Παρασκευή 15 Οκτωβρίου 2010

Απειλεί και την Ακρόπολη η πολιτική αβελτηρία…


H βιαιότητα των δυνάμεων καταστολής βεβήλωσε το άβατο του ιερού χώρου της Ακροπόλεως, ακύρωσε τους αιώνιους πολιτιστικούς συμβολισμούς του μνημείου και καταρράκωσε τη διεθνή εικόνα της χώρας.

Η σημερινή τουριστική αξιοποίηση της Ακρόπολης δεν αναιρεί την πρωταρχική της φύση ως λατρευτικού χώρου και δεν απαλλάσσει τους νεοέλληνες από την υποχρέωση σεβασμού των στοιχειωδών κανόνων μιας προγονικής θρησκευτικής τάξεως, έστω και αν σήμερα άλλες είναι οι κρατούσες θρησκευτικές πεποιθήσεις.

Είναι λόγου χάρη παράλογο το Ελληνικό κράτος να επιβάλλει κυρώσεις (ορθώς) σε ένα αστυνομικό, ο οποίος προσβάλλει το κοράνιο και την ίδια στιγμή να στέλνει ισχυρές αστυνομικές δυνάμεις να εισβάλλουν σε ένα χώρο αρχαίας λατρείας, παραβιάζοντας ασύστολα το προστατευτικό άσυλο που οι χώροι αυτοί χάριτι θεία προαιωνίως εγγυώνται.

Άπαντες οφείλουν να γνωρίζουν και κυρίως οι κυβερνητικοί αξιωματούχοι, οι δικαστικοί λειτουργοί και οι πάσης φύσεως διοικητικοί υπάλληλοι, ότι ο άορνος ιερός βράχος της Ακροπόλεως αποτελεί κορυφαίο λατρευτικό χώρο του Αρχαίου κόσμου, χώρο που πέραν του κεντρικού ναού του Παρθενώνος βρίθει βωμών και αφιερωμάτων πίστεως.

Κυρίως δε οφείλουν να γνωρίζουν ότι οι χώροι αυτού του είδους αποτελούν ιερό άσυλο διά του οποίου η τιμώμενη θεότητα σκέπει κάθε άνθρωπο, που διωκόμενος προσφεύγει ως ικέτης στο ναό της και μάλιστα αδιαφόρως εάν δικαίως ή αδίκως διώκεται. Σύμφωνα με τους απαράγραπτους εθιμικούς κανόνες του αρχαίου κόσμου ακόμη και ένας κοινός εγκληματίας εάν προλάβει να προσφύγει σ’ ένα ναό, απολαμβάνει πλήρους ασυλίας και ως εκ τούτου οι διώκτες του οφείλουν να απόσχουν από κάθε ιδέα συνέχισης της καταδίωξης, γιατί η είσοδός τους στο χώρο λατρείας θα αποτελούσε ύβρη προς το θείον. Διότι ορθώς μόνη η ιδιότητα του ευλαβούς προσκυνητού ή του ταπεινού ικέτη επιτρέπει την είσοδο των θνητών στούς οίκους των θεών και αυτό είναι μια παρακαταθήκη του αρχαίου λατρευτικού πολιτισμού σε όλες σχεδόν τις μεταγενέστερες θρησκείες. Μια παρακαταθήκη που εκτός ελαχίστων εξαιρέσεων σεβάσθηκαν ακόμη και αλλόθρησκοι, οι οποίοι ανά τους αιώνες βρέθηκαν σαν κατακτητές σ’ αυτή τη χώρα.

