνων με την εξαμβλωματική μορφή, όπου τους έχουν καταντήσει ο κ. Wrong και οι “Αθάνατοι” συνεταίροι του.
Επομένως ο κ. Ρογκ δεν νομιμοποιείται να το παίζει επιλεκτικός τιμητής κάποιων δύστυχων αθλητών, που είναι τα θύματα της όλης υπόθεσης.
Πολύ περισσότερο δεν δικαιούται να επιτίθεται εναντίον της Ελλάδος με προφανή στόχο την εξεύρεση αποδιοπομπαίου τράγου αίροντος τις αμαρτίες όλων των συμμετεχόντων.
Oχι απλά διότι σ’ αυτή τη χώρα χρωστάει την ύπαρξή του και τη χλιδάτη διαβίωσή του.
Αλλά διότι είναι εξαιρετικά αστείος ο ισχυρισμός ότι «το χρυσό μετάλλιο του ντόπιγκ» το έχει μια χώρα, της οποίας οι αθλητές κατηγορούνται πως κατανάλωσαν προπολεμικά σκευάσματα και πέτυχαν μια από τις χειρότερες θέσεις στην τελική κατάταξη.
Η κοινή λογική υποδεικνύει ότι το χρυσό μετάλλιο πρέπει να ανήκει σε όποια χώρα καταφέρνει να παρασκευάζει αναβολικά τελευταίας τεχνολογίας μη ανιχνεύσιμα και να συλλέγει τη μερίδα του λέοντος στα μετάλλια και όχι «στην τελευταία τρύπα της φλογέρας», όπως η Ελλάδα.
Το μεγάλο μας πρόβλημα όμως δεν είναι ο κ. Ρόγκ, ο οποίος κάνει τη δουλειά του και άξιος ο μισθός του.
Το μεγάλο μας πρόβλημα είναι οι δικοί μας παράγοντες (κυβερνητικοί και αθλητικοί), που δεν κάνουν καθόλου καλά τη δική τους δουλειά.
Όλοι αυτοί, που λυμαίνονται ποικιλοτρόπως (οικονομικά ή επικοινωνιακά) τον ελληνικό αθλητισμό και εμφανίζονται σήμερα «να πέφτουν από τα σύννεφα», να παριστάνουν τους εξορκιστές του ντόπιγκ και να διαρρηγνύουν, ως παρθένες, τα ιμάτιά τους.
Όλοι αυτοί, που με περισσή θρασύτητα αντί να ξεσκεπάσουν τον κ. Ρογκ και την πολυεθνική επιχειρηματικότητά του συσστρατεύονται μαζί του σε ένα φαρισαϊκό κυνήγι μαγισσών.
Αυτοί, που κατάφεραν μέσα σε ελάχιστο χρονικό διάστημα να καταντήσουν την παγκοσμίως αξιοζήλευτη Ελλάδα του 2004 στην Ελλάδα της ντροπής του 2008, όπως την χαρακτήρισε ο κ.Βουλγαράκης.
Αυτοί οι ριψάσπιδες και οι οσφυοκάμπτες, που ο ρόλος τους είναι να προστατεύουν τον Ελληνικό αθλητισμό και την αξιοπρέπεια της Ελλάδας.
Και αντ’ αυτού, δειλοί και ιδιοτελείς, επιτρέπουν στους βαρβάρους να λοιδορούν την χώρα μας και επιρρίπτουν τις δικές τους ευθύνες στα δυστυχή θύματα, που στην πραγματικότητα είναι από κάθε άποψη οι δύστυχοι αθλητές μας.
Γιατί μόνο θύματα είναι οι αθλητές, είτε έκαναν, όπως τους καταμαρτυρούν, είτε δεν έκαναν, όπως οι ίδιοι επιμένουν, χρήση αναβολικών.
Καθ’ όσον εξ άλλου αφορά στο φετινό σλόγκαν των Ολυμπιακών αγώνων («Ενας κόσμος- ένα όνειρο») αποδείχθηκε κούφια λόγια.
Διότι η πολιτεία του κ. Ρογκ κατέδειξε ότι υπάρχει ο κόσμος των προνομιούχων κρατών, που δρουν ανεξέλεγκτα και παραμένουν στο απυρόβλητο και ο κόσμος των φτωχοπρόδρομων, που φταίνε σε όλα και για όλα.
Στους πρώτους ανήκει ολόκληρος ο κόσμος και στους δεύτερους το όνειρο-εφιάλτης.
Έτσι αυτό που έχουμε να πούμε στον κ. Ρογκ είναι:
“Please Mr. Wrong keep the dream and give us back our world”
Και βεβαίως το σοβαρότερο πρόβλημα δεν είναι η πενιχρότατη συγκομιδή μεταλλίων, ζήτημα που προφανώς αποτελεί μόνον την κορυφή του παγόβουνου.
Το πιο καταθλιπτικό είναι η διαχείριση του όλου θέματος από όλους αυτούς, που άμεσα ή έμμεσα εμπλέκονται σ’ αυτό το αθλητικό, πολιτιστικό και διπλωματικό Βατερλώ.
Καλώς ή κακώς οι ολυμπιακοί αγώνες έχουν αποκτήσει μια μεγάλη διεθνή απήχηση, μονοπωλούν τα φώτα της δημοσιότητας και παίζουν σημαντικό ρόλο στην διεθνή εικόνα των χωρών, που συμμετέχουν σ’ αυτούς.
Αυτό είναι μια πραγματικότητα, που οφείλουμε να παραδεχθούμε ανεξάρτητα από την προσωπική άποψη του καθενός περί του δέοντος γενέσθαι.
Αυτή η πραγματικότητα επιβάλει σε κάθε συμμετέχουσα χώρα να αντιμετωπίζει τη συμμετοχή της με την απαιτούμενη στοιχειώδη σοβαρότητα.
Πολλώ μάλλον η χώρα μας, που σαν πολιτιστική μητέρα των αγώνων βρίσκεται πάντοτε στην πρώτη θέση του παγκόσμιου ενδιαφέροντος.
Είναι γνωστότατο σε όλους τους εμπλεκόμενους και ούτως ή άλλως αυτονόητο και για τον τελευταίο ηλίθιο σ’ αυτόν τον πλανήτη ότι υπάρχουν κάθε φορά χιλιάδες άνθρωποι στον κόσμο, που μαθαίνουν ότι υπάρχει κάποια Ελλάδα στη γη μόνο και μόνο γιατί τυχαίνει να παρακολουθούν τους Ολυμπιακούς αγώνες.
Αυτός και μόνο είναι ένας πολύ σοβαρός λόγος για να προσπαθούμε κάθε φορά, όχι να βγούμε πρώτοι στα αθλήματα, αλλά κυρίως να παρουσιάσουμε ένα αξιοπρεπές πρόσωπο μιας σύγχρονης πολιτισμένης και νοικοκυρεμένης δημοκρατίας.
Το 2004 παρά το φιάσκο των δρομέων ταχύτητας παρουσιάσαμε μια γενικά εξαιρετική εικόνα και σε οργανωτικό και σε αθλητικό επίπεδο.
Το πάθημα της Θάνου και του Κεντέρη για κάθε άλλο κράτος θα γινόταν μάθημα.
Οι πανέξυπνοι όμως Κυβερνητικοί και αθλητικοί έλληνες παράγοντες δεν ίδρωσαν καθόλου.
Αντί να σηκώσουν τα μανίκια και να στρωθούν στη δουλειά, έδρεψαν θρασύτατα τις δάφνες από τον ιδρώτα των προκατόχων τους.
Ξεθεώθηκαν στις δεξιώσεις και τις φωτογραφήσεις.
Στριμώχθηκαν αυτάρεσκα και ιδιοτελώς μπροστά στις κάμερες.
Ξεκοκάλισαν τα περικομμένα κονδύλια του κρατικού προϋπολογισμού,
Αξιοποίησαν στο έπακρο τις ευκαιρίες προσωπικής προβολής και κάλυψαν με το παραπάνω τις ανάγκες τους για χλιδάτο τουρισμό στη χώρα του δράκου.
Ωσάν μωρές παρθένες επί τέσσερα ολόκληρα χρόνια δεν συνέλαβαν το μήνυμα της WADA, δεν θωράκισαν θεσμικά τον αθλητισμό, δεν έλεγξαν επαρκώς τις ομοσπονδίες, δεν φρόντισαν για την πρόοδο των αθλητών, δεν τράβηξαν τ’ αυτί στους εμπόρους αναβολικών και τα βαποράκια τους.
Και όταν ήρθε ή ώρα της δοκιμασίας, ακόμα και τότε δεν μπήκαν στον κόπο να εκτελέσουν στοιχειωδώς τα καθήκοντά τους.
Ακόμη και μετά την έναρξη των αγώνων συνέχισαν να επιδίδονται σε τουρισμό και σε προσωπικές δημόσιες σχέσεις.
Διότι πως αλλιώς δικαιολογείται ότι δεν αντέδρασαν στον αποκλεισμό της Θάνου και το διασυρμό της Χαλκιά;
Ότι επέτρεψαν να εμφανισθεί ως αρχηγός της Ελληνικής Δημοκρατίας ο τέως βασιλιάς.
Ότι για να μη χαλάσουν τις προσωπικές τους σχέσεις με τον κ. Ρόγκ του επέτρεψαν να παίξει όλο αυτό το αηδιαστικό παιχνίδι εις βάρος της χώρας μας.
Δεν θέλουμε να είμαστε καχύποπτοι ούτε μας αρέσουν οι συνομωσιολογίες.
Όμως δεν μπορούμε να πιπιλάμε και το δάκτυλό μας, ιδίως όταν προσπαθούν να μας το βάλουν με το ζόρι στο στόμα κάποιοι τέτοιοι τύποι σαν τον κ. Wrong.
Διότι αυτός ο κύριος είναι ο τελευταίος, που νομιμοποιείται να το παίζει άγιος σε σχέση με τα αναβολικά.
Αυτή και μόνη η ιδιότητά του ως Προέδρου της Διεθνούς Ολυμπιακής Επιτροπής τον καθιστά υπ’ αριθμόν ένα υπεύθυνο και υπόλογο για όλα τα στραβά των ολυμπιακών διοργανώσεων και προφανώς για την φαρισαϊκή διαχείριση του εγκλήματος των αναβολικών.
Οι βελτιώσεις των αθλητικών ρεκόρ, που έχουν σημειωθεί την τελευταία δεκαετία απαιτούν μετάλλαξη του ανθρώπινου οργανισμού, που για να συντελεσθεί θα χρειαζόταν υπό κανονικές συνθήκες την πάροδο αρκετών αιώνων. Και μάλιστα θα απαιτούσε μια άλλη κατεύθυνση του τρόπου διαβίωσης, η οποία να ευνοούσε την εκγύμναση του ανθρώπινου σώματος, ενώ αντίθετα η σύγχρονη καθημερινότητα προάγει την χαλάρωση και την αποδυνάμωση του μυϊκού συστήματος.
Είναι επομένως ευνόητο και για τον τελευταίο βλάκα του πλανήτη ότι τα ρεκόρ αυτά επιτυγχάνονται με βιοχημικά υποστηριζόμενη μετάλλαξη.
Μόνο ο κ. Wrong προσποιείται ότι δεν το αντιλαμβάνεται.
Γιατί άραγε; Διότι απλούστατα αν το παραδεχόταν θα τίναζε στον αέρα όλο το επιχειρηματικό διασύμπλεγμα των σύγχρονων Ολυμπιακών Αγώνων με την εξαμβλωματική μορφή, όπου τους έχουν καταντήσει ο κ. Wrong και οι “Αθάνατοι” συνεταίροι του.
Επομένως ο κ. Ρογκ δεν νομιμοποιείται να το παίζει επιλεκτικός τιμητής κάποιων δύστυχων αθλητών, που είναι τα θύματα της όλης υπόθεσης.
Πολύ περισσότερο δεν δικαιούται να επιτίθεται εναντίον της Ελλάδος με προφανή στόχο την εξεύρεση αποδιοπομπαίου τράγου αίροντος τις αμαρτίες όλων των συμμετεχόντων.
Oχι απλά διότι σ’ αυτή τη χώρα χρωστάει την ύπαρξή του και τη χλιδάτη διαβίωσή του.
Αλλά διότι είναι εξαιρετικά αστείος ο ισχυρισμός ότι «το χρυσό μετάλλιο του ντόπιγκ» το έχει μια χώρα, της οποίας οι αθλητές κατηγορούνται πως κατανάλωσαν προπολεμικά σκευάσματα και πέτυχαν μια από τις χειρότερες θέσεις στην τελική κατάταξη.
Η κοινή λογική υποδεικνύει ότι το χρυσό μετάλλιο πρέπει να ανήκει σε όποια χώρα καταφέρνει να παρασκευάζει αναβολικά τελευταίας τεχνολογίας μη ανιχνεύσιμα και να συλλέγει τη μερίδα του λέοντος στα μετάλλια και όχι «στην τελευταία τρύπα της φλογέρας», όπως η Ελλάδα.
Το μεγάλο μας πρόβλημα όμως δεν είναι ο κ. Ρόγκ, ο οποίος κάνει τη δουλειά του και άξιος ο μισθός του.
Το μεγάλο μας πρόβλημα είναι οι δικοί μας παράγοντες (κυβερνητικοί και αθλητικοί), που δεν κάνουν καθόλου καλά τη δική τους δουλειά.
Όλοι αυτοί, που λυμαίνονται ποικιλοτρόπως (οικονομικά ή επικοινωνιακά) τον ελληνικό αθλητισμό και εμφανίζονται σήμερα «να πέφτουν από τα σύννεφα», να παριστάνουν τους εξορκιστές του ντόπιγκ και να διαρρηγνύουν, ως παρθένες, τα ιμάτιά τους.
Όλοι αυτοί, που με περισσή θρασύτητα αντί να ξεσκεπάσουν τον κ. Ρογκ και την πολυεθνική επιχειρηματικότητά του συσστρατεύονται μαζί του σε ένα φαρισαϊκό κυνήγι μαγισσών.
Αυτοί, που κατάφεραν μέσα σε ελάχιστο χρονικό διάστημα να καταντήσουν την παγκοσμίως αξιοζήλευτη Ελλάδα του 2004 στην Ελλάδα της ντροπής του 2008, όπως την χαρακτήρισε ο κ.Βουλγαράκης.
Αυτοί οι ριψάσπιδες και οι οσφυοκάμπτες, που ο ρόλος τους είναι να προστατεύουν τον Ελληνικό αθλητισμό και την αξιοπρέπεια της Ελλάδας.
Και αντ’ αυτού, δειλοί και ιδιοτελείς, επιτρέπουν στους βαρβάρους να λοιδορούν την χώρα μας και επιρρίπτουν τις δικές τους ευθύνες στα δυστυχή θύματα, που στην πραγματικότητα είναι από κάθε άποψη οι δύστυχοι αθλητές μας.
Γιατί μόνο θύματα είναι οι αθλητές, είτε έκαναν, όπως τους καταμαρτυρούν, είτε δεν έκαναν, όπως οι ίδιοι επιμένουν, χρήση αναβολικών.
Καθ’ όσον εξ άλλου αφορά στο φετινό σλόγκαν των Ολυμπιακών αγώνων («Ενας κόσμος- ένα όνειρο») αποδείχθηκε κούφια λόγια.
Διότι η πολιτεία του κ. Ρογκ κατέδειξε ότι υπάρχει ο κόσμος των προνομιούχων κρατών, που δρουν ανεξέλεγκτα και παραμένουν στο απυρόβλητο και ο κόσμος των φτωχοπρόδρομων, που φταίνε σε όλα και για όλα.
Στους πρώτους ανήκει ολόκληρος ο κόσμος και στους δεύτερους το όνειρο-εφιάλτης.
Έτσι αυτό που έχουμε να πούμε στον κ. Ρογκ είναι:
“Please Mr. Wrong keep the dream and give us back our world”
Κυριακή 24 Αυγούστου 2008
Η Μήδεια, ως κυβερνητικό σύνδρομο και ο κ. Μολυβιάτης

Τουλάχιστον μέχρι το περασμένο καλοκαίρι ο κ. Μολυβιάτης μπορούσε να θεωρείται αξιοζήλευτος.
Μακροβιότατος πολιτικός χαμηλών τόνων με ουδέποτε λαμπιρίζουσα, αλλά πάντως λαμπρή καριέρα τόσο στην πολιτική, όσο και στην διπλωματία.
Έχοντας χρηματίσει καταξιωμένος σύμβουλος τόσο του Κωνσταντίνου Καραμανλή, του πρεσβύτερου όσο και του νεότερου και έχοντας δημιουργήσει σχολή στη διεθνή διπλωματία, εύλογα συγκαταλέγεται στις πολιτικές φυσιογνωμίες εθνικής, περίπου υπερκομματικής ακτινοβολίας.
Έτσι η τοποθέτησή του στην προεδρία του Ειδικού Ταμείου Αντιμετώπισης Εκτάκτων Αναγκών συνεκτιμουμένης της ηθικής ακεραιότητας του ανδρός δικαιολογημένα δημιούργησε υψηλές προσδοκίες στο Πανελήνιο και ιδιαίτερα στους αναξιοπαθούντες πυρόπληκτους.
Προφανώς η μεγάλη επιτυχία του εράνου για την αποκατάσταση των ζημιών οφείλεται σε κάποιο βαθμό στην εμπιστοσύνη, που ενέπνευσε στους δωρητές η προσωπικότητα του συμπαθέστατου Προέδρου του Ειδικού Ταμείου.
Αξιοζήλευτος λοιπόν μέχρι το περασμένο καλοκαίρι ο κ. Μολυβιάτης, που μέχρι τον διορισμό του σ΄αυτή την ανθρωπιστική επιτροπή φαινόταν να έχει τερματίσει λίαν ευδοκίμως τον πολιτικό και διπλωματικό του μαραθώνιο.
Όμως ένα χρόνο μετά η Σολώνια ρήτρα «μηδένα προ του τέλους μακάριζε», αρχίζει να στοιχειώνει την υστεροφημία του κ. Μολυβιάτη.
Μια προεδρική θέση σε μια εξαιρετικής κοινωνικής ακτινοβολίας επιτροπή, κινδυνεύει να εξελιχθεί σε ηλεκτρική καρέκλα χάρη στη μοναδική ικανότητα της κυβέρνησης «χρυσάφι να πιάνει και στάχτη να γίνεται».
Γιατί πως αλλιώς μπορεί να χαρακτηρισθεί η εξαιρετική εύνοια της τύχης όπου μια Κυβέρνηση αφήνει την Ελλάδα να καίγεται και παραταύτα επανεκλέγεται υπερψηφιζόμενη πανηγυρικά ακόμη και από τους ίδιους τους πυρόπληκτους.
Στη συνέχεια δε χάρη στην κοινωνική αλληλεγγύη των Ελλήνων βρίσκεται άκοπα να διαθέτει δεκάδες εκατομμύρια χωρίς να επιβαρύνει διόλου τα άδεια δημόσια ταμεία.
Τι καλύτερη ευκαιρία για να επιδείξει κοινωνικό έργο «με ξένα κόλυβα».
Μακροβιότατος πολιτικός χαμηλών τόνων με ουδέποτε λαμπιρίζουσα, αλλά πάντως λαμπρή καριέρα τόσο στην πολιτική, όσο και στην διπλωματία.
Έχοντας χρηματίσει καταξιωμένος σύμβουλος τόσο του Κωνσταντίνου Καραμανλή, του πρεσβύτερου όσο και του νεότερου και έχοντας δημιουργήσει σχολή στη διεθνή διπλωματία, εύλογα συγκαταλέγεται στις πολιτικές φυσιογνωμίες εθνικής, περίπου υπερκομματικής ακτινοβολίας.
Έτσι η τοποθέτησή του στην προεδρία του Ειδικού Ταμείου Αντιμετώπισης Εκτάκτων Αναγκών συνεκτιμουμένης της ηθικής ακεραιότητας του ανδρός δικαιολογημένα δημιούργησε υψηλές προσδοκίες στο Πανελήνιο και ιδιαίτερα στους αναξιοπαθούντες πυρόπληκτους.
Προφανώς η μεγάλη επιτυχία του εράνου για την αποκατάσταση των ζημιών οφείλεται σε κάποιο βαθμό στην εμπιστοσύνη, που ενέπνευσε στους δωρητές η προσωπικότητα του συμπαθέστατου Προέδρου του Ειδικού Ταμείου.
Αξιοζήλευτος λοιπόν μέχρι το περασμένο καλοκαίρι ο κ. Μολυβιάτης, που μέχρι τον διορισμό του σ΄αυτή την ανθρωπιστική επιτροπή φαινόταν να έχει τερματίσει λίαν ευδοκίμως τον πολιτικό και διπλωματικό του μαραθώνιο.
Όμως ένα χρόνο μετά η Σολώνια ρήτρα «μηδένα προ του τέλους μακάριζε», αρχίζει να στοιχειώνει την υστεροφημία του κ. Μολυβιάτη.
Μια προεδρική θέση σε μια εξαιρετικής κοινωνικής ακτινοβολίας επιτροπή, κινδυνεύει να εξελιχθεί σε ηλεκτρική καρέκλα χάρη στη μοναδική ικανότητα της κυβέρνησης «χρυσάφι να πιάνει και στάχτη να γίνεται».
Γιατί πως αλλιώς μπορεί να χαρακτηρισθεί η εξαιρετική εύνοια της τύχης όπου μια Κυβέρνηση αφήνει την Ελλάδα να καίγεται και παραταύτα επανεκλέγεται υπερψηφιζόμενη πανηγυρικά ακόμη και από τους ίδιους τους πυρόπληκτους.
Στη συνέχεια δε χάρη στην κοινωνική αλληλεγγύη των Ελλήνων βρίσκεται άκοπα να διαθέτει δεκάδες εκατομμύρια χωρίς να επιβαρύνει διόλου τα άδεια δημόσια ταμεία.
Τι καλύτερη ευκαιρία για να επιδείξει κοινωνικό έργο «με ξένα κόλυβα».
Φρούδες ελπίδες.
Ουδείς αμφιβάλει για τις καλές προθέσεις του κ. Μολυβιάτη.
Οι πολιτικοί όμως μπορεί να γίνονται συμπαθείς για τις προθέσεις τους, αλλά δοξάζονται μόνο από την αποτελεσματικότητά τους.
Αποτελεσματικότητα, που προς το παρόν τουλάχιστον δεν προκύπτει από τον απολογισμό του Ειδικού Ταμείου.
Διότι το ενδιαφέρον του Ελληνικού λαού προφανώς δεν περιστρέφεται στα αποτελέσματα του εθνικού εράνου. Εστιάζεται μάλλον στην αποτελεσματικότητα της θεραπείας των παθών των θυμάτων των πυρκαϊών.
Η μέχρι σχολαστικότητος ακρίβεια στην λογιστική παρουσίαση του ταμιακού αποτελέσματος του ειδικού ταμείου και ενδιαφέρουσα είναι και ίσως επιβεβλημένη στους χαλεπούς μας καιρούς.
Όμως η επιτροπή και πρωτίστως ο πρόεδρός της δεν πρόκειται να αξιολογηθούν πολιτικά από το πόσα χρήματα μάζεψαν και πόσους τόκους συνέλεξαν.
Θα κριθούν κυρίως από το πόσα χρήματα, πόσο γρήγορα και πόσο επιμελώς εξόδευσαν για την ανακούφιση των ταλαίπωρων πυροπλήκτων.
Και δυστυχώς ως προς αυτό το σκέλος ο απολογισμός, τουλάχιστον κατά τα δημοσιεύματα του τύπου είναι πενιχρός. Κατά τις μαρτυρίες δε των ίδιων των πολύπαθων κατοίκων των πληγωμένων περιοχών είναι μάλλον μηδαμινός.
Ένας χρόνος δεν είναι βέβαια πολύς. Δεν είναι όμως και λίγος.
Ορώμενος μάλιστα από την σκοπιά των πυροπλήκτων κάθε ώρα που περνάει μοιάζει με αιωνιότητα.