Αν μάλιστα θα θέλαμε να αξιολογήσουμε οντολογικώς ορθά την συγκεκριμένη περίπτωση θα οφείλαμε να δεχθούμε ότι η παρουσία των απεργών στην Ακρόπολη, είναι περισσότερο συμβατή με τις ιερές και θέσμιες παραδόσεις του χώρου από ότι των τουριστών. Και τούτο καθ’ ό μέτρο οι απεργοί προσέρχονται ως ικέτες αιτούμενοι την λύση του δράματός τους, οι δε τουρίστες ως πολύβουη μάζα ετερόκλητων περιηγητών, που στην καλλίτερη των περιπτώσεων διαταράσσει την πνευματικότητα του ιερού χώρου.

Ως εκ τούτου ακόμη και η τουριστική αξιοποίηση αποτελεί βεβήλωση, έστω και ήπιας μορφής ενός τέτοιου χώρου, και ο τουρίστας οφείλει να επιδεικνύει σεβασμό στα υλικά αντικείμενα και ευλάβεια στην άϋλη ουσία των θρησκευτικών μνημείων.

Εξ’ άλλου ο θεμελιώδης συμβολισμός του αρχαίου μνημείου είναι η διαχρονική υπόμνηση στην παγκόσμια κοινότητα της πολιτιστικής υπεροχής του δημοκρατικού πολιτεύματος. Συμβολισμός, που προφανώς ακυρώνεται από τις εικόνες σιδηρόφρακτων οργάνων κρατικής καταστολής, που επιτίθενται σε άοπλους απεργούς και ειρηνικούς δημοσιογράφους ελληνικών και ξένων ΜΜΕ, εικόνες που συνάδουν μάλλον με ολοκληρωτικά και όχι δημοκρατικά καθεστώτα.

Προς άρση τυχόν παρανοήσεων θα πρέπει ίσως να διευκρινίσουμε, ότι δεν επικροτούμε ούτε τις καταλήψεις των αρχαίων χώρων από απεργούς, ούτε την παρεμπόδιση της επίσκεψης των τουριστών. Αντίθετα φρονούμε ότι η εξ ίσου πατρογονική αρχή της φιλοξενίας επιβάλλει την διευκόλυνση των ξένων σε κάθε προσπάθεια επαφής τους με τον Ελληνικό πολιτισμό και βεβαίως τα μνημεία της πολιτιστικής μας κληρονομιάς θα πρέπει να κρατηθούν μακριά από συνδικαλιστικές ή πολιτικές δράστηριότητες.

Όμως δεν μπορούμε να μη διακρίνουμε τις απαράδεκτες πρακτικές, που φαίνεται να καθιερώνονται πλέον ως τρόπος κατασταλτικής αντιμετώπισης της διογκούμενης λαϊκής διαμαρτυρίας και πολλώ μάλλον να αποδεχθούμε την ημιμάθεια της έμμισθης δημοσιογραφίας, όταν αυτή επιχειρεί να εξυπηρετήσει πολιτικές σκοπιμότητες, εμπορευματοποιώντας την πολιτιστική μας κληρονομιά και παρανοώντας ή αποσιωπώντας την ιστορική γνώση.


Σημ: Η φωτογραφία προέρχεται από Guardian

Δευτέρα 11 Οκτωβρίου 2010

Η Ελλάδα δεν είναι διεφθαρμένη, το πραγματικό νόημα των δηλώσεων Γιούγκερ.




Αν ζητάγαμε από την κυρά Κατίνα να μας πει την άποψή της για τα κακώς κείμενα της γειτονιάς της, ίσως να είχαμε σαφέστερες και πιο ανδροπρεπείς εκτιμήσεις από τις δηλώσεις του κου Γιούγκερ για την Ελληνική οικονομία. Διότι το πιθανότερο θα ήταν ότι η κα Κατίνα θα είχε το θάρρος να κατονομάσει τους όποιους ανερμάτιστους συνομιλητές της. Αντιθέτως ο κος Γιούγκερ περιορίσθηκε μόνο στα ανούσια και ανώφελα «σου είπον και μου είπας», διολισθαίνοντας στο επίπεδο μιας ενοχλητικής κουτσομπόλας, τα λεγόμενα της οποίας άπαντες απορρίπτουν και αμφισβητούν και κανείς δεν θέλει να την υποστηρίξει. Έτσι τουλάχιστον κατάφεραν να τον εμφανίσουν τα ελληνικά ΜΜΕ, δίνοντας έμφαση στις παραπολιτικές ανοησίες και παραβλέποντας τις ουσιώδεις ομολογίες του.