Το χειρότερο είναι ότι μπορεί ο κάθε λαός να κυβερνάται σε κάθε ιστορική περίοδο από την κυβέρνηση, που του αξίζει, στην συγκεκριμένη όμως περίοδο αυτή η κυβέρνηση έχοντας χάσει πλέον κάθε ίχνος από τη συλλογική της αξιοπιστία καταναλώνει με απίστευτη ταχύτητα την ατομική αξιοπιστία κάθε αυτόφωτου πολιτικού, πού έχει την ατυχία να την υπηρετεί.
Είναι λοιπόν ηλίου φαεινότερο ότι αυτής της δεινής πραγματικότητας κινδυνεύει να πέσει θύμα εκών άκων και ο κ. Μολυβιάτης.
Χαρακτηριστικό το πρόσφατο παράδειγμα του κ. Ζορμπά, του οποίου οι διάφοροι κυβερνητικοί καλοθελητές είχαν το θράσος να αμφισβητήσουν όχι μόνον τις πολιτικές του ικανότητες, αλλά ακόμη και την νομική επιστημονική του επάρκεια.
Ίσως επομένως πολιτικοί της ποιότητας του κ. Μολυβιάτη να πρέπει να επανεξετάσουν το πόσο σκόπιμο και πόσο ευφυές είναι να στρατεύονται έστω και σε περιφερειακές δραστηριότητες αυτής της αυτοκαταστροφικής κυβέρνησης, που πλέον όπως η Μήδεια έχει προ πολλού αρχίσει να σκοτώνει τα παιδιά της προκειμένου να επιζήσει.
Ίσως θα πρέπει να ξαναμελετήσουν και να ακολουθήσουν κατά γράμμα στην πολιτική τους πρακτική την βαθυστόχαστη προτροπή του Μεγάλου Αλεξανδρέως Ποιητού, Κωνσταντίνου Καβάφη, που περιέχεται σε ένα όχι διάσημο, αλλά πάντως χρηστικά πολύτιμο ποίημά του, το «όσο μπορείς».
Τους το αφιερώνουμε με ειλικρινή συμπόνια.
«Κι αν δεν μπορείς να κάμεις τη ζωή σου όπως την θέλεις,
τούτο προσπάθησε τουλάχιστον
όσο μπορείς: μην την εξευτελίζεις
μες στην πολλή συνάφεια του κόσμου,
μες στες πολλές κινήσεις κι ομιλίες.
Μην την εξευτελίζεις πηαίνοντάς την,
γυρίζοντας συχνά κ΄εκθέτοντάς την
στων σχέσεων και των συναναστροφών
την καθημερινή ανοησία,
ως που να γίνει σα μια ξένη φορτική.»
Ουδείς αμφιβάλει για τις καλές προθέσεις του κ. Μολυβιάτη.
Οι πολιτικοί όμως μπορεί να γίνονται συμπαθείς για τις προθέσεις τους, αλλά δοξάζονται μόνο από την αποτελεσματικότητά τους.
Αποτελεσματικότητα, που προς το παρόν τουλάχιστον δεν προκύπτει από τον απολογισμό του Ειδικού Ταμείου.
Διότι το ενδιαφέρον του Ελληνικού λαού προφανώς δεν περιστρέφεται στα αποτελέσματα του εθνικού εράνου. Εστιάζεται μάλλον στην αποτελεσματικότητα της θεραπείας των παθών των θυμάτων των πυρκαϊών.
Η μέχρι σχολαστικότητος ακρίβεια στην λογιστική παρουσίαση του ταμιακού αποτελέσματος του ειδικού ταμείου και ενδιαφέρουσα είναι και ίσως επιβεβλημένη στους χαλεπούς μας καιρούς.
Όμως η επιτροπή και πρωτίστως ο πρόεδρός της δεν πρόκειται να αξιολογηθούν πολιτικά από το πόσα χρήματα μάζεψαν και πόσους τόκους συνέλεξαν.
Θα κριθούν κυρίως από το πόσα χρήματα, πόσο γρήγορα και πόσο επιμελώς εξόδευσαν για την ανακούφιση των ταλαίπωρων πυροπλήκτων.
Και δυστυχώς ως προς αυτό το σκέλος ο απολογισμός, τουλάχιστον κατά τα δημοσιεύματα του τύπου είναι πενιχρός. Κατά τις μαρτυρίες δε των ίδιων των πολύπαθων κατοίκων των πληγωμένων περιοχών είναι μάλλον μηδαμινός.
Ένας χρόνος δεν είναι βέβαια πολύς. Δεν είναι όμως και λίγος.
Ορώμενος μάλιστα από την σκοπιά των πυροπλήκτων κάθε ώρα που περνάει μοιάζει με αιωνιότητα.
Το χειρότερο είναι ότι μπορεί ο κάθε λαός να κυβερνάται σε κάθε ιστορική περίοδο από την κυβέρνηση, που του αξίζει, στην συγκεκριμένη όμως περίοδο αυτή η κυβέρνηση έχοντας χάσει πλέον κάθε ίχνος από τη συλλογική της αξιοπιστία καταναλώνει με απίστευτη ταχύτητα την ατομική αξιοπιστία κάθε αυτόφωτου πολιτικού, πού έχει την ατυχία να την υπηρετεί.
Είναι λοιπόν ηλίου φαεινότερο ότι αυτής της δεινής πραγματικότητας κινδυνεύει να πέσει θύμα εκών άκων και ο κ. Μολυβιάτης.
Χαρακτηριστικό το πρόσφατο παράδειγμα του κ. Ζορμπά, του οποίου οι διάφοροι κυβερνητικοί καλοθελητές είχαν το θράσος να αμφισβητήσουν όχι μόνον τις πολιτικές του ικανότητες, αλλά ακόμη και την νομική επιστημονική του επάρκεια.
Ίσως επομένως πολιτικοί της ποιότητας του κ. Μολυβιάτη να πρέπει να επανεξετάσουν το πόσο σκόπιμο και πόσο ευφυές είναι να στρατεύονται έστω και σε περιφερειακές δραστηριότητες αυτής της αυτοκαταστροφικής κυβέρνησης, που πλέον όπως η Μήδεια έχει προ πολλού αρχίσει να σκοτώνει τα παιδιά της προκειμένου να επιζήσει.
Ίσως θα πρέπει να ξαναμελετήσουν και να ακολουθήσουν κατά γράμμα στην πολιτική τους πρακτική την βαθυστόχαστη προτροπή του Μεγάλου Αλεξανδρέως Ποιητού, Κωνσταντίνου Καβάφη, που περιέχεται σε ένα όχι διάσημο, αλλά πάντως χρηστικά πολύτιμο ποίημά του, το «όσο μπορείς».
Τους το αφιερώνουμε με ειλικρινή συμπόνια.
«Κι αν δεν μπορείς να κάμεις τη ζωή σου όπως την θέλεις,
τούτο προσπάθησε τουλάχιστον
όσο μπορείς: μην την εξευτελίζεις
μες στην πολλή συνάφεια του κόσμου,
μες στες πολλές κινήσεις κι ομιλίες.
Μην την εξευτελίζεις πηαίνοντάς την,
γυρίζοντας συχνά κ΄εκθέτοντάς την
στων σχέσεων και των συναναστροφών
την καθημερινή ανοησία,
ως που να γίνει σα μια ξένη φορτική.»
Πέμπτη 21 Αυγούστου 2008
ΣΕΡΙΦΟΣ 21 Αυγούστου1916.
Στις αρχές του προηγούμενου αιώνα οι μεταλλωρύχοι της Σερίφου εξεγέρθηκαν ενάντια στις απάνθρωπες συνθήκες εργασίας στα μεταλλεία σιδήρου στο Μέγα λιβάδι.
Βασικό αίτημα ο περιορισμός του χρόνου εργασίας στις οκτώ ώρες.
Πέντε εργάτες και τέσσερεις χωροφύλακες νεκροί, ο απολογισμός της εργατικής εξέγερσης.
Με τη θυσία τους οι Κυκλαδίτες μεταλλωρύχοι υπήρξαν πρωτοπόροι στον αγώνα του παγκόσμιου εργατικού κινήματος για το οκτάωρο.
Το ιστορικό αυτό γεγονός αποσιωπήθηκε επιμελώς από τις μετέπειτα Ελληνικές κυβερνήσεις.
Χρειάσθηκε να περάσουν εξήντα έξι χρόνια μέχρι το επίσημο ελληνικό κράτος να αναγνωρίσει επισήμως τη σημασία της εξέγερσης των μεταλλωρύχων της Σερίφου το 1982, επί κυβερνήσεως Ανδρέα Παπανδρέου.
Είκοσι τέσσερα χρόνια μετά μια άλλη Ελληνική Κυβέρνηση με Πρωθυπουργό τον Κώστα Καραμανλή με τον νόμο για τη διευθέτηση του χρόνου εργασίας άνοιξε την κερκόπορτα για την αύξηση του οκτάωρου στις δέκα ώρες.
Βασικό αίτημα ο περιορισμός του χρόνου εργασίας στις οκτώ ώρες.
Πέντε εργάτες και τέσσερεις χωροφύλακες νεκροί, ο απολογισμός της εργατικής εξέγερσης.
Με τη θυσία τους οι Κυκλαδίτες μεταλλωρύχοι υπήρξαν πρωτοπόροι στον αγώνα του παγκόσμιου εργατικού κινήματος για το οκτάωρο.
Το ιστορικό αυτό γεγονός αποσιωπήθηκε επιμελώς από τις μετέπειτα Ελληνικές κυβερνήσεις.
Χρειάσθηκε να περάσουν εξήντα έξι χρόνια μέχρι το επίσημο ελληνικό κράτος να αναγνωρίσει επισήμως τη σημασία της εξέγερσης των μεταλλωρύχων της Σερίφου το 1982, επί κυβερνήσεως Ανδρέα Παπανδρέου.
Είκοσι τέσσερα χρόνια μετά μια άλλη Ελληνική Κυβέρνηση με Πρωθυπουργό τον Κώστα Καραμανλή με τον νόμο για τη διευθέτηση του χρόνου εργασίας άνοιξε την κερκόπορτα για την αύξηση του οκτάωρου στις δέκα ώρες.
Πέμπτη 14 Αυγούστου 2008
ΓΕΩΡΓΙΑ: Θερμά επεισόδια ενός ψυχρού πολέμου, που δεν έληξε ποτέ.
Κανείς δεν μπορεί να μείνει αδιάφορος μπροστά στη βαναυσότητα ενός πολέμου, όποιο και αν είναι το δικαιολογητικό του υπόβαθρο.
Κανείς δεν μπορεί να παραμείνει ασυγκίνητος μπροστά στο δράμα των αμάχων, που βιώνουν την θηριωδία των τυφλών βομβαρδισμών, όποιο και αν είναι το διακύβευμα της σύρραξης.
Καμιά επικοινωνιακή ιδεολογηματική ηθικολογία δεν μπορεί να αντισταθμίσει την εικόνα ενός τρομοκρατημένου ματωμένου παιδικού προσώπου.
Κανένας αγωγός φυσικού αερίου δεν αξίζει την απώλεια έστω και μίας ανθρώπινης ζωής.
Παρόλα αυτά έχει καταντήσει ρουτίνα τα τελευταία χρόνια να παρακολουθούμε περιοδικές αναφλέξεις σε διάφορες περιοχές του πλανήτη, συμπτωματικά σε αυτές που παρουσιάζουν έντονο ενεργειακό ενδιαφέρον.
Αποτελεί ειρωνεία αν όχι διαστροφική σχιζοφρένεια η ύπαρξη φυσικού ενεργειακού πλούτου σε μια περιοχή να αποτελεί κατάρα για τους δυστυχισμένους κατοίκους της αντί να αξιοποιείται σαν βάση για την οικονομική τους ευημερία.
Στο συρραξιακό σύμπλεγμα του Καυκάσου η χριστιανική Αμερικανικού τύπου Δημοκρατία της Γεωργίας εισέβαλε σε μια Κοσσοβαρικού τύπου μειονοτική χριστιανική περιοχή και προκάλεσε την επέμβαση της χριστιανικής Ρωσικής επανερχόμενης υπερδύναμης.
Ουδείς αμφιβάλει ότι η σύρραξη Ρωσίας Γεωργίας έχει τα χαρακτηριστικά της μονομαχίας ενός γίγαντα με ένα νάνο. Όμως και η επίθεση της Γεωργίας στην Οσσετία έχει τις αναλογίες της γάτας με το ποντικάκι.
Και πόσο ευφυές είναι τελικά ή ποιες ακριβώς σκοπιμότητες εξυπηρετεί το να παριστάνει κανείς τη μαυρόγατα μέσα στην αυλή του «κακού» γίγαντα;
Ενώ όμως είναι πλέον ή βέβαιον ότι ουδείς των εισβολέων εμοίρασε ανθοδέσμες στους άμαχους τα διεθνή μέσα ενημέρωσης παρουσιάζουν με μεγάλο ζήλο τις συνέπειες της Ρωσικής προέλασης και δεν έχουν το παραμικρό στοιχείο για την στρατιωτική δράση των Γεωργιανών δυνάμεων, που κατά ανεπιβεβαίωτες πληροφορίες έχουν τραγικά ισοπεδώσει την Οσσετία.
Χαρακτηριστική η περίπτωση των ελληνικών καναλιών, που μέσα σε πέντε μέρες κινδυνεύουν να έχουν προβάλει περισσότερες εικόνες φρίκης από τον Καύκασο από όσες προέβαλαν 34 χρόνια από τις θηριωδίες του Αττίλα στην Κύπρο.
Με τούτα και με εκείνα έχει καταντήσει πλέον εξαιρετικά αηδιαστικό το επικοινωνιακό σκηνικό, που στήνεται στα διεθνή μέσα ενημέρωσης για τον εξωραϊσμό των εκάστοτε ανίερων σκοπιμοτήτων.
Αποσιώπηση της πραγματικότητας, μονόπλευρη παρουσίαση των γεγονότων, επιλεγμένες εικόνες, στημένες συνεντεύξεις δήθεν απλών πολιτών, ρηχές ηθικολογικές αναλύσεις αυτόκλητων «ειδικών επιστημόνων» και μυστήριων «πολιτικών αναλυτών», ακόμη και συστηματική διαστρέβλωση της παραμικρής αλήθειας επιστρατεύονται στην προσπάθεια αποπροσανατολισμού της κοινής γνώμης.
Μιας κοινής γνώμης, που δυστυχώς πολύ συχνά φαίνεται να επιθυμεί διακαώς τον αποπροσανατολισμό της.
Διότι πως αλλιώς μπορεί να εξηγηθεί το εκπληκτικό φαινόμενο όπου ανάλογα με την περίπτωση ιδεολογήματα περί ανθρωπίνων δικαιωμάτων, αυτοδιάθεσης των λαών, εγκλημάτων πολέμου, διεθνούς τρομοκρατίας κ.λ.π, να χρησιμοποιούνται ανάλογα με την περίσταση για την δικαιολόγηση εκ διαμέτρου αντίθετων δραστηριοτήτων.
Πως δικαιολογείται οι συνήθεις πρωταγωνιστές του αιματοκυλίσματος του πλανήτη να παρουσιάζονται συγχρόνως και ως σωτήρες ή ως εγγυητές της ασφάλειας και της διεθνούς απονομής της δικαιοσύνης;
Πώς γίνεται οι λαοί να συντηρούν αυτά τα εμετικά μέσα ενημέρωσης με την θεαματικότητα και την εντεύθεν οικονομική στήριξη, που τους προσφέρουν;
Πώς γίνεται να αμείβουν με παχυλούς μισθούς όλους αυτούς τους κατ έξακολούθησιν αποτυχημένους περιοδεύοντες διπλωμάτες;
Πως γίνεται να επιβραβεύουν όλους αυτούς τους θλιβερούς ηγετίσκους διά της εκλογής και επανεκλογής τους;
Μήπως όπως οι Έλληνες περίπου συστηματικά τα τελευταία χρόνια επιλέγουν τους αντικειμενικά χειρότερους ως καταλληλότερους για να τους κυβερνούν;
Υ.Γ Και τέλος πάντων η στάση της Ελληνικής Κυβέρνησης είναι εν πολλοίς και κατανοητή και αναμενόμενη.
Μπορεί όμως κανείς να κατανοήσει την αδυναμία του συνόλου των κομμάτων της αντιπολίτευσης να διατυπώσουν μια σαφή και ολοκληρωμένη θέση για το θέμα της Ρωσογεωργιανής εμπλοκής;
Κανείς δεν μπορεί να παραμείνει ασυγκίνητος μπροστά στο δράμα των αμάχων, που βιώνουν την θηριωδία των τυφλών βομβαρδισμών, όποιο και αν είναι το διακύβευμα της σύρραξης.
Καμιά επικοινωνιακή ιδεολογηματική ηθικολογία δεν μπορεί να αντισταθμίσει την εικόνα ενός τρομοκρατημένου ματωμένου παιδικού προσώπου.
Κανένας αγωγός φυσικού αερίου δεν αξίζει την απώλεια έστω και μίας ανθρώπινης ζωής.
Παρόλα αυτά έχει καταντήσει ρουτίνα τα τελευταία χρόνια να παρακολουθούμε περιοδικές αναφλέξεις σε διάφορες περιοχές του πλανήτη, συμπτωματικά σε αυτές που παρουσιάζουν έντονο ενεργειακό ενδιαφέρον.
Αποτελεί ειρωνεία αν όχι διαστροφική σχιζοφρένεια η ύπαρξη φυσικού ενεργειακού πλούτου σε μια περιοχή να αποτελεί κατάρα για τους δυστυχισμένους κατοίκους της αντί να αξιοποιείται σαν βάση για την οικονομική τους ευημερία.
Στο συρραξιακό σύμπλεγμα του Καυκάσου η χριστιανική Αμερικανικού τύπου Δημοκρατία της Γεωργίας εισέβαλε σε μια Κοσσοβαρικού τύπου μειονοτική χριστιανική περιοχή και προκάλεσε την επέμβαση της χριστιανικής Ρωσικής επανερχόμενης υπερδύναμης.
Ουδείς αμφιβάλει ότι η σύρραξη Ρωσίας Γεωργίας έχει τα χαρακτηριστικά της μονομαχίας ενός γίγαντα με ένα νάνο. Όμως και η επίθεση της Γεωργίας στην Οσσετία έχει τις αναλογίες της γάτας με το ποντικάκι.
Και πόσο ευφυές είναι τελικά ή ποιες ακριβώς σκοπιμότητες εξυπηρετεί το να παριστάνει κανείς τη μαυρόγατα μέσα στην αυλή του «κακού» γίγαντα;
Ενώ όμως είναι πλέον ή βέβαιον ότι ουδείς των εισβολέων εμοίρασε ανθοδέσμες στους άμαχους τα διεθνή μέσα ενημέρωσης παρουσιάζουν με μεγάλο ζήλο τις συνέπειες της Ρωσικής προέλασης και δεν έχουν το παραμικρό στοιχείο για την στρατιωτική δράση των Γεωργιανών δυνάμεων, που κατά ανεπιβεβαίωτες πληροφορίες έχουν τραγικά ισοπεδώσει την Οσσετία.
Χαρακτηριστική η περίπτωση των ελληνικών καναλιών, που μέσα σε πέντε μέρες κινδυνεύουν να έχουν προβάλει περισσότερες εικόνες φρίκης από τον Καύκασο από όσες προέβαλαν 34 χρόνια από τις θηριωδίες του Αττίλα στην Κύπρο.
Με τούτα και με εκείνα έχει καταντήσει πλέον εξαιρετικά αηδιαστικό το επικοινωνιακό σκηνικό, που στήνεται στα διεθνή μέσα ενημέρωσης για τον εξωραϊσμό των εκάστοτε ανίερων σκοπιμοτήτων.
Αποσιώπηση της πραγματικότητας, μονόπλευρη παρουσίαση των γεγονότων, επιλεγμένες εικόνες, στημένες συνεντεύξεις δήθεν απλών πολιτών, ρηχές ηθικολογικές αναλύσεις αυτόκλητων «ειδικών επιστημόνων» και μυστήριων «πολιτικών αναλυτών», ακόμη και συστηματική διαστρέβλωση της παραμικρής αλήθειας επιστρατεύονται στην προσπάθεια αποπροσανατολισμού της κοινής γνώμης.
Μιας κοινής γνώμης, που δυστυχώς πολύ συχνά φαίνεται να επιθυμεί διακαώς τον αποπροσανατολισμό της.
Διότι πως αλλιώς μπορεί να εξηγηθεί το εκπληκτικό φαινόμενο όπου ανάλογα με την περίπτωση ιδεολογήματα περί ανθρωπίνων δικαιωμάτων, αυτοδιάθεσης των λαών, εγκλημάτων πολέμου, διεθνούς τρομοκρατίας κ.λ.π, να χρησιμοποιούνται ανάλογα με την περίσταση για την δικαιολόγηση εκ διαμέτρου αντίθετων δραστηριοτήτων.
Πως δικαιολογείται οι συνήθεις πρωταγωνιστές του αιματοκυλίσματος του πλανήτη να παρουσιάζονται συγχρόνως και ως σωτήρες ή ως εγγυητές της ασφάλειας και της διεθνούς απονομής της δικαιοσύνης;
Πώς γίνεται οι λαοί να συντηρούν αυτά τα εμετικά μέσα ενημέρωσης με την θεαματικότητα και την εντεύθεν οικονομική στήριξη, που τους προσφέρουν;
Πώς γίνεται να αμείβουν με παχυλούς μισθούς όλους αυτούς τους κατ έξακολούθησιν αποτυχημένους περιοδεύοντες διπλωμάτες;
Πως γίνεται να επιβραβεύουν όλους αυτούς τους θλιβερούς ηγετίσκους διά της εκλογής και επανεκλογής τους;
Μήπως όπως οι Έλληνες περίπου συστηματικά τα τελευταία χρόνια επιλέγουν τους αντικειμενικά χειρότερους ως καταλληλότερους για να τους κυβερνούν;
Υ.Γ Και τέλος πάντων η στάση της Ελληνικής Κυβέρνησης είναι εν πολλοίς και κατανοητή και αναμενόμενη.
Μπορεί όμως κανείς να κατανοήσει την αδυναμία του συνόλου των κομμάτων της αντιπολίτευσης να διατυπώσουν μια σαφή και ολοκληρωμένη θέση για το θέμα της Ρωσογεωργιανής εμπλοκής;
Δευτέρα 4 Αυγούστου 2008
Πόθεν έσχες: Η χλιδανεργία ως πεμπτουσία της υποκριτικής τέχνης
Πριν από μερικές μέρες σε ένα συνοικιακό Σούπερ-μάρκετ μια ηλικιωμένη κυρία μπροστά από μένα αναγκάσθηκε να αφήσει στην άκρη δυο μικρά γιαουρτάκια και ένα σακουλάκι ρύζι επειδή δεν τις έφταναν τα χρήματα στο ταμείο. Η αξιοπρέπεια στο βλέμμα της με εμπόδισε να επιμείνω στην αψυχολόγητη προσφορά μου να της «δανείσω» τα ελάχιστα ευρώ, που της έλλειπαν. Αισθάνθηκα μια απέραντη ντροπή για τη γενιά μου, που αγωνίσθηκε για «ψωμί-παιδεία-ελευθερία», «για καλλίτερες μέρες» για «τιμημένα γερατειά» και δεν κατάλαβε ότι κάποιοι «γύρω της έκτισαν τείχη».
Και δεν είναι η πρώτη φορά, που το τελευταίο διάστημα έχω ένα σφίξιμο στην καρδιά όταν βλέπω τα μισοάδεια καλαθάκια στα ταμεία των Σούπερ-μαρκετ και αισθάνομαι άβολα με το μισογεμάτο καρότσι μου.
Ίσως αυτός να είναι ο βασικός λόγος, που αισθάνθηκα απέραντη αγανάκτηση με τη δημοσιοποίηση του «πόθεν έσχες» μερικών βουλευτών.
Πριν από μερικά χρόνια κατοχυρώθηκε συνταγματικά η υποχρεωτική ανεργία των βουλευτών. Στην πραγματικότητα θεσμοθετήθηκε το δικαίωμα ανέργων να κυβερνούν τη χώρα.
Αυτό υπήρξε κατά την άποψή μας ένα τραγικό πολιτειακό ολίσθημα, που επινόησαν δυστυχώς συνταγματολόγοι σοσιαλιστικής κυβερνήσεως και ψήφισαν με περισσή επιπολαιότητα όλες οι πτέρυγες της Βουλής.