Δεν είναι η πρώτη φορά, που ο κος Γιούγκερ και διάφοροι μεγαλοπαράγοντες της ΕΕ επιδίδονται σε δηλώσεις αμφιβόλου ποιότητος και ελλιπούς σοβαρότητας.

Την πλειοψηφία αυτών των ανθρώπων αποτελούν από τα γεννοφάσκια τους μέλη μιας γραφειοκρατικής ελίτ, που ζει αποκομμένη από τις λαϊκές μάζες, κινείται σε ισχυρά περιφρουρούμενους χώρους αποκλεισμένους από τον έξω κόσμο και ασχολείται κατ’ ουσίαν με την μεσιτεία σε χρηματοπιστωτικές κερδοσκοπικές συναλλαγές. Θα ήταν επομένως ουτοπικό να αναμένει κανείς από τέτοιους τύπους οτιδήποτε χρήσιμο ή ωφέλιμο για τους κοινούς ανθρώπους, που εξασκούν παραγωγικά επαγγέλματα και εν πάση περιπτώσει εξαρτούν τον βιοπορισμό τους από την λεγόμενη πραγματική οικονομία.

Περισσότερο ενδιαφέρον όμως έχει ο τρόπος με τον οποίο αντέδρασαν τα θιγόμενα πολιτικά κόμματα.

Ο κος Γιούγκερ εμμέσως πλην σαφώς αποκάλεσε διεφθαρμένη χώρα την Ελλάδα. Σε οποιαδήποτε άλλη περίπτωση όσοι «έχουν ταχθεί να φυλάττουν Θερμοπύλες» θα εγκαλούσαν στην διεθνή τάξη τον θρασύτατο υβριστή της πατρίδας. Εδώ τα ύποπτα ενοχής πολιτικά κόμματα περιορίσθηκαν σε μια χλιαρή προσπάθεια εξόδου από τον κύκλο των υπόπτων Πρωθυπουργών (που δυστυχώς βέβαια είναι ούτως ή άλλως πολύ μικρός).

Ο κος Γιούγκερ αναφέρθηκε επίσης στην κατ’ ουσίαν οικονομική σκευωρία που στήθηκε εις βάρος μας κατά τα τελευταία χρόνια από τις ισχυρές χώρες της Ευρώπης (Γερμανία, Γαλλία κ.λ.π) , οι οποίες από την μια μεριά φόρτωναν την Ελλάδα με άχρηστα και ενίοτε ελαττωματικά οπλικά συστήματα και όχι μόνο και από την άλλη την εξωθούσαν σε υπερδανεισμό ώστε να αποκομίζουν υψηλά τοκογλυφικά κέρδη οι τράπεζές τους, εν γνώσει τους ότι με αυτή την τακτική ήταν μαθηματικά βέβαιη η κατάρρευση της εθνικής μας οικονομίας.

Δεν είναι λοιπόν παράξενο που τα πολιτικά κόμματα και τα υποζύγια ΜΜΕ ακολούθησαν την τακτική της ανάδειξης του κουτσομπολιού;

Οι αποκαλύψεις του Ευρωπαίου αξιωματούχου εκθέτουν βεβαίως συγκεκριμένες Ευρωπαϊκές Κυβερνήσεις, Ευρωπαϊκές τράπεζες και νευραλγικές εταιρείες τύπου Ζήμενς, που διεπλάκησαν σ’ αυτήν την ακραία μορφή κερδοσκοπικής εξόντωσης της ελληνικής οικονομίας, και είναι βέβαιο ότι στις επόμενες μέρες ο κος Γιούγκερ θα υποχρεωθεί να ανασκευάσει τις δηλώσεις του, ενώ είναι αμφίβολο ότι δεν θα υποστεί και κάποιες συνέπειες για το άηθες ξέσπασμά του.