Και υπήρξε πολιτειακό ολίσθημα διότι απλούστατα η εφαρμογή του έπληξε την δημοκρατική ουσία του πολιτεύματος καθιστώντας εμμέσως πλην σαφώς το στοιχείο της οικονομικής επιφάνειας αναγκαίο προαπαιτούμενο για την άσκηση του δικαιώματος του εκλέγεσθαι.
Έτσι ένα πολιτικό δικαίωμα, που αποτελεί την πεμπτουσία της δημοκρατίας φαλκιδεύτηκε από την αναγωγή μιας οιονεί αριστοκρατικής ιδιότητας σε conditio sine qua non της εκλογιμότητας.
Και βέβαια η ενασχόληση με τα ανώτερα κλιμάκια της πολιτικής είχε από καιρό γίνει ακριβό σπορ, αλλά με την συνταγματική αυτή ρύθμιση κατοχυρώθηκε πανηγυρικά η άλωση του δημοκρατικού πολιτεύματος από την αριστοκρατία του χρήματος.
Αποτέλεσμα, αν πιστέψουμε τις κοσμικές στήλες των εφημερίδων σε συνδυασμό με τις δηλώσεις μερικών παλαιών και οψίμων πατρικίων της πολιτικής σκηνής, θα διαπιστώσουμε ότι η δημοκρατία ηγεμονεύεται από μια ιδιόρρυθμη συνομοταξία ανέργων, μερικοί των οποίων διάγουν βίο προκλητικά πολυτελή, συναγωνιζόμενοι σε κότερα και ακίνητη περιουσία τους πλουσιότερους των επιχειρηματιών, κινούμενοι μεταξύ ξαπλώστρας πρώτης σειράς της Μυκόνου και Ελβετικών Άλπεων και από δεξιώσεως σε δεξίωση.
Και το πλέον εξοργιστικό δεν είναι η συνταγματικώς επιβεβλημένη χλιδανεργία τους, που αποτελεί πλέον ύβρι για τον οικονομικά χειμαζόμενο Έλληνα ψηφοφόρο.
Περισσότερο εκνευριστική είναι η απύθμενη υποκρισία τους, όταν μιλούν για «ρετιρέ εργαζομένων», για ευθύνη του καταναλωτή «ο οποίος δεν έχει καταναλωτική αυτοσυγκράτηση» ή αφρίζουν κατά του «σκανδάλου του χρηματιστηρίου», ενώ διαθέτουν χαρτοφυλάκια εκατομμυρίων ευρώ.
Ανυπόφορα δε εξοργιστική είναι η επιμέλεια με την οποία βεβαίως στην πραγματικότητα ουδέποτε δηλώθηκε το «πόθεν έσχες». Δηλώνεται απλώς το «πόσα», ενώ θα έπρεπε όχι απλώς να δηλώνεται αλλά να ελέγχεται το «πόθεν», το «πώς» και το «πότε».
Διότι σημασία δεν έχει τόσο πόσα ή ποια είναι τα εισοδήματα ή τα περιουσιακά στοιχεία του κάθε πολιτικού. Σημασία έχει πού τα βρίσκει και πως τα απέκτησε και κυρίως αν άλλαξε και πόσο το οικονομικό του επίπεδο και ο τρόπος ζωής του από τη στιγμή, που εισήλθε στην πολιτική.
Ιδιαίτερα από τη στιγμή, που άσκησε δημόσιο αξίωμα.
Και αυτός ο έλεγχος θα πρέπει να είναι ανάλογος σε όλους όσους ασκούν δημόσιο λειτούργημα, ιδιαίτερα σε τέτοιους δίσεκτους καιρούς.
Η πρόσφατη κατάργηση αυτής της συνταγματικής αβελτηρίας φοβούμεθα ότι δεν προέκυψε επειδή έγινε αντιληπτή η πολιτειακή εκτροπή.
Υποπτευόμεθα ότι υπαγορεύτηκε από το ένστικτο αυτοσυντήρησης των πολιτικών αρχηγών.
Συναισθάνθηκαν πολύ απλά ότι προϊόντος του χρόνου άρχισαν να περιβάλλονται από αχαλίνωτους χλιδάνεργους για την παντελή έλλειψη αιδούς των οποίων αργά ή γρήγορα θα εκαλούντο οι ίδιοι να πληρώσουν το τίμημα της λαϊκής καταισχύνης.
Και δεν είναι η πρώτη φορά, που το τελευταίο διάστημα έχω ένα σφίξιμο στην καρδιά όταν βλέπω τα μισοάδεια καλαθάκια στα ταμεία των Σούπερ-μαρκετ και αισθάνομαι άβολα με το μισογεμάτο καρότσι μου.
Ίσως αυτός να είναι ο βασικός λόγος, που αισθάνθηκα απέραντη αγανάκτηση με τη δημοσιοποίηση του «πόθεν έσχες» μερικών βουλευτών.
Πριν από μερικά χρόνια κατοχυρώθηκε συνταγματικά η υποχρεωτική ανεργία των βουλευτών. Στην πραγματικότητα θεσμοθετήθηκε το δικαίωμα ανέργων να κυβερνούν τη χώρα.
Αυτό υπήρξε κατά την άποψή μας ένα τραγικό πολιτειακό ολίσθημα, που επινόησαν δυστυχώς συνταγματολόγοι σοσιαλιστικής κυβερνήσεως και ψήφισαν με περισσή επιπολαιότητα όλες οι πτέρυγες της Βουλής.
Και υπήρξε πολιτειακό ολίσθημα διότι απλούστατα η εφαρμογή του έπληξε την δημοκρατική ουσία του πολιτεύματος καθιστώντας εμμέσως πλην σαφώς το στοιχείο της οικονομικής επιφάνειας αναγκαίο προαπαιτούμενο για την άσκηση του δικαιώματος του εκλέγεσθαι.
Έτσι ένα πολιτικό δικαίωμα, που αποτελεί την πεμπτουσία της δημοκρατίας φαλκιδεύτηκε από την αναγωγή μιας οιονεί αριστοκρατικής ιδιότητας σε conditio sine qua non της εκλογιμότητας.
Και βέβαια η ενασχόληση με τα ανώτερα κλιμάκια της πολιτικής είχε από καιρό γίνει ακριβό σπορ, αλλά με την συνταγματική αυτή ρύθμιση κατοχυρώθηκε πανηγυρικά η άλωση του δημοκρατικού πολιτεύματος από την αριστοκρατία του χρήματος.
Αποτέλεσμα, αν πιστέψουμε τις κοσμικές στήλες των εφημερίδων σε συνδυασμό με τις δηλώσεις μερικών παλαιών και οψίμων πατρικίων της πολιτικής σκηνής, θα διαπιστώσουμε ότι η δημοκρατία ηγεμονεύεται από μια ιδιόρρυθμη συνομοταξία ανέργων, μερικοί των οποίων διάγουν βίο προκλητικά πολυτελή, συναγωνιζόμενοι σε κότερα και ακίνητη περιουσία τους πλουσιότερους των επιχειρηματιών, κινούμενοι μεταξύ ξαπλώστρας πρώτης σειράς της Μυκόνου και Ελβετικών Άλπεων και από δεξιώσεως σε δεξίωση.
Και το πλέον εξοργιστικό δεν είναι η συνταγματικώς επιβεβλημένη χλιδανεργία τους, που αποτελεί πλέον ύβρι για τον οικονομικά χειμαζόμενο Έλληνα ψηφοφόρο.
Περισσότερο εκνευριστική είναι η απύθμενη υποκρισία τους, όταν μιλούν για «ρετιρέ εργαζομένων», για ευθύνη του καταναλωτή «ο οποίος δεν έχει καταναλωτική αυτοσυγκράτηση» ή αφρίζουν κατά του «σκανδάλου του χρηματιστηρίου», ενώ διαθέτουν χαρτοφυλάκια εκατομμυρίων ευρώ.
Ανυπόφορα δε εξοργιστική είναι η επιμέλεια με την οποία βεβαίως στην πραγματικότητα ουδέποτε δηλώθηκε το «πόθεν έσχες». Δηλώνεται απλώς το «πόσα», ενώ θα έπρεπε όχι απλώς να δηλώνεται αλλά να ελέγχεται το «πόθεν», το «πώς» και το «πότε».
Διότι σημασία δεν έχει τόσο πόσα ή ποια είναι τα εισοδήματα ή τα περιουσιακά στοιχεία του κάθε πολιτικού. Σημασία έχει πού τα βρίσκει και πως τα απέκτησε και κυρίως αν άλλαξε και πόσο το οικονομικό του επίπεδο και ο τρόπος ζωής του από τη στιγμή, που εισήλθε στην πολιτική.
Ιδιαίτερα από τη στιγμή, που άσκησε δημόσιο αξίωμα.
Και αυτός ο έλεγχος θα πρέπει να είναι ανάλογος σε όλους όσους ασκούν δημόσιο λειτούργημα, ιδιαίτερα σε τέτοιους δίσεκτους καιρούς.
Η πρόσφατη κατάργηση αυτής της συνταγματικής αβελτηρίας φοβούμεθα ότι δεν προέκυψε επειδή έγινε αντιληπτή η πολιτειακή εκτροπή.
Υποπτευόμεθα ότι υπαγορεύτηκε από το ένστικτο αυτοσυντήρησης των πολιτικών αρχηγών.
Συναισθάνθηκαν πολύ απλά ότι προϊόντος του χρόνου άρχισαν να περιβάλλονται από αχαλίνωτους χλιδάνεργους για την παντελή έλλειψη αιδούς των οποίων αργά ή γρήγορα θα εκαλούντο οι ίδιοι να πληρώσουν το τίμημα της λαϊκής καταισχύνης.
Τρίτη 29 Ιουλίου 2008
SIEMENS: Ωδυνεν όρος και έτεκεν μυν
Μετά από πολυετείς προσπάθειες και ενδελεχείς έρευνες η Γερμανική δικαιοσύνη για το σκάνδαλο του αιώνα, που συντάραξε τουλάχιστον τρεις ηπείρους αποφάσισε να επιβάλει στον Διευθυντή της SIEMENS, που κρίθηκε ένοχος για 49 περιπτώσεις την «εξοντωτική» ποινή της φυλάκισης δυο ετών με αναστολή και 108.000 ευρώ πρόστιμο.
Ιστορική απόφαση!
Κατόπιν αυτού mutatis mutandis χαλαρά η Ελληνική δικαιοσύνη νομιμοποιείται να θέσει τον φάκελο στο αρχείο και να δώσει …εύφημο μνεία στον εδώ Διευθυντή της αμαρτωλής πολυεθνικής εταιρίας.
Ιστορική απόφαση!
Κατόπιν αυτού mutatis mutandis χαλαρά η Ελληνική δικαιοσύνη νομιμοποιείται να θέσει τον φάκελο στο αρχείο και να δώσει …εύφημο μνεία στον εδώ Διευθυντή της αμαρτωλής πολυεθνικής εταιρίας.
Δευτέρα 28 Ιουλίου 2008
Δικαιοσύνη: Μια σταγόνα μέλι…
Οι αυξήσεις σε μισθούς περίπου κατά 100%, από όσο τουλάχιστον γνωρίζω δεν πρέπει να έχουν ανάλογο προηγούμενο στα δημοσιοϋπαλληλικά χρονικά.
Από άποψη αρχής δυσκολευόμαστε βέβαια να εναντιωθούμε στην βελτίωση των αποδοχών οποιουδήποτε εργαζομένου. Πολλώ μάλλον των δικαστικών λειτουργών, που αναμφισβήτητα προσφέρουν υψηλού επιπέδου υπηρεσίες, εργαζόμενοι συνήθως κάτω από αντίξοες συνθήκες.
Δυσκολευόμαστε όμως να κατανοήσουμε και την αιτιολογική βάση αυτής της εκπληκτικής αυξήσεως στη δεδομένη χρονική συγκυρία.
Συνήθως οι αυξήσεις των εργαζομένων τελούν σε κάποια μαθηματική σχέση με τον τρέχοντα πληθωρισμό ή με τα έσοδα του εργοδότη τους.
Στην παρούσα χρονική στιγμή ο επίσημος πληθωρισμός τρέχει με ένα 5%, τα έσοδα του Ελληνικού Δημοσίου παρουσιάζουν υστέρηση και τα ελλείμματα στο δημόσιο «κορβανά» έχουν καλπάζουσα αυξητική τάση.
Αν επρόκειτο για ιδιωτικούς υπαλλήλους ενδεχομένως να συνέτρεχαν και οι περιπτώσεις της επιβράβευσης για εξαιρετική αποδοτικότητα ή της παροχής κινήτρου για την υποστήριξη υψηλών επιχειρηματικών στόχων. Αλλά παρότι ο κ. Χατζηγάκης και ο κ. Αλογοσκούφης, πολιτικοί με σύγχρονες ιδέες, έχουν συχνά υποστηρίξει την ανάγκη εισαγωγής ιδιωτικοοικονομικών μεθόδων διοίκησης στο δημόσιο τομέα, είναι προφανές ότι τέτοιου τεραστίου μεγέθους οικονομικές παροχές σε περίοδο ισχνών αγελάδων σαν αυτήν που διανύουμε, κανένας επιχειρηματίας δεν θα αποτολμούσε.
Ανεξάρτητα επομένως από την απέραντη εκτίμησή μας στην συμπαθή οικογένεια των δικαστικών, παραμένει αναπάντητο το ερώτημα για ποιο λόγο η κυβέρνηση αποφάσισε να τους χορηγήσει τώρα μια αύξηση, που οποιοσδήποτε άλλος κλάδος με τα συνήθη ποσοστά ετησίων αυξήσεων θα χρειασθεί τουλάχιστον είκοσι χρόνια για να την απολαύσει.
Και αυτό σε μια περίοδο, που όλοι οι αρμόδιοι Υπουργοί και οι συνοδοιπόροι τραπεζίτες μιλούν για οικονομική ύφεση, εκτεταμένα συμπτώματα στασιμοπληθωρισμού και ανάγκη περικοπής δαπανών και «σφιξίματος στο ζωνάρι».
Οι άλλοι άμεσα ωφελούμενοι από αυτή την υπόθεση είναι οι αγαπητοί μας βουλευτές. Αποτελούν και αυτοί μια ομάδα θεσμικών λειτουργών, που η οικονομική θωράκισή τους έναντι των όποιων κακόβουλων «δωρητών» αποτελεί θεωρητικά εγγύηση για την ομαλή λειτουργία του πολιτεύματος. Υπάρχουν βέβαια δύο αδύνατα σημεία σ΄αυτή τη θεωρία. Αφ΄ενός ότι το κόστος του βίου και της πολιτείας μερικών εξ αυτών υπερβαίνει πάντοτε τα όρια των δυνατοτήτων των όποιων αποδοχών τους και προφανώς αυτό δεν θα διορθωθεί ούτε μετά την τελευταία αύξηση. Αφ΄ετέρου υπάρχει πάντα ένα επικοινωνιακής, αν όχι ηθικής, τάξεως ζήτημα, πως δηλαδή δικαιολογείται να τυχαίνει τέτοιας ευνοϊκής εισοδηματικής αντιμετώπισης ο βουλευτής την ώρα, που ο μέσος ψηφοφόρος έχει φθάσει στο σημείο να περικόπτει ακόμα και τις δαπάνες διατροφής του;
Και γιατί ας πούμε ο μισθός του Προέδρου του Αρείου Πάγου να συνδέεται ευθέως ανάλογα με τις αποδοχές του βουλευτή και να μην επηρεάζει θετικά τις πενιχρές αποδοχές του εργάτη, του υπάλληλου, του συνταξιούχου, αυτών που με το μόχθο τους αποτελούν τη βασική πηγή των κρατικών εσόδων;
Όλα αυτά τα ερωτήματα βεβαίως είναι από ρητορικά ως ρομαντικά και όπως συμβαίνει συνήθως με τέτοια ερωτήματα ο καθένας θα δώσει μόνος του τη δική του απάντηση.
Για όποιον λοιπόν αρέσκεται στην επίλυση παρόμοιων γρίφων ιδού μερικές ακόμη ψηφίδες από το τρέχον πολιτικό σκηνικό.
Η πολιτική σκηνή συνταράσσεται από μια σειρά θεμάτων, που παρουσιάζουν έντονα χαρακτηριστικά παράνομων έως εγκληματικών δραστηριοτήτων.
Οικονομικά σκάνδαλα αποκαλύπτονται με ανησυχητικό ρυθμό.
Η υπόθεση ΖΗΜΕΝΣ κινδυνεύει να πάρει διαστάσεις χιονοστιβάδας.
Πρόεδροι ανεξάρτητων αρχών, που ξεκίνησαν με άριστες προϋποθέσεις παρουσιάζουν περίεργα συμπτώματα κόπωσης.
Η πειθαρχική δίωξη του κ. Μπάγια κατέληξε σε πανηγυρική αθώωσή του.
Ο πρόσκαιρος εξοβελισμός βουλευτών από την κοινοβουλευτική ομάδα ως παραδειγματική τιμωρία, φάνηκε να μη έχει κανένα ουσιαστικό αποτέλεσμα, αφού δεν απέτρεψε τους συνήθεις αντιρρησίες από τον «ανταρτοπόλεμο», το αγαπημένο τους σπορ. Εξ’ άλλου η οριακή πλειοψηφία δεν επιτρέπει την χρήση του μέτρου σε ευρεία κλίμακα, ούτε για μεγάλα χρονικά διαστήματα. Και έχει μάλλον αντίθετα από τα επιθυμητά αποτελέσματα διότι οι «αντάρτες» αποκτούν αναντικατάστατο ειδικό βάρος για την εξασφάλιση της «δεδηλωμένης».
Η Κυβέρνηση έχει δηλώσει την αταλάντευτη απόφασή της να κτυπήσει τη διαφθορά και να επιβάλλει με κάθε τρόπο την διαφάνεια στο δημόσιο τομέα.
Για να το πετύχει χρειάζεται κατ’ αρχήν να παραμείνει στην εξουσία, δηλαδή την στήριξη των βουλευτών.
Αφ’ ετέρου την φιλόπονη προσπάθεια της δικαιοσύνης, που επιβαρύνεται καθημερινά με την διαλεύκανση σωρείας σκανδάλων και οικονομικών εγκλημάτων.
Η μεταρρύθμιση της «ανεξάρτητης» αρχής, ώστε να προεδρεύεται από εν ενεργεία εισαγγελέα και να λογοδοτεί άμεσα στο ΥΠΕΘΟ, είναι ένα πρώτο βήμα.
Η κατάργηση του αυτοδιοίκητου της δικαιοσύνης, ώστε οι προϊστάμενοι των δικαστηρίων να διορίζονται από το κράτος και όχι να εκλέγονται από τους ίδιους τους δικαστικούς είναι ένα δεύτερο βήμα.
Όμως μια λαϊκή παροιμία λέει: «Μια σταγόνα μέλι μπορεί να φέρει μεγαλύτερα αποτελέσματα από μια νταμιτζάνα ξύδι».
Και εδώ δεν μιλάμε για μια σταγόνα αλλά για ένα βαρέλι μέλι.
Άρα οι αυξήσεις δικαστικών και βουλευτών μπορεί να μην είναι απλώς ένα τρίτο βήμα.
Μπορεί να είναι …το (αποφασιστικό) βήμα…
Από άποψη αρχής δυσκολευόμαστε βέβαια να εναντιωθούμε στην βελτίωση των αποδοχών οποιουδήποτε εργαζομένου. Πολλώ μάλλον των δικαστικών λειτουργών, που αναμφισβήτητα προσφέρουν υψηλού επιπέδου υπηρεσίες, εργαζόμενοι συνήθως κάτω από αντίξοες συνθήκες.
Δυσκολευόμαστε όμως να κατανοήσουμε και την αιτιολογική βάση αυτής της εκπληκτικής αυξήσεως στη δεδομένη χρονική συγκυρία.
Συνήθως οι αυξήσεις των εργαζομένων τελούν σε κάποια μαθηματική σχέση με τον τρέχοντα πληθωρισμό ή με τα έσοδα του εργοδότη τους.
Στην παρούσα χρονική στιγμή ο επίσημος πληθωρισμός τρέχει με ένα 5%, τα έσοδα του Ελληνικού Δημοσίου παρουσιάζουν υστέρηση και τα ελλείμματα στο δημόσιο «κορβανά» έχουν καλπάζουσα αυξητική τάση.
Αν επρόκειτο για ιδιωτικούς υπαλλήλους ενδεχομένως να συνέτρεχαν και οι περιπτώσεις της επιβράβευσης για εξαιρετική αποδοτικότητα ή της παροχής κινήτρου για την υποστήριξη υψηλών επιχειρηματικών στόχων. Αλλά παρότι ο κ. Χατζηγάκης και ο κ. Αλογοσκούφης, πολιτικοί με σύγχρονες ιδέες, έχουν συχνά υποστηρίξει την ανάγκη εισαγωγής ιδιωτικοοικονομικών μεθόδων διοίκησης στο δημόσιο τομέα, είναι προφανές ότι τέτοιου τεραστίου μεγέθους οικονομικές παροχές σε περίοδο ισχνών αγελάδων σαν αυτήν που διανύουμε, κανένας επιχειρηματίας δεν θα αποτολμούσε.
Ανεξάρτητα επομένως από την απέραντη εκτίμησή μας στην συμπαθή οικογένεια των δικαστικών, παραμένει αναπάντητο το ερώτημα για ποιο λόγο η κυβέρνηση αποφάσισε να τους χορηγήσει τώρα μια αύξηση, που οποιοσδήποτε άλλος κλάδος με τα συνήθη ποσοστά ετησίων αυξήσεων θα χρειασθεί τουλάχιστον είκοσι χρόνια για να την απολαύσει.
Και αυτό σε μια περίοδο, που όλοι οι αρμόδιοι Υπουργοί και οι συνοδοιπόροι τραπεζίτες μιλούν για οικονομική ύφεση, εκτεταμένα συμπτώματα στασιμοπληθωρισμού και ανάγκη περικοπής δαπανών και «σφιξίματος στο ζωνάρι».
Οι άλλοι άμεσα ωφελούμενοι από αυτή την υπόθεση είναι οι αγαπητοί μας βουλευτές. Αποτελούν και αυτοί μια ομάδα θεσμικών λειτουργών, που η οικονομική θωράκισή τους έναντι των όποιων κακόβουλων «δωρητών» αποτελεί θεωρητικά εγγύηση για την ομαλή λειτουργία του πολιτεύματος. Υπάρχουν βέβαια δύο αδύνατα σημεία σ΄αυτή τη θεωρία. Αφ΄ενός ότι το κόστος του βίου και της πολιτείας μερικών εξ αυτών υπερβαίνει πάντοτε τα όρια των δυνατοτήτων των όποιων αποδοχών τους και προφανώς αυτό δεν θα διορθωθεί ούτε μετά την τελευταία αύξηση. Αφ΄ετέρου υπάρχει πάντα ένα επικοινωνιακής, αν όχι ηθικής, τάξεως ζήτημα, πως δηλαδή δικαιολογείται να τυχαίνει τέτοιας ευνοϊκής εισοδηματικής αντιμετώπισης ο βουλευτής την ώρα, που ο μέσος ψηφοφόρος έχει φθάσει στο σημείο να περικόπτει ακόμα και τις δαπάνες διατροφής του;
Και γιατί ας πούμε ο μισθός του Προέδρου του Αρείου Πάγου να συνδέεται ευθέως ανάλογα με τις αποδοχές του βουλευτή και να μην επηρεάζει θετικά τις πενιχρές αποδοχές του εργάτη, του υπάλληλου, του συνταξιούχου, αυτών που με το μόχθο τους αποτελούν τη βασική πηγή των κρατικών εσόδων;
Όλα αυτά τα ερωτήματα βεβαίως είναι από ρητορικά ως ρομαντικά και όπως συμβαίνει συνήθως με τέτοια ερωτήματα ο καθένας θα δώσει μόνος του τη δική του απάντηση.
Για όποιον λοιπόν αρέσκεται στην επίλυση παρόμοιων γρίφων ιδού μερικές ακόμη ψηφίδες από το τρέχον πολιτικό σκηνικό.