Όμως πολύ περισσότερο εκθέτουν τις Ελληνικές Κυβερνήσεις, οι οποίες συνέπραξαν ή παρασύρθηκαν στα παιχνίδια των κερδοσκόπων και άφησαν την χώρα να περιέλθει στη σημερινή της κατάντια.

Και από αυτήν την ευθύνη δεν απαλλάσσεται δυστυχώς ούτε η σημερινή Κυβέρνηση. Διότι αυτά, τα οποία καταμαρτυρεί εις βάρος της ΕΕ και των μεγάλων κρατών της Ευρωζώνης ο κος Γιούγκερ, αποτελούν ένα συντριπτικό επιχείρημα των Ελλήνων διαπραγματευτών, εάν βεβαίως αυτοί έχουν την νοημοσύνη και την θέληση, που ο ρόλος τους απαιτεί.

Με απλά λόγια.

Όπως ομολογεί πλέον πανηγυρικά ο μέγιστος οικονομικός αξιωματούχος της Ευρωζώνης οι απόλυτοι οικονομικοί δολοφόνοι της ελληνικής οικονομίας υπήρξαν συγκεκριμένες Ευρωπαϊκές κυβερνήσεις σε συνεργασία με κερδοσκοπικά τραπεζικά και επιχειρηματικά κεφάλαια των κρατών τους.

Αυτές οι ίδιες κυβερνήσεις εμφανίσθηκαν στην συνέχεια ως σωτήρες της υπό κατάρρευση ελληνικής οικονομίας και διαπραγματεύτηκαν με την ελληνική κυβέρνηση την υπαγωγή μας σε ένα «μηχανισμό στήριξης», ο οποίος στην ουσία θα τους εξασφάλιζε την ομαλή είσπραξη των απαιτήσεών τους και την περαιτέρω αποκομιδή κερδών μέσω της συνέχισης τοκογλυφικών δανείων και της διαρπαγής των πλουτοπαραγωγικών μας πηγών (Ενέργεια, τηλεπικοινωνίες, μεταφορές, τουρισμός, λιμάνια, ορυχεία κ.λ.π).

Οι Έλληνες λοιπόν διαπραγματευτές γνωρίζοντας αυτά, που σήμερα παραδέχεται δημοσίως ο κος Γιούγκερ είχαν ήδη «το πιστόλι» που έψαχνε τότε ο Πρωθυπουργός. Ήταν ακριβώς το επιχείρημα ότι το ποσοστό συνυπαιτιότητός τους στον εκτροχιασμό της οικονομίας μας ήταν ιδιαίτερα υψηλό και αφ’ ετέρου η απειλή ότι αν δεν επεδείκνυαν την δέουσα συμβιβαστική διάθεση θα διακινδύνευαν την απώλεια των δανεικών (δεν υπάρχει πιο πειστική απειλή για τον τοκογλύφο).

Δυστυχώς «το πιστόλι» δεν αξιοποιήθηκε τότε και αντιθέτως προσχωρήσαμε σε σύναψη μιας αποικιοκρατικής και καταστροφικής για την Ελλάδα δανειακής συμβάσεως.

Ποτέ όμως δεν είναι αργά.

Ακόμη και τώρα η Κυβέρνηση θα μπορούσε να αξιοποιήσει το «ολίσθημα» του κου Γιούγκερ και να επαναδιαπραγματευθεί τους όρους του μνημονίου.