Η πολιτική σκηνή συνταράσσεται από μια σειρά θεμάτων, που παρουσιάζουν έντονα χαρακτηριστικά παράνομων έως εγκληματικών δραστηριοτήτων.
Οικονομικά σκάνδαλα αποκαλύπτονται με ανησυχητικό ρυθμό.
Η υπόθεση ΖΗΜΕΝΣ κινδυνεύει να πάρει διαστάσεις χιονοστιβάδας.
Πρόεδροι ανεξάρτητων αρχών, που ξεκίνησαν με άριστες προϋποθέσεις παρουσιάζουν περίεργα συμπτώματα κόπωσης.
Η πειθαρχική δίωξη του κ. Μπάγια κατέληξε σε πανηγυρική αθώωσή του.
Ο πρόσκαιρος εξοβελισμός βουλευτών από την κοινοβουλευτική ομάδα ως παραδειγματική τιμωρία, φάνηκε να μη έχει κανένα ουσιαστικό αποτέλεσμα, αφού δεν απέτρεψε τους συνήθεις αντιρρησίες από τον «ανταρτοπόλεμο», το αγαπημένο τους σπορ. Εξ’ άλλου η οριακή πλειοψηφία δεν επιτρέπει την χρήση του μέτρου σε ευρεία κλίμακα, ούτε για μεγάλα χρονικά διαστήματα. Και έχει μάλλον αντίθετα από τα επιθυμητά αποτελέσματα διότι οι «αντάρτες» αποκτούν αναντικατάστατο ειδικό βάρος για την εξασφάλιση της «δεδηλωμένης».
Η Κυβέρνηση έχει δηλώσει την αταλάντευτη απόφασή της να κτυπήσει τη διαφθορά και να επιβάλλει με κάθε τρόπο την διαφάνεια στο δημόσιο τομέα.
Για να το πετύχει χρειάζεται κατ’ αρχήν να παραμείνει στην εξουσία, δηλαδή την στήριξη των βουλευτών.
Αφ’ ετέρου την φιλόπονη προσπάθεια της δικαιοσύνης, που επιβαρύνεται καθημερινά με την διαλεύκανση σωρείας σκανδάλων και οικονομικών εγκλημάτων.
Η μεταρρύθμιση της «ανεξάρτητης» αρχής, ώστε να προεδρεύεται από εν ενεργεία εισαγγελέα και να λογοδοτεί άμεσα στο ΥΠΕΘΟ, είναι ένα πρώτο βήμα.
Η κατάργηση του αυτοδιοίκητου της δικαιοσύνης, ώστε οι προϊστάμενοι των δικαστηρίων να διορίζονται από το κράτος και όχι να εκλέγονται από τους ίδιους τους δικαστικούς είναι ένα δεύτερο βήμα.
Όμως μια λαϊκή παροιμία λέει: «Μια σταγόνα μέλι μπορεί να φέρει μεγαλύτερα αποτελέσματα από μια νταμιτζάνα ξύδι».
Και εδώ δεν μιλάμε για μια σταγόνα αλλά για ένα βαρέλι μέλι.
Άρα οι αυξήσεις δικαστικών και βουλευτών μπορεί να μην είναι απλώς ένα τρίτο βήμα.
Μπορεί να είναι …το (αποφασιστικό) βήμα…
Τετάρτη 23 Ιουλίου 2008
ΣΚΟΠΙΑΝΟ: Τι ακριβώς σηματοδοτεί και ποιούς τελικά ευνοεί η επιφυλακτική στάση του κ. Μπαρόζο?
Η Κομισιόν (κ. Μπαρόζο), απέφυγε προς το παρόν να απαντήσει στην αλυτρωτική επιστολή του Σκοπιανού Πρωθυπουργού, επικαλούμενη την ανάγκη γνωμοδότησης των αρμοδίων κοινοτικών υπηρεσιών.Η στάση αυτή του Προέδρου της Κομισιόν, ο οποίος έτυχε της θερμής στήριξης της Ελλάδος κατά την εκλογή του και θεωρείται καλός φίλος του Έλληνα Πρωθυπουργού, δεν μπορεί να κριθεί ευχάριστη για τη χώρα μας.
Επιφανειακά αξιολογούμενη φαίνεται να μην συνάδει στην προσπάθεια άμεσου εντυπωσιασμού της εσωτερικής και διεθνούς κοινής γνώμης, που επιθυμεί να επιτύχει ο κ. Γκρούεφσκι.
Η κίνηση όμως Γκρούεφσκι, που ούτως ή άλλως θα έχει συνέχεια δεν επιδιώκει απλώς την δημιουργία εφήμερων συζητήσεων. Επιδιώκει κυρίως τη διεύρυνση της ατζέντας με την προσθήκη σ’ αυτήν του συνόλου των αλυτρωτικών στρατηγικών στόχων της Σκοπιανής διπλωματίας. Την μετατόπιση του κέντρου βάρους των συζητήσεων. Το στρίμωγμα της Ελλάδος σύμφωνα με τη λογική του Χότζα σε ένα διάλογο με πληθώρα ανεπιθύμητων γι αυτήν θεμάτων.
Με αυτή την τακτική προσδοκούν ότι η Ελλάδα θα προβεί σε περαιτέρω υποχωρήσεις προκειμένου να κλείσει όπως-όπως ένα διάλογο με ανεπιθύμητα θέματα. Από την άλλη ότι θα έχουν εγγράψει αξιόλογες υποθήκες σε μια σειρά ζητήματα, που μπορεί να έχουν αρκετά προβληθεί στον υπόλοιπο κόσμο αλλά όχι τόσο στην Ευρωπαϊκή ήπειρο.
Κάτω από αυτό το πρίσμα η αντίδραση του κ. Μπαρόζο μπορεί μεν να μην ικανοποιεί τους μαξιμαλιστικούς στόχους των ακραίων εθνικιστικών κύκλων των Σκοπίων, αφού δεν τάσσεται άμεσα και αναφανδόν υπέρ των θέσεων της επιστολής Γκρούεφσκι.
Αν όμως λάβουμε υπ’ όψιν ότι οι θέσεις αυτές είναι ανεδαφικές και ανιστόρητες και ότι προβάλλονται με τρόπο και διατύπωση διπλωματικώς απαράδεκτη έως θρασύτατη.
Αν αναλογισθούμε ότι η Ελλάδα είναι από τα αρχαιότερα μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης και κατ’ ουσίαν δέχεται απρόκλητη και απροκάλυπτη συκοφαντική επίθεση από ένα τρίτο κράτος.
Αν συνυπολογίσουμε ότι ο κ. Μπαρόζο οφείλει να είναι απόλυτα ενημερωμένος τόσο από την εσωτερική οργάνωση της ΕΕ όσο και από την πρόσφατη επιστολή του Έλληνα Πρωθυπουργού για την ιστορική αλήθεια, την σημερινή πραγματικότητα, αλλά και για τις επι μέρους θέσεις της Ελλάδος.
Τότε αβίαστα καταλήγουμε στο συμπέρασμα ότι η στάση του κ. Μπαρόζο εξυπηρετεί τους ουσιαστικούς στόχους της Σκοπιανής διπλωματίας.
Διότι ο κ. Μπαρόζο όφειλε να προβεί σε μια άμεση συνολική και καθαρή απόρριψη της επιστολής του κ. Γκρούεφσκι και να τον καλέσει να προσαρμοσθεί στις πρόσφατες αποφάσεις της συνόδου των αρχηγών κρατών της ΕΕ, ήτοι να συμβάλλει στην εξεύρεση μιας κοινά αποδεκτής ονομασίας.
Αντ’ αυτού η επιφύλαξη για αξιολόγηση και απάντηση στο μέλλον στη γλώσσα της διεθνούς διπλωματίας σημαίνει απόδοση σοβαρότητας στα θέματα της επιστολής και επομένως αποτελεί ήττα της Ελληνικής διπλωματίας, που σε επίπεδο Πρωθυπουργού υπεστήριξε προ μερικών εικοσιτετραώρων ότι τα θέματα αυτά είναι ουσιαστικά ανύπαρκτα.
Η μήπως στην ίδια διπλωματική γλώσσα αυτή καθεαυτή η εμπλοκή της Ελλάδος σε μια διεξοδική απαντητική διαδικασία στα φληναφήματα του Σκοπιανού Πρωθυπουργού προσέδωσε ουσιαστικό χαρακτήρα διμερούς διαφοράς στα πλαστά ζητήματα που τεχνηέντως ηγέρθησαν?
Μήπως θα ήταν φρονιμότερο για την Ελληνική διπλωματία να μη παρασύρεται σε τέτοιες περιπτώσεις σε διμερείς διεξοδικούς διαλόγους, αλλά να περιορίζεται σε άμεσες, ολιγόλογες και συνολικώς απορριπτικές δηλώσεις υπηρεσιακών παραγόντων του Υπουργείου εξωτερικών?
Επιφανειακά αξιολογούμενη φαίνεται να μην συνάδει στην προσπάθεια άμεσου εντυπωσιασμού της εσωτερικής και διεθνούς κοινής γνώμης, που επιθυμεί να επιτύχει ο κ. Γκρούεφσκι.
Η κίνηση όμως Γκρούεφσκι, που ούτως ή άλλως θα έχει συνέχεια δεν επιδιώκει απλώς την δημιουργία εφήμερων συζητήσεων. Επιδιώκει κυρίως τη διεύρυνση της ατζέντας με την προσθήκη σ’ αυτήν του συνόλου των αλυτρωτικών στρατηγικών στόχων της Σκοπιανής διπλωματίας. Την μετατόπιση του κέντρου βάρους των συζητήσεων. Το στρίμωγμα της Ελλάδος σύμφωνα με τη λογική του Χότζα σε ένα διάλογο με πληθώρα ανεπιθύμητων γι αυτήν θεμάτων.
Με αυτή την τακτική προσδοκούν ότι η Ελλάδα θα προβεί σε περαιτέρω υποχωρήσεις προκειμένου να κλείσει όπως-όπως ένα διάλογο με ανεπιθύμητα θέματα. Από την άλλη ότι θα έχουν εγγράψει αξιόλογες υποθήκες σε μια σειρά ζητήματα, που μπορεί να έχουν αρκετά προβληθεί στον υπόλοιπο κόσμο αλλά όχι τόσο στην Ευρωπαϊκή ήπειρο.
Κάτω από αυτό το πρίσμα η αντίδραση του κ. Μπαρόζο μπορεί μεν να μην ικανοποιεί τους μαξιμαλιστικούς στόχους των ακραίων εθνικιστικών κύκλων των Σκοπίων, αφού δεν τάσσεται άμεσα και αναφανδόν υπέρ των θέσεων της επιστολής Γκρούεφσκι.
Αν όμως λάβουμε υπ’ όψιν ότι οι θέσεις αυτές είναι ανεδαφικές και ανιστόρητες και ότι προβάλλονται με τρόπο και διατύπωση διπλωματικώς απαράδεκτη έως θρασύτατη.
Αν αναλογισθούμε ότι η Ελλάδα είναι από τα αρχαιότερα μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης και κατ’ ουσίαν δέχεται απρόκλητη και απροκάλυπτη συκοφαντική επίθεση από ένα τρίτο κράτος.
Αν συνυπολογίσουμε ότι ο κ. Μπαρόζο οφείλει να είναι απόλυτα ενημερωμένος τόσο από την εσωτερική οργάνωση της ΕΕ όσο και από την πρόσφατη επιστολή του Έλληνα Πρωθυπουργού για την ιστορική αλήθεια, την σημερινή πραγματικότητα, αλλά και για τις επι μέρους θέσεις της Ελλάδος.
Τότε αβίαστα καταλήγουμε στο συμπέρασμα ότι η στάση του κ. Μπαρόζο εξυπηρετεί τους ουσιαστικούς στόχους της Σκοπιανής διπλωματίας.
Διότι ο κ. Μπαρόζο όφειλε να προβεί σε μια άμεση συνολική και καθαρή απόρριψη της επιστολής του κ. Γκρούεφσκι και να τον καλέσει να προσαρμοσθεί στις πρόσφατες αποφάσεις της συνόδου των αρχηγών κρατών της ΕΕ, ήτοι να συμβάλλει στην εξεύρεση μιας κοινά αποδεκτής ονομασίας.
Αντ’ αυτού η επιφύλαξη για αξιολόγηση και απάντηση στο μέλλον στη γλώσσα της διεθνούς διπλωματίας σημαίνει απόδοση σοβαρότητας στα θέματα της επιστολής και επομένως αποτελεί ήττα της Ελληνικής διπλωματίας, που σε επίπεδο Πρωθυπουργού υπεστήριξε προ μερικών εικοσιτετραώρων ότι τα θέματα αυτά είναι ουσιαστικά ανύπαρκτα.
Η μήπως στην ίδια διπλωματική γλώσσα αυτή καθεαυτή η εμπλοκή της Ελλάδος σε μια διεξοδική απαντητική διαδικασία στα φληναφήματα του Σκοπιανού Πρωθυπουργού προσέδωσε ουσιαστικό χαρακτήρα διμερούς διαφοράς στα πλαστά ζητήματα που τεχνηέντως ηγέρθησαν?
Μήπως θα ήταν φρονιμότερο για την Ελληνική διπλωματία να μη παρασύρεται σε τέτοιες περιπτώσεις σε διμερείς διεξοδικούς διαλόγους, αλλά να περιορίζεται σε άμεσες, ολιγόλογες και συνολικώς απορριπτικές δηλώσεις υπηρεσιακών παραγόντων του Υπουργείου εξωτερικών?
Παρασκευή 18 Ιουλίου 2008
ΠΑΣΟΚ: Πίθος Δαναΐδων
Το παράπονό του φέρεται να εξέφρασε ο κ. Παπανδρέου για την αδράνεια των στελεχών και την υπνηλία του κομματικού μηχανισμού.
«Τα στελέχη πρέπει να λειτουργούν σαν πολλαπλασιαστές» των πρωτοβουλιών του και το κόμμα πρέπει να βάζει πλάτη σε κάθε περίπτωση.
Ταλαίπωρε Πρόεδρε, όσο και αν ηχεί σαν παραδοξολογία, η περιγραφή της στάσης των «πρωτοκλασάτων» και της κατάστασης του κόμματος, που προβάλλουν τα παράπονά σου, αποτελεί υπερβολικό εξωραϊσμό της πραγματικότητας.
Διότι η αλήθεια φευ είναι πολύ χειρότερη.
Το μεν κόμμα είναι περίπου ανύπαρκτο.
Στην πραγματικότητα κατά την «μεταΛαλιώτια» εποχή της η κομματική οργάνωση διαλύθηκε. Προφανώς η εφαρμογή των μεγαλοφυών σχεδίων για την αλλαγή ιδεολογίας, κόμματος και συμβόλων ξεκίνησε με την κατεδάφιση του κόμματος και ποτέ δεν προχώρησε περαιτέρω στη φάση της ανοικοδόμησης. ΄Εκτοτε παρέμειναν κάποιες οργανώσεις-σφραγίδες στα χέρια παραγοντίσκων παλαιοκομματικής αντίληψης, που εξαντλούνται σε προεκλογικές εξυπηρετήσεις τοπικών πολιτευτών ή δημοτικών παραγόντων.
Και δυστυχώς η κατάσταση δεν βελτιώθηκε από τις φιλότιμες προσπάθειες του σημερινού Γραμματέα, ίσως διότι οι οργανωτικές του πρωτοβουλίες βρέθηκαν σε ευθεία αντίθεση με τις οργανωτικές παραινέσεις του πολύπαθου Προέδρου.
Δηλαδή την ώρα, που ο Πρόεδρος καλούσε τον λαό σε αυτοοργάνωση, οι αρμόδιοι συμβουλάτορες και οργανοπατέρες προχωρούσαν εντελώς αντίστροφα.
Πρώτα έκαναν εκλογές για ανάδειξη Προέδρου. Μετά έκαναν συνέδριο για εκλογή ανωτάτων καθοδηγητικών οργάνων. Έπειτα εσπευσμένα προχώρησαν σε συνοπτικές διαδικασίες εκλογής ενδιαμέσων καθοδηγητικών οργάνων και συντονιστικών επιτροπών.
Δεν γνωρίζουμε αν αυτή η μεθόδευση υπήρξε αποτέλεσμα απειρίας ή σκοπιμότητας. Το βέβαιο είναι ότι ως «αυτοοργάνωση» αποτελεί παγκόσμια πατέντα. Διότι σε όλες τις ιστορικές περιόδους και σε όλα τα μήκη και τα πλάτη της γης όταν ο λαός αυτοοργανώνεται η πορεία είναι εντελώς ανάποδη.
Πρώτα ο κόσμος μαζεύεται και φτιάχνει οργανώσεις βάσεις. Μετά εκλέγει τοπικές επιτροπές (συντονιστικές). Μετά εκλέγει περιφερειακά ενδιάμεσα όργανα. Ύστερα σε συνέδριο βγάζει Κεντρική επιτροπή και τέλος εκλέγει και Πρόεδρο και εκτελεστικό γραφείο ή ότι άλλο.
Για την ιστορία έτσι ακριβώς έφτιαξε ο Ανδρέας Παπανδρέου το ΠΑΣΟΚ και κατάφερε από το μηδέν να οδηγήσει τις λαϊκές μάζες σε μια πρωτόγνωρη εμπειρία διακυβέρνησης, που άλλαξε την ποιότητα της δημοκρατίας, την μορφή της Ελληνικής καθημερινότητας και την διεθνή εικόνα της χώρας.
Δυστυχώς οι επίγονοι παρέλαβαν ένα κομματικό οργανισμό, που αποτελούσε πρωτοπορία στα πολιτικά δρώμενα της χώρας και το μετέτρεψαν σε ψοφοδεές μικρομάγαζο.
Όσο για τους «πρωτοκλασάτους» το παράπονο ότι «δεν λειτουργούν ως πολλαπλασιαστές των πρωτοβουλιών του Προέδρου» μοιάζει περισσότερο με κολακευτικό σχόλιο.
Διότι στην πραγματικότητα οι πλείστοι εξ αυτών ακολουθώντας στενόμυαλες και στενόκαρδες προσωπικές στρατηγικές συνήθως υπονομεύουν με τις πράξεις και τις παραλήψεις τους κάθε προσπάθεια του κ. Παπανδρέου.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα η πρόσφατη ιστορία του πολέμου με το ΚΚΕ, που μας προέκυψε από το πουθενά.
Ο αριστερός και ο δεξιός "ψάλτης" της Νέας Δημοκρατίας ξεκίνησαν κάποιες αντεγκλήσεις με πιθανό στόχο να μετατωπίσουν το ενδιαφέρον της κοινής γνώμης από ένα σκάνδαλο μεγατόνων, που με μαθηματική ακρίβεια θα έπληττε σοβαρά τη δημόσια εικόνα του κυβερνώντος κόμματος. Και ακριβώς την ώρα, που οι προσπάθειες του Προέδρου του ΠΑΣΟΚ άρχισαν να αποδίδουν επικοινωνιακά και οι δημοσκοπήσεις επιβεβαίωναν την πολιτική φθορά της Κυβέρνησης, κατά ένα «περίεργο» τρόπο πρωτοκλασάτος υψηλού πολιτικού ειδικού βάρους φρόντισε με αφελείς δηλώσεις του να εμπλέξει το ΠΑΣΟΚ στον πόλεμο του ΚΚΕ με το ΛΑΟΣ.
Το αποτέλεσμα ήταν σε λίγες ώρες να συρθεί εκόν άκον ολόκληρο το επικοινωνιακό επιτελείο του ΠΑΣΟΚ, μηδέ του Προέδρου εξαιρουμένου, σε ένα ανούσιο έως αηδιαστικό πετροπόλεμο με τα μικρά κόμματα της αντιπολίτευσης.
Έτσι η Νέα Δημοκρατία απεγκλωβίζεται από την επικοινωνιακή της δυσπραγία, ο ΣΥΡΙΖΑ εμφανίζεται ως το μόνο κόμμα, που ασχολείται με σοβαρά θέματα όπως τα σκάνδαλα, η ακρίβεια, οι φωτιές, η νομιμοποίηση των κολεγίων και το ΠΑΣΟΚ φαίνεται για άλλη μια φορά πολύ μικρόνοο για το ρόλο της αξιωματικής αντιπολίτευσης.
Τάλαινα Πρόεδρε η πικρία σου και δικαιολογημένη είναι και κατανοητή.
Ορθώς αντιλαμβάνεσαι ότι «αντλείς εις πίθον Δαναΐδων» όσο περιστοιχίζεσαι από άπειρους ή κουτοπόνηρους συνεργάτες.
Το ερώτημα που παραμένει είναι τι προτίθεσαι να κάνεις για να επισκευάσεις το πάτο του «πιθαριού».
Το παράπονό του φέρεται να εξέφρασε ο κ. Παπανδρέου για την αδράνεια των στελεχών και την υπνηλία του κομματικού μηχανισμού.
«Τα στελέχη πρέπει να λειτουργούν σαν πολλαπλασιαστές» των πρωτοβουλιών του και το κόμμα πρέπει να βάζει πλάτη σε κάθε περίπτωση.
Ταλαίπωρε Πρόεδρε, όσο και αν ηχεί σαν παραδοξολογία, η περιγραφή της στάσης των «πρωτοκλασάτων» και της κατάστασης του κόμματος, που προβάλλουν τα παράπονά σου, αποτελεί υπερβολικό εξωραϊσμό της πραγματικότητας.
Διότι η αλήθεια φευ είναι πολύ χειρότερη.
Το μεν κόμμα είναι περίπου ανύπαρκτο.
Στην πραγματικότητα κατά την «μεταΛαλιώτια» εποχή της η κομματική οργάνωση διαλύθηκε. Προφανώς η εφαρμογή των μεγαλοφυών σχεδίων για την αλλαγή ιδεολογίας, κόμματος και συμβόλων ξεκίνησε με την κατεδάφιση του κόμματος και ποτέ δεν προχώρησε περαιτέρω στη φάση της ανοικοδόμησης. ΄Εκτοτε παρέμειναν κάποιες οργανώσεις-σφραγίδες στα χέρια παραγοντίσκων παλαιοκομματικής αντίληψης, που εξαντλούνται σε προεκλογικές εξυπηρετήσεις τοπικών πολιτευτών ή δημοτικών παραγόντων.
Και δυστυχώς η κατάσταση δεν βελτιώθηκε από τις φιλότιμες προσπάθειες του σημερινού Γραμματέα, ίσως διότι οι οργανωτικές του πρωτοβουλίες βρέθηκαν σε ευθεία αντίθεση με τις οργανωτικές παραινέσεις του πολύπαθου Προέδρου.
Δηλαδή την ώρα, που ο Πρόεδρος καλούσε τον λαό σε αυτοοργάνωση, οι αρμόδιοι συμβουλάτορες και οργανοπατέρες προχωρούσαν εντελώς αντίστροφα.
Πρώτα έκαναν εκλογές για ανάδειξη Προέδρου. Μετά έκαναν συνέδριο για εκλογή ανωτάτων καθοδηγητικών οργάνων. Έπειτα εσπευσμένα προχώρησαν σε συνοπτικές διαδικασίες εκλογής ενδιαμέσων καθοδηγητικών οργάνων και συντονιστικών επιτροπών.
Δεν γνωρίζουμε αν αυτή η μεθόδευση υπήρξε αποτέλεσμα απειρίας ή σκοπιμότητας. Το βέβαιο είναι ότι ως «αυτοοργάνωση» αποτελεί παγκόσμια πατέντα. Διότι σε όλες τις ιστορικές περιόδους και σε όλα τα μήκη και τα πλάτη της γης όταν ο λαός αυτοοργανώνεται η πορεία είναι εντελώς ανάποδη.
Πρώτα ο κόσμος μαζεύεται και φτιάχνει οργανώσεις βάσεις. Μετά εκλέγει τοπικές επιτροπές (συντονιστικές). Μετά εκλέγει περιφερειακά ενδιάμεσα όργανα. Ύστερα σε συνέδριο βγάζει Κεντρική επιτροπή και τέλος εκλέγει και Πρόεδρο και εκτελεστικό γραφείο ή ότι άλλο.
Για την ιστορία έτσι ακριβώς έφτιαξε ο Ανδρέας Παπανδρέου το ΠΑΣΟΚ και κατάφερε από το μηδέν να οδηγήσει τις λαϊκές μάζες σε μια πρωτόγνωρη εμπειρία διακυβέρνησης, που άλλαξε την ποιότητα της δημοκρατίας, την μορφή της Ελληνικής καθημερινότητας και την διεθνή εικόνα της χώρας.
Δυστυχώς οι επίγονοι παρέλαβαν ένα κομματικό οργανισμό, που αποτελούσε πρωτοπορία στα πολιτικά δρώμενα της χώρας και το μετέτρεψαν σε ψοφοδεές μικρομάγαζο.
Όσο για τους «πρωτοκλασάτους» το παράπονο ότι «δεν λειτουργούν ως πολλαπλασιαστές των πρωτοβουλιών του Προέδρου» μοιάζει περισσότερο με κολακευτικό σχόλιο.
Διότι στην πραγματικότητα οι πλείστοι εξ αυτών ακολουθώντας στενόμυαλες και στενόκαρδες προσωπικές στρατηγικές συνήθως υπονομεύουν με τις πράξεις και τις παραλήψεις τους κάθε προσπάθεια του κ. Παπανδρέου.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα η πρόσφατη ιστορία του πολέμου με το ΚΚΕ, που μας προέκυψε από το πουθενά.
Ο αριστερός και ο δεξιός "ψάλτης" της Νέας Δημοκρατίας ξεκίνησαν κάποιες αντεγκλήσεις με πιθανό στόχο να μετατωπίσουν το ενδιαφέρον της κοινής γνώμης από ένα σκάνδαλο μεγατόνων, που με μαθηματική ακρίβεια θα έπληττε σοβαρά τη δημόσια εικόνα του κυβερνώντος κόμματος. Και ακριβώς την ώρα, που οι προσπάθειες του Προέδρου του ΠΑΣΟΚ άρχισαν να αποδίδουν επικοινωνιακά και οι δημοσκοπήσεις επιβεβαίωναν την πολιτική φθορά της Κυβέρνησης, κατά ένα «περίεργο» τρόπο πρωτοκλασάτος υψηλού πολιτικού ειδικού βάρους φρόντισε με αφελείς δηλώσεις του να εμπλέξει το ΠΑΣΟΚ στον πόλεμο του ΚΚΕ με το ΛΑΟΣ.
Το αποτέλεσμα ήταν σε λίγες ώρες να συρθεί εκόν άκον ολόκληρο το επικοινωνιακό επιτελείο του ΠΑΣΟΚ, μηδέ του Προέδρου εξαιρουμένου, σε ένα ανούσιο έως αηδιαστικό πετροπόλεμο με τα μικρά κόμματα της αντιπολίτευσης.
Έτσι η Νέα Δημοκρατία απεγκλωβίζεται από την επικοινωνιακή της δυσπραγία, ο ΣΥΡΙΖΑ εμφανίζεται ως το μόνο κόμμα, που ασχολείται με σοβαρά θέματα όπως τα σκάνδαλα, η ακρίβεια, οι φωτιές, η νομιμοποίηση των κολεγίων και το ΠΑΣΟΚ φαίνεται για άλλη μια φορά πολύ μικρόνοο για το ρόλο της αξιωματικής αντιπολίτευσης.
Τάλαινα Πρόεδρε η πικρία σου και δικαιολογημένη είναι και κατανοητή.
Ορθώς αντιλαμβάνεσαι ότι «αντλείς εις πίθον Δαναΐδων» όσο περιστοιχίζεσαι από άπειρους ή κουτοπόνηρους συνεργάτες.
Το ερώτημα που παραμένει είναι τι προτίθεσαι να κάνεις για να επισκευάσεις το πάτο του «πιθαριού».
Τρίτη 15 Ιουλίου 2008
Κύριο πιάτο "ΓΕΡΜΑΝΟΣ" με επιδόρπιο "ρώσσικη σαλάτα"
Η προηγούμενη Παρασκευή (11/07), θα επισημανθεί στα δικαστικά χρονικά ως αν μη τι άλλο ενδιαφέρουσα για δύο συμβάντα.
Το πρώτο είναι η ομόφωνη απόφαση του Πειθαρχικού συμβουλίου που απήλλαξε πανηγυρικά τον κ. Μπάγια. Για το θέμα αυτό, που είχε αναστατώσει το σύνολο του νομικού κόσμου της χώρας, είχαμε εκφράσει εγκαίρως τον προβληματισμό μας.
Ευτυχώς με την απόφαση αυτή περισώθηκε το κύρος της δημοκρατίας μας.
Διότι προφανώς το κύρος της δικαιοσύνης ουδέποτε κινδύνεψε από τη δράση του διωκόμενου για τις απόψεις του συνδικαλιστή δικαστικού λειτουργού.
Το δεύτερο σημαντικό ζήτημα ήταν η άσκηση ποινικών διώξεων για την υπόθεση της εξαγοράς της «ΓΕΡΜΑΝΟΣ» από τον ΟΤΕ.
Ανεξάρτητα από το ουσιαστικό μέρος της υπόθεσης, για το οποίο δεν διαθέτουμε ούτε επαρκή στοιχεία, ούτε καθ’ ύλην αρμοδιότητα για να κάνουμε ποινικής φύσεως αξιολογήσεις, αυτή καθεαυτή η άσκηση διώξεων έχει μεγάλη θεσμική σπουδαιότητα, εξαιτίας του πολιτικού της ενδιαφέροντος.
Είναι πολύ σημαντικό για την Ελληνική Δικαιοσύνη ότι οι συγκεκριμένοι δικαστές λειτούργησαν σύμφωνα με τους κανόνες της επιστήμης και της συνείδησης τους και δεν δίστασαν να λάβουν αποφάσεις που προφανώς πλήττουν την επικοινωνιακή εικόνα κεντρικών επιλογών και δράσεων της εκτελεστικής εξουσίας.
Η πολιτική βαρύτητα του όλου ζητήματος είναι πλέον αυταπόδεικτη από τον πολιτικό σάλο, που ξεσήκωσαν οι διώξεις αμέσως μετά την δημοσιοποίησή τους.
Αυτές τις πολιτικές παρενέργειες αξίζει τον κόπο να προσεγγίσουμε τουλάχιστον ακροθιγώς, καθ’ όσον εξ άλλου ο πολιτικός σχολιασμός είναι δικαίωμα και καθήκον μας, ως φορολογουμένων, πολιτών και ψηφοφόρων αυτής της τάλαινας res publica.
Ο χορός των πολιτικών δηλώσεων ξεκίνησε με την δήλωση του εξοχότατου ΥΠΕΘΟ:
«Η Cosmote έκανε μία επιχειρηματική κίνηση, η οποία θεώρησε ότι είναι προς όφελός της και προς όφελος του ΟΤΕ. Η κίνηση αυτή δικαιώθηκε από την αγορά και τις εξελίξεις. Παρότι σέβομαι απολύτως τις αποφάσεις της Δικαιοσύνης, ειλικρινά δεν αντιλαμβάνομαι το σκεπτικό αυτής της συγκεκριμένης απόφασης».Παρότι θέλουμε να αντιμετωπίζουμε με καλοπιστία και συμπάθεια όλα τα διαπρεπή μέλη της Κυβέρνησης, που με αυτοθυσία και ανιδιοτέλεια εργάζονται άοκνα για το καλό του τόπου δεν μπορούμε να μη σημειώσουμε κάποια ερωτηματικά.
Αφού η Cosmote είναι μια επιχείρηση, που έκανε επιχειρηματικές κινήσεις γιατί ο ΥΠΕΘΟ αισθάνεται την ανάγκη να σχολιάσει τόσο έντονα το όλο θέμα?. Κατά το κοινώς λεγόμενο εκείνος «τι ζόρι τραβάει?». Διότι βεβαίως δεν είναι συνηθισμένη πρακτική οι ΥΠΕΘΟ να σχολιάζουν γενικώς τις διάφορες επιχειρηματικές επιλογές των διάφορων εταιριών. Και εν πάση περιπτώσει όταν μια επιχείρηση «κάνει κινήσεις, που θεωρεί ότι είναι προς όφελός της» αυτό σημαίνει ότι η δικαιοσύνη δεν δικαιούται να ελέγξει την τυπική ή ουσιαστική νομιμότητά τους?
Και πώς ακριβώς «η κίνηση δικαιώθηκε από την αγορά και τις εξελίξεις»? Από όσο γνωρίζουμε ούτε η μετοχή του ΟΤΕ ανέβηκε, ούτε τα κέρδη της εταιρίας αυξήθηκαν, ούτε τα τιμολόγια για τους καταναλωτές μειώθηκαν.
Επίσης η διατύπωση «δεν αντιλαμβάνομαι το σκεπτικό της συγκεκριμένης απόφασης», με δεδομένη την οξυδέρκεια του κ. Υπουργού δεν αποτελεί κατ’ ουσία απαξιοτική κρίση για την ενέργεια των δικαστικών λειτουργών?
Είναι δυνατόν αυτό, που κατανοούν εδώ και πάρα πολύ καιρό όλοι οι πολίτες να μη το κατανοεί ο κ. Υπουργός? Και αν πράγματι έχει μια τέτοια αντιληπτική δυσχέρεια γιατί δεν ζητά την βοήθεια του (θού Κύριε φυλακή τω στόματί μου) κ. Τράγκα ή του (οι μάγκες δεν υπάρχουν πια τους πάτησε το τραίνο) κ. Μανώλη, που συναγωνίζονται σε επίδειξη κατανόησης στα τηλεοπτικά παράθυρα και τις εφημερίδες?
Αν πάλι αναφερόμενος στο σκεπτικό της απόφασης στην πραγματικότητα υπαινίσσεται το σκεπτικό των Δικαστών, υπό την έννοια του πως βρήκαν το θάρρος να αποφασίσουν την άσκηση ποινικών διώξεων για ένα τέτοιο θέμα, τότε το πρόβλημα δεν είναι ούτε της Δικαιοσύνης, ούτε δικό του.
Το πρόβλημα ανάγεται στην λειτουργία του πολιτεύματος.
Διότι απλούστατα μπορεί να αποτελεί ανεπίτρεπτη, έμμεση πλην σαφή, σύγχυση δικαστικής και εκτελεστικής εξουσίας.
Διασκεδαστική όμως ήταν και η κόντρα του ΚΚΕ με το ΛΑΟΣ.
Ο Πρόεδρος του ΛΑΟΣ έκανε ένα σαφές και απλοϊκό ερώτημα σχετικά με την απουσία του κομμουνιστικού κόμματος από τη Βουλή όταν διεξήγετο συζήτηση για τη «ΓΕΡΜΑΝΟΣ».
Στο ευθύ και απέριττο αυτό ερώτημα το ΚΚΕ απήντησε με ένα σωρό «περικοκλάδες», με συνομωσιολογίες, «με προβοκάτσιες», με «αντικομμουνισμούς» και με γενικές θεωρίες περί αντικαπιταλιστικών αγώνων.
Μακράν ημών μέχρις αποδείξεως του εναντίου οποιαδήποτε καχυποψία για την επίσημη στάση του ΚΚΕ περί την κρινόμενη αγοραπωλησία, αλλά βεβαίως σε μιας τέτοιας βαρύτητας ζήτημα δεν αρκεί η δικαιολογία ότι σύσσωμη η κοινοβουλευτική ομάδα περί άλλων τύρβαζε. Ούτε οι δηλώσεις μεμονωμένων βουλευτών σε ένα τέτοιο θέμα αποτελούν επαρκή επίσημη κάλυψη ενός κόμματος. Τουναντίον μπορεί να σημαίνει επίσημη προσπάθεια υποβάθμισης ενός θέματος.
Τέλος η βαρύγδουπη δήλωση "ότι εκείνο που ενοχλεί διάφορους είναι ότι το ΚΚΕ δεν παλεύει μόνο κατά των σκανδάλων, αλλά και κατά της αιτίας που τα γεννά: Το καπιταλιστικό σύστημα και η αντιλαϊκή πολιτική", κάθε άλλο παρά καθησυχαστική είναι.
Και τούτο διότι στην πράξη τις τρεις τουλάχιστον τελευταίες δεκαετίες ο πολίτης παρακολουθεί το ΚΚΕ να αναπτύσσει ενάντια στο καπιταλιστικό σύστημα μια συνεπή πολεμική, που συνίσταται σε διασπαστικές δραστηριότητες στον συνδικαλιστικό χώρο και στην τοπική αυτοδιοίκηση, σε λυσσαλέες επιθέσεις κατά του ΠΑΣΟΚ και του ΣΥΡΙΖΑ. Και δεν είναι σπάνιες οι περιπτώσεις, που συμπτωματικά η Κοινοβουλευτική του στάση διευκόλυνε την Κυβέρνηση. Όπως και γενικά οι δημόσιες παρεμβάσεις του αντικειμενικά συμπλέουν με τα κεντρικά επικοινωνιακά προτάγματα της Κυβέρνησης ότι για όλα φταίει το ΠΑΣΟΚ ή τουλάχιστον ότι η ΝΔ δεν είναι χειρότερη από την αξιωματική αντιπολίτευση.
Αν λοιπόν υπάρχει διάχυτη μια αμφιβολία για την στάση του Κομμουνιστικού κόμματος αυτή προκύπτει μάλλον αβίαστα από την γενικότερη πολιτική πρακτική του και όχι τόσο από την ειδική αυτή περίπτωση.
Μια μακροχρόνια συνεπής αρνητική πρακτική, που ευλόγως προσέδωσε στο ΚΚΕ τον τίτλο του "αριστερού ψάλτη" της Νέας Δημοκρατίας.
Και επομένως ο πιο κατάλληλος για να αξιολογήσει αυτή την πρακτική είναι ποιος άλλος παρά ο ΛΑΟΣ. Δηλαδή ο "δεξιός ψάλτης" της Νέας Δημοκρατίας.
Είναι εξ άλλου κοινό μυστικό στους εκκλησιαστικούς κύκλους ότι η ευγενής άμιλλα και οι αψιμαχίες μεταξύ αριστερών και δεξιών ψαλτών είναι σύνηθες φαινόμενο και στις καλλίτερες των εκκλησιών.
Και επειδή εσχάτως με αφορμή το σκάνδαλο της SIEMENS τα δύο αυτά κόμματα αυτοπροβάλλονται και με την ιδιότητα της "αμόλυντης παρθένας", που φρίττει απεγνωσμένα με τις διεφθαρμένες συνιστώσες του δικομματισμού, ας μην εκπλήσσονται από τις ατεκμηρίωτες καταγγελίες, που εκτοξεύουν το ένα εναντίον του άλλου.
Διότι ως είναι επίσης γνωστό στους εκπαιδευτικούς κύκλους τα αστήρικτα κουτσομπολιά είναι σύνηθες φαινόμενο και στα καλλίτερα των παρθεναγωγείων.
Το πρώτο είναι η ομόφωνη απόφαση του Πειθαρχικού συμβουλίου που απήλλαξε πανηγυρικά τον κ. Μπάγια. Για το θέμα αυτό, που είχε αναστατώσει το σύνολο του νομικού κόσμου της χώρας, είχαμε εκφράσει εγκαίρως τον προβληματισμό μας.
Ευτυχώς με την απόφαση αυτή περισώθηκε το κύρος της δημοκρατίας μας.
Διότι προφανώς το κύρος της δικαιοσύνης ουδέποτε κινδύνεψε από τη δράση του διωκόμενου για τις απόψεις του συνδικαλιστή δικαστικού λειτουργού.
Το δεύτερο σημαντικό ζήτημα ήταν η άσκηση ποινικών διώξεων για την υπόθεση της εξαγοράς της «ΓΕΡΜΑΝΟΣ» από τον ΟΤΕ.
Ανεξάρτητα από το ουσιαστικό μέρος της υπόθεσης, για το οποίο δεν διαθέτουμε ούτε επαρκή στοιχεία, ούτε καθ’ ύλην αρμοδιότητα για να κάνουμε ποινικής φύσεως αξιολογήσεις, αυτή καθεαυτή η άσκηση διώξεων έχει μεγάλη θεσμική σπουδαιότητα, εξαιτίας του πολιτικού της ενδιαφέροντος.
Είναι πολύ σημαντικό για την Ελληνική Δικαιοσύνη ότι οι συγκεκριμένοι δικαστές λειτούργησαν σύμφωνα με τους κανόνες της επιστήμης και της συνείδησης τους και δεν δίστασαν να λάβουν αποφάσεις που προφανώς πλήττουν την επικοινωνιακή εικόνα κεντρικών επιλογών και δράσεων της εκτελεστικής εξουσίας.
Η πολιτική βαρύτητα του όλου ζητήματος είναι πλέον αυταπόδεικτη από τον πολιτικό σάλο, που ξεσήκωσαν οι διώξεις αμέσως μετά την δημοσιοποίησή τους.
Αυτές τις πολιτικές παρενέργειες αξίζει τον κόπο να προσεγγίσουμε τουλάχιστον ακροθιγώς, καθ’ όσον εξ άλλου ο πολιτικός σχολιασμός είναι δικαίωμα και καθήκον μας, ως φορολογουμένων, πολιτών και ψηφοφόρων αυτής της τάλαινας res publica.
Ο χορός των πολιτικών δηλώσεων ξεκίνησε με την δήλωση του εξοχότατου ΥΠΕΘΟ:
«Η Cosmote έκανε μία επιχειρηματική κίνηση, η οποία θεώρησε ότι είναι προς όφελός της και προς όφελος του ΟΤΕ. Η κίνηση αυτή δικαιώθηκε από την αγορά και τις εξελίξεις. Παρότι σέβομαι απολύτως τις αποφάσεις της Δικαιοσύνης, ειλικρινά δεν αντιλαμβάνομαι το σκεπτικό αυτής της συγκεκριμένης απόφασης».Παρότι θέλουμε να αντιμετωπίζουμε με καλοπιστία και συμπάθεια όλα τα διαπρεπή μέλη της Κυβέρνησης, που με αυτοθυσία και ανιδιοτέλεια εργάζονται άοκνα για το καλό του τόπου δεν μπορούμε να μη σημειώσουμε κάποια ερωτηματικά.
Αφού η Cosmote είναι μια επιχείρηση, που έκανε επιχειρηματικές κινήσεις γιατί ο ΥΠΕΘΟ αισθάνεται την ανάγκη να σχολιάσει τόσο έντονα το όλο θέμα?. Κατά το κοινώς λεγόμενο εκείνος «τι ζόρι τραβάει?». Διότι βεβαίως δεν είναι συνηθισμένη πρακτική οι ΥΠΕΘΟ να σχολιάζουν γενικώς τις διάφορες επιχειρηματικές επιλογές των διάφορων εταιριών. Και εν πάση περιπτώσει όταν μια επιχείρηση «κάνει κινήσεις, που θεωρεί ότι είναι προς όφελός της» αυτό σημαίνει ότι η δικαιοσύνη δεν δικαιούται να ελέγξει την τυπική ή ουσιαστική νομιμότητά τους?
Και πώς ακριβώς «η κίνηση δικαιώθηκε από την αγορά και τις εξελίξεις»? Από όσο γνωρίζουμε ούτε η μετοχή του ΟΤΕ ανέβηκε, ούτε τα κέρδη της εταιρίας αυξήθηκαν, ούτε τα τιμολόγια για τους καταναλωτές μειώθηκαν.
Επίσης η διατύπωση «δεν αντιλαμβάνομαι το σκεπτικό της συγκεκριμένης απόφασης», με δεδομένη την οξυδέρκεια του κ. Υπουργού δεν αποτελεί κατ’ ουσία απαξιοτική κρίση για την ενέργεια των δικαστικών λειτουργών?
Είναι δυνατόν αυτό, που κατανοούν εδώ και πάρα πολύ καιρό όλοι οι πολίτες να μη το κατανοεί ο κ. Υπουργός? Και αν πράγματι έχει μια τέτοια αντιληπτική δυσχέρεια γιατί δεν ζητά την βοήθεια του (θού Κύριε φυλακή τω στόματί μου) κ. Τράγκα ή του (οι μάγκες δεν υπάρχουν πια τους πάτησε το τραίνο) κ. Μανώλη, που συναγωνίζονται σε επίδειξη κατανόησης στα τηλεοπτικά παράθυρα και τις εφημερίδες?
Αν πάλι αναφερόμενος στο σκεπτικό της απόφασης στην πραγματικότητα υπαινίσσεται το σκεπτικό των Δικαστών, υπό την έννοια του πως βρήκαν το θάρρος να αποφασίσουν την άσκηση ποινικών διώξεων για ένα τέτοιο θέμα, τότε το πρόβλημα δεν είναι ούτε της Δικαιοσύνης, ούτε δικό του.
Το πρόβλημα ανάγεται στην λειτουργία του πολιτεύματος.
Διότι απλούστατα μπορεί να αποτελεί ανεπίτρεπτη, έμμεση πλην σαφή, σύγχυση δικαστικής και εκτελεστικής εξουσίας.
Διασκεδαστική όμως ήταν και η κόντρα του ΚΚΕ με το ΛΑΟΣ.
Ο Πρόεδρος του ΛΑΟΣ έκανε ένα σαφές και απλοϊκό ερώτημα σχετικά με την απουσία του κομμουνιστικού κόμματος από τη Βουλή όταν διεξήγετο συζήτηση για τη «ΓΕΡΜΑΝΟΣ».
Στο ευθύ και απέριττο αυτό ερώτημα το ΚΚΕ απήντησε με ένα σωρό «περικοκλάδες», με συνομωσιολογίες, «με προβοκάτσιες», με «αντικομμουνισμούς» και με γενικές θεωρίες περί αντικαπιταλιστικών αγώνων.
Μακράν ημών μέχρις αποδείξεως του εναντίου οποιαδήποτε καχυποψία για την επίσημη στάση του ΚΚΕ περί την κρινόμενη αγοραπωλησία, αλλά βεβαίως σε μιας τέτοιας βαρύτητας ζήτημα δεν αρκεί η δικαιολογία ότι σύσσωμη η κοινοβουλευτική ομάδα περί άλλων τύρβαζε. Ούτε οι δηλώσεις μεμονωμένων βουλευτών σε ένα τέτοιο θέμα αποτελούν επαρκή επίσημη κάλυψη ενός κόμματος. Τουναντίον μπορεί να σημαίνει επίσημη προσπάθεια υποβάθμισης ενός θέματος.
Τέλος η βαρύγδουπη δήλωση "ότι εκείνο που ενοχλεί διάφορους είναι ότι το ΚΚΕ δεν παλεύει μόνο κατά των σκανδάλων, αλλά και κατά της αιτίας που τα γεννά: Το καπιταλιστικό σύστημα και η αντιλαϊκή πολιτική", κάθε άλλο παρά καθησυχαστική είναι.
Και τούτο διότι στην πράξη τις τρεις τουλάχιστον τελευταίες δεκαετίες ο πολίτης παρακολουθεί το ΚΚΕ να αναπτύσσει ενάντια στο καπιταλιστικό σύστημα μια συνεπή πολεμική, που συνίσταται σε διασπαστικές δραστηριότητες στον συνδικαλιστικό χώρο και στην τοπική αυτοδιοίκηση, σε λυσσαλέες επιθέσεις κατά του ΠΑΣΟΚ και του ΣΥΡΙΖΑ. Και δεν είναι σπάνιες οι περιπτώσεις, που συμπτωματικά η Κοινοβουλευτική του στάση διευκόλυνε την Κυβέρνηση. Όπως και γενικά οι δημόσιες παρεμβάσεις του αντικειμενικά συμπλέουν με τα κεντρικά επικοινωνιακά προτάγματα της Κυβέρνησης ότι για όλα φταίει το ΠΑΣΟΚ ή τουλάχιστον ότι η ΝΔ δεν είναι χειρότερη από την αξιωματική αντιπολίτευση.
Αν λοιπόν υπάρχει διάχυτη μια αμφιβολία για την στάση του Κομμουνιστικού κόμματος αυτή προκύπτει μάλλον αβίαστα από την γενικότερη πολιτική πρακτική του και όχι τόσο από την ειδική αυτή περίπτωση.
Μια μακροχρόνια συνεπής αρνητική πρακτική, που ευλόγως προσέδωσε στο ΚΚΕ τον τίτλο του "αριστερού ψάλτη" της Νέας Δημοκρατίας.