Σε κάθε περίπτωση πάντως η Ελλάδα δεν είναι διεφθαρμένη ως χώρα τουλάχιστον με βάση τα ευρωπαϊκά πρότυπα. Σύμφωνα με την ομολογία του Ευρωπαίου αξιωματούχου το πολιτικο-οικονομικό σύστημα της Ευρώπης είναι απείρως πιο σάπιο αφού μεθοδεύει και καλύπτει κερδοσκοπικές σκευωρίες σαν αυτή που μας αφορά.

Η Ελληνική κυβέρνηση θα μπορούσε επομένως να ζητήσει ευθύνες από τους Ευρωπαίους πολιτικούς και γραφειοκράτες, που όλα αυτά τα χρόνια συμμετείχαν ή συγκάλυπταν τις αποκαλυφθείσες αθλιότητες. Για παράδειγμα θα μπορούσε να αποσύρει την εμπιστοσύνη της και να απαιτήσει την άμεση αντικατάσταση του κου Μπαρόζο, του κου Τρισέ και αρκετών άλλων, που πληρώνονται και από τον οβολό των Ελλήνων φορολογουμένων για την προάσπιση των ευρωπαϊκών θεσμών και συμφερόντων, αλλά στην ουσία λειτουργούν σαν υπάλληλοι μεγάλων τραπεζο-επιχειρηματικών κύκλων.

Η Ελλάδα επίσης δεν είναι διεφθαρμένη ως λαός, όπως ενδεχομένως θα βόλευε τον κο Πάγκαλο και τους οπαδούς του (αν έχει..).

Αυτό που επιβεβαιώνεται για άλλη μια φορά από τις δηλώσεις του κου Γιούγκερ είναι πως διεφθαρμένο είναι και στην Ελλάδα, όπως και στην Ευρώπη το πολιτικό προσωπικό.

Γι αυτό ανέχεται, συγκαλύπτει και σε ορισμένες περιπτώσεις υποθάλπει την επέκταση της διαφθοράς στον δημόσιο και ιδιωτικό τομέα. Γι αυτό αντί να προχωρήσει συντεταγμένα και ασυμβίβαστα στην εξυγίανση του κράτους και την παραδειγματική τιμωρία των υπευθύνων, εθελοτυφλεί προς χάριν των διαχρονικών επιόρκων και προσποιείται τον κουφό και τον αφελή, που αντί της ουσίας περί άλλων παραπολιτικών ανοησιών και ασημάντων κουτσομπολιών τυρβάζει.

Παρασκευή 8 Οκτωβρίου 2010

Ευγενής άμιλλα …αναξιοπιστίας.


Το επικοινωνιακό παραμύθι παράδοσης-παραλαβής «καμένης γής» κατά την διαδοχή φαύλων κυβερνητικών σχηματισμών αποτελεί πολύ παλιά ιστορία.

Ήταν το αναγκαίο αντίδοτο στην ακατάσχετη προεκλογική παροχολογία του κάθε «Μαυρογιαλούρου», που μετεκλογικά χρειαζόταν να δικαιολογήσει την άθλια αθέτηση των υπεσχημένων του.

Από την εποχή του Τρικούπη και του Δεληγιάννη εξ άλλου η κατάληψη της εξουσίας σηματοδοτούσε μαζικούς διορισμούς «ημετέρων» στο δημόσιο και αφαίμαξη των δημοσίων ταμείων από επιτήδεια στελέχη της εκάστοτε κυβερνώσας παράταξης.

Η πρακτική λοιπόν των ανεκπλήρωτων υποσχέσεων, των φρούδων προσδοκιών και των πελατειακών συναλλαγών, ούτε σπάνια είναι, ούτε πρωτότυπη για το οικογενειοκρατούμενο πολιτικό σύστημα της «Ψωροκώσταινας».

Αυτό που δεν έχει ιστορικό προηγούμενο είναι το μέγεθος της διαφθοράς, το βουλιμικό πλιάτσικο της Δημόσιας περιουσίας τα τελευταία χρόνια και κυρίως η ιδιάζουσα θρασύτητα με την οποία οι λυμεώνες των δημοσίων ταμείων χειρίζονται επικοινωνιακά τις αθλιότητές τους.

Διαχρονικά όλες οι παρατάξεις από την εποχή του Κολέτη και του Μαυροκορδάτου διέθεταν στελέχη, που αξιοποιούσαν δεόντως κάθε ευκαιρία για να «βουτήξουν το δάκτυλό τους στο μέλι». Όμως τέτοιες μεγαλειώδεις ρεμούλες, που να παραδώσουν τη χώρα ξέπνοη και δεμένη χειροπόδαρα στα νύχια των διεθνών κερδοσκόπων, δεν είχαν ξανασυμβεί.

Και όσοι εν πάση περιπτώσει «πιάνονταν στα πράσα» , φρόντιζαν αν μη τι άλλο να απομακρυνθούν από το προσκήνιο της πολιτικής και δεν ζητούσαν και τα ρέστα, όπως εσχάτως συμβαίνει.

Ενδεικτικό της απώλειας αιδούς, που χαρακτηρίζει το σύνολο του πολιτικού προσωπικού της χώρας είναι το γεγονός ότι η υπεράσπιση της δημόσιας εικόνας των πολιτικών αρχηγών δεν γίνεται στη βάση της τήρησης των υποσχέσεών τους και της προσωπικής τους διαχρονικής συνέπειας, αλλά στη βάση της ανειλικρίνειας και της ασυνέπειας του αντιπάλου.

Για να περισώσει δηλαδή ο καθένας την προσωπική του αξιοπρέπεια δεν τολμά να υποστηρίξει την αμφισβητούμενη ειλικρίνειά του, αλλά προσπαθεί να καταδείξει πόσο περισσότερο ανειλικρινής είναι ο πολιτικός του αντίπαλος.

Το αποτέλεσμα είναι ότι καθιστούν ακόμα πιο αποκρουστικά τα κόμματα, των οποίων ηγούνται και έτι πλέον αναξιόπιστο το πολιτικό σύστημα.

Κρίμα…

Δευτέρα 27 Σεπτεμβρίου 2010

Κε Καστανίδη μήπως απαιτείται ίδρυση ανεξάρτητου οργάνου για την κάθαρση στη Δικαιοσύνη.


Παραδοσιακά από συστάσεως του Ελληνικού κράτους οι μετέχοντες νομικής παιδείας αποτελούσαν την συντριπτική πλειοψηφία των μελών του Κοινοβουλίου.

Στις μέρες μας τα έδρανα τις Βουλής φιλοξενούν πλέον μεγάλη ποικιλία επαγγελμάτων, όμως οι νομικοί εξακολουθούν να αποτελούν την πολυπληθέστερη συγκριτικά ομάδα, ενώ αρκετοί σήμερα μεταξύ αυτών διαθέτουν και την ιδιότητα του καθηγητή Πανεπιστημίου.

Αυτή ακριβώς η σύνθεση, που αντικειμενικά αποτελεί τεκμήριο υψηλής ποιότητος για ένα νομοθετικό όργανο, μετατρέπεται σε επιβαρυντικό στοιχείο σε περίπτωση ηθικής αξιολογήσεως του βουλευτικού σώματος, όταν ενδίδει στην ψήφιση νομοθετημάτων πολιτικής σκοπιμότητος, συχνότατα αντισυνταγματικών και κυρίως όταν σύρεται στην συγκάλυψη οικονομικών σκανδάλων, ευνοεί την ατιμωρησία αξιόποινων δραστηριοτήτων και ανέχεται την μακρόχρονη διάπραξη εγκλημάτων εις βάρους του δημοσίου συμφέροντος και του κοινωνικού συνόλου.