Και επομένως ο πιο κατάλληλος για να αξιολογήσει αυτή την πρακτική είναι ποιος άλλος παρά ο ΛΑΟΣ. Δηλαδή ο "δεξιός ψάλτης" της Νέας Δημοκρατίας.
Είναι εξ άλλου κοινό μυστικό στους εκκλησιαστικούς κύκλους ότι η ευγενής άμιλλα και οι αψιμαχίες μεταξύ αριστερών και δεξιών ψαλτών είναι σύνηθες φαινόμενο και στις καλλίτερες των εκκλησιών.
Και επειδή εσχάτως με αφορμή το σκάνδαλο της SIEMENS τα δύο αυτά κόμματα αυτοπροβάλλονται και με την ιδιότητα της "αμόλυντης παρθένας", που φρίττει απεγνωσμένα με τις διεφθαρμένες συνιστώσες του δικομματισμού, ας μην εκπλήσσονται από τις ατεκμηρίωτες καταγγελίες, που εκτοξεύουν το ένα εναντίον του άλλου.
Διότι ως είναι επίσης γνωστό στους εκπαιδευτικούς κύκλους τα αστήρικτα κουτσομπολιά είναι σύνηθες φαινόμενο και στα καλλίτερα των παρθεναγωγείων.
Πέμπτη 10 Ιουλίου 2008
ΥΠΠΟ: Η παρατυπία με την μακροχρόνια επανάληψή της δημιουργεί δίκαιο.
Όταν ένας φτωχοδήμαρχος ενός ακριτικού δήμου χρησιμοποιήσει 100 ευρώ από το κονδύλιο για τις λακκούβες προκειμένου να πληρώσει τις υπερωρίες ενός υπάλληλου καθαριότητας ή να αγοράσει γραφική ύλη, διαπράττει ποινικά κολάσιμη πράξη.
Η πειθαρχική και ποινική δίωξη δημάρχων, που μπλέκουν τα χρήματα των διαφόρων λογιστικών κωδικών είτε από άγνοια είτε από ανάγκη να αντιμετωπίσουν την μόνιμη οικονομική ανεπάρκεια των δήμων, αποτελεί συνήθη ασχολία των περιφερειαρχών και των κατά τόπους εισαγγελικών λειτουργών.
Όταν όμως ένας Υπουργός Πολιτισμού παίρνει τα χρήματα (δεκάδες εκατομμύρια ευρώ) που προορίζονται για πολιτιστικές εκδηλώσεις και τα διαθέτει σε δύο σωματεία εργαζομένων του Υπουργείου του και αυτά με τη σειρά τους αντί πολιτιστικών εκδηλώσεων τα μοιράζουν στα μέλη τους, τότε ο Υπουργός δεν διαπράττει αξιόποινη, αλλά τουναντίον θεάρεστη και κοινωνικώς αξιέπαινη πράξη.
Και βεβαίως ο «αναιδής» εισαγγελέας που «τολμά» να εντοπίσει και να αναδείξει την Υπουργική αταξία, θα πρέπει να τύχει της δέουσας παλλαϊκής αποδοκιμασίας για την «ιδιάζουσα θρασύτητά» του.
Αυτά περίπου προσπαθούν να υποστηρίξουν με τις εντυπωσιακές δηλώσεις τους τέσσερεις διαπρεπείς υπουργοί του Υπουργείου Πολιτισμού σε μια ομολογουμένως συγκινητική υπερκομματική σύμπτωση απόψεων.
Αυτό, που ομως εντυπωσιάζει δεν είναι ούτε αυτή καθεαυτή η παρατυπία ούτε το γενικότερο απίστευτο «μπάχαλο», που φαίνεται να επικρατεί στον τρόπο και τις διαδικασίες διάθεσης του δημόσιου χρήματος.
Το πλέον εντυπωσιακό είναι ότι εξέχοντες πολιτικοί, με μακρά εμπειρία στη δημόσια διοίκηση και με αξιόλογη νομική συγκρότηση (οι τρείς εξ αυτών), δεν αντιλαμβάνονται την ανάγκη να παραδεχθούν μια διαχειριστική αταξία ή τουλάχιστον να μπουν στον κόπο να επινοήσουν σοβαρότερα επιχειρήματα για την αναμφισβήτητη παρατυπία τους.
Ουδείς μπορεί να διαφωνήσει με την ανάγκη να πληρωθούν οι υπερωρίες των υπαλλήλων ή ακόμη και με την προφανή ανάγκη δραστικής βελτίωσης των αποδοχών τους. Αυτό όμως δεν αποτελεί άλλοθι για την παραβίαση της ισχύουσας νομοθεσίας περί του τρόπου διάθεσης των δημοσίων κονδυλίων.
Και βάσει ποίου νομικού κανόνος νομιμοποιείται «το υπουργείο Οικονομικών για δημοσιονομικούς λόγους να προτιμάει την λύση αυτή αντί να καταβάλλει τα επιδόματα και τις υπερωρίες που δικαιούνται οι εργαζόμενοι από τον τακτικό προϋπολογισμό»?
Και αν για το 2001 «διαμορφώθηκε σε συνεννόηση με το υπουργείο Οικονομικών» μια Υπουργική απόφαση, που κάλυψε την αλλαγή του προορισμού χρήσης του συγκεκριμένου κονδυλίου, πως αυτή η Υπουργική απόφαση μπορεί να αποτελέσει νομική κάλυψη για παρόμοιες πρακτικές επόμενων οικονομικών ετών?
Άραγε δεν απαιτείται κατ’ έτος έκδοση νέας Υπουργικής αποφάσεως για κάθε νέα παράκαμψη κάθε νέου προϋπολογισμού?
Τέλος βάσει ποιάς αλήθεια νομικής αρχής «η μακροχρόνια αυτή πρακτική» μπορεί να μεταλλάξει σε νόμιμη μια τυπικά παράτυπη και μάλιστα ποινικώς αξιόλογη πράξη?
Δεν χρειάζεται να είναι κανείς καθηγητής Νομικής για να αντιληφθεί ότι εν προκειμένω υπάρχουν αποχρώσες ενδείξεις παραβίασης των κανόνων του Δημόσιου Λογιστικού.
Νομίμως λοιπόν οι εισαγγελείς σχημάτισαν και παρέπεμψαν σχετική δικογραφία στην Βουλή. Δικαιούνται επομένως δημόσιο έπαινο, διότι όχι απλώς ορθώς ερμήνευσαν και εφήρμοσαν το νόμο, αλλά επέδειξαν και την επιβεβλημένη για το λειτούργημά τους αρετή και τόλμη να μην επηρεαστούν από την εμπλοκή τεσσάρων διαπρεπών υπουργών.
Εύλογα συνεπώς θα περίμεναν οι πολίτες μια δήλωση παραδοχής ενός ανθρώπινου σφάλματος. Και με τη λογική ότι τα σφάλματα αποτελούν μαθήματα, θα μπορούσαν να αισιοδοξούν ότι το δημόσιο λογιστικό θα τύχαινε περισσότερου σεβασμού στο μέλλον.
Αντ’ αυτού δυστυχώς οι δηλώσεις είναι περισσότερο ανησυχητικές από αυτό καθεαυτό το λάθος.
Διότι επιχειρούν να εισάγουν ένα νομικά αδόκιμο εξ υποκειμένου κριτήριο της «μακροχρόνιας πρακτικής». Σύμφωνα με το οποίο η μακροχρόνια πρακτική των Υπουργών δημιουργεί δίκαιο την ίδια ώρα που η μακροχρόνια πρακτική των δημάρχων δημιουργεί έγκλημα κατ’ εξακολούθηση.
Διότι αδικούν την δικαιοσύνη, που βεβαίως οφείλει να ξεσκεπάσει όλες τις πτυχές των οικονομικών σκανδάλων, που ταλανίζουν τον τόπο, αλλά δεν επιτρέπεται να εγκαλείται στη τάξη αντί να επαινείται όταν κάνει το καθήκον της.
Και κυρίως διότι αδικούν τους ίδιους τους Υπουργούς και τους πολιτικούς τους φίλους.
Η πειθαρχική και ποινική δίωξη δημάρχων, που μπλέκουν τα χρήματα των διαφόρων λογιστικών κωδικών είτε από άγνοια είτε από ανάγκη να αντιμετωπίσουν την μόνιμη οικονομική ανεπάρκεια των δήμων, αποτελεί συνήθη ασχολία των περιφερειαρχών και των κατά τόπους εισαγγελικών λειτουργών.
Όταν όμως ένας Υπουργός Πολιτισμού παίρνει τα χρήματα (δεκάδες εκατομμύρια ευρώ) που προορίζονται για πολιτιστικές εκδηλώσεις και τα διαθέτει σε δύο σωματεία εργαζομένων του Υπουργείου του και αυτά με τη σειρά τους αντί πολιτιστικών εκδηλώσεων τα μοιράζουν στα μέλη τους, τότε ο Υπουργός δεν διαπράττει αξιόποινη, αλλά τουναντίον θεάρεστη και κοινωνικώς αξιέπαινη πράξη.
Και βεβαίως ο «αναιδής» εισαγγελέας που «τολμά» να εντοπίσει και να αναδείξει την Υπουργική αταξία, θα πρέπει να τύχει της δέουσας παλλαϊκής αποδοκιμασίας για την «ιδιάζουσα θρασύτητά» του.
Αυτά περίπου προσπαθούν να υποστηρίξουν με τις εντυπωσιακές δηλώσεις τους τέσσερεις διαπρεπείς υπουργοί του Υπουργείου Πολιτισμού σε μια ομολογουμένως συγκινητική υπερκομματική σύμπτωση απόψεων.
Αυτό, που ομως εντυπωσιάζει δεν είναι ούτε αυτή καθεαυτή η παρατυπία ούτε το γενικότερο απίστευτο «μπάχαλο», που φαίνεται να επικρατεί στον τρόπο και τις διαδικασίες διάθεσης του δημόσιου χρήματος.
Το πλέον εντυπωσιακό είναι ότι εξέχοντες πολιτικοί, με μακρά εμπειρία στη δημόσια διοίκηση και με αξιόλογη νομική συγκρότηση (οι τρείς εξ αυτών), δεν αντιλαμβάνονται την ανάγκη να παραδεχθούν μια διαχειριστική αταξία ή τουλάχιστον να μπουν στον κόπο να επινοήσουν σοβαρότερα επιχειρήματα για την αναμφισβήτητη παρατυπία τους.
Ουδείς μπορεί να διαφωνήσει με την ανάγκη να πληρωθούν οι υπερωρίες των υπαλλήλων ή ακόμη και με την προφανή ανάγκη δραστικής βελτίωσης των αποδοχών τους. Αυτό όμως δεν αποτελεί άλλοθι για την παραβίαση της ισχύουσας νομοθεσίας περί του τρόπου διάθεσης των δημοσίων κονδυλίων.
Και βάσει ποίου νομικού κανόνος νομιμοποιείται «το υπουργείο Οικονομικών για δημοσιονομικούς λόγους να προτιμάει την λύση αυτή αντί να καταβάλλει τα επιδόματα και τις υπερωρίες που δικαιούνται οι εργαζόμενοι από τον τακτικό προϋπολογισμό»?
Και αν για το 2001 «διαμορφώθηκε σε συνεννόηση με το υπουργείο Οικονομικών» μια Υπουργική απόφαση, που κάλυψε την αλλαγή του προορισμού χρήσης του συγκεκριμένου κονδυλίου, πως αυτή η Υπουργική απόφαση μπορεί να αποτελέσει νομική κάλυψη για παρόμοιες πρακτικές επόμενων οικονομικών ετών?
Άραγε δεν απαιτείται κατ’ έτος έκδοση νέας Υπουργικής αποφάσεως για κάθε νέα παράκαμψη κάθε νέου προϋπολογισμού?
Τέλος βάσει ποιάς αλήθεια νομικής αρχής «η μακροχρόνια αυτή πρακτική» μπορεί να μεταλλάξει σε νόμιμη μια τυπικά παράτυπη και μάλιστα ποινικώς αξιόλογη πράξη?
Δεν χρειάζεται να είναι κανείς καθηγητής Νομικής για να αντιληφθεί ότι εν προκειμένω υπάρχουν αποχρώσες ενδείξεις παραβίασης των κανόνων του Δημόσιου Λογιστικού.
Νομίμως λοιπόν οι εισαγγελείς σχημάτισαν και παρέπεμψαν σχετική δικογραφία στην Βουλή. Δικαιούνται επομένως δημόσιο έπαινο, διότι όχι απλώς ορθώς ερμήνευσαν και εφήρμοσαν το νόμο, αλλά επέδειξαν και την επιβεβλημένη για το λειτούργημά τους αρετή και τόλμη να μην επηρεαστούν από την εμπλοκή τεσσάρων διαπρεπών υπουργών.
Εύλογα συνεπώς θα περίμεναν οι πολίτες μια δήλωση παραδοχής ενός ανθρώπινου σφάλματος. Και με τη λογική ότι τα σφάλματα αποτελούν μαθήματα, θα μπορούσαν να αισιοδοξούν ότι το δημόσιο λογιστικό θα τύχαινε περισσότερου σεβασμού στο μέλλον.
Αντ’ αυτού δυστυχώς οι δηλώσεις είναι περισσότερο ανησυχητικές από αυτό καθεαυτό το λάθος.
Διότι επιχειρούν να εισάγουν ένα νομικά αδόκιμο εξ υποκειμένου κριτήριο της «μακροχρόνιας πρακτικής». Σύμφωνα με το οποίο η μακροχρόνια πρακτική των Υπουργών δημιουργεί δίκαιο την ίδια ώρα που η μακροχρόνια πρακτική των δημάρχων δημιουργεί έγκλημα κατ’ εξακολούθηση.
Διότι αδικούν την δικαιοσύνη, που βεβαίως οφείλει να ξεσκεπάσει όλες τις πτυχές των οικονομικών σκανδάλων, που ταλανίζουν τον τόπο, αλλά δεν επιτρέπεται να εγκαλείται στη τάξη αντί να επαινείται όταν κάνει το καθήκον της.
Και κυρίως διότι αδικούν τους ίδιους τους Υπουργούς και τους πολιτικούς τους φίλους.
Παρασκευή 27 Ιουνίου 2008
ΠΑΣΟΚ: Η κενότητα της ενότητας και η διάσταση της διάσπασης.
Η εξέλιξη της ηλεκτρονικής αποτελεί αναμφίβολα ένα τεράστιο μοχλό ανάπτυξης για την ανθρωπότητα.
Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν προέκυψαν σοβαρές παρενέργειες για το ανθρώπινο είδος.
Επί παραδείγματι μέχρι την εφεύρεση των ηλεκτρονικών αριθμομηχανών (κομπιουτεράκι) ο άνθρωπος είχε τη δυνατότητα να κάνει με το μυαλό του πολλούς και κατά περίπτωση πολύπλοκους μαθηματικούς υπολογισμούς.
Η σημερινή γενιά δυσκολεύεται να εκτελέσει ακόμη και προσθέσεις με μονοψήφιους αριθμούς χωρίς να χρησιμοποιήσει κομπιούτερ.
Κάτι ανάλογο συμβαίνει με τους πολιτικούς.
Οι παλαιοί πολιτικοί για να διακριθούν όφειλαν να έχουν ανεπτυγμένη πολιτική διαίσθηση. Να διαθέτουν το λεγόμενο πολιτικό αισθητήριο.
Η ευρεία ανάπτυξη των δημοσκοπήσεων έχει αποστερήσει τους νεώτερους από αυτό το ταλέντο.
Το αποτέλεσμα είναι ότι βρίσκονται πολύ συχνά σε απόλυτη διάσταση με τη λαϊκή βούληση.
Ας δούμε για παράδειγμα τι συμβαίνει με το Σκοπιανό. Το 80% των Ελλήνων δεν θέλει όνομα, που να περιέχει τη λέξη Μακεδονία ή παράγωγά του. Στην πλειοψηφία τους όμως οι πολιτικοί έχουν ήδη αποδεχθεί το Μακεδονία και συζητάνε περί του γεωγραφικού ή του χρονικού επιθετικού προσδιορισμού.
Παρομοίως στο θέμα της Τουρκίας.
Περίπου ουδείς Έλληνας επιθυμεί την είσοδο της Τουρκίας στην ΕΕ.
Αντιθέτως η πλειοψηφία των πολιτικών δηλώνουν ένθερμοι υποστηρικτές της ένταξης.
Η ίδια περίπου εικόνα με την Συνθήκη της Λισσαβόνας και πάει λέγοντας.
Κάτι ανάλογο φαίνεται πως συμβαίνει με τα «πρωτοκλασάτα» στελέχη του ΠΑΣΟΚ.
Για παράδειγμα η αποστασιοποίηση του κ. Σημίτη κατέληξε να προσλάβει τα χαρακτηριστικά ενός απόλυτου πολιτικού φιάσκου.
Ο Ελληνικός λαός εδώ και χρόνια επιθυμεί να διαπιστώσει την ουσιαστική διαφοροποίηση του ΠΑΣΟΚ από συγκεκριμένες αντιλήψεις και πρακτικές.
Η ιδεολογική ή πολιτική αντιπαράθεση θα ήταν επομένως κατανοητή και ευπρόσδεκτη από τους πολίτες.
Σαν τέτοια θα μπορούσαν να αντιληφθούν προφανώς μια διαμάχη για το αν πρέπει ή όχι το ΠΑΣΟΚ να συναινέσει στην κύρωση της συνθήκης. Μια τέτοια αντίθεση θα ήταν ευνόητη για όλους και ευπρόσδεκτη για πολλούς.
Αντ’ αυτού ζήσαμε μια ανούσια ανταλλαγή αντεγκλήσεων του στυλ «εγώ και ο μπαμπάς σου» ο ένας και «για πρόσεξε σε ποιόν μιλάς» ο άλλος.
Προφανώς και οι δύο πολιτικοί άνδρες κάτι προσπάθησαν να σηματοδοτήσουν. Το μόνο πού πέτυχαν ήταν να κάνουν μια τρύπα στο νερό, δίνοντας την εντύπωση ότι δεν κατάφεραν να βγούν έξω από τον προσωπικό τους μικρόκοσμο.
Εξ’ ίσου αποκομμένοι από το λαϊκό ένστικτο βρίσκονται εδώ και πολύ καιρό όσοι επιμένουν να διακηρύττουν το μεγαλείο της ενότητας του ΠΑΣΟΚ υποτιμώντας την νοημοσύνη εαυτών και αλλήλων.
Διότι ο μέσος ψηφοφόρος διαισθάνεται ότι η ενότητα ούτε υπαρκτή, ούτε επιτεύξιμη είναι.
Ο μέσης αντίληψης πολιτικός οφείλει να καταλαβαίνει ότι η ενότητα προϋποθέτει κοινή ιδεολογική πλατφόρμα, κοινά συμφέροντα και κοινούς στόχους.
Ο κόσμος λοιπόν τόχει τούμπανο και εμείς κρυφό καμάρι.
Κι ο τελευταίος κάτοικος αυτής της χώρας έχει αντιληφθεί ότι στο ΠΑΣΟΚ υπάρχει αγεφύρωτο ιδεολογικό χάσμα. Ότι υπάρχουν σκληρά αντικρουόμενα προσωπικά συμφέροντα. Ότι πολλών οι ατομικοί στόχοι δεν συμβαδίζουν με τον κεντρικό στόχο του κόμματος.
Ενώ λοιπόν ο λαός διαισθάνεται ξεκάθαρα ότι η ενότητα αποτελεί λέξη κενή περιεχομένου και αναμένει κινήσεις, που να σηματοδοτούν την ιδεολογική καθαρότητα , την αταλάντευτη πολιτική στόχευση και τη συλλογικότητα, ο συνήθης πρωτοκλασσάτος περιορίζεται σε κούφιους βερμπαλισμούς.
Την ίδια στιγμή λειτουργεί φραξιονιστικά, υπονομευτικά, ατομιστικά.
Στερείται δηλαδή του στοιχειώδους πολιτικού αισθητηρίου για να κατανοήσει ότι ο σημερινός ψηφοφόρος αηδιάζει από την υποκρισία. Απαιτεί τουλάχιστον αυθεντικότητα και ειλικρίνεια.
Πόση ειλικρίνεια όμως υπάρχει όταν χύνουν κροκοδείλια δάκρυα για την ενότητα και την ίδια στιγμή :
Ο ένας λέει με αθώο ύφος ότι κανείς δεν αμφισβητεί τον Πρόεδρο αλλά αν μετά από έξι μήνες δεν έχουν αλλάξει τα ευρήματα των δημοσκοπήσεων θα υπάρχει πρόβλημα.
Ο άλλος δήθεν αδιάφορα επισημαίνει ότι ο πήχης για το ΠΑΣΟΚ στις επερχόμενες ευρωεκλογές είναι το εκλογικό ποσοστό των προηγούμενων.
Ο τρίτος ενώ το κόμμα του βρίσκεται στη δύνη ενός πολυεθνικού οικονομικού σκανδάλου, αισθάνεται την ανάγκη να δώσει συνέντευξη μια μέρα πριν από την προγραμματισμένη συνέντευξη τύπου του Προέδρου, ο οποίος συμπτωματικά έχει προαναγγείλει ότι θα αναπτύξει την επίσημη θέση και τις συγκροτημένες προτάσεις του κόμματος για αυτό το θέμα.
Προφανώς κανένας δεν ενδιαφέρεται για την ενότητα και απλώς όλοι την υμνολογούν για το θεαθήναι.
Επειδή στερούμενοι πολιτικού αισθητηρίου πιστεύουν εσφαλμένα ότι η ενότητα αποτελεί επιθυμία της λαϊκής βάσης. Πλανώνται όμως πλάνη οικτρά.
Διότι στην πραγματικότητα ο λαός δεν θέλει την ενότητα για την ενότητα. Τους καρπούς της ενότητας λαχταράει:
Την καθαρή ιδεολογική ταυτότητα. Την αταλάντευτη πολιτική στόχευση. Τον ενιαίο πολιτικό λόγο. Τη συλλογικότητα στις αποφάσεις και στις δράσεις.
Αντ’ αυτού παρακολουθεί διάφορους πικραμένους καρεκλοθύρες να επιδίδονται σε λαϊκίστικη «ενοτητολαγνεία», ενώ στην πράξη συναγωνίζονται σε υπονομευτικές και διασπαστικές ανδραγαθίες.
Το ίδιο περίπου ισχύει και με τα περί διάσπασης ξόρκια.
Διότι όταν σε ένα κόμμα από την μια υπάρχει ο αρχηγός και από την άλλη οι καπεταναίοι.
Όταν ο αρχηγός έχει την επιτελική ομάδα του πρωϊνού καφέ και οι καπεταναίοι την επιτελική ομάδα της βραδινής ταβέρνας.
Όταν ο αρχηγός κάνει πανηγυρικές αποπομπές και οι καπεταναίοι «διαρρέουν μέσω κύκλων τους», ότι διαφωνούν.
Όταν ο επίσημος εκπρόσωπος του κόμματος κάνει δηλώσεις στη Χαριλάου Τρικούπη και οι καπεταναίοι ή οι οιονεί εκπρόσωποί τους διαφοροποιούνται ευσχήμως μεν αλλά πάντως αισθητά από την κεντρική άποψη κάνοντας κόντρα δηλώσεις στα κανάλια και στα κυριακάτικα φύλα.
Όταν συμβαίνουν αυτά τα ευτράπελα σε καθημερινή βάση κάθε κοινός νούς αντιλαμβάνεται ότι η διάσπαση δεν αποτελεί επαπειλούμενο κίνδυνο.
Η διάσπαση αποτελεί υπαρκτό πραγματικό γεγονός.
Η διάσπαση όσο και αν λαϊκίστικα την εξορκίζουν οι αξιολύπητοι ψευτοεξορκιστές είναι ήδη παρούσα και εμφανέστατη στον αντικειμενικό παρατηρητή.
Το πότε θα δημοσιοποιηθεί πανηγυρικά είναι απλώς θέμα χρόνου και συγκυριών δευτερεύουσας σημασίας.
Ο λαός γνωρίζει ότι οι αντίθετες γνώμες και οι πολιτικές αντιπαραθέσεις αποτελούν το οξυγόνο της σύνθεσης και της ενότητας. Γνωρίζει όμως εξ ίσου καλά ότι οι φράξιες αποτελούν βαρύτατη ασθένεια για οποιοδήποτε κόμμα. Ασθένεια, που εμφανίζεται ακριβώς με τα συμπτώματα, που περιγράψαμε παραπάνω.
Όταν οι φράξιες εκτός από αυτοτελή οργανωτική δομή και ειδικούς στόχους έχουν και σαφώς διάφορη ιδεολογικοπολιτική πλατφόρμα, τότε η ασθένεια είναι μη αναστρέψιμη.
Ο διχασμός είναι νομοτελειακός και το μέγεθος των διαστάσεων της διάσπασης είναι μαθηματικώς ευθέως ανάλογο με το χρόνο παραμονής και λειτουργίας της φράξιας μέσα στο άρρωστο κόμμα.
Το αστείο στην όλη υπόθεση είναι ότι οι φραξιονιστές δεν είναι κάποια συνηθισμένη αριστερίστικη σέχτα, που βαρέθηκε την μοναξιά και την υγρασία της γιάφκας και έβαλε πλώρη να αποκτήσει ευήλια πολυτελή γραφεία και τη σφραγίδα ενός μαζικότερου κόμματος.
Εδώ αυτό που διακαώς θέλουν οι φραξιονιζόμενοι είναι η κατάκτηση της εξουσίας. Και επειδή ακριβώς τους λείπει το πολιτικό αισθητήριο αδυνατούν να αντιληφθούν ότι με την πρακτική τους απομακρύνουν σταθερά τον εαυτό τους ακριβώς από αυτό τον τελικό τους στόχο.
Πρόκειται επομένως για μνημειώδη πολιτική αβελτηρία.
Και δεν αντιλαμβάνονται οι άφρονες ότι ο λαός συμπεριφέρεται σαν τον Κλέαρχο.
Όπως διασώζει ο Θουκυδίδης «όστις τω Κλεάρχω εδόκει βλακεύειν έπαισεν αν».
Με απλά λόγια ο Κλέαρχος συνήθιζε να δίνει σφαλιάρες σ’ όποιον έκρινε ότι κάνει βλακείες.
Και ως γνωστό ο σύγχρονος ψηφοφόρος σφαλιαρίζει με τη μέθοδο της εκλογικής απαξίωσης.
Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν προέκυψαν σοβαρές παρενέργειες για το ανθρώπινο είδος.
Επί παραδείγματι μέχρι την εφεύρεση των ηλεκτρονικών αριθμομηχανών (κομπιουτεράκι) ο άνθρωπος είχε τη δυνατότητα να κάνει με το μυαλό του πολλούς και κατά περίπτωση πολύπλοκους μαθηματικούς υπολογισμούς.
Η σημερινή γενιά δυσκολεύεται να εκτελέσει ακόμη και προσθέσεις με μονοψήφιους αριθμούς χωρίς να χρησιμοποιήσει κομπιούτερ.
Κάτι ανάλογο συμβαίνει με τους πολιτικούς.
Οι παλαιοί πολιτικοί για να διακριθούν όφειλαν να έχουν ανεπτυγμένη πολιτική διαίσθηση. Να διαθέτουν το λεγόμενο πολιτικό αισθητήριο.
Η ευρεία ανάπτυξη των δημοσκοπήσεων έχει αποστερήσει τους νεώτερους από αυτό το ταλέντο.
Το αποτέλεσμα είναι ότι βρίσκονται πολύ συχνά σε απόλυτη διάσταση με τη λαϊκή βούληση.
Ας δούμε για παράδειγμα τι συμβαίνει με το Σκοπιανό. Το 80% των Ελλήνων δεν θέλει όνομα, που να περιέχει τη λέξη Μακεδονία ή παράγωγά του. Στην πλειοψηφία τους όμως οι πολιτικοί έχουν ήδη αποδεχθεί το Μακεδονία και συζητάνε περί του γεωγραφικού ή του χρονικού επιθετικού προσδιορισμού.
Παρομοίως στο θέμα της Τουρκίας.
Περίπου ουδείς Έλληνας επιθυμεί την είσοδο της Τουρκίας στην ΕΕ.
Αντιθέτως η πλειοψηφία των πολιτικών δηλώνουν ένθερμοι υποστηρικτές της ένταξης.
Η ίδια περίπου εικόνα με την Συνθήκη της Λισσαβόνας και πάει λέγοντας.
Κάτι ανάλογο φαίνεται πως συμβαίνει με τα «πρωτοκλασάτα» στελέχη του ΠΑΣΟΚ.
Για παράδειγμα η αποστασιοποίηση του κ. Σημίτη κατέληξε να προσλάβει τα χαρακτηριστικά ενός απόλυτου πολιτικού φιάσκου.
Ο Ελληνικός λαός εδώ και χρόνια επιθυμεί να διαπιστώσει την ουσιαστική διαφοροποίηση του ΠΑΣΟΚ από συγκεκριμένες αντιλήψεις και πρακτικές.
Η ιδεολογική ή πολιτική αντιπαράθεση θα ήταν επομένως κατανοητή και ευπρόσδεκτη από τους πολίτες.
Σαν τέτοια θα μπορούσαν να αντιληφθούν προφανώς μια διαμάχη για το αν πρέπει ή όχι το ΠΑΣΟΚ να συναινέσει στην κύρωση της συνθήκης. Μια τέτοια αντίθεση θα ήταν ευνόητη για όλους και ευπρόσδεκτη για πολλούς.
Αντ’ αυτού ζήσαμε μια ανούσια ανταλλαγή αντεγκλήσεων του στυλ «εγώ και ο μπαμπάς σου» ο ένας και «για πρόσεξε σε ποιόν μιλάς» ο άλλος.
Προφανώς και οι δύο πολιτικοί άνδρες κάτι προσπάθησαν να σηματοδοτήσουν. Το μόνο πού πέτυχαν ήταν να κάνουν μια τρύπα στο νερό, δίνοντας την εντύπωση ότι δεν κατάφεραν να βγούν έξω από τον προσωπικό τους μικρόκοσμο.
Εξ’ ίσου αποκομμένοι από το λαϊκό ένστικτο βρίσκονται εδώ και πολύ καιρό όσοι επιμένουν να διακηρύττουν το μεγαλείο της ενότητας του ΠΑΣΟΚ υποτιμώντας την νοημοσύνη εαυτών και αλλήλων.
Διότι ο μέσος ψηφοφόρος διαισθάνεται ότι η ενότητα ούτε υπαρκτή, ούτε επιτεύξιμη είναι.
Ο μέσης αντίληψης πολιτικός οφείλει να καταλαβαίνει ότι η ενότητα προϋποθέτει κοινή ιδεολογική πλατφόρμα, κοινά συμφέροντα και κοινούς στόχους.
Ο κόσμος λοιπόν τόχει τούμπανο και εμείς κρυφό καμάρι.
Κι ο τελευταίος κάτοικος αυτής της χώρας έχει αντιληφθεί ότι στο ΠΑΣΟΚ υπάρχει αγεφύρωτο ιδεολογικό χάσμα. Ότι υπάρχουν σκληρά αντικρουόμενα προσωπικά συμφέροντα. Ότι πολλών οι ατομικοί στόχοι δεν συμβαδίζουν με τον κεντρικό στόχο του κόμματος.
Ενώ λοιπόν ο λαός διαισθάνεται ξεκάθαρα ότι η ενότητα αποτελεί λέξη κενή περιεχομένου και αναμένει κινήσεις, που να σηματοδοτούν την ιδεολογική καθαρότητα , την αταλάντευτη πολιτική στόχευση και τη συλλογικότητα, ο συνήθης πρωτοκλασσάτος περιορίζεται σε κούφιους βερμπαλισμούς.
Την ίδια στιγμή λειτουργεί φραξιονιστικά, υπονομευτικά, ατομιστικά.
Στερείται δηλαδή του στοιχειώδους πολιτικού αισθητηρίου για να κατανοήσει ότι ο σημερινός ψηφοφόρος αηδιάζει από την υποκρισία. Απαιτεί τουλάχιστον αυθεντικότητα και ειλικρίνεια.
Πόση ειλικρίνεια όμως υπάρχει όταν χύνουν κροκοδείλια δάκρυα για την ενότητα και την ίδια στιγμή :
Ο ένας λέει με αθώο ύφος ότι κανείς δεν αμφισβητεί τον Πρόεδρο αλλά αν μετά από έξι μήνες δεν έχουν αλλάξει τα ευρήματα των δημοσκοπήσεων θα υπάρχει πρόβλημα.
Ο άλλος δήθεν αδιάφορα επισημαίνει ότι ο πήχης για το ΠΑΣΟΚ στις επερχόμενες ευρωεκλογές είναι το εκλογικό ποσοστό των προηγούμενων.
Ο τρίτος ενώ το κόμμα του βρίσκεται στη δύνη ενός πολυεθνικού οικονομικού σκανδάλου, αισθάνεται την ανάγκη να δώσει συνέντευξη μια μέρα πριν από την προγραμματισμένη συνέντευξη τύπου του Προέδρου, ο οποίος συμπτωματικά έχει προαναγγείλει ότι θα αναπτύξει την επίσημη θέση και τις συγκροτημένες προτάσεις του κόμματος για αυτό το θέμα.
Προφανώς κανένας δεν ενδιαφέρεται για την ενότητα και απλώς όλοι την υμνολογούν για το θεαθήναι.
Επειδή στερούμενοι πολιτικού αισθητηρίου πιστεύουν εσφαλμένα ότι η ενότητα αποτελεί επιθυμία της λαϊκής βάσης. Πλανώνται όμως πλάνη οικτρά.
Διότι στην πραγματικότητα ο λαός δεν θέλει την ενότητα για την ενότητα. Τους καρπούς της ενότητας λαχταράει:
Την καθαρή ιδεολογική ταυτότητα. Την αταλάντευτη πολιτική στόχευση. Τον ενιαίο πολιτικό λόγο. Τη συλλογικότητα στις αποφάσεις και στις δράσεις.
Αντ’ αυτού παρακολουθεί διάφορους πικραμένους καρεκλοθύρες να επιδίδονται σε λαϊκίστικη «ενοτητολαγνεία», ενώ στην πράξη συναγωνίζονται σε υπονομευτικές και διασπαστικές ανδραγαθίες.
Το ίδιο περίπου ισχύει και με τα περί διάσπασης ξόρκια.
Διότι όταν σε ένα κόμμα από την μια υπάρχει ο αρχηγός και από την άλλη οι καπεταναίοι.
Όταν ο αρχηγός έχει την επιτελική ομάδα του πρωϊνού καφέ και οι καπεταναίοι την επιτελική ομάδα της βραδινής ταβέρνας.
Όταν ο αρχηγός κάνει πανηγυρικές αποπομπές και οι καπεταναίοι «διαρρέουν μέσω κύκλων τους», ότι διαφωνούν.
Όταν ο επίσημος εκπρόσωπος του κόμματος κάνει δηλώσεις στη Χαριλάου Τρικούπη και οι καπεταναίοι ή οι οιονεί εκπρόσωποί τους διαφοροποιούνται ευσχήμως μεν αλλά πάντως αισθητά από την κεντρική άποψη κάνοντας κόντρα δηλώσεις στα κανάλια και στα κυριακάτικα φύλα.
Όταν συμβαίνουν αυτά τα ευτράπελα σε καθημερινή βάση κάθε κοινός νούς αντιλαμβάνεται ότι η διάσπαση δεν αποτελεί επαπειλούμενο κίνδυνο.
Η διάσπαση αποτελεί υπαρκτό πραγματικό γεγονός.
Η διάσπαση όσο και αν λαϊκίστικα την εξορκίζουν οι αξιολύπητοι ψευτοεξορκιστές είναι ήδη παρούσα και εμφανέστατη στον αντικειμενικό παρατηρητή.
Το πότε θα δημοσιοποιηθεί πανηγυρικά είναι απλώς θέμα χρόνου και συγκυριών δευτερεύουσας σημασίας.
Ο λαός γνωρίζει ότι οι αντίθετες γνώμες και οι πολιτικές αντιπαραθέσεις αποτελούν το οξυγόνο της σύνθεσης και της ενότητας. Γνωρίζει όμως εξ ίσου καλά ότι οι φράξιες αποτελούν βαρύτατη ασθένεια για οποιοδήποτε κόμμα. Ασθένεια, που εμφανίζεται ακριβώς με τα συμπτώματα, που περιγράψαμε παραπάνω.
Όταν οι φράξιες εκτός από αυτοτελή οργανωτική δομή και ειδικούς στόχους έχουν και σαφώς διάφορη ιδεολογικοπολιτική πλατφόρμα, τότε η ασθένεια είναι μη αναστρέψιμη.
Ο διχασμός είναι νομοτελειακός και το μέγεθος των διαστάσεων της διάσπασης είναι μαθηματικώς ευθέως ανάλογο με το χρόνο παραμονής και λειτουργίας της φράξιας μέσα στο άρρωστο κόμμα.
Το αστείο στην όλη υπόθεση είναι ότι οι φραξιονιστές δεν είναι κάποια συνηθισμένη αριστερίστικη σέχτα, που βαρέθηκε την μοναξιά και την υγρασία της γιάφκας και έβαλε πλώρη να αποκτήσει ευήλια πολυτελή γραφεία και τη σφραγίδα ενός μαζικότερου κόμματος.
Εδώ αυτό που διακαώς θέλουν οι φραξιονιζόμενοι είναι η κατάκτηση της εξουσίας. Και επειδή ακριβώς τους λείπει το πολιτικό αισθητήριο αδυνατούν να αντιληφθούν ότι με την πρακτική τους απομακρύνουν σταθερά τον εαυτό τους ακριβώς από αυτό τον τελικό τους στόχο.
Πρόκειται επομένως για μνημειώδη πολιτική αβελτηρία.
Και δεν αντιλαμβάνονται οι άφρονες ότι ο λαός συμπεριφέρεται σαν τον Κλέαρχο.
Όπως διασώζει ο Θουκυδίδης «όστις τω Κλεάρχω εδόκει βλακεύειν έπαισεν αν».
Με απλά λόγια ο Κλέαρχος συνήθιζε να δίνει σφαλιάρες σ’ όποιον έκρινε ότι κάνει βλακείες.
Και ως γνωστό ο σύγχρονος ψηφοφόρος σφαλιαρίζει με τη μέθοδο της εκλογικής απαξίωσης.
Παρασκευή 20 Ιουνίου 2008
ΙΡΛΑΝΔΙΑ: Κούκος Ανοίξεως προαγγελτικός
Πίσω έχει η Ιρλανδία …την ουρά είχαμε γράψει στο υστερόγραφο προηγούμενης ανάρτησής μας, υπονοώντας το Ιρλανδικό δημοψήφισμα και μετά από 24 ώρες η πραγματικότητα επιβεβαίωσε την «δυσοίωνη» πρόβλεψή μας.
Πρόβλεψη η οποία οπωσδήποτε δεν ήταν μόνο δική μας.
Τουλάχιστον άλλοι τρείς Ευρωπαίοι «οραματιστές» οι κκ Μπαρόζο, Σαρκοζί και Μέρκελ πρέπει να είχαν δει το προηγούμενο βράδυ το ίδιο εφιαλτικό όνειρο, αφού σαν έτοιμοι από καιρό έσπευσαν αμέσως μετά την ανακοίνωση των «θλιβερών» αποτελεσμάτων να κάνουν διαγγέλματα παρηγοριάς.
«Η διαδικασία ψήφισης της Συνθήκης της Λισσαβόνας θα πρέπει να συνεχισθεί. Ήδη 18 χώρες έχουν κυρώσει (κοινοβουλευτικά) την συνθήκη…».
«Παρηγοριά στον άρρωστο μέχρι να βγει η ψυχή του…».
Πράγματι και οι υπόλοιπες χώρες αναμένεται να την επικυρώσουν κοινοβουλευτικά χωρίς άλλα απρόοπτα και θα καταλήξουμε αισίως σε ένα συγκεντρωτικό αποτέλεσμα 25 προς 1.
Αυτό υπαινίσσονται οι τρείς Ευρωπαίοι πρωτομάστορες προσπαθώντας μάταια να παρηγορήσουν εαυτούς και αλλήλους.
Δεν παύει όμως η Ιρλανδία να έχει κόψει ανεπανόρθωτα την Ευρωπαϊκή μαγιονέζα.
Διότι όλοι καλώς γνωρίζουν ότι το θέμα δεν είναι αριθμητικό, είναι πολιτικό.
Δεν είναι ποσοτικό είναι ποιοτικό.
Με βάση την αριθμητική προσέγγιση του κ. Μπαρόζο η συντριπτική πλειοψηφία των Ευρωπαϊκών κρατών επικύρωσε την συνθήκη.
Με βάση όμως την ρεαλιστική πολιτική αξιολόγηση του προχθεσινού αποτελέσματος της Ιρλανδίας τρεις στους τρεις λαούς της Ευρώπης, που τους δόθηκε η δυνατότητα να αποφασίσουν μέσω δημοψηφισμάτων καταδίκασαν την πολιτική, που ακολουθούν οι Ευρωπαίοι ηγέτες.
Το σχέδιο μετά την εμπειρία της Γαλλίας και της Ολλανδίας ήταν εξαιρετικά απλό.
Κάποιοι ακριβοπληρωμένοι τεχνοκράτες κατασκευάζουν ένα εξαιρετικά στρυφνό κείμενο συνθήκης, δομημένο με τρόπο, που ελάχιστοι να βρούν το κουράγιο να το διαβάσουν κι απ’ αυτούς ακόμα πιο λίγοι να μπορούν να το καταλάβουν.
Κατόπιν αναλαμβάνουν οι κυβερνήσεις των κρατών μελών να το επικυρώσουν με συνοπτικές κοινοβουλευτικές διαδικασίες και «ούτε γάτα ούτε ζημιά».
Τόσο απλό.
Τόσο απλά σχέδια όμως δεν μπορούν πάντα να λύσουν τόσο περίπλοκα προβλήματα.
Διότι το πρόβλημα στην Ευρωπαϊκή Ένωση είναι ότι εδώ και πολλά χρόνια παρουσιάζει σοβαρή υπαρξιακή παθογένεια.
Δεν κατάφερε ποτέ να συντονίσει κοινές Ευρωπαϊκές δράσεις σε κοινά Ευρωπαϊκά οράματα. Αντίθετα παρέμεινε αυστηρά παζάρι συμψηφισμού σκληρά αντιμαχόμενων συμφερόντων.
Η ηγετική διοικητική της νομενκλατούρα είναι κατ’ ουσίαν διορισμένοι τεχνοκράτες.
Δείχνουν να ενδιαφέρονται πρωτίστως για την διατήρηση των μηχανισμών, που τους συντηρούν στις καρέκλες τους.
Φαίνονται να έχουν μοναδικό μέλημα τη «βελτίωση» ψυχρών οικονομικών δεικτών.
Όχι τη βελτίωση του βιοτικού επιπέδου των Ευρωπαίων πολιτών.
Έτσι ο Ευρωπαίος πολίτης δεν είναι απλά απογοητευμένος από τα αρνητικά γι αυτόν αποτελέσματα της μέχρι σήμερα Ευρωπαϊκής πορείας.
Είναι πλέον εξαιρετικά καχύποπτος για τις συνέπειες της λεγόμενης «Ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης».
Η οικονομική κρίση ήταν φυσικό να επιδεινώσει την κατάσταση.
Οι Ιρλανδοί είχαν την ευκαιρία να εκφράσουν την δυσαρέσκεια και την δυσπιστία τους μέσω του δημοψηφίσματος.
Οι φορτηγατζήδες, οι αλιείς, οι αγρότες, που διαδήλωσαν στις Βρυξέλλες, έδωσαν μια πρόγευση στους Ευρωπαίους ηγέτες για το τι είναι διατεθειμένοι να κάνουν οι υπόλοιποι λαοί, που δεν είχαν την ευκαιρία να εκφρασθούν μέσω δημοψηφισμάτων περί της συνθήκης της Λισσαβόνας.
Γι αυτό η άποψη να συνεχισθεί η διαδικασία επικύρωσης σαν να μη συμβαίνει τίποτα είναι μη ρεαλιστική.
Πολλώ μάλλον η άποψη να τιμωρηθεί η Ιρλανδία ή να προχωρήσουμε σε Ευρώπη «δύο ταχυτήτων είναι επικίνδυνα αφελής.
Όσοι γραφειοκράτες την υποστηρίζουν δεν έχουν καταλάβει ή αρνούνται πεισματικά να παραδεχθούν ότι η Ευρώπη ανέκαθεν οικονομικά υπήρξε όχι μόνο δύο αλλά πολλών ταχυτήτων.
Πολιτικά δε εδώ και κάμποσα χρόνια έχει γίνει η Ευρώπη των δύο διαφορετικών κόσμων για να μη πούμε των δύο διαφορετικών πλανητών.
Διότι είναι αβίαστα προφανές ότι σε άλλο κόσμο ζουν οι λαοί και σε άλλο κόσμο οι κυβερνητικές αλλά και οι περισσότερες κομματικές ηγεσίες.
Όσο για την γραφειοκρατική διοικητική νομενκλατούρα των Βρυξελλών; Αυτή πια φαίνεται από άλλο πλανήτη.
Η Ευρωπαϊκή ένωση έχει εισέλθει στην εποχή των ισχνών αγελάδων.
Σε τέτοιου είδους εποχές οι λαοί γίνονται περισσότερο «ανήσυχοι» και «γκρινιάρηδες».
Είναι επομένως περισσότερο ρεαλιστικό και απείρως χρησιμότερο για την συντήρηση της Ευρωπαϊκής συνοχής η περίπτωση της Ιρλανδίας να μη θεωρηθεί ως ένα μεμονωμένο περιστασιακό γεγονός.
Είναι ένας κρίκος στην αλυσίδα των δημοψηφισμάτων της Γαλλίας και της Ολλανδίας, των εξεγέρσεων των «προαστίων», των τρακτέρ και των φορτηγών των Βρυξελλών.
Είναι ένα ακόμη σύμπτωμα μιας χρόνιας και εκτεταμένης οικονομικής, πολιτικής και θεσμικής κρίσης.
Σηματοδοτεί γλαφυρά το τέλος μιας εποχής, όπου οι λαοί της Ευρώπης αρνούνται πλέον κατηγορηματικά να προσφέρουν άλλες λευκές επιταγές στη διοικούσα Ευρωπαϊκή ελίτ.
Όσο γρηγορότερα το αντιληφθούν αυτό οι Ευρωπαίοι πολιτικοί τόσο το καλύτερο για όλους.
Είναι προς το συμφέρον όλων ανεξαρτήτως πολιτικής αποχρώσεως να κινηθούν στην κατεύθυνση της πλατιάς ενημέρωσης και της διευκόλυνσης συμμετοχής των Ευρωπαίων πολιτών στις αποφάσεις, που τους αφορούν.
Αυτό είναι το ξεκάθαρο μήνυμα του Ιρλανδικού δημοψηφίσματος.
Μπορεί ο κ. Μπαρόζο να πιστεύει ότι «ένας κούκος δεν μπορεί να φέρει την άνοιξη».
Συνήθως όμως καλώς ή κακώς ένας κούκος μπορεί μια χαρά να την προαναγγείλει…
Ούτως ή άλλως η επέλευση της ανοίξεως είναι αναπόφευκτη φυσική συνέπεια ουδόλως εξαρτώμενη από το τραγούδι του κούκου.
Οι φρόνιμοι όμως των γεωργών συνηθίζουν να αφουγκράζονται το κελάηδημά του...
Ομοίως και η νέα εποχή στην Ευρωπαϊκή Ένωση αποτελεί ιστορική νομοτέλεια ουδόλως εξαρτώμενη από το Ιρλανδικό δημοψήφισμα.
Οι οξυδερκείς όμως πολιτικοί οφείλουν να συλλάβουν το μήνυμα του...
Ο νοών νοείτω και ο έχων ώτα ακούειν ακουέτω...
Πρόβλεψη η οποία οπωσδήποτε δεν ήταν μόνο δική μας.
Τουλάχιστον άλλοι τρείς Ευρωπαίοι «οραματιστές» οι κκ Μπαρόζο, Σαρκοζί και Μέρκελ πρέπει να είχαν δει το προηγούμενο βράδυ το ίδιο εφιαλτικό όνειρο, αφού σαν έτοιμοι από καιρό έσπευσαν αμέσως μετά την ανακοίνωση των «θλιβερών» αποτελεσμάτων να κάνουν διαγγέλματα παρηγοριάς.