Διότι αν οποιονδήποτε βουλευτή, που ορκίζεται να φυλάττει υπακοή στο σύνταγμα και τους νόμους του Κράτους, η προπεριγραφείσα συμπεριφορά τον καθιστά επίορκο, είναι προφανές ότι στην ίδια περίπτωση ο νομομαθής βουλευτής αναδεικνύεται πολλαπλασίως παραβάτης του εν λόγω όρκου, αλλά και του ταυτόσημου όρκου, που έδωσε κατά την αποφοίτησή του από το Πανεπιστήμιο.

Είναι λοιπόν απορίας άξιον πώς έντιμοι νομομαθείς βουλευτές στέργουν να υιοθετήσουν ακρίτως αντισυνταγματικές και εξόχως αντικοινωνικές ρυθμίσεις κατ΄επιταγήν του μνημονίου, του οποίου μάλιστα ευλόγως αμφισβητείται αυτή καθαυτή η νομιμότητα της συνάψεως.

Και είναι περισσότερο εξοργιστικό, ότι οι ίδιοι διακεκριμένοι νομικοί ανέχθηκαν επί σειρά ετών την επικράτηση της διαφθοράς στα δημόσια πράγματα και είτε με πρωτοβουλίες τους είτε διά της σιωπής τους συνέβαλαν σημαντικά στη συγκάλυψη σπουδαίων οικονομικών εγκλημάτων και όχι μόνον (π.χ σκάνδαλο τηλεφωνικών υποκλοπών) και στην μέχρι σήμερα ατιμωρησία των ενόχων σωρείας αξιοποίνων πράξεων εις βάρος του Ελληνικού Δημοσίου και του κοινωνικού συνόλου.

Είναι πλέον ή βέβαιον πως ο μέσος ψηφοφόρος προκρίνοντας υποψηφίους με νομική κατάρτιση, προσδοκά ότι αυτοί θα αξιοποιήσουν δεόντως το γνωστικό τους αντικείμενο προς βελτίωση της εννόμου τάξεως, εμπέδωση του δικαίου, εξυγίανση των θεσμών, επ’ ωφελεία της χώρας και των κατοίκων της. Όταν οι προσδοκίες αυτές διαψεύδονται είναι μοιραίο να κλονίζεται η εμπιστοσύνη των πολιτών στο πολιτικό σύστημα και οι βουλευτές να χάνουν την αξιοπιστία τους.

Η περίπτωση των μεθοδεύσεων της προηγούμενης κυβέρνησης προς συγκάλυψη του σκανδάλου του Βατοπεδίου αποτελεί ακριβώς μνημειώδες δείγμα θυσίας της επιστημονικής αξιοπρεπείας στο βωμό της πολιτικής σκοπιμότητος. Στην προσπάθειά του να αποδράσει από τις ποινικές συνέπειες μιας εξαιρετικά φαύλης διαδικασίας ιδιωτικοποίησης δημοσίων κτημάτων, ο τέως Πρωθυπουργός δεν δίστασε να καταφύγει σε ακραίους πολιτειακούς χειρισμούς, που ευτέλισαν το κοινοβούλιο και εξευτέλισαν τους βουλευτές, ιδίως εκείνους που έχοντας την ιδιότητα του νομομαθούς ανέλαβαν το έργο της επικοινωνιακής υποστήριξης των μεθοδεύσεών της παράταξής τους.

Αυτή δε η πολιτική φαυλότητα έπληξε σημαντικά και το κύρος της δικαιοσύνης, η οποία εξ αιτίας εντελώς αντιεπιστημονικών ενεργειών του τότε εισαγγελέως του Αρείου Πάγου περιέπεσε σε ανώφελους κλυδωνισμούς και εμφανίσθηκε να συνεργεί παρατύπως με την εκτελεστική εξουσία προς παρεμπόδιση της διαλεύκανσης του σκανδάλου και διευκόλυνση κορυφαίων πολιτικών προσώπων, ώστε να αποφύγουν τη βάσανο της ποινικής διερεύνησης των πράξεων και παραλήψεών τους.

Παρόλα αυτά όμως και παρά τις άοκνες συντονισμένες προσπάθειες των εν λόγω κύκλων το μέγεθος του σκανδάλου υπήρξε τέτοιο, που δεν κατέστη δυνατόν να συγκαλυφθεί και η ελληνική κοινή γνώμη εξακολουθεί να ταράσσεται και να απαιτεί την απόλυτη κάθαρση.

Υπό αυτή την έννοια το αίτημα προς τις Εισαγγελικές αρχές να εξετάσουν την νομιμότητα των ενεργειών του Κου Σανιδά, είτε διατυπώθηκε από τον Πρόεδρο της Προανακριτικής Επιτροπής είτε από τον Υπουργό Δικαιοσύνης, κινείται προς την σωστή κατεύθυνση της αποκατάστασης του κύρους της Δικαιοσύνης.

Δυστυχώς όμως από μόνη της αυτή η εξέλιξη δεν αρκεί για να διασκεδάσει την δυσπιστία των πολιτών, οι οποίοι δικαιολογημένα παραμένουν ανήσυχοι για το κατά πόσον η όλη προσπάθεια θα έχει ουσιαστικό αποτέλεσμα και δεν αποτελεί απλώς ένα τέχνασμα εκτόνωσης της κοινής γνώμης. Οι αμφιβολίες εδράζονται στο γεγονός ότι δύο μηνύσεις του ΠΑΣΟΚ και του ΛΑΟΣ για το ίδιο θέμα έχουν ήδη τεθεί στο αρχείο, ενώ αντίθετα η εισαγγελία του Αρείου Πάγου έχει κατά το παρελθόν επιδείξει ιδιαίτερη ευαισθησία σε περιπτώσεις δικαστικών λειτουργών, που έθιξαν δημοσίως κάποια κοινά τοις πάσι κακώς κείμενα, όπως συνέβη στο παρελθόν με τον κο Μπάγια ή πρόσφατα με την περίπτωση του κου Ρακιτζή.

Πέραν λοιπόν της συγκεκριμένης περιπτώσεως του κου Σανιδά ίσως θα ήταν σκόπιμο ο Υπουργός Δικαιοσύνης να εξετάσει την περίπτωση συστάσεως ενός τρόπον τινά ανεξαρτήτου οργάνου διερεύνησης ζητημάτων που αφορούν περιπτώσεις ασκήσεως καθηκόντων ανωτάτων δικαστικών λειτουργών.

Ενός οργάνου που να μη συγκροτείται αμιγώς από δικαστικούς, οι οποίοι ως θνητοί δεν είναι εύκολο να αποξενωθούν απολύτως των ανθρωπίνων συναισθημάτων, όταν καλούνται να αξιολογήσουν συναδέλφους τους, ενίοτε μάλιστα ιεραρχικώς ανωτέρους.

Ίσως ένα Ειδικό Σώμα Ελέγχου, ίσως μια οιονεί ανεξάρτητη αρχή, που να συγκροτείται από πρυτάνεις ή καθηγητές νομικών σχολών, προέδρους δικηγορικών συλλόγων και δικαστές του Αρείου Πάγου ή του Συμβουλίου της Επικρατείας (αναλόγως προς την υπόθεση).

Έτσι ο έλεγχος πιθανών παρεκβάσεων ανωτέρων δικαστικών λειτουργών δεν θα είναι μόνον αλλά θα φαίνεται κιόλας αντικειμενικός, όπως ακριβώς έχουν ανάγκη να αισθάνονται οι πολίτες εξ αιτίας ατυχών στιγμών του παρελθόντος…


Σημ: Οι χειρισμοί της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου σε σχέση με την διαβίβαση του φακέλλου του σκανδάλου του Βατοπεδίου στη Βουλή μας έχουν απασχολήσει κατ' επανάληψη στο παρελθόν με σχετικές αναρτήσεις μας εδώ, εδώ και εδώ