«Η διαδικασία ψήφισης της Συνθήκης της Λισσαβόνας θα πρέπει να συνεχισθεί. Ήδη 18 χώρες έχουν κυρώσει (κοινοβουλευτικά) την συνθήκη…».
«Παρηγοριά στον άρρωστο μέχρι να βγει η ψυχή του…».
Πράγματι και οι υπόλοιπες χώρες αναμένεται να την επικυρώσουν κοινοβουλευτικά χωρίς άλλα απρόοπτα και θα καταλήξουμε αισίως σε ένα συγκεντρωτικό αποτέλεσμα 25 προς 1.
Αυτό υπαινίσσονται οι τρείς Ευρωπαίοι πρωτομάστορες προσπαθώντας μάταια να παρηγορήσουν εαυτούς και αλλήλους.
Δεν παύει όμως η Ιρλανδία να έχει κόψει ανεπανόρθωτα την Ευρωπαϊκή μαγιονέζα.
Διότι όλοι καλώς γνωρίζουν ότι το θέμα δεν είναι αριθμητικό, είναι πολιτικό.
Δεν είναι ποσοτικό είναι ποιοτικό.
Με βάση την αριθμητική προσέγγιση του κ. Μπαρόζο η συντριπτική πλειοψηφία των Ευρωπαϊκών κρατών επικύρωσε την συνθήκη.
Με βάση όμως την ρεαλιστική πολιτική αξιολόγηση του προχθεσινού αποτελέσματος της Ιρλανδίας τρεις στους τρεις λαούς της Ευρώπης, που τους δόθηκε η δυνατότητα να αποφασίσουν μέσω δημοψηφισμάτων καταδίκασαν την πολιτική, που ακολουθούν οι Ευρωπαίοι ηγέτες.
Το σχέδιο μετά την εμπειρία της Γαλλίας και της Ολλανδίας ήταν εξαιρετικά απλό.
Κάποιοι ακριβοπληρωμένοι τεχνοκράτες κατασκευάζουν ένα εξαιρετικά στρυφνό κείμενο συνθήκης, δομημένο με τρόπο, που ελάχιστοι να βρούν το κουράγιο να το διαβάσουν κι απ’ αυτούς ακόμα πιο λίγοι να μπορούν να το καταλάβουν.
Κατόπιν αναλαμβάνουν οι κυβερνήσεις των κρατών μελών να το επικυρώσουν με συνοπτικές κοινοβουλευτικές διαδικασίες και «ούτε γάτα ούτε ζημιά».
Τόσο απλό.
Τόσο απλά σχέδια όμως δεν μπορούν πάντα να λύσουν τόσο περίπλοκα προβλήματα.
Διότι το πρόβλημα στην Ευρωπαϊκή Ένωση είναι ότι εδώ και πολλά χρόνια παρουσιάζει σοβαρή υπαρξιακή παθογένεια.
Δεν κατάφερε ποτέ να συντονίσει κοινές Ευρωπαϊκές δράσεις σε κοινά Ευρωπαϊκά οράματα. Αντίθετα παρέμεινε αυστηρά παζάρι συμψηφισμού σκληρά αντιμαχόμενων συμφερόντων.
Η ηγετική διοικητική της νομενκλατούρα είναι κατ’ ουσίαν διορισμένοι τεχνοκράτες.
Δείχνουν να ενδιαφέρονται πρωτίστως για την διατήρηση των μηχανισμών, που τους συντηρούν στις καρέκλες τους.
Φαίνονται να έχουν μοναδικό μέλημα τη «βελτίωση» ψυχρών οικονομικών δεικτών.
Όχι τη βελτίωση του βιοτικού επιπέδου των Ευρωπαίων πολιτών.
Έτσι ο Ευρωπαίος πολίτης δεν είναι απλά απογοητευμένος από τα αρνητικά γι αυτόν αποτελέσματα της μέχρι σήμερα Ευρωπαϊκής πορείας.
Είναι πλέον εξαιρετικά καχύποπτος για τις συνέπειες της λεγόμενης «Ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης».
Η οικονομική κρίση ήταν φυσικό να επιδεινώσει την κατάσταση.
Οι Ιρλανδοί είχαν την ευκαιρία να εκφράσουν την δυσαρέσκεια και την δυσπιστία τους μέσω του δημοψηφίσματος.
Οι φορτηγατζήδες, οι αλιείς, οι αγρότες, που διαδήλωσαν στις Βρυξέλλες, έδωσαν μια πρόγευση στους Ευρωπαίους ηγέτες για το τι είναι διατεθειμένοι να κάνουν οι υπόλοιποι λαοί, που δεν είχαν την ευκαιρία να εκφρασθούν μέσω δημοψηφισμάτων περί της συνθήκης της Λισσαβόνας.
Γι αυτό η άποψη να συνεχισθεί η διαδικασία επικύρωσης σαν να μη συμβαίνει τίποτα είναι μη ρεαλιστική.
Πολλώ μάλλον η άποψη να τιμωρηθεί η Ιρλανδία ή να προχωρήσουμε σε Ευρώπη «δύο ταχυτήτων είναι επικίνδυνα αφελής.
Όσοι γραφειοκράτες την υποστηρίζουν δεν έχουν καταλάβει ή αρνούνται πεισματικά να παραδεχθούν ότι η Ευρώπη ανέκαθεν οικονομικά υπήρξε όχι μόνο δύο αλλά πολλών ταχυτήτων.
Πολιτικά δε εδώ και κάμποσα χρόνια έχει γίνει η Ευρώπη των δύο διαφορετικών κόσμων για να μη πούμε των δύο διαφορετικών πλανητών.
Διότι είναι αβίαστα προφανές ότι σε άλλο κόσμο ζουν οι λαοί και σε άλλο κόσμο οι κυβερνητικές αλλά και οι περισσότερες κομματικές ηγεσίες.
Όσο για την γραφειοκρατική διοικητική νομενκλατούρα των Βρυξελλών; Αυτή πια φαίνεται από άλλο πλανήτη.
Η Ευρωπαϊκή ένωση έχει εισέλθει στην εποχή των ισχνών αγελάδων.
Σε τέτοιου είδους εποχές οι λαοί γίνονται περισσότερο «ανήσυχοι» και «γκρινιάρηδες».
Είναι επομένως περισσότερο ρεαλιστικό και απείρως χρησιμότερο για την συντήρηση της Ευρωπαϊκής συνοχής η περίπτωση της Ιρλανδίας να μη θεωρηθεί ως ένα μεμονωμένο περιστασιακό γεγονός.
Είναι ένας κρίκος στην αλυσίδα των δημοψηφισμάτων της Γαλλίας και της Ολλανδίας, των εξεγέρσεων των «προαστίων», των τρακτέρ και των φορτηγών των Βρυξελλών.
Είναι ένα ακόμη σύμπτωμα μιας χρόνιας και εκτεταμένης οικονομικής, πολιτικής και θεσμικής κρίσης.
Σηματοδοτεί γλαφυρά το τέλος μιας εποχής, όπου οι λαοί της Ευρώπης αρνούνται πλέον κατηγορηματικά να προσφέρουν άλλες λευκές επιταγές στη διοικούσα Ευρωπαϊκή ελίτ.
Όσο γρηγορότερα το αντιληφθούν αυτό οι Ευρωπαίοι πολιτικοί τόσο το καλύτερο για όλους.
Είναι προς το συμφέρον όλων ανεξαρτήτως πολιτικής αποχρώσεως να κινηθούν στην κατεύθυνση της πλατιάς ενημέρωσης και της διευκόλυνσης συμμετοχής των Ευρωπαίων πολιτών στις αποφάσεις, που τους αφορούν.
Αυτό είναι το ξεκάθαρο μήνυμα του Ιρλανδικού δημοψηφίσματος.
Μπορεί ο κ. Μπαρόζο να πιστεύει ότι «ένας κούκος δεν μπορεί να φέρει την άνοιξη».
Συνήθως όμως καλώς ή κακώς ένας κούκος μπορεί μια χαρά να την προαναγγείλει…
Ούτως ή άλλως η επέλευση της ανοίξεως είναι αναπόφευκτη φυσική συνέπεια ουδόλως εξαρτώμενη από το τραγούδι του κούκου.
Οι φρόνιμοι όμως των γεωργών συνηθίζουν να αφουγκράζονται το κελάηδημά του...
Ομοίως και η νέα εποχή στην Ευρωπαϊκή Ένωση αποτελεί ιστορική νομοτέλεια ουδόλως εξαρτώμενη από το Ιρλανδικό δημοψήφισμα.
Οι οξυδερκείς όμως πολιτικοί οφείλουν να συλλάβουν το μήνυμα του...
Ο νοών νοείτω και ο έχων ώτα ακούειν ακουέτω...
Τετάρτη 18 Ιουνίου 2008
Ο Βοσκός και οι Λύκοι
Υπάρχει μια λαϊκή παροιμία, που λέει ότι "ο Λύκος έχει τον σβέρκο του χοντρό γιατί κάνει τη δουλειά του μόνος του».
Δεν ξέρω τι ακριβώς είχε στο μυαλό του όταν διατύπωνε αυτή την ρήτρα ο λαϊκός θυμόσοφος, όμως είναι βέβαιο ότι ο λύκος δεν είναι τόσο μοναχικό ζώο.
Αντίθετα είναι ζώο, που συνηθίζει να ζει σε αγέλες.
Και όχι μόνο να ζεί αλλά και να επιδίδεται σε ομαδικό κυνήγι.
Επειδή δε είναι από τα ευφυέστερα ζώα που κυκλοφορούν (τουλάχιστον στην Ελλάδα) δεν κυνηγάει ποτέ στην τύχη, αλλά πάντα μελετημένα με συγκεκριμένη στόχευση και σχέδιο δράσης.
Πριν από κάμποσο καιρό (σε μια δεδομένη συγκυρία) είχαμε διηγηθεί σε διασκευή το γνωστό μύθο του Αισώπου για το βοσκό, που συνήθιζε να φωνάζει στα ψέματα «Λύκος στα πρόβατα» με αποτέλεσμα όταν πραγματικά φάνηκαν οι λύκοι να μη προστρέξει κανένας χωριανός σε βοήθειά του.
Σήμερα θα διηγηθούμε ένα άλλο μύθο με βοσκούς και λύκους, αλλά αυτή τη φορά δικής μας επινόησης.
«Μια φορά και ένα καιρό ήταν ένας βοσκός, που είχε ένα μεγάλο κοπάδι με γίδια και με πρόβατα, κριάρια και τραγιά.
Ήτανε καλόβουλος άνθρωπος. Φρόντιζε όσο μπορούσε το κοπάδι.
Προσπαθούσε να εφαρμόσει μοντέρνες συνταγές κτηνοτροφίας:
Μεγάλη ελευθερία στα γιδοπρόβατα, χαλαρή συμπεριφορά στα κοπρόσκυλα του, κατάργηση του φράκτη στο μαντρί και άλλα τοιαύτα.
Με τους άλλους τσοπαναραίους ήταν ιδιαίτερα ευγενικός. Για μερικούς μάλιστα έτρεφε ελπίδες στενότερης συνεργασίας, γιατί είχε στόχο να γίνει κάποτε ο αρχιτσέλιγγας της περιοχής, ώστε να κάνει πράξη τα όραμά του να βγάλει εκείνο το τόπο από τη μιζέρια, όπου τον είχε οδηγήσει ο εν ενεργεία τσέλιγγας.
Προϋπόθεση βέβαια ήταν να μεγαλώσει το κοπάδι του και να το κάνει πρότυπο σ’ εκείνα τα μέρη, γιατί ως γνωστό τσέλιγγας με αποδεκατισμένο κοπάδι δε γίνεται.
Πάλευε λοιπόν ο φουκαράς νύχτα μέρα. Έλιωνε με τις ντουζίνες τα γουρνοτσάρουχα οργώνοντας τα βουνά και τα λαγκάδια, αλλά προκοπή δε γινότανε.
Τα τραγιά και τα κριάρια κουντράγανε όλη μέρα μεταξύ τους και πρόγκαγαν τα γιδοπρόβατα, που δεν ήξεραν κατά πού να φύγουνε για να βρουν την ησυχία τους.
Συχνά απελπισμένα έριχναν μαύρη πέτρα πίσω τους και αναζητούσαν στέγη σε ξένο μαντρί.
Γίδια της προσκολήσεως από άλλα κοπάδια κουβαλούσαν διάφορες ασθένειες.
Τα μαντρόσκυλα χαλαρά, άπειρα, ανεκπαίδευτα και ράθυμα δεν μπορούσαν να οργανώσουν το κοπάδι.
Και το χειρότερο έτσι ανοργάνωτο και ξέφραγο, που ήταν το μαντρί κινδύνευε ανά πάσα στιγμή να δεχθεί επίθεση από τους λύκους, μερικοί από τους οποίους μάλιστα είχανε φορέσει προβιές και γιδοτόμαρα και μπαινόβγαιναν ανενόχλητοι.
Ο βοσκός μας βέβαια ήτανε καλόβολος άνθρωπος, αλλά κουτός δεν ήτανε.
Κάτι είχε μυριστεί, αλλά δεν ήθελε να ξεσηκώσει και τον κόσμο στο πόδι γιατί φοβότανε μήπως αυτό προγκίξει περισσότερο τα πρόβατα.
Σκεφτότανε λοιπόν να στήσει καρτέρι, να καταφέρει να ξεμοναχιάσει κάποια στιγμή ένα λύκο και να τον τιμωρήσει παραδειγματικά. Έτσι σκεφτότανε θα έδειχνε σ’ όλους πόσο επιδέξιος και αποφασιστικός τσοπάνος ήτανε και παράλληλα θα τρόμαζε τους υπόλοιπους λύκους και θα τους έκανε να απογοητευθούν ή να απομακρυνθούν οριστικά από το κοπάδι του. Και τότε το μαντρί του θα γινότανε πόλος έλξης για τα γιδοπρόβατα της περιοχής και οι άλλοι τσοπαναραίοι θα αναγκάζονταν να παραδεκτούν αργά ή γρήγορα την πρωτοκαθεδρία του.
Το σχέδιο καλό.
Έλα όμως , που οι λύκοι, πανέξυπνα αγρίμια, την ψυλλιάστηκαν τη δουλειά.
Διαλέξανε λοιπόν μεταξύ τους ένα γερόλυκο, που έτσι κι αλλιώς τούχανε πέσει τα δόντια και τον στείλανε ίσια καταπάνω στο τσοπάνο από τη δεξιά πλευρά του κοπαδιού. Ο τσοπάνος που θεώρησε την επίθεση καλή ευκαιρία να δείξει τη δύναμή του απέναντι σ’ ένα μοναχικό ξεδοντιασμένο λύκο, μάζεψε τα σκυλιά και τουφεκώντας κι αλαλάζοντας πήρε το λύκο στο κατόπι.
Κάποτε μετά από κάμποση καταδίωξη κατάφερε να ζυγώσει το λύκο. Καλόψυχος όμως όπως ήταν αρκέστηκε μόνο να του κόψει ένα αυτί για ενθύμιο.
Όσο όμως ο βοσκός μας κυνηγούσε τον άχρηστο λύκο, οι υπόλοιποι λύκοι έκαναν πάρτι στο μαντρί και όταν γύρισε ο τσοπάνος είχανε ξαναβάλει τις προβιές και λούφαξαν για να περιμένουν την κατάλληλη ευκαιρία, που θα κατασπάραζαν πλέον το ίδιο το τσοπάνο μαζί με τα άχρηστα τσοπανόσκυλά του.
Το αποτέλεσμα ήτανε ότι κάποια στιγμή οι πονηροί λύκοι αφού αποδεκάτισαν σιγά σιγά από τα μέσα το κοπάδι έγιναν απόλυτοι άρχοντες σ΄έκεινα τα βουνά.
Ακόμα και ο γερόλυκος κρατάει μέχρι σήμερα την κοιλιά του από τα γέλια γιατί ως γνωστό ούτε η γίδα αλλά πολλώ μάλλον ούτε ο λύκος κουτσαίνουνε από το αυτί.
Επιμύθιον:
Είναι ανώφελο να κυνηγάς μοναχικούς ξεδοντιασμένους γερόλυκους, που έχουν την αποκοτιά να βγουν στο ξέφωτο.
Αντίθετα σε τέτοιες περιπτώσεις η μαγκιά του τσοπάνου είναι να τα βάλει με τους νεαρούς λύκους και ιδιαίτερα με αυτούς, που ντυμένοι με προβιά λουφάζουν και καιροφυλακτούν μέσα στη στάνη
Δεν ξέρω τι ακριβώς είχε στο μυαλό του όταν διατύπωνε αυτή την ρήτρα ο λαϊκός θυμόσοφος, όμως είναι βέβαιο ότι ο λύκος δεν είναι τόσο μοναχικό ζώο.
Αντίθετα είναι ζώο, που συνηθίζει να ζει σε αγέλες.
Και όχι μόνο να ζεί αλλά και να επιδίδεται σε ομαδικό κυνήγι.
Επειδή δε είναι από τα ευφυέστερα ζώα που κυκλοφορούν (τουλάχιστον στην Ελλάδα) δεν κυνηγάει ποτέ στην τύχη, αλλά πάντα μελετημένα με συγκεκριμένη στόχευση και σχέδιο δράσης.
Πριν από κάμποσο καιρό (σε μια δεδομένη συγκυρία) είχαμε διηγηθεί σε διασκευή το γνωστό μύθο του Αισώπου για το βοσκό, που συνήθιζε να φωνάζει στα ψέματα «Λύκος στα πρόβατα» με αποτέλεσμα όταν πραγματικά φάνηκαν οι λύκοι να μη προστρέξει κανένας χωριανός σε βοήθειά του.
Σήμερα θα διηγηθούμε ένα άλλο μύθο με βοσκούς και λύκους, αλλά αυτή τη φορά δικής μας επινόησης.
«Μια φορά και ένα καιρό ήταν ένας βοσκός, που είχε ένα μεγάλο κοπάδι με γίδια και με πρόβατα, κριάρια και τραγιά.
Ήτανε καλόβουλος άνθρωπος. Φρόντιζε όσο μπορούσε το κοπάδι.
Προσπαθούσε να εφαρμόσει μοντέρνες συνταγές κτηνοτροφίας:
Μεγάλη ελευθερία στα γιδοπρόβατα, χαλαρή συμπεριφορά στα κοπρόσκυλα του, κατάργηση του φράκτη στο μαντρί και άλλα τοιαύτα.
Με τους άλλους τσοπαναραίους ήταν ιδιαίτερα ευγενικός. Για μερικούς μάλιστα έτρεφε ελπίδες στενότερης συνεργασίας, γιατί είχε στόχο να γίνει κάποτε ο αρχιτσέλιγγας της περιοχής, ώστε να κάνει πράξη τα όραμά του να βγάλει εκείνο το τόπο από τη μιζέρια, όπου τον είχε οδηγήσει ο εν ενεργεία τσέλιγγας.
Προϋπόθεση βέβαια ήταν να μεγαλώσει το κοπάδι του και να το κάνει πρότυπο σ’ εκείνα τα μέρη, γιατί ως γνωστό τσέλιγγας με αποδεκατισμένο κοπάδι δε γίνεται.
Πάλευε λοιπόν ο φουκαράς νύχτα μέρα. Έλιωνε με τις ντουζίνες τα γουρνοτσάρουχα οργώνοντας τα βουνά και τα λαγκάδια, αλλά προκοπή δε γινότανε.
Τα τραγιά και τα κριάρια κουντράγανε όλη μέρα μεταξύ τους και πρόγκαγαν τα γιδοπρόβατα, που δεν ήξεραν κατά πού να φύγουνε για να βρουν την ησυχία τους.
Συχνά απελπισμένα έριχναν μαύρη πέτρα πίσω τους και αναζητούσαν στέγη σε ξένο μαντρί.
Γίδια της προσκολήσεως από άλλα κοπάδια κουβαλούσαν διάφορες ασθένειες.
Τα μαντρόσκυλα χαλαρά, άπειρα, ανεκπαίδευτα και ράθυμα δεν μπορούσαν να οργανώσουν το κοπάδι.
Και το χειρότερο έτσι ανοργάνωτο και ξέφραγο, που ήταν το μαντρί κινδύνευε ανά πάσα στιγμή να δεχθεί επίθεση από τους λύκους, μερικοί από τους οποίους μάλιστα είχανε φορέσει προβιές και γιδοτόμαρα και μπαινόβγαιναν ανενόχλητοι.
Ο βοσκός μας βέβαια ήτανε καλόβολος άνθρωπος, αλλά κουτός δεν ήτανε.
Κάτι είχε μυριστεί, αλλά δεν ήθελε να ξεσηκώσει και τον κόσμο στο πόδι γιατί φοβότανε μήπως αυτό προγκίξει περισσότερο τα πρόβατα.
Σκεφτότανε λοιπόν να στήσει καρτέρι, να καταφέρει να ξεμοναχιάσει κάποια στιγμή ένα λύκο και να τον τιμωρήσει παραδειγματικά. Έτσι σκεφτότανε θα έδειχνε σ’ όλους πόσο επιδέξιος και αποφασιστικός τσοπάνος ήτανε και παράλληλα θα τρόμαζε τους υπόλοιπους λύκους και θα τους έκανε να απογοητευθούν ή να απομακρυνθούν οριστικά από το κοπάδι του. Και τότε το μαντρί του θα γινότανε πόλος έλξης για τα γιδοπρόβατα της περιοχής και οι άλλοι τσοπαναραίοι θα αναγκάζονταν να παραδεκτούν αργά ή γρήγορα την πρωτοκαθεδρία του.
Το σχέδιο καλό.
Έλα όμως , που οι λύκοι, πανέξυπνα αγρίμια, την ψυλλιάστηκαν τη δουλειά.
Διαλέξανε λοιπόν μεταξύ τους ένα γερόλυκο, που έτσι κι αλλιώς τούχανε πέσει τα δόντια και τον στείλανε ίσια καταπάνω στο τσοπάνο από τη δεξιά πλευρά του κοπαδιού. Ο τσοπάνος που θεώρησε την επίθεση καλή ευκαιρία να δείξει τη δύναμή του απέναντι σ’ ένα μοναχικό ξεδοντιασμένο λύκο, μάζεψε τα σκυλιά και τουφεκώντας κι αλαλάζοντας πήρε το λύκο στο κατόπι.
Κάποτε μετά από κάμποση καταδίωξη κατάφερε να ζυγώσει το λύκο. Καλόψυχος όμως όπως ήταν αρκέστηκε μόνο να του κόψει ένα αυτί για ενθύμιο.
Όσο όμως ο βοσκός μας κυνηγούσε τον άχρηστο λύκο, οι υπόλοιποι λύκοι έκαναν πάρτι στο μαντρί και όταν γύρισε ο τσοπάνος είχανε ξαναβάλει τις προβιές και λούφαξαν για να περιμένουν την κατάλληλη ευκαιρία, που θα κατασπάραζαν πλέον το ίδιο το τσοπάνο μαζί με τα άχρηστα τσοπανόσκυλά του.
Το αποτέλεσμα ήτανε ότι κάποια στιγμή οι πονηροί λύκοι αφού αποδεκάτισαν σιγά σιγά από τα μέσα το κοπάδι έγιναν απόλυτοι άρχοντες σ΄έκεινα τα βουνά.
Ακόμα και ο γερόλυκος κρατάει μέχρι σήμερα την κοιλιά του από τα γέλια γιατί ως γνωστό ούτε η γίδα αλλά πολλώ μάλλον ούτε ο λύκος κουτσαίνουνε από το αυτί.
Επιμύθιον:
Είναι ανώφελο να κυνηγάς μοναχικούς ξεδοντιασμένους γερόλυκους, που έχουν την αποκοτιά να βγουν στο ξέφωτο.
Αντίθετα σε τέτοιες περιπτώσεις η μαγκιά του τσοπάνου είναι να τα βάλει με τους νεαρούς λύκους και ιδιαίτερα με αυτούς, που ντυμένοι με προβιά λουφάζουν και καιροφυλακτούν μέσα στη στάνη
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